Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2019

16 Ετών ( Παιδί ) / Αργυρακοπούλου Μαρία


Δίχως τα βλέφαρα να κινηθούν
μήπως κι εχθροί μ’ αντιληφθούν
κλεφτές ματιές στην πόλη έριχνα 
καθώς στο λόφο ήμασταν αραδιασμένοι
τσουβάλια άδεια, με ανησυχία γεμισμένοι.
Μαύρος καπνός σκέπαζε το παρελθόν
μπαρούτι μύριζε το παρόν.
Κι εμείς, ορθοί στημένοι, ώρες πολλές
απέναντι στα κανονιοβόλα
μας σημάδευαν
αδίσταχτων εκτελεστών τα πυροβόλα.
Τα δευτερόλεπτα έτη αναμονής
τα λεπτά αιώνες αγωνίας
εκκωφαντικοί οι χτύποι της καρδιάς μας
άτονες οι ανάσες της σιγαλιάς μας.
Το χέρι μου ο πατέρας σφιχτά κρατούσε
του αδερφού μου, πιο σφιχτά να μην φοβάται
καθότι παιδί εντεκάχρονο αυτός
κι εγώ, παλικάρι αμούστακο
τα νιάτα μας λυπάται.
Τελευταία εικόνα που μου ‘ρχεται στο νου
είναι εκείνη της μάνας μου
στην αυλόθυρα του σχολείου στριμωγμένη
στο βλέμμα της η απορία ζωγραφισμένη
το πρόσωπό της αυλάκωνε η αγωνία,
η θλίψη, το μίσος και η αδικία.
Αναρωτιέμαι μα δεν τολμώ να το ψελλίσω
πέθανε ή ζει ,άραγε θα τη δω όταν γυρίσω.
Ακούσαμε φωτιά πως βαλαν στο σχολείο
ράγισε η ανάσα μας στα δύο
κοιταχτήκαμε με βλέμμα λυπημένο
άδικο κι αδίσταχτο το κατεστημένο.
Κάποιοι ρώτησαν
τι θα κάνετε με εμάς
τα σκυλιά που αλυχτούσαν
διφορούμενα απαντούσαν
θα έρθει και για εσάς ο μποναμάς.
Νεκρώθηκε ο στοχασμός
κατέλαβε τη θέση του ο φόβος, η αγωνία
αδημονούσαμε να δούμε τι θα γίνει
ποτάμι το δάκρυ έσταζε,
έβραζε η ανάσα σε καμίνι. .
Το σύνθημα ακούστηκε απ’ την πόλη
φωτιά πήρε το βόλι
σαν πούπουλα ελεύθερου Γιατί
πέφτουν οι πρώτοι στο λόφο του Καπή .
Δεν πρόλαβα ν’ αρθρώσω λέξη
νεκρός κι ο πατέρας του Αλέξη
πέφτουμε με τον αδερφό μου πιο εκεί
της στιγμής ιδέα ,αστραπιαίος στοχασμός
να γλιτώσουμε του εχθρού τον πυροβολισμό.
Τα αδίσταχτα σκυλιά
δεν αρκούνται στο αίμα που κυλά
ανάμεσα στα πτώματα περπατούν
αναποδογυρίζοντάς Τα
όποιο αναπνέει ακόμη , ποδοπατούν
ρίχνοντάς Του τη χαριστική βολή
δολοφονώντας και το τελευταίο παιδί.

Κόποι (αι)Τών θρυμματισμένοι / Αργυρακοπούλου Μαρία


Στη σκιά των στίχων μου ταξιδεύω
δίχως σταθερή πυξίδα στο χάρτη
κωπηλατώντας μια ξύλινη βάρκα
φτάνω σε αδιέξοδο του χρόνου μονοπάτι.
Δαμάζω τα κύματα ένα προς ένα
όνειρα ανακαλύπτω τσαλακωμένα
νήματα σκότους θυμίζουν τεντωμένα.
Και εκεί που παλεύω τα μάγια να λύσω
μια γοργόνα έρχεται ξωπίσω
μακριά φύγε, μου λέει, απ’ αυτά τα μέρη
μην περιμένεις να ‘ρθει πάλι καλοκαίρι.
Δεν είναι αλήθεια, της ψιθυρίζω
εκλογές έχουμε και ελπίζω
όλα μπορούν να τεθούν σε λειτουργία
ο κρατικός μηχανισμός δεν θα ‘χει απεργία.
Μην αυταπατάσαι παιδί μου,
δακρυσμένη συνεχίζει
εδώ όποιος την τύχη του αναζητά
φοβάμαι άδικα ελπίζει
όλοι κοιτούν την τσέπη τους πως θα γεμίζουν
τους κόπους σου στα θρανία θρυμματίζουν.

[Έμπαζαν από παντού] / Αργυρακοπούλου Μαρία

Έμπαζαν από παντού
οι λιθοβολημένες κεραμοσκεπές των ονείρων τους
κι οι τοίχοι νωποί καθώς ήταν
παραδόθηκαν στην ακρογωνιαία λίθο του χρόνου.
Μέσα τους κόχλαζαν οι στοίχοι τους
παραδομένοι στην τύχη κι αυτοί
να παλεύουν με επικούς δασμούς
να σώσουν ό,τι απέμεινε
από τα ναύλα που τους επέβαλε η λήθη.
Πριν το πηδάλιο του ήλιου σηκώσει παντιέρα
ακρωτηριάζοντας τη νύχτα
αποφάνθηκαν να συνωμοτήσουν μυστικά
με τα σύννεφα
σε μια μακροχρόνια συνουσία
εκποίησης των εσώψυχων ηδονών τους.

[Σκοτάδι ήταν] / Αργυρακοπούλου Μαρία

Σκοτάδι ήταν
παγωμένο σώμα
χείλη χλωμά
μάτια σφαλιστά
δάκτυλα βουβά
ήταν
λάμψεις ανύπαρχτες
εικόνες θολές
λέξεις άχρωμες
αναμνήσεις παιδικές
ήταν
μια κούκλα κέρινη
απολιθωμένη στον τόνο
φτερό στον πόνο
δάκρυ στο χρόνο
ήταν
κεραυνός εν αιθρία
πυρ κοφτερό
ένωση ουρανού και φωτιάς
σκοτάδι τελευταίας ματιάς
ήταν
Θάνατος τελεσίγραφο
οπτασίας μοναδικής
που δεν ξυπνά με τον ήχο
επείγων κραυγής.

Στα περιβόλια της σιωπής (Βεσίνι) / Μαρία Αργυρακοπούλου


Ξεχάστηκαν τα παιδικά σου χρόνια
εκεί, στα τωρινά περιβόλια της σιωπής
που κάποτε έπαιζες με τα όνειρα κουτσό 
κι έκανες κούνια στη μουριά
με την τριχιά που έδενε φορτία
στο σαμάρι του αλόγου.
Στα πέτρινα μονοπάτια της λήθης
έκτιζες λιθαράκι λιθαράκι
απάνεμες σχέσεις φιλικές
κι αδελφικές φιγούρες
εκεί όπου τώρα
φιλονικούν για το τρεχούμενο νερό
που πότιζε το δύσβατό σου μέλλον
χρυσαφένια στάχυα
να θερίσει.
Οι ρίζες σου μαράθηκαν
εκεί που περιθάλπουν
οικειοποιώντας οι συν-δικοί σου
το μπεσίκι σου.
Μαρία Αργυρακοπούλου
( Μαρτυρίες )
* Μπεσίκι: Παιδική κούνια παλαιάς εποχής.

«ΧΑΡΑ Σ΄ ΑΥΤΟΝ!» στίχοι της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Χαρά σ’ αυτόν που πρώτος φεύγει
κι αφήνει πίσω του συντρόφι και παιδιά
κι αβέρτα φίλους
τη μνήμη την καλή να συντηρούνε
κι αναπαμού δεήσεις να παρέχουν…
Χαρά σ΄αυτόν!  

Χαρά σ΄ αυτόν,
που δεν τον μοίραναν οι Μοίρες να θρηνήσει πρώτος,
την κακορίζικη στιγμή που εκτάκτως μπαίνει
και ξεριζώνει από τη θέση της,  
της φύτρας του το φύτρο…
Χαρά σ΄ αυτόν!  

Χαρά σ΄ αυτόν που πρώτος κονταρομαχεί
στο σταυροδρόμι ετούτο
και πρώτος
στο αχαλίνωτο του Χάρου άτι ανεβαίνει
κι αφήνει πίσω του όλα όσα η ζωή
του έχει φορτωμένο…
Χαρά σ΄ αυτόν!  

20 Οκτώβρη 2018

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2019

Συνταξιδιώτες / Γεροντούδη Λ. Παυλίνα



Φλύαρα ομιλούσες εικόνες γεμίζουν το νου μου,
κάθε φορά που χρονογυρίζω και πιάνω το νήμα απ’ την αρχή.
Καταδύομαι στην αρχή του χρόνου και με αποστειρωμένη σκέψη
ξαναζώ μέσα στα φωτεινά χρώματα,και στη ζωντάνια
που μάγεψαν το αντάμωμα δυο κυνηγών.
Τότε που με φαρέτρες γεμάτες όνειρα ψάχναμε για συνταξιδιώτη.
Τον βρήκα επί τέλους τον δικό μου σύντροφο για το ζωντανό ταξείδι μου.
Με βρήκες και συ, είπες, κοντά στο τέλος της κυνηγετικής σου περιπέτειας.
Ταξιδέψαμε μαζί στα άδυτα της ευτυχίας, ζήσαμε στιγμές ευδαιμονίας,
χαρήκαμε χαρές μεγάλες, βιώσαμε λύπες και συμφορές.
Δημιουργήσαμε αναμνήσεις πολλές, άλλες γλυκές κι άλλες δυσάρεστες,
άλλες αξέχαστες κι άλλες χωρίς λόγο για θύμηση.
Γίναμε ζευγάρι ευτυχισμένο; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι.
Εκείνο που με σιγουριά μπορώ να πω είναι ότι δεν νοιώσαμε ποτέ μόνοι.
Ήξερα ότι πάντα είχα συνταξιδιώτη, ήσουν εκεί.
Στη χαρά, στη λύπη, στη συμφορά,
στα χρόνια της ευφορίας αλλά και στα δίσεκτα,
τα δύσκολα τα χρόνια της μιζέριας και της αγωνίας.

Ταξείδι μοιρασμένο, ταξείδι ευλογημένο.

Κατοχή / Απόστολος Α. Αποστόλου

Αλεξανδρούπολις 27/10/41
Γερμανική κατοχή
Απόστολος Α. Αποστόλου


Άγρια ξέσπασε στο πέλαγο η νοτιά.
Λυσσομανά τ’ αλαφιασμένο κύμα,
παντού σκορπάει το χαμό, τη φωτιά.
Θαρρείς πως άνοιξε αχόρταγο ένα μνήμα.

Πίσσα τα σύννεφα, του ζόφου μελανά στεφάνια,
φέρνουν αντάρες και κακό απ’ τα ουράνια.
Πυκνό το πούσι, φαρμάκι η αλμύρα,
βουνά από καπνό στον ορίζοντα γύρα.

Μουγκρίζει ο αέρας, φρενιάζει η μπόρα,
αγρίμια πολέμου, κατεχόμενη η χώρα.
Βασιλεύει στην πόλη των στοιχειών η φοβέρα
και η νύχτα του χάρου απλώθηκε ως πέρα.

Ερημιά και συντρίμμια και τάφοι και δάκρυ
το φτωχό τ’ ακρογιάλι γεμάτο, απ’ άκρη ως άκρη.
Του αποσπερίτη μοναχά ψηλά μια αχτίδα
τρυπά τα μαύρα σύννεφα, ροδίζει μια ελπίδα.

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2019

Ένα φως / Απόστολος Α. Αποστόλου

Αλεξανδρούπολις
16/2/41—Κατοχή




Ένα φως, μια καντήλα, μια εικόνα,
άγιες τρεμουλιαστές σκιές.
Ένα φως, μια καντήλα, μια εικόνα,
σε θλίψη κι αγωνία οι ψυχές.

Μια σκιά , μια καρδιά, ένας νιος,
στο εικονοστάσι μπρος γονατιστός.
Πένθιμος, σκοτεινός ο λογισμός,
μια καντήλα, μια εικόνα ένα φως.


MAΡΙΑ ΒΑΡΤΑΜΤΖΙΔΟΥ (μικρή αναφορά)


Η Βαρταμτζίδου Μαρία γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1966.Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών ΑΠΘ. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Έργα της έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε έντυπα περιοδικά κι εφημερίδες, σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες καθώς και στα προσωπικά της ιστολόγια  metovlemma.blogspot.com, edopaizο.blogspot.com.

Ο ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ / Μαρίας Βαρταμτζίδου



Χαμένη, πενήντα βήματα από το σπίτι της.
Άγνωστος τόπος πια η γειτονιά της.
Όλος ο κόσμος, το δωμάτιό της.
Σμίκρυνση αναπόφευκτη.
Τρέμουλο και τρόμος.
Ώρα με την ώρα, φθορά.
Ρίγος μέσα στον Ιούνη.
Απόγνωση. 
Εξαερώνονται καλπάζοντας,ογδόντα χρόνων μνήμες

Οι άνθρωποι του αποχωρισμού / Ψαράκης Κώστας


Οι άνθρωποι , συνέχισε ο Κύριος Ιάκωβος ,είναι μυστήρια όντα , και μάλιστα ο καθένας απ εμάς άλλο μυστήριο . Το μυστήριο του καθ ενός έχει μια άλλη ποιότητα.
Έγινε σιωπή , και στη σιωπή ήταν φανερό ότι ο Κύριος Ιάκωβος ζούσε την διέγερση αυτού που ήθελε να πεί ,όπως όταν θέλομε να αποκαλύψομε εκείνα τα λόγια που οι ίδιοι πολλές φορές έχομε πει στον εαυτό μας και μόνο σ αυτόν.
Χθές , άρχισε να λέει,σ ένα όνειρο ,ξέχασα πως τον έλεγαν , κάποιον , μιας ιστορίας τον ήρωα και σκέφτηκα -λέει- να ρωτήσω τον πατέρα μου , και ξαφνικά θυμήθηκα οτι ειναι νεκρός πολύ καιρό τώρα .
Και έπεσα σ ενα πηγάδι θλίψης οτι αυτό το όνομα θα χαθεί για πάντα διότι όλοι πέθαναν που γνώριζαν την ιστορία και το όνομα το ξεχασμένο .
Διότι δεν ειναι ο θάνατος σαν να γκρεμίζεται ένα σπίτι ή να πέφτει ένα δέντρο και τέλος .
Ο θάνατος ειναι μια δύνη που ρουφά και κλέβει από τούτο το κόσμο για πολύ καιρό ,ίσως και για πάντα τα ίχνη του ανθρώπου .
Και τον ήχο , και την εικόνα , και το γέλιο του και τις χειρονομίες του , και τον τρόπο που περπατούσε , και το βλέμμα του και και τη μυρωδιά του .
Και τη νιώθεις αυτή τη κρύα δύνη πιο πολύ στο δωμάτιο του πεθαμένου, να καταβροχθίζει αργά εικόνες, ήχους , φωνές , ιστορίες, ονόματα, που δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά σε τούτο το κόσμο ,κι αυτό ειναι πιο λυπηρό κι από τον ίδιο το θάνατο , αυτή η μαύρη τρύπα της αιώνιας λησμονιάς που καταπίνει στιγμές και γέλια , και κλάματα και δε χορταίνει ποτέ.
Κι ειναι σαν να μαζεύει ο ίδιος νεκρός τα πράγματά του, που τ άφησε όπως όπως ,έτσι όπως έφυγε ξαφνικά και τώρα γύρισε και τα μαζεύει , κι ειναι πολύ σκληρό αυτό να χάνεται από τα πράγματά του , διότι δεν παίρνει βέβαια τα πράγματα, αλλά τον εαυτό του από τα πράγματα κι από τις μνήμες που αντιστέκονται , μ ένα θλιμμένο χαμόγελο , όχι γι αυτόν αλλά για μάς .
Και το πιο σκληρό ειναι όταν θυμόμαστε αυτό το χαμόγελο από πάντα και την θλίψη στα μάτια .
Ειναι το χαμόγελο του αποχωρισμού ,αυτών , που γνωρίζουν πως θα φύγουν ,όπως και μεις άλλωστε γνωρίζομε οτι θα τους χάσομε , τους ανθρώπους του αποχωρισμού .
Κι είναι σαν να γνωρίζουν κάτι πολύ πιο μεγάλο απ ότι εμεις θα μπορούσαμε να καταλάβομε και δεν υπάρχει τρόπος να μας το πούν και είναι σαν αυτή η γνώση ,και η αίσθηση ότι δεν γίνεται να μεταδοθεί αυτή η γνώση, να δημιουργεί εκείνη την ποιότητα της θλιμμένης στοργής στο χαμόγελο και στο βλέμμα ….
Ο Κύριος Ιάκωβος σταμάτησε και μου χαμογελούσε , κι ήταν σαν να αναγνώριζε την ήττα του στο να εκφράσει με λόγια αυτό που ξεκίνησε να πεί.
- Αλλοίμονο σ όσους έχουν ζήσει στη ζωή τους ανθρώπους του αποχωρισμού , δεν υπάρχει μεγαλύτερη πληγή.
Κατέληξε και σώπασε.

ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ / Χριστίνα Γαλιάνδρα


Που κρύφτηκε απόψε το φεγγάρι...
Ποιόν να φωτίζει άραγε κρυφά...
Πήρε τ' αστέρια κ έχει φύγει.
Σε κάποια θάλασσα το είδαν μακριά.
Όπου και να ναι να το φέρεις.
Να μου φωτίζει το στενό μου.
Εγώ εδώ κ συ εκεί.
Αυτό ειν' πια το βάσανό μου.
Που κρύφτηκε απόψε το φεγγάρι.
Ποιος μου έκλεψε το άλλο μου μισό.
Ήλιο με έλεγες θυμάσαι?
και χρόνια έχω να σε δω.
Σε βρήκαν λέει λαβωμένο.
Μ' ένα μαχαίρι στην καρδιά.
Ποιανού το χρέος ξεπληρώνεις
κι είναι τα μάτια σου βουβά.
Που κρύφτηκε απόψε το φεγγάρι.
Σύρε κ πες του να φανεί.
Κι όσο την λάμψη σου χαρίζεις στο σκοτάδι
να ναι εκείνο που στην πόρτα μου θα ρθεί.

Περιπλανιέται πολύ καιρό / Αποστολος Α. Φεκατης


Άφησε
γέλια και δάκρυα.
δίπλα στα ξέπνοα μανιτάρια του δάσους 
Ανέβηκε στη νύχτα
να βάλει τα δάχτυλα της
στη χαίτη του φεγγαριού.
Μικρό κορίτσι
ήταν
όνειρα δεν έκανε
μόνο
τα κλείδωνε
κάτω
από το μαξιλάρι της.

Η ΜΑΚΡΙΝΙΤΣΑ / Βαραλής Νίκος


Η Μακρινίτσα είναι δοκιμή
γιατί ενίοτε τα σύννεφα συνέρχονται επικίνδυνα
κι αποκλείονται φράσεις όπως «πάντα» και «ουδέποτε»
γιατί εξ’ αρχής πλάστηκε ως τόπος ονείρου.
Βεβαίως οι Μαλιασηνοί γνωρίζανε
πως ο τόπος αυτός προέρχεται από όνειρα
για’ αυτό και τοποθέτησαν την Παναγιά
ότι το όνειρο ξεπέφτει εύκολα σε εφιάλτη.
Όταν φτάσεις κάποτε να κοπείς στις ακονισμένες πέτρες
θα καταλάβεις ότι η τουρκοκρατία
είναι εσωτερική κατάσταση του είναι
και ότι ο καθείς περνάει την ιστορία στο κορμί του
για αυτό και μερικοί μένουν στης ιεράς εξέτασης
την έρημο για χρόνια.
Ποτέ δεν ξέρεις σε ποιο της ιστορίας καρφί θα κρεμαστείς.
Υπάρχουν μέρες που εξ’ αιτίας των νεφών
τίποτα απ’ όλα αυτά δεν φαίνεται να υπάρχει
και μόνο τα χρυσά μαλλιά της δασκάλας
που αιωρούνται στο σύμπαν της Φίνος φίλμ
δείχνουν ότι κάποιος – κάποια στιγμή
το ονειρεύτηκε μέσα σε θάμπος.
Εσύ και γω που ξέρουμε πια πως μόνο σκόνη
είναι τα φαινόμενα
ξέρουμε και που είναι η Μακρινίτσα
και φτάνουμε σούρουπο ιδρωμένοι
για ένα τσίπουρο θολό
φτιαγμένο από το δάκρυ
ενός Θεόφιλου.

[Ηταν αμούστακο παιδί ] / Ανδρέου Ειρήνη

'Ηταν αμούστακο παιδί 
όταν το ντύσαν στο χακί 
μ ένα της μάνας φυλαχτό 
να μην το βρει ποτέ κακό ..
Μα όταν την πήγαν να το δει

απ' το αμούστακο παιδί
απέμεινε το φυλαχτό
κι ένα … οστό...
Κι ήταν αμούστακο παιδί
που δεν εγεύτηκε φιλί 

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ / Τσελεπίδης Τηλέμαχος


Το κύμα σπάει στο γιαλό
κι έχει ένα βόγγο θλιβερό
βαθιά στα στήθια
το πέλαγο είναι μακρινό
το βάθος είναι σκοτεινό,
μυστήριο, αλήθεια...
*
Λικνίζονται μοναχικές
κάποιες βαρκούλες ψαρικιές
εκεί στη σκάλα,
κι είναι ανεξήγητο θαρρώ,
τι νάναι αυτό που τα κουνά,
τα ξύλινα αυτά σκαριά,
σαν σε τραμπάλα...
*
Αυτοί οι γλάροι που πετούν
κι όλο στη θάλασσα βουτούν
σα μεθυσμένοι
θαρρείς στα κύματα μιλούν
και με τα ψάρια συζητούν
αδελφωμένοι...
*
Η μέρα πέφτει, θα χαθεί
κι έχει στη θάλασσα απλωθεί
κρουστό χρυσάφι,
σχίζουν βαρκούλες με πανί
τη θάλασσα τη γαλανή
σαν νιο χωράφι...

[Στον αστερισμό της ερωτικής αμφιβολίας...] / Μιχαλόπουλος Γεώργιος

Στον αστερισμό της ερωτικής αμφιβολίας,οι προβλέψεις των γήινων ερμηνευτών της αρχέγονης τάσης για πρόβλεψη του μέλλοντος,
σκοντάφτουν στις άγνωστες πτυχές μιας αρρυθμίας των άστρων,
στην καρδιά της Συμπαντικής επίδρασης στα τεκταινόμενα των ψυχών,
και τις δεισιδαιμονίες που οφείλονται στις διακυμάνσεις αστρολογικών φαινομένων.
Ο Θεός Έρωτας κρατά τις τύχες στα χέρια του,
η σιγουριά των συναισθημάτων αμφισβητείται με το πέρασμα του Κρόνου,
η Σελήνη θέτει δικούς της κανόνες έλξης,
με την Αφροδίτη σε ωροσκόπο απιστίας.
Η αινιγματική συναστρία των ηδονών επιφυλάσσει στην γυάλινη σφαίρα της επιθυμίας εκπλήξεις, απρόβλεπτες οι συνέπειες του Κομήτη του πάθους,
όταν αποφασίσει να προκαλέσει ρήγματα στον πλανήτη της αστρικής μας βεβαιότητας.
Στα νεφελώδη ερωτήματα των απορρίψεων,
μια λάμψη χαράζει ανεξίτηλα τον ουρανό της πίστης,σκορπώντας πεφταστέρια,
ως αποδεικτικά στοιχεία μιας ευχής που έφτασε στην εξωγήινη διάσταση της φαντασίωσης.

Ο Θεός 'εν τζι έν' καμηλάρης / Χατζηματθαίου Αθως


΄Εβκην μουχτάρης ο Στυλλής ο πέρκαλλος
τον γέριμο ίσια 'χάσεν τον νουν του.
Τζιαι φάρασεν τζιαι κάμνει σγιαν το πέζουνον,
που 'ν του καϊλισεν, η πεζουνού του.
Επέταξεν την βράκαν τζιαι τες σίηριτζιες τζιαι την σαγιάν που ’φόρεν τόσα χρόνια. Ποδίνες επαράτζειλεν δερμάτινες, τζιαι κασμιρένια, μόνον, πανταλόνια.
Στον καφενέ θέλει να ’σιει τη θέσην του, στην εκκλησιάν τον σκάμνον επισήμων. Φορεί λοξοστραβά τωρά το φέσιν του. Σάννα ’περηφανεύτηκεν για τζιείνον;
Τζι οι χωρκανοί το μουρμουρκόν αρκέψασιν, μα τζείνου όμως, ’εν έδρωννεν το φτυν του. Το μουχταρλίκκιν έρεξεν στα σιέρκια του τζι έκαμνεν ό,τι κόψει η τζεφαλή του.
Πρίχου προλάβει να χαρεί, τον άτιμον, έν ο Θεός χαρκιέστε καμηλάρης. Ήρτεν χαπάριν που την πόλην άσσιμον. "Δεν εξελέγεις τίμια μουχταρής"
Γι' αυτόν η εκλογή σας ακυρώνεται υπήρξε ενόρκη καταγγελία έγκυρα ακυρώθηκαν ψηφοδέλτια,
θα επαναληφθεί διαδικασία ".
Τζιαι του Στυλλή που το πολλύν μαράζι του
εδήθηκεν η γλώσσα του λαλούσιν
τζι οι χωρκανοί στον καφενέ κάμνούν το χάζιν του
τζιαι πας στην ράσιην του χασκογελούσιν.
Τώρα είντα χαπάρκα, έλα σύντισιε
που 'ρταν όπως θωρείς τα πάνω - κάτω
Πκοιος θα ξαναπιστέψει πκιον τον λόον σου
στες εκλογες θωρώ να πιάννεις πάτον.

Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ / Τσελεπίδης Τηλέμαχος


Μούσα μου,
χτίσε φυλακές απόρθητες κι ανήλιες
κι αμπάρωσε με γρήγορα
σε τρίσβαθα μπουντρούμια.
Αναζητάω λίγο φως
κι ελπίδα στο σκοτάδι,
κι αποζητάω ανασαιμιά
στα πιο λιτά όνειρά μου ...
*
Ξεθώριασε στον τόπο μου
ο νόμος κι η αλήθεια.
Το έγκλημα ανεξέλεγκτο,
η Δημοκρατία φθίνει.
Του ολέθρου οι Κήρες
στης πατρίδας τις αφύλακτες
κερκόπορτες πλανώνται.
Μοχθεί ο λαός, στενάζει,
πληγές πυορροούσες,
βυσσοδομούν τα τετρανέμια
στις δίπλες του Παρθενώνα.
*
Κι οι φύλακες, στερούμενοι
ιδεωδών και ρώμης, ασήμαντοι,
συνειδητά ανιστόρητοι και ξένοι;

Ή "βάρβαροι" εντός των τειχών ;

ΙΕΡΑ / Kokaveshi Dhimitër


Χείλη, που έψαχναν
το ιερό…;
Μεθυστικό μα
πιο πολύ
το σώμα της
ανάβουν
τα σταθερά σημεία
καταθέτω
στις φωτιές...;
Και οι φωνές
σε ένα άγγιγμά
σβήνουν
οι νύχτες κι αυτή
εφάρμοζαν
αλήθειες σε συνήθειες!
Ας ξεπερνούν

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΒΟΡΚΑ

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΒΟΡΚΑ
--------------ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ--------------------

Ταξιδιάρα η ψυχή,αρχίζει τό ταξίδι,
μπαίνει στή βάρκα μονομιάς,
στόν δρόμο είναι ήδη.
Ανοίγει τά παννιά της,
στά πέλαγα αρμενίζει,
η αλμύρα τής θάλασσας,
ποτέ δέν τήν φοβίζει.
Ψάχνει λιμάνι όμορφο,
γιά ν´αγκυροβολήσει,
σέ θάλασσες πλέει,σ´ανοικτά,
μα τά σχοινιά,δέν λέει να τά λύσει.
Τί να γυρεύει άραγε;ποιά θάλασσα μισεύει;
καί τής βάρκας τά παννιά,ό άνεμος μπερδεύει;
Μήπως μιά θάλασσα ονειρεύεται,εις τού Βορκά τά μέρη;;;
Θάλασσα τού Βορκά,θάλασσα αγριεμένη,
η ψυχή σέ λαχταρά,θάλασσα λατρεμένη!
Κοντά σου θέλει γιά να ρθεί,κοντά σου νά αράξει,
καί με τή πρώτη τή ματιά,μέσ´τά γαλάζια τά νερά,
τό πρόσωπο της νά κοιτάξει!
Τό είδωλο της σαν θα δεί ,θα βαριαναστενάξει!
Στήν γλώσσα της θα τής μιλά,
κι αυτή θα απαντάει,
τά κύματα στούς βράχους της,
θα γλύφει,θα φιλάει!
Τούρκοι σου εμόλυναν,τά γαλανά νερά σου,
μα πάλαι αντιστέκεσαι,κρατάς τήν ομορφιά σου!
Δαντελωτές ακρογιαλιές,τό κύμα ν´αργοσβήνει,
τήν αμμουδιά,μ´άσπρη κλωστή,να τήν κεντά,
δαντελωτό ποδόγυρο ν´αφήνει.
Καθρέφτης τού ήλιου θα γινεί,
καί θα τήν ζωγραφίσει,
τά χρώματα τού δειλινού,
πού πάει γιά να δύσει.
Ολόλαμπρο διάδρομο,
ό ήλιος σχηματίζει,
μέσ´τά γαλάζια τά νερά,
χρυσός καί λαμπυρίζει!
Η ψυχή θ´αγαλλιαστεί,τό θέαμα θά νοιώσει,
καί μιά ευχή από καρδιάς,πώς θα τήν λευτερώσει!
Ταξίδι ατελείωτο,μέ βάρκα τήν ελπίδα,
η ψυχή πονά,θα ξαναδεί άραγε ελεύθερη πατρίδα;
καί τή γαλάζια θάλασσα να λαμπυρίζει όμορφα,
κάτω από τό φωτοστέφανο,τού ήλιου τήν ηλιαχτίδα;
24 Αυγούστου 2019

Θανάσης Παμπόρης [Έσπασα τον καθρέφτη ]

Έσπασα τον καθρέφτη 
Κει ευπρεπίζομαι σε 
μια λιμνούλα νερό
κοιτώ την αμοιβάδα
που έχασε την ουρίτσα της
και γέμισε κακία! 

ΔΑΚΡΥΑ ΠΙΚΡΑΣ / Μαρίνα τακκίδη [καπετάνου ]


Κάθουμε μόνη στήν αυλή
Και αγναντέυω την θάλασσα 
Τα βουνά και λέω μέσα μου κάπου εκεί μακρυά αλλά και κοντά 
Είναι το χωριό μου

Το δικό μου χωριό κατεχώμενο ?
Καί μ’ούρχουντε δάκρυα , δάκρυα πίκρας οργής τρέλλας
Γιατί? Γιατί να μήν είμαι στό χωριό μου
Γιατί να είναι σκλαβωμένο
Γιατί να γύνη ο καταραμένος πόλεμος γιατί, γιατί, γιατί,
Ερωτήσεις αναπάντητες
Πόνος οργής αισθήματα
Αισθήματα , αμηβαία γιά το χωριό μου το όμωρφο
Που δεν ξεχνώ και ούτε ποτέ
Θά το ξεχάσω . την ΄ώρα
Που θά βγαίννη η τελευταία μου πνοή και η ψυχή μου μαζί
Από τό κορμή μου θα φωνάξω
Με όση δύναμη μου απομένει
Χωριό μου ριζοκάρπασο μου Σ’αγαπώωωωωωωω πολύ
Γιαλούσα μου κερύνεια μου
Βαρώσι καραβά μου Ακαθού μου
Λάπηθος μου κυθρέα μου Πενταδάχτυλε μου κουτσοβέντη μου
Μά πιό να πώ και πιό χωριό να αφήσω
Μήπως και αυτά δεν πονούνε ?
Μήπως και αυτά δεν είναι χωριά μου?
Ναί είναι ! είναι για ΄αλλους και είναι δικά τους χωριά και χωριά μου
Φτωχά μου χωριά εκλωβησμένα
Μπορεί να είναι χωριά κάπιους άλλους
Που και αυτοί πονούνε για τα χωριά τους
Καί για μένα είναι κομμάτια από τη πατρίδα μας η πατρίδα ολονών μας 

Ρεΐζης Περικλής [Τόση βιασύνη]

Τόση βιασύνη
εικόνες όλες θολές
πώς δεν με είδες;
Δίπλα σου οι Ιθάκες
του νου σου, αιχμάλωτες...

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

ΠΟΛΙΤΕΙΑ* / Γκόγκας Δημήτριος



Τον χρόνο που τρέχει, είχε βγει βόλτα η πρωινή υγρασία
απ΄ το ηλιόφωτο θόλο κάτω και πέρα, που κλείνει
την ανθρώπινη μοναξιά στις απέραντες παραλίες μας.
Κρέμονται χρυσόπλεκτα σκουλαρίκια οι ανάσες
στα καλλίγραμμα αυτιά της ακόμα κοιμώμενης πόλης.
Αμέριμνη, αμετανόητη για τις βραδινές ασελγείς πράξεις της.
Ουδέν ίχνος πόνου στην μέση της ραχοκοκαλιάς, στη κένωση της απληστίας.  
Ένα πέπλο μυστηρίου, αραχνοΰφαντο, τυλίγει αλόγιστα τους περαστικούς, σκουρόχρωμους επισκέπτες, της ξεπεσμένης εποχής σε μια ρατσιστική εξέδρα.  
Μα, η νομιμόφρονα παράνοια και εκείνων που έρχονται γονυπετείς 
με τα ναυλωμένα πλοιάρια εξ ανατολών,
παραδομένοι στο μαύρο πέπλο ενός γαληνεμένου προφήτη
και στον μονογενή δοξασμένο θεό.
Κι όμως χρηστή δεν κατέστη η αλλόφρονα ζωή τους.
Εικάζεται πως θα γραφεί με το στερητικό πρώτο γράμμα.

Η ώρα που περιεργάζεται τις πνιγηρές ώρες, προχωρά αργά και τρανώνεται.
Ο μαύρος ύπνος, πρόσκαιρος απαθής θάνατος, γλυκόπικρους καρπούς αφήνει, συνεχίζει μονάχος και γυμνός να βρει τραχείς ανθρώπινους θορύβους
που θα ορίσουν την μέρα, θα σκαλίσουν το ρολόι και θα πούνε:
Να οι βηματισμοί των ανθρώπων, να η ιλαρή ιστορία, να το μέλλον μας.

Και οι ύστεροι τυφλοί, κρατώντας στο χέρι μια φωνή ανήκουστη και άυλη, 
με ύφος απελπισμένων και ανέλπιδων κι άλλοι αμήχανοι κρατώντας κέρατα, 
δικράνια και φτυάρια, υψώνουν τη τσιμεντένια πολιτεία.
 Σ΄ ένα μονόδρομο που αλυχτά, κραυγάζει και πνίγεται, 
καθώς ανοίγει συθέμελα, μια πελώρια γούρνα με το άλικο νερό της να κοχλάζει.
Σ΄ ένα αδιέξοδο δρόμο που ουρλιάζει και χάνεται ,
ως λιγοστεύει ο αέρας των ανθρώπων.



* Γ βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό Ποίησης ενηλίκων 2019 με θέμα: «Περιβάλλον: γη, νερό, αέρας» που διοργάνωσε η Εταιρία Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου (13ης  “ΛΥΡΙΚΗ ΠΑΜΒΩΤΙΔΑ”)

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Είναι γιατί σε αγαπώ / Απόστολος Α. Αποστόλου


Αθήναι 21/3/1951

Αν τ’ άρωμα των λουλουδιών φέρνει τη μυρωδιά  σου
κι αν τ’ άρωμά σου με μεθά όπως και η θωριά σου
κι αν η θωριά σου με τραβά όσο και η ψυχή σου
κι αν η ψυχή σου μου μιλά όπως και η σιωπή σου
κι αν η σιωπή σου τραγουδά σαν τη γλυκιά λαλιά σου
και η λαλιά σου είναι θερμή όσο και τα φιλιά σου
κι αν τα φιλιά σου μού δωκαν την άγια ανατριχίλα
κι η ανατριχίλα αν θέριεψε μες της καρδιάς τα φύλλα,
θα σου το πω τραγουδιστά μ’ ενός πουλιού τον τόνο,
είναι γιατί σ’ αγάπησα πολύ, εσένα μόνο.


Αν στ’ ακρογιάλι ένα πρωί σ’ απόλυτη ησυχία
μου’ δωκες μιας ολόκληρης ζωής την ευτυχία
και θάλασσα έγινε πλατιά η αγκαλιά σου
κι η αγκαλιά σου κύμα που με έλουζε με τα φιλιά σου
κι αν το φιλί σου ήτανε πνοούλα της ψυχής σου
και η ψυχή σου καθαρή όπως η προσευχή σου
κι ο ουρανός αν ήτανε ως το χρώμα των ματιών σου
κι αυτά αν  ήταν φωτεινά ως ο ήλιος των μαλλιών σου,
πάλι τραγουδιστά θα πω μ’ ερωτευμένο στόμα,
είναι γιατί σε αγαπώ πολύ και πιο πολύ ακόμα.


Ο σπαραγμός / Βαρταμτζίδου Μαρία




Γιατί τάχα ολετήρα μαύρε ιππότη
πικρίζεις την ευωδιαστή πνοή,
εξορίζεις την ολάνθιστή της νιότη;
Σκοτεινιάζεις την ολόχαρη ανατολή
και συνθλίβεις την αγάπη της την πρώτη,
γιατί τάχα ολετήρα μαύρε ιππότη;
Γιατί βυθίζεις την φρεγάτα τη λαμπρή
και πνίγοντας τη μελωδία στη σιωπή,
εξορίζεις την ολάνθιστή της νιότη;
Στερεύεις γαλάζια κρυσταλλοπηγή
κι εξατμίζεις τη δροσιά της με ορμή,
γιατί τάχα ολετήρα μαύρε ιππότη,
εξορίζεις την ολάνθιστή της νιότη;


Σάββατο, 17 Αυγούστου 2019

Φλεβοτόμος / Βασίλης Σπανός.



Είπα να κρεμαστώ σε ένα ποίημα,
δεν ήξερα όμως ποιο απ'όλα να διαλέξω,
σε ποιο κενό να βάλω το μυαλό μου να χωρέσει,
σε ποια θηλιά να γκρεμιστώ φωνάζοντας τις λέξεις
να 'ρθουν να δουν την μάταιη προσπάθειά μου να σωθώ.
Κι'αν ειν' το θέαμα σκληρό κι'αν λέξεις είναι οι θεατές
αυτοκτονώντας συλλαβές κι'άδειες ιδέες,
κενώνοντας τη συμφορά και τους συφοριασμένους,
βάζοντας με τα ίδια μου τα χέρια το μελάνι για να τρέξει,
από το στόμα μου,που πνίγεται
μέσα στο θόρυβο της ίδιας της ζωής,
μαύρο αίμα στις φλέβες των χαρτιών μου,
από την ακοή μου που ανατρέφει την ίδια φυλακή,τα ίδια μαντάτα,
δεν πρόκειται ποτέ μου να σωθώ,όσο κι'αν θέλω.
Είναι η θέληση μου για κενό ποιο δυνατή
απ' όλα μου τα βήματα,
κι'ο κρεμασμένος μου εαυτός
απ' τα ποιήματα γερά θηλικωμένος,
σαν απειλή που όλο θέλει ν'ακουστεί,
σαν τελευταία επιθυμία πριν το τέλος των πραγμάτων.
Θεατρικό το σκηνικό με μια καρέκλα γκρεμισμένη
από το βάρος του κενού και της γραφής μου,
κάτω απ'τα πόδια τα σαθρά των λέξεων και των σχημάτων,
που όσο κι'αν προσπάθησα δεν το κατάφερα να στερεώσω.
Κανένα ποίημα δεν στερεώνεται στο χώμα,
καμιά γραφή δεν στέκεται και σπάζει,
σαν τον αυχένα που του λείπουν τα οστά του,
όταν φυλλορροούν τα θέλω μέσα απ'τα χέρια κάθε μέρα,
όταν τα πρέπει όλο βλαστάνουν σαν αντένες
και τα σινιαλα τους
την ίδια την ζωή την οδηγούνε
προς στο κενό,στις άδειες λέξεις,χωρίς αντίκρυσμα,
χωρίς καμιά προσπάθεια έστω για μία διαφυγή.
Κενό μου αγαπημένο πως ν'αντέξεις,
ποίημα μου διαλεχτό και ξένο που να τρέξεις
να σώσεις ότι σώζεται ακόμη,ότι αντέχει,ότι πονάει,
ότι μες στα χαρτιά μου, καρφιά μου μπήγει,
ξεσκίζοντας την ύπαρξη,την ομορφιά αγνοώντας.
Ποια μουσική από εικόνες μπρος μου ν'ακουμπήσεις,
ποιους θεατές ν'ακούσεις που φωνάζουν,
πως μέσα μας βαθιά κλαίνε τα βράδια οι προσμονές,
τσακίζονται οι ιστοί,
σωριάζονται στο άπειρο και στους χειμώνες
πικρές ανάσες από στόματα πικρά κι' άλαλα χείλη.
Αυτοκτονούμε κάθε μέρα κρεμασμένοι
από ποιήματα,λέξεις και ιδέες,
που δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν
το βάρος το λειψό μας,το παραγεμισμένο μας μυαλό,
και τα μακρόσυρτα φωνήεντα από τα αχ και τις κραυγές μας
από την ίδια την θηλιά της ερημιάς μας.
Ηθοποιοί και θεατές, εις μάτην της ζωής μας
παίζουμε κάθε μέρα το ίδιο έργο,
ακούγοντας τα ίδια μας τα λόγια,σαν ποιήματα φτηνά
με προσωπεία από θολές ματιές κι'άβουλες σκέψεις,
ένας μονόλογος
χωρίς απάντηση καμιά
απ'τα σχοινιά της ίδιας της θηλιάς μας.

[Η δική μου Παναγιά] / Οικονόμου Λ. Γιώργος

Η δική μου Παναγιά
λύνει σταυρόλεξα
πίνει καφέ και καπνίζει τσιγάρα.
Δακρύζει
όταν βλέπει τα μάτια μου συννεφιασμένα.
Άβαφη γυρνάει στους δρόμους
μ'ένα μακό και γυαλιά ηλίου
κάνει το σταυρό της κρυφά
και προσεύχεται για όλους.
Λόγια πολλά δε θέλει
της αρκεί μιά καλημέρα
βγαλμένη απ την καρδιά

Τσιούγκου Ευγενία Τζένη (μικρή αναφορά)

Η Ευγενία Τζένη  Τσιούγκου γεννήθηκε στη Λάρισα. Είναι απόφοιτη Μουσικού Σχολείου. Παρακολούθησε μουσικές σπουδές, όπως πιάνο, ανώτερα θεωρητικά και κλασσικό τραγούδι. Ασχολείται με την ποίηση και τον χορό. 

Ποιήματά της μπορείτε να διαβάσετε στη σελίδα: http://evgeniajennytsiougoupiimata.blogspot.com/

ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ / Ευγενία Τζένη Τσιούγκου


Λείπεις, πάντα λείπεις,
μία έλλειψη που δεν τελειώνει μέσα μου, η έλλειψή σου,
μία ανάγκη που δεν σταματά μέσα μου, η ανάγκη να σε βλέπω,
να νιώθω την ανάσα σου δίπλα μου
ενώ τίποτα δικό σου δεν είναι δικό μου.
Αυτή η ανάσα σου που αγαπώ τόσο, φαντάσου ακόμη κι αυτή μου λείπει.
Όλα σου μου λείπουν,
 όλα σου ζουν και κυλούν, χάνονται,
γίνονται ένα με το κορμί μου, με τη σκέψη μου,
γίνονται λέξεις, φράσεις , ποιήματα αμέτρητα
που προσπαθούν να σου δείξουν πόσο μου λείπεις.
Με πόσες λέξεις ακόμη να σου πω
για την έλλειψη αυτή που με κατατρώει, με σκοτώνει
και βρίσκομαι συνεχώς σε μια γλυκιά αγωνία,
σε μια οδυνηρή απελπισία για να σε δω…
Ένα κορμί πλημμυρισμένο από τα λαμπερά καστανά μάτια σου,
ένα κορμί γεμάτο από τα όμορφα χείλη σου,
ένα κορμί  όπου χωρά μόνο το υπέροχο κορμί σου,
ένα κορμι που το κατέχεις μόνο εσύ είναι το κορμί μου,
τ’ ανυπόμονο κορμί μου.
Γεμάτη από σένα τόσο
ώστε να μην ξέρω πια αν είμαι εγώ ή εσύ.
Τόσο σε θέλω, τόσο υπάρχεις μέσα μου, τόσο μου λείπεις…
Κι είναι ακόμη εδώ αυτό το σώμα μου
που με πάθος σε περιμένει κάθε φορά
με την ευτυχία του έρωτα,
με την λύπη της απουσίας σου.


ΤΑΞΙΔΕΥΩ / Ευγενία Τζένη Τσιούγκου


Ταξιδεύω
εκεί που τα μάτια σου
ατενίζουν τ’ αβέβαιο τέρμα της θάλασσας,
εκεί που τα μάτια σου
σμίγουν κρυφά με το φως της ανατολής.
Ταξιδεύω
εκεί που οι φουρτούνες της μοναξιάς σ’ επισκέπτονται
και γίνομαι σιωπηλά η παρηγοριά της ψυχής σου.
Ταξιδεύω μακριά σου και κοντά σου,
σου μιλώ ψιθυριστά με λόγια που δεν ακούς
κι όμως εκείνα περιπλανιούνται μαζί σου.
Ταξιδεύω δίπλα από την καρδιά σου
όταν οι χτύποι της ενώνονται με τον ρυθμό του σύμπαντος
και μαρτυρούν τις λύπες σου και τις χαρές σου.
Ταξιδεύω στα χείλη σου
όταν προσπαθείς να σιγομουρμουρίσεις
ένα τραγούδι που σου αρέσει,
εκεί στα χείλη σου
που η ψυχή μου γλυκοφιλά
και ακουμπά απαλά πάνω τους την αγάπη της.
Ταξιδεύω μαζί σου κρυφά και φανερά,
ταξιδεύω
εκεί που τ’ όνειρό σου γίνεται ένα πουλί
που περιμένει όλο λαχτάρα την εποχή του νόστου.
Ταξιδεύω μαζί σου,
ταξιδεύω με τον έρωτα,
πάνω από θάλασσες
με προορισμό τον άγνωστο δρόμο του ονείρου.

Στιγμές απ’ τα μάτια σου και τα χείλη σου / Ευγενία Τζένη Τσιούγκου


Είσαι εσύ τ’ ωραιότερο μεθύσι μου,
μεθύσι που προχωρά στις φλέβες μου,
αυτό το μεθύσι της βαθιάς έντονης ματιάς σου
κι αυτό των χειλιών σου στο στιγμιαίο γλυκό καμπύλωμά τους.
Και τα δύο στιγμιαία, μα τόσο καθηλωτικά, αξέχαστα.
Στιγμιαία, μα γητεύουν για ζωές ολάκερες, για πάντα.
Ένα μεθύσι αλησμόνητο, διαρκές, λυτρωτικό,
που συγκλονίζει, συγκινεί, αναστατώνει:
Το μεθύσι απ’ τα μάτια σου, απ’ τα χείλη σου.
Μεθύσι όλο πάθος,
μεθύσι απ’ την σαγήνη σου.
Αχ, το μεγάλο βάθος των ματιών σου…
Στο βάθος τους ταξιδεύω και χάνομαι, στον ήλιο τους.
Ο ήλιος του κόσμου υποκλίνεται μπρος στα δικά σου μάτια.
Ταξιδεύω και χάνομαι στο φεγγαρόφως των χειλιών σου.
Χάνομαι εκεί
και τα χείλη σου μοιάζουν με την σελήνη
πριν γίνει πάλι ένας κύκλος μαγικός με όνειρα χρυσαφένια.
Χαμογέλα κι άλλο
για να ‘ρθω να φιλήσω την άκρη απ’ το στόμα σου απαλά.
Κοίτα με ξανά
να ‘ρθω να σ’ αγκαλιάσω με όλο το πάθος που το κορμί μου κυβερνά.
Να μ’ αγκαλιάσει το βλέμμα σου, το φως σου,
να σε γευτώ ολοκληρωτικά,
να νιώσω ζωντανή αμέτρητες φορές.
Να μ’ αγκαλιάσουν οι στιγμές από τα μάτια σου,
οι στιγμές από τα χείλη σου,
οι στιγμές από σένα για άλλη μια φορά…
Γιατί όλες οι στιγμές σου αιώνια διαχέονται
στον κόσμο των ονείρων μου, στα μάτια μου, στα χείλη μου.
Είμαι ολόκληρη με στιγμές δικές σου, όλη δική σου, όλη για σένα.

Στο αίμα μου…Στο αίμα μου κυλάνε πόθοι
που έχουν το χρώμα των ματιών σου,
το σχήμα των χειλιών σου,
την εικόνα του κορμιού σου,
τον ρυθμό των βημάτων σου,
πόθοι που έχουν τ’ όνομά σου,
που ζουν απ’ την ανάσα σου.
Με το βλέμμα σου ντύνομαι και γλυκά ριγώ,
με το χαμόγελό σου λάμπω, χαίρομαι, ξαναζώ.…
Δεν έχω σώμα,
είμαι πια όλη γεμάτη απ’ τα μάτια σου, τα χείλη σου, από πόθους, από έρωτα.
Δεν έχω σώμα, είμαι ολόκληρη εσύ!


ΣΤΟΥ ΚΟΡΜΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ / Τσιούγκου Ευγενία Τζένη


Στου κορμιού σου τη θάλασσα
θέλω να ταξιδεύω
με το καράβι των ονείρων
κι αν χαθώ δεν με πειράζει
αφού θα βρίσκομαι στη δικιά σου θάλασσα
και θα συνεχίσω ν’ ακολουθώ τον ίδιο προορισμό
που δεν είναι άλλος από την μορφή σου.

Θα με συνοδεύει ένα ολόγιομο φεγγάρι,
να φωτίζει τον ανεξερεύνητο δρόμο μου
κι εγώ να προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ τα μυστικά
που ψιθυρίζουν τ’ αστέρια μεταξύ τους
για να μην τ’ ακούσει η σελήνη
και μου τα μαρτυρήσει,
για να μην χάσω την μαγεία της αποκάλυψης του έρωτα
που ξεπροβάλλει μπρος μου και καθρεφτίζεται στα νερά σου.

Έπειτα σε κάποια ακρογιαλιά θα φτάσω
κι αυτή θα είναι ίσως τα χέρια σου,
ίσως τα μάτια σου
ή τα χείλη σου να μουρμουρίζουν τη μελωδία του έρωτα
όπως το κύμα στην άμμο όταν την αγγίζει απαλά.
Όποια κι αν είναι αυτή η ακρογιαλιά
πάνω στην αμμουδιά της θα πλαγιάσω,
θα δώσω φιλιά ζωής
κι εσύ , θάλασσά μου,
σαν κύμα θα έρθεις
να μ’ αρπάξεις στα γαλάζια, αφρισμένα νερά τη αγκαλιάς σου
κι εκεί πάλι από την αρχή θα χαθώ
με τη βάρκα των ονείρων
κάτω από την σελήνη και τ’ αστέρια,
ν’ ανασαίνω τ’ αναρίθμητα σ’ αγαπώ σου,
να ψάχνω τον ίδιο προορισμό,
εσένα και την καρδιά σου.   

Όταν σε σκέφτομαι… / Ευγενία Τζένη Τσιούγκου



Όταν σε σκέφτομαι χορεύουν στον άνεμο όλα τα σ’ αγαπώ του κόσμου κι ένα κατακόκκινο λουλούδι χρωματίζει την αγκαλιά μου… Όταν σε σκέφτομαι τα μάτια μου χάνονται στον μακρινό ορίζοντα και ταξιδεύω προσπαθώντας να ζήσω στο χαμόγελό σου... Όταν σε σκέφτομαι γράφω στην αμμουδιά ποιήματα για σένα κι όταν ένας δυνατός άνεμος αγγίξει ξαφνικά την ανήσυχη σαν την καρδιά θάλασσα τότε το κύμα θα πάρει τα λόγια μου και θα τα κάνει τραγούδι ερωτικό για να τ’ ακούσεις κάποια νύχτα που το φεγγάρι θα βουτήξει στα νερά ή όταν η λάμψη του θα χάνεται στο άπειρο. Θα τ’ ακούσεις γιατί όταν σε σκέφτομαι η θάλασσα τραγουδάει και τα μάτια μου έχουν το βλέμμα της νοσταλγίας… Μην απορείς που τις νύχτες ο ωκεανός μαρτυρά όλα τα μυστικά που ήθελα να σου πω  και ο φλοίσβος φανερώνει της αγάπης τα καρδιοχτύπια. Είναι γιατί τις νύχτες έρχονται τα μάτια σου και μου μιλάνε για τη μαγική χώρα του έρωτα, είναι γιατί το έντονο βλέμμα σου προκαλεί τις αισθήσεις, είναι γιατί κάθε νύχτα σε σκέφτομαι αστέρι μου μακρινό. Είναι γιατί σ’ αγαπώ…


Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

Μια φέτα φεγγαριού / Θανάσης Παμπόρης


Αστέρι μου
επέκεινα κι αν βρίσκεσαι
εγώ κοντά σε νιώθω
αστέρι
από το λίγο ήλιο σου,
ήλιο να αντλήσω
κι όλο το ντέρτι
που ’γινε σκόρος και με τρώει
στη μαύρη τρύπα ρίξε το
να γιάνει η ψυχή μου.
Παίρνω μια φέτα φεγγαριού
και τη μπουκιά του Δία
παίρνω την πούλια αγκαλιά
στην άρκτο σκαρφαλώνω
και έρχομαι από κοντά
με ένα φιλί στο στόμα!
Φιλί, του έρωτα φτερό
και του τοξότη βέλος
χρώμα του κύκνου φωτεινό
και λυγαριάς λουλούδι
μοσχοβολάει άνοιξη
όταν μου λες τραγούδι!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.