Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΥΡΟΥ / Σακελλάρης Καμπούρης


11
ο χρόνος στον τοίχο
ματώνει τα δευτερόλεπτα.
κάθε χτύπος
κι ένα κομμάτι δέρμα
που πέφτει.
γυμνοί θα φτάσουμε στην άκρη της νύχτας.

Σακελλαρης Καμπουρης

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΥΡΟΥ / Σακελλάρης Καμπούρης


14
το σώμα θυμάται
και ας έμαθα
να ξεχνώ
με τα χείλη...
μην πλησιάζεις.
έχω ακόμα
τη θερμοκρασία σου
και καίγομαι...


Σακελλαρης Καμπουρης

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΥΡΟΥ / Σακελλάρης Καμπούρης


15
στο άνοιγμα των ματιών
στο σκοτάδι,
σε πνίγει
χωρίς άμυνες,
αλλά με γροθιές.
καμιά επιθυμία...
μόνο μια ανάγκη να σπάσεις τη σιωπή.
ξένος εδώ;
Ίσως,
αλλά όχι πια ήσυχος.
οι ιστορίες σου;
ψέματα.
στάχτη.
τώρα είσαι εδώ.
μόνος.
έτοιμος.
αυτό που αρνήθηκες;
ήρθε η ώρα να το αντιμετωπίσεις.
αυτό είναι το σύνορο
και δεν θα το διαβούμε στον ύπνο.
θα το γκρεμίσουμε με το ξύπνημα...
Σακελλαρης Καμπουρης

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΜΕΛΤΕΜΙ / Αργυροπούλου Γιώτα

 


Μετά από χρόνια αν ξαναπάς
στην Αμοργό
θα είσαι πάλι δεκαεννιά.
Στη Χώρα οι δρόμοι δεν θα σ’ έχουν λησμονήσει.
Εδώ
στον άνεμο που σφύριζε θαυμαστικά
ένα φουστάνι σου, που φόραγες, λευκό
είχες χαρίσει.

ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ / Αργυροπούλου Γιώτα


Φύσηξε απ’ όλες τις μεριές
κυκλαδικός αέρας
σαλάγησε νομή σπιτιών
πάνω στο φρύδι του γκρεμού
καταντικρύ στα αστέρια

Κι ας αντικρίζουν κίνδυνο.
Μετράς τα σπίτια, όλα σωστά.
Μετράς νησιά
καράβια
μετράς τα αστέρια του ουρανού
και περισσεύουν.

Φέγγουν ψηλά και οι εκκλησιές
στου γαλαξία τις πόρτες.

[Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα] / Αργυροπούλου Γιώτα

 


Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα
κατάσαρκα πυρπόλησε τη νιότη τους το φως

στον Άη Νικόλα
στο Σαρακήνικο Καράβι
στο Κατάρτι
στα βράχια πάνω τα κατάπληκτα

έρωτας αλμυρός.

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΘΩΩΣΕΙΣ / Αλεξανδρής Γιώργος


 Πάνω από το σκήνωμα  της ιστορίας,
αλυχτούν νιόκοποι προφήτες και κριτές,
βυσσοδομούν παλιοί ταγοί και στοχαστές
και οι άλλοι, σωπαίνουν και ισορροπούν
συνωμότες βέβηλοι και απαθείς λιτανευτές .
Όλοι τους το γνωρίζουν και  ομονοούν
πως τούτη η έκπτωτη γνώση και αξία
ποτέ της δεν ήταν διδαχή και συμμόρφωση
ούτε ανάπλαση μνήμης και χρόνου αντιγραφή
παρά μια συνεχής και ασπούδαστη αρχή
σ’ ένα επαναλαμβανόμενο δίχως στίγμα τέλος.
Παράσταση, μία ως ανάθεμα και μία ως ευχή.

Μπροστά από τους ελεήμονες καιρούς οι ανάγκες
και οι εμπνεύσεις πίσω από την απροσποίητη οργή,
πεισματικά γυμνώνουν συνθήματα και ρήσεις,
μ’ ευλάβεια ξορκίζουν εφησυχασμούς και πλάνες
και διορατικά ερμηνεύουν εποχές και συνειδήσεις.
Μηνύματα, χρησμοί και επαγγελίες τους καλούν
στης γνώσης το δικαίωμα στο χρέος της ευθύνης
αλλά κανείς δεν είναι εκεί τις μαρτυρίες να δικαιώσει
ούτε εκείνοι οι άσπιλοι στο παραλήρημα της ηθικής
ούτε και τούτοι οι άμοιροι με τη συνέπεια της σιωπής
αφού στην ιδιώτευση τη ζωή τους προλαβαίνουν.
Η αθώωση, μία ως συναλλαγή και μία ως συνενοχή.

                  Γιώργος  Αλεξανδρής

ΠΑΣΧΑΛΙΟ ΠΝΕΥΜΑ / Σταυραετός / Β.Α

 


 

Ανοιξιάτικες μέρες

φυτεμένες δίπλα στο ποτάμι του χρόνου

καθρεφτίζονται στη ροή της εν ζωή ματαιότητας

ζωγραφίζοντας πάνω στις αντανακλάσεις

της εικονικής επιβιωτικής αισιοδοξίας

με τέχνη ψεύτικους πίνακες

που θα χαθούν μέσα στη βαθιά νύχτα.

Μαγιάτικα λουλούδια και πρασινάδες

στολίζουν τα εσπερινά κάδρα των εικόνων της φύσης.

Αηδόνια νιας φεγγαρόφωτης ελπίδας

αρχίζουν του φωτισμένους κι από τον Έσπερο

γλυκύτατους παρηγορητικούς επικήδιους

για τις απώλειες της ψυχικής μέρας

κρυμμένα στο αναλόγιο της μάνας φύσης.

Ο ιερέας θάνατος σφίγγει τις θηλιές των οριζόντων

και χαμογελάει ακατανόητα σπέρνοντας ένα παράξενο δέος που είναι ποτισμένο με το φόβο

του καθημερινού αγνώστου

ατενίζοντας την τελευταία κατάδυση του ήλιου.

Τα ψάρια της ζωής αργοπλέουν 

τσιμπολογώντας τα σπλάχνα του ημίσκοτου ποταμού.

Άλλα κολυμπώντας αντίθετα στο ρεύμα

και άλλα συμπλέοντα με τον τελικό σκοπό της λήθης

περιμένοντας και τα δύο ένα άγνωστο έλεος.

Πένθιμα δέντρα γέρικα με γερμένα κλαδιά καθρεφτίζονται

πάνω σε μια παραμορφωτική μεταμόρφωση της ροής.

Το τελευταίο μαύρο πουλί

αποχαιρετά την αλαζονεία της υψηλής φτερούγας

και κουρνιάζει σε ένα ταπεινό δασύφυλλο κλωνάρι.

Κάθε ύλη καταλήγει μέσα στο μεγάλο νικητή τη νύχτα.

Αλλά η μάχη της ύπαρξης δεν τελειώνει εκεί.

Εκεί τελειώνουν τα μη όντα ή το πολύ ανακυκλώνονται.

Τα Όντα δε θα νικηθούν ποτέ από το σκοτάδι.

Γιατί το πνευματικό φως δε γνωρίζει τη νύχτα.

Γι’ αυτό έχει πάντα μια Αθάνατη Αιώνια  Παντοτινή Άνοιξη.

 

                                                                            Β.Α.

 

 

                                                                            

 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Ποίησης Μέρα / Παρασκευόπουλος Γιάννης


Σήμερα η μέρα στάζει λέξεις,
σαν φως που σπάει σε σιωπές,
κι οι σκέψεις γίνονται διαλέξεις
με στίχους δίχως ενοχές.
Μια πένα τρέμει στο σκοτάδι,
σαν να ζητάει να εξομολογηθεί
κι η έμπνευση, γλυκό σημάδι,
φοράει της ψυχής μας τη μορφή
Οι δρόμοι γράφουν ιστορίες,
σε τοίχους, μάτια και χαρτί,
κι οι πιο βαθιές μας απορίες
γίνονται ποίησης στιγμή.
Σήμερα η μέρα δεν τελειώνει,
κρατάει ρίμα και παλμό,
κι όποιος σωπά, μέσα του λιώνει
έναν ανείπωτο καημό.
©ΓΙΆΝΝΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΌΠΟΥΛΟΣ

Η ΜΑΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΕΡΔΗΘΗΚΕ / Ντικμπασάνης Χρήστος

 

Ας φορέσουμε πένθιμους χιτώνες
Ας προσεδαφιστούμε στον πλανήτη του δέους
ως θρηνούντες μαχητές
μιας μάχης χαμένης που δε δώσαμε ακόμη
Ας θρηνήσουμε για το αυριανό ξημέρωμα,
για τις ελπίδες που χάθηκαν,
για τα χαμένα όνειρα,
για την ερήμωση της καρδιάς μας,
για το ρόδο της δόξας που κόπηκε
πριν ακόμη ανθίσει
Ο αγώνας μας σε λίγο δε θα είναι
παρά ένα κρυμμένο ποίημα,
ένας μισοξεχασμένος θρύλος
θαμμένος πριν ακόμη μαθευτεί
Στα ματωμένα μονοπάτια του αφιλόξενου πλανήτη
τώρα τίποτε άλλο δεν κινείται
παρά μορφές τεράστιες που σαλεύουν φρικιαστικά
σε μια τρομακτική και παράτονη ψαλμωδία θανάτου
Ένα μαύρο, ορμητικό ποτάμι
μέσα απ’τον αχνόθωρο ορίζοντα
ξεχύνεται ακατάσχετα με απαίσιο βουητό
απ’τις κραυγές των πληγωμένων προσδοκιών μας
για δίκιο και γαλήνη που χάθηκαν πολύ πριν καρπίσουν
Χρήστος Ντικμπασάνης

ΠΟΙΗΣΗ / Αλεξανδρής Γιώργος


Του ’λεγε να καταφύγει στην ποίηση,
γιατί μπορούσε ως μύστης να την υπηρετήσει,
στην τέχνη της να υψωθεί,
να λυτρωθεί στη δημιουργία
και να μεταλάβει της ζωής την ομορφιά,
στίχο το στίχο,
κι απ’ τη θεία τούτη μετάληψη
τόσοι πιστοί προσκυνητές και λειτουργοί να πιούνε.
Αρνήθηκε τη σιωπή, φοβήθηκε και τον ύμνο,
γιατί η ποίηση δεν είναι του λόγου σμίλεμα
ούτε έμπνευση του απείθαρχου μυαλού.
Απέχει από την τέχνη και τη σπουδή
και δε συνθέτει πανδαισία
ούτε έκφραση είναι και επικοινωνία.
Είναι οργή και σπαραγμός,
άλγος και ορρωδία,
κατάβαση είναι στα σκοτεινά του θανάτου,
και μοίρασμα και σκόρπισμα της ψυχής.
Είναι κραυγή απ’ την άβυσσο,
ανάστασης πισωγύρισμα,
γεννησημιού το φύτρο,
φως αστραπής που φλογίζει των αδύτων
και φαίνονται στο μεγαλείο τους,
τ’ ανθρώπινα τα πάθη.
Του ́λεγε ν ́ αρμενίζει της ζωής,
με θάλασσα το στοχασμό και άνεμο το λόγο.
Οι λέξεις κόκκινα πανιά,
οι στίχοι του κατάρτια,
μακριά απ ́ αβάσταχτα λιμάνια
κι ανυπόφορες στεριές.
Ανεπιτήδευτα της νύχτας αδελφοποιτοί,
το βιώσατε κι οι δυο
με ταυτισμένη σκέψη.
Δεν είναι η ποίηση διαφυγή
και γλίστρημα στο χρόνο,
ούτε καταφυγή κι αρμένισμα ονείρου.
Οδύνη είναι στ’ αδιέξοδο
και παράδοση στη μοναξιά τ’ απείρου.
Γι αυτό και δεν διαβάζεται,
παρά ομολογείται.

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

ΤΕΧΝΟΥΡΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ / Ιωσηφίδης Ιωσήφ

Δαίμονες κι άγγελοι αναπαύονται, αυτός ξαγρυπνά,
γλιστρά στο σκοτάδι με πρόχειρα ρούχα δουλειάς,
με φακό και σύνεργα, λες κι είναι τυμβωρύχος.
Σκοντάφτει σε κάτι σαν πέτρα και τη μαζεύει,
έχει όψη ασήμαντη, θολή, με άχαρες πλευρές.
Ούτε τεχνίτης είναι, ούτε επιστήμων,
όμως παίρνει τα εργαλεία και τη δουλεύει,
της φτιάχνει πολλές συμμετρικές επιφάνειες,
τις γυαλίζει… και μέσα απ’ το διαμαντένιο πρίσμα
διαπερνά ανάλαφρα το φως των αστεριών.
Κάποια μέρα θα τον πουν ποιητή,
μια που έκανε χρήση ύλης ταπεινής
και την τεχνούργησε έτσι ώστε
το φως να τη διαπερνά.
.
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

ΚΑΚΟΧΕΙΜΩΝΙΑ / Λουκάς Νικολαίδης


Κι έξω Απαίσια παγωνιά,
και μέσα το τζάκι αναμμένο,
με τον Αγέρα να παίζει
σε μιά σκουριασμένη φυσαρμόνικα
τραγούδια παλιά κι αγαπημένα...
Κι αυτός ο Ήλιος Σήμερα,
κίτρινος θαρρείς βασανισμένος,
λες και τονε σταυρώσανε Ατίθασα παιδιά,
καταμεσής του Ουράνιου θόλου!
Κι Ύστερα,
θα απλωθούν τ' Αστέρια μοναχά
πάνω από μιά θάλασσα φουρτουνιασμένη,
καθώς το Φεγγάρι θα το δέρνουνε οι Άνεμοι,
κι αυτό,το δρόμο του θα έχει χάσει!
Και,όταν κοπάσει ο Χαλασμός
εκεί στα ξημερώματα κοντά
που θα κοιμάται πια η ξεδοντιάρα Νύχτα,
θα ξεκρυφτεί ο Ήλιος απ' τα Σύννεφα,
τρεκλίζοντας στου Ουρανού το φάρδος!
Όμως,την Άγρια Νύχτα της Ντροπής,
το μικροκάϊκο "η Ελπίς",
θα έχει από τ' αγριοκύματα "πνιγεί"
και θάχει πλέον βυθιστεί,
στη θάλασσα της Απόγνωσης,
στα βάθη του Απροσμέτρητου Πελάγου...

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΦΩΤΙΑ / Σκούρτης Γιώργος

 


Στις μαυρισμένες σκάλες
Μνησίκακα μας χαιρετούν
Πικρολαλούντα λιόκρινα
Στερνοφιλώντας τ’ αύριο

Η φωτιά φανέρωσε τα σπλάχνα μας

Στου κόσμου τ’ απόνερα
Πρωτανθισμένα κλώνια
Αναφιλούν μ’ ανθόνερα
Μοιρολογούν με βάγια

Στάχτες, οι αλυσίδες που μας πλάκωσαν

Γονυπετείς πλανήθηκαν
Στου κόσμου το ταμάχι
Γρικώντας το ανάθεμα
Ψυχορραγούντων χρόνων.

Και προσκυνήσαμε στα κάρβουνα

ΠΟΛΕΜΟΣ / Σκούρτης Γιώργος

 


Τεμαχίζονται οι άγγελοι στα πριόνια
Στραπατσάρονται τα μέλη στο σατίρι
Στροβιλίζεται το αίμα στο σαντράνζι

Κουλουριάζονται οι μανάδες
στο υπόγειο
κατοπτρίζονται στο αίμα
τα όνειρα τους
τα αισθήματα που είχαν
θάφτηκαν
και τα παιδιά τους κείτονταν
νεκρά

Κουλουριάζονται οι μανάδες, κατοπτρίζονται
στο αίμα τα αισθήματα που είχαν
και τα παιδιά τους κείτονταν

Τεμαχίζονται οι άγγελοι στα πριόνια
Στραπατσάρονται τα μέλη στο σατίρι
Στροβιλίζεται το αίμα στο σαντράνζι

Στο υπόγειο τα όνειρα τους θάφτηκαν νεκρά

ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ / Σκούρτης Γιώργος

 


Οι σκέψεις σου, τα όνειρα, ο ήχος μιας σειρήνας
Είν’ όλα αυτά που κρύφτηκαν στη λόχμη της Αθήνας
Κι αφήνονται τα θέλω σου σα στέγες ρημαγμένες
Πάνω σε μέρες που ’ρχονται και φεύγουν τρομαγμένες.

Σε πότισε το βλέμμα τους συνήθειες της πιάτσας
Στεγνώνεις με τα ρούχα σου στο σύρμα της ταράτσας
Και η στιγμή που πέρασε και πηρέ τ άγγιγμά του
Κυλάει μες στις φλέβες σου μια νύχτα του Σαββάτου.

Σ’ ένα κουτάλι γέμισες με σκόνη τις αγάπες
Και απ’ τη φλόγα έλιωσες γεμάτη οφθαλμαπάτες
Και το κορίτσι που ’φυγε να εύρει τη χαρά του
Κυλάει μες στις φλέβες σου τη νύχτα του Σαββάτου.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ / Ντικμπασάνης Χρήστος


Οι αναμνήσεις θα σε βρίσκουν
πάντοτε και παντού
Σε κάποια ξεχασμένη γωνιά της Γης
αλλά και κάποιου άγνωστου πλανήτη
στις εσχατιές του διαστήματος
Μέσα στις μολυσμένες θάλασσες της υδρογείου
αλλά και σε μονοπάτια του Σύμπαντος
που ακόμη δεν αντίκρισες
Δε είναι τυλιγμένες
με το φως των αστεριών
κι εσύ με χέρια μουδιασμένα
θα παλεύεις να τις διώξεις
για να μην πονάς με την απώλεια μου
Αποκαμωμένη θα σταθείς
στο κέντρο της επουράνιας αμμουδιάς
που κάποτε διασχίζαμε με το αστρόπλοιο
της αγάπης μας,
αφήνοντας την αιώνια νύχτα να σκεπάζει
τις σκιές της μνήμης μας
Το ξέρεις ήδη
πως ποτέ δεν πρόκειται να γλιτώσεις
απ' τους ερωτικούς ψιθύρους
και τα εκκωφαντικά γλυκόλογα
των ευτυχισμένων εποχών
της συνεύρεσης μας
που χάθηκε για πάντα
Χρήστος Ντικμπασάνης

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Χριστουγεννιάτικο δέντρο / Λαγουβάρδος Αριστομένης

Μικρούλι μου τεχνητό έλατο!
Συντροφάκι των παιδικών μου χρόνων.
Ήταν κλεισμένο σ΄ ένα μεγάλο κουτί.
Σ΄ ένα άλλο τα στολίδια του.
Θυμάμαι ακόμα την χαρά και την αγωνία
να το στολίσω.
Έβαζα πάνω στα κλαδιά του, όλα τα στολίδια:
Γυάλινες μπάλες, κόκκινες, πορτοκαλί,
αστεράκια μικρά, καντηλάκια μικρά,
τολύπες χιονιού, σερπαντίνες κόκκινες, κίτρινες.
Αγγελούδια ολόλευκα, έλκηθρα,
και μια μικρή κουκουβάγια που είχα ζωγράφίσει
σε χαρτόνι και την είχα χρωματίσει...
Και πάνω στην κορυφή ένα μεγάλο χρυσαφί αστέρι.
Χιόνιζε θυμάμαι δυνατά.
Στο τζάκι σπιθοβολούσαν τα κούτσουρα.
Παγωμένος αέρας ερχόταν από την γειτονιά
της Μελτινής, και γαύγιζε ένας σκύλος.
Χιονιά δυνατό, έκανε και αυτή την χρονιά.
Παγωνιά, λευκά τα πάντα.
Είδα την πορτοκαλιά του κήπου μου χιονισμένη!
Τις πορτοκαλί μπάλες του Χριστουγεννιάτικου
δέντρου των παιδικών μου χρόνων, μου έφεραν στο
νού τα μυρωδάτα εύγευστα πορτοκάλια.
Αστεράκια δεν είχα. Κοίταξα τον ουρανό, ήταν γεμάτος.
Ο αγέρας ήταν μυρωμένος, παγωμένος, πεντακάθαρος.
Σ΄ ένα γυμνό κλαδί της βερυκοκιάς του γείτονα,
είδα μια κουκουβάγια να με κοιτάζει περίεργα, επίμονα.
Γύρισε το κεφαλάκι της τρείς φορές και με κοίταξε.
Ύστερα ξαφνικά φτεροκόπησε .
Χάϊδεψα απαλά ένα πορτοκάλι, που είχε λίγο χιόνι πάνω.
Έστιψα το χιόνι με τα δάχτυλα.
Έγινε νερό λιωμένο, παγωμένο.
Θαμπώσαν τα μάτια μου, γιατί ήταν βουρκωμένα.
Και οι νιφάδες του χιονιού, συνέχιζαν να πέφτουν
στροβιλίζοντας σαν μπαλαρίνες, στίς στέγες των
σπιτιών, στους δρόμους, στους κήπους, στα χωράφια.
Ποιητική Συλλογή ΄΄Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι ΄΄
Αριστομένης Λαγουβάρδος

[ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ] / Σεφέρης Γεώργιος


Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι
όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου
όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων

Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού
θα με παρασύρουν;
Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;
Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι
δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου,
βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των
πεθαμένων
κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων.

ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ / Σεφέρης Γεώργιος


Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.

Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.

Ἡ λυπημένη / Σεφέρης Γεώργιος

 


Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες προς το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς·

κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί·

κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό·

μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.