Αφού σχόλασε κι έβαλε
τα παιδιά για ύπνο, βούλιαξε
στην πολυθρόνα της
ακούγοντας Σούμπερτ.
Αναιμικές οι εξάρσεις
οι παύσεις πουθενά –
τα ηχεία θα φταίνε,
ή κάθισαν τ’ αυτιά της..
Αφού σχόλασε κι έβαλε
τα παιδιά για ύπνο, βούλιαξε
στην πολυθρόνα της
ακούγοντας Σούμπερτ.
Αναιμικές οι εξάρσεις
οι παύσεις πουθενά –
τα ηχεία θα φταίνε,
ή κάθισαν τ’ αυτιά της..
Κάθε πρωί
ακόμα λίγη μέρα
χαράζεται στο δέρμα.
Ας ελπίζουμε σε μια ανατροπή-
να φτιάξουν τα παιδιά
μια βόμβα από παραμύθι
που θ’ αφανίσει τις ηλικίες.
Ένας άντρας
πάνω απ’ τα χαρτιά του σκύβει
και την απώλεια να χωρέσει προσπαθεί
σε δυο χιλιάδες λέξεις.
Βλασταίνει ο θρήνος στα ματόκλαδά του,
διακλαδίζεται ρυάκι διάφανο στα γένια,
τις πρώτες του ρυτίδες σβήνει
αλλάζοντας το πρόσωπο σε άγραφη σελίδα.
Ένας άντρας
κοιτάζεται στον καθρέφτη,
το αίμα εκρήγνυται στα μάτια του,
κάτω από το λευκό πουκάμισο
τρέχει η ζωή αγώνα δρόμου
στις χοντρές, παλλόμενες φλέβες. Ένας
άντρας στις σκάρτες λέξεις μου κοιμάται
και αποκτά στις παύσεις μου ανάσα
φτιάχνοντας με τα μπράτσα του ψωμί
των νηστικών αιώνων.
Οι γυναίκες που γερνούν στα γραφεία
αφήνοντας πάνω στους καπλαμάδες
τη δροσιά των μπράτσων τους.
Εκείνες που κάθε απόγευμα του Οκτώβρη
πίνουν στην κουζίνα καφέ
με μόνη συντροφιά
το φωτάκι του απορροφητήρα.
Γυναίκες που γυρνούν στους δρόμους
με κομμένο στήθος, ρημαγμένη
την κόμη τους από ιαματικά φαρμάκια.
Άλλες που χορεύουν κλακέτες με το μπαστούνι τους
και τις λένε Σκλήρυνση κατά Πλάκας.
Αυτές που δεν ζουν χωρίς την αγάπη και
μετρούν την κάθε μέρα μακριά
σαν θάνατο. Γυναίκες που
σιάζουν χωρίστρες, μαντάρουν τη φθορά
ανακατεύουν την έγνοια τους
με ρίγανη και πιπέρι.
Οι γυναίκες που κερδίζουν την αθανασία
ζώντας στο δέρμα του εραστή τους.
Τα κορίτσια που βιάζονται να γίνουν γυναίκες
που πεθαίνουν για να μείνουν γυναίκες.
Είναι η προίκα μου, το κουράγιο μου, το
καθημερινό μου προσφάι.
Το ποίημα προχωρούσε αμέριμνο
σε έναν γνωστό του δρόμο.
Έβλεπε άλλα ποιήματα και τα χαιρετούσε.
Έβλεπε την αθωότητα στο βλέμμα τους
και ένιωθε πληρότητα
και ανεκλάλητη χαρά.
Κάτι όμως μέσα του τού έλεγε
να εξερευνήσει περισσότερο την πόλη.
Έστριψε σε ένα σκοτεινό στενό
μπήκε σε μία συνοικία άγνωστη
και είδε πρόσωπα θλιμμένα
είδε ναυάγια στη στεριά
και ναυαγούς στον τρίτο όροφο.
Σκέφτηκε την επιστροφή
και την ηθελημένη αμνησία
αλλά μια δύναμη το έσπρωχνε
στον ζωντανό λαβύρινθο της πόλης.
Μετά από ώρες περιπλάνησης
δεν ήταν πια το ίδιο ποίημα
μα ένα ποίημα ατίθασο
με τα φτερά του ανοιγμένα
και με τον πόνο να κυλά στις λέξεις του.
Πρώτα εμφανίστηκαν οι θηρευτές
κι ύστερα ο κόσμος γέμισε θηράματα.
Μα τα θηράματα χρειάζονταν τροφή
κι έτσι εμφανίστηκε το φυτικό βασίλειο.
Και τα φυτά χρειάζονταν κι αυτά τροφή
χώμα, νερό και φως κι αέρα
κι έτσι εμφανίστηκαν οι κήποι
ο άνεμος, ο ήλιος, τα ποτάμια
οι πεδιάδες και οι οροσειρές.
Κι έγιναν όλα όπως έπρεπε
με τη σωστή και δίκαιη σειρά
με τον ενδεδειγμένο τρόπο.
Και τελευταίοι φάνηκαν οι ποιητές
για ν’ αφηγούνται αυτήν την ιστορία.
Πόρνη χορεύει
ξυπόλητη στο δρόμο
Εσμεράλδα κυνηγημένη
από στοιχειωμένους
ιεροεξεταστές της ηθικής
στο ξέφωτο των μαγισσών
συλλέκτες υπογραφών.
Όταν ακούω για πορνεία
τρομάζω
νομίζω ότι πρέπει να υπογράφω
σε ανακριτές αξιών
δήλωση μετάνοιας.
Ξεχασμένες μολότοφ
γραμμή φωτιάς
αφήνουν να σκίζουν
το σκοτάδι της αυταπάτης.
Στον καθρέφτη
στολίζει το γυμνό κορμί της
πριν αντιμετωπίσει
το μίσος με το πυρωμένο
στήθος της
χαραγμένη ιστορία
καταστολής
στο δέρμα της
και μάτια μονίμως
δακρυσμένα.
Ακατάλληλο
μου έλεγαν
όταν ήμουν παιδί
και λάθρα κοιτούσα
τη σάρκα την ερωτική.
Ακατάλληλο μου λεν
τ’ όνειρο για ενήλικο
και κρυμμένος
πίσω από σάρκες
ονειροπολώ.
Σε κασελάκι ξύλινο
κλείδωσα
όνειρα παιδικά
πλούσιος σαν ήμουν.
Αποκοιμήθηκα και ονειρεύτηκα
πως βρέθηκα σ’ έναν κόσμο
χωρίς σύνορα και χάρτες,
χωρίς πλούσιους και φτωχούς,
χωρίς φυλακές, πολέμους και λοιμούς,
χωρίς αντιπάλους και φρουρούς.
Βρέθηκα σ’ έναν κόσμο
που οι άνθρωποι πατούν στην ίδια γη
και ζουν σα μια ψυχή.
Σ’ έναν κόσμο που τα παιδιά
παίζουν χαρούμενα και ανέμελα.
Παντού άνθρωποι
σαν να τους γέννησε η ίδια μάνα.
Τι κρίμα που ήταν όνειρο.
Τι κρίμα που ποτέ δεν θα βρεθώ
σ’ έναν κόσμο ιδεατό,
όσες φορές κι αν το ονειρευτώ!
Σε μάγεψε το φεγγαρόφωτο
και έμεινες άγρυπνο ολονυχτίς.
Για μια νύχτα θέλησες
ξυπνητό να ονειρευτείς.
Σήκωσες το βλέμμα σου ψηλά
και είδες χίλια αστέρια
διαμάντια φωτεινά.
Ένα αστέρι είδες να πέφτει
και έκανες τα χέρια σου αγκαλιά.
Είδες το κόκκινο φεγγάρι της νύχτας
στολίδι και καμάρι
και του πες μαζί του να σε πάρει.
Είσαι διάφανο σαν ηλιαχτίδα
μα και θολό σαν καταχνιά.
Σε βρίσκει άλλοτε η θλίψη
και άλλοτε η χαρά.
Νοιάστηκες για μια ανεμώνη
μοναχή στην ερημιά
και ήρθε η παπαρούνα
να της κάνει συντροφιά.
Θέλεις να μένεις άγρυπνο
για να γνωρίζεις τη ζωή
και να μαθαίνεις
ό,τι σου κρύβει η άγνωστη ψυχή.
Χα ζώα έχουν εξαφανιστεί
κανένας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται
η βία είναι παντού
ο κόσμος κλυδωνίζεται
και κανένας δεν το έχει αντιληφθεί
οι θεοί πέταξαν τις μάσκες τους
αναμασούν το ίδιο χόρτο.
Η πλήξη στο πεζοδρόμιο
δεν κλείνουμε την πόρτα
τα παραθυρόφυλλα της ζήσης μας
ανταριασμένα πλοιάρια
σε πέλαγα προϊστορικά.
Τρεις μέρες πάλευε στη ζούγκλα του ιατρείου.
Μάγοι ιθαγενείς φυσοκάλαμα θεραπευτικά φυτά
θηρία και τυφώνες του έπνιγαν τη φωνή.
Δίπλα
βάρκες με άλλους ασθενείς κωπηλατούσαν ήρεμα
τον έδειχναν με το δάχτυλο έβγαζαν φωτογραφίες.
Τον είδε ο γιατρός.
Είπε να κόψει τα ποιήματα το βράδυ.
Ταξίδεψα νοερώς πολύ μακριά,
τον μισό δρόμο για Μοντάνα
μέχρι τα περίχωρα της Βοιωτίας
τη στάνη της Αλαμάνας
μ’ ένα μπλουζάκι και φύλλα παραπλανητικά
για το κρύο
και τις ατυχείς στιγμές της Ιστορίας
κι όπου έφτασα με πήραν με το καλό,
με σήκωσαν στον αέρα,
μαύρο φεγγάρι στον λαιμό—
Τόσα χρόνια γυρολόγος
τέτοιο πάτο δεν ξανάπιασα.
Στρογγυλοπρόσωπα λουλούδια κατακίτρινα
ένα προς ένα τρεμοπαίζανε τα μάτια
σηκώναν τα κεφάλια συλλαβίζανε
της μέρας τα ονόματα με γέλια.
Κι εκείνη γκρέμιζε, η τρελή, όλους τους φράχτες της
να μπαινοβγαίνουνε αηδόνια και τραγούδια
κι ούτε που έβαζε στον νου την καταχνιά
με τόσους ήλιους που φυτρώνανε τριγύρω.
Μήτε το φίδι που τρυπώνει στους παράδεισους
κι ακάλεστο τις νύχτες τραγουδάει.
Στην άλλη όχθη του καημού μονάχος βρέθηκα
δίχως σκαρί με δυο κουπιά πάνω στην άμμο
να ‘χα τουλάχιστον χαρτί και μια φιάλη
αδειανή,
να ‘χα τουλάχιστον δυο-τρεις στάλες μελάνι.
Με αίμα μόνο πορφυρά βάφω τα βότσαλα
και λίγο πριν να φτάσει η νύχτα ανεβαίνει
λαμπρή η καρδιά μου κατακόκκινη στα σύννεφα
σε χίλια-δυο μικρά φωτάκια χωρισμένη,
σαν πυροτέχνημα που γράφει «είμαι εδώ»,
μα το «εκεί» και το «εδώ» κανείς δεν ξέρει.
Fire and Ice
Some say the world will end in fire,
Some say in ice.Άλλοι λένε πως ο κόσμος θα χαθεί στη φωτιά,
άλλοι λένε στον πάγο.
Από όσα έχω γευτεί από την επιθυμία,
είμαι με εκείνους που προτιμούν τη φωτιά.
Μα αν έπρεπε να χαθεί δύο φορές,
νομίζω πως ξέρω αρκετά για το μίσος
για να πω πως για την καταστροφή
ο πάγος είναι επίσης σπουδαίος
και θα αρκούσε.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.