Όξω πέφτει αδιάκοπα και πυκνό το χιόνι, κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή η νυχτιά. Είναι η στέγη ολόλευκη, γέρνουν άσπροι κλώνοι, μες το τζάκι απόμερα ξεψυχά η φωτιά.
Τρέμει στα εικονίσματα το καντήλι πλάγι
και φωτάει στη σκυθρωπή, στη θαμπή εμορφιά. Να η φάτνη, οι άγγελοι κι ο Χριστός κι οι Μάγοι και το αστέρι ολόλαμπρο μες στη συννεφιά!
Κι οι ποιμένες, που έρχονται γύρω από τη στάνη
κι η μητέρα του Χριστού στο Χριστό μπροστά. Το μικρό το εικόνισμα όλ' αυτά τα φτάνει, μαζεμένα όλα μαζί και σφιχτά-σφιχτά.
Πέφτει ακόμη αδιάκοπο κι άφθονο το χιόνι,
όλα ξημερώνονται μ’ άσπρη φορεσιά στον αγέρα αντιλαλούν του σημάντρου οι στόνοι, κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει η εκκλησιά. |
Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023
Χριστούγεννα /Τέλλος Άγρας
Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022
Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΣΑΤΙΡΕΣ» Του Τέλλου Άγρα
politikokafeneio.com
Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017
Είδα χτες το βράδυ στ' όνειρό μου / Τέλλος 'Αγρας
| Είδα χτες το βράδυ στ' όνειρό μου, το γεννημένο μας Χριστό, τα βόδια επάνω του εφυσούσαν, όλο το χνώτο τους ζεστό.
Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος,
και μέσα η φάτνη η φτωχική, άστραφτε πιο καλά από μέρα, με κάποια λάμψη μαγική.
Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι,
κι' έμοιαζε τ' άστρο από ψηλά, πως θα καθίσει σαν κορώνα, στης Παναγίτσας τα μαλλιά.
Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες,
τον προσκυνούσαν ταπεινά, ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν, κι' έψελναν γύρω του «ωσαννά».
Μα κι' από αγγέλους κι' από μάγους,
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ, όσο της Μάνας Του το στόμα, και το ζεστό - ζεστό φιλί. |
Κυριακή 1 Ιουλίου 2012
Αμάξι στη βροχή
Ώρα προσμένει μοναχή
η άμαξα κάτω απ' τη βροχή,
και δεν τη μέλει,
κι είναι σα να την τυραννά
πιότερη η ξένη γειτονιά
που δεν τη θέλει.
Τ' αλογατάκια της, σιμά,
κάτω απ' τον ίδιο μουσαμά
κάνουν καρτέρι,
στον τόπο αυτόν, τον θλιβερό,
πράμα δε μένει από καιρό,
να τό' χουν ταίρι.
Γρίλιες δεν είναι, μήτε αυλές
περικοκλάδες βαθουλές,
δεν έμειν' ένα
απ' τα φανάρια στη σειρά
με τα δυο μπρούτζινα φτερά,
τα σταυρωμένα.
Τ' ανώφλια έπεσαν κι' οι αγκωνιές
κι' οι ανεμοπέραστες, στενές,
οι γαλαρίες
κι' έφυγαν έντρομες, πολλές
κι' οι θύμησες, σαν τις καλές,
σεμνές κυρίες.
Άδεια βιτόρια και φτωχή,
πάρε μου εμένα την ψυχή,
πάρε με εμένα
για ταξιδιώτη σου, κι' ευθύς
πάμε, όθε κίνησες να' ρθείς:
στα Περασμένα.
Σάββατο 2 Ιουνίου 2012
Άνοιξη στο σχολείο
τάζει ένα πουλάκι κι άλλο ένα
φτιάξανε μια γλυκιά σύκινη στάση
το πρωινό του Μάρτη είναι στην τάξη.
Μάλιστα όταν παύει το πουλί
η γαλήνη πέφτει πιο πολύ
και στο νου σου παίζει κάτι τι
σαν χρυσή κλωστίτσα, σαν κλωστή.
Απ' τον ήλιο απάνω στην λιαχτή
βγαίνει το μελάνι η χρυσαυγή
κι ένιωσες σκυμμένος στο δεφτέρι
τον ψιλό τον ίδρωτα στο χέρι.
Και στην ανοιξιάτικη ποδιά
κάθονται τα ουράνια τα μαβιά,
έγινε το δειλινό μετάξι
κι ανοιχτός παράδεισος η τάξη.
Ο κούκος
Τι χαρά! Τ’ ακούσατε, παιδιά;
Άνοιξη φωνάζει το πουλί!
"Κούκου! Κούκου!" δεύτερη φωνή.
"Δέντρα, ανθίστε, βγάλετε κλαδιά!
Χαίρεστε και λάμπετε, ουρανοί!"
"Κούκου! Κούκου!" τρίτωσες, πουλί.
Αγαθή, χαρούμενη καρδιά,
σ’ αγαπώ να το ’ξερες πολύ.
Ένα πουλί
πιάστηκε το 'να σου φτερό
με τ' άλλο σου σπαράζεις
και κρέμεσαι και κράζεις
Μα εκεί που σκάλωσες πουλί
βοήθεια ανθρώπου δεν βολεί
μήδε κι ανθρώπου χέρι
να σε γλιτώσει ξέρει
Αναίσθητα είναι τα κλαδιά
ξερά κλαδιά χωρίς καρδιά
σκοτείνιασε θ' αρχίσει
να λιανοψιχαλίσει
Και μια που κάκου πολεμάς
μια απ' τις φτερούγες σου κρεμάς
Θέ μου δεν το λυπάσαι
όσο ψηλά και να 'σαι
ξέσταν' αν θέλεις μόνο
τον παγωμένο κλώνο
Δρομί, δρομάκι
Δρομί, δρομάκι της φραγής,
μην πολυβιάζεσαι να βγεις,
μα ας είναι οι βόλτες σου πολλές
απ' τα μαγκάνια, απ' τις ελιές.
Στενό δρομάκι της φραγής,
όλο να πας κι όλο ν' αργείς,
απ' τα περβόλια, απ' τις ελιές,
κι απ' τ' ουρανού τις αγκαλιές.
Κάθε κρυφό σου δε βαστά
ούδ' έξι βήματα σωστά
μα μόλις στρίψει το τειχί,
κι αρχίζεις άλλα απ' την αρχή.
Μέσα στις βόλτες σου θα βρω
ένα εκκλησίδι με σταυρό,
το γαϊδουράκι τ' αρφανό
που λιγουρεύει για σανό.
Το νήπιο που παραπατεί
πλάι στην κυρούλα τη σκυφτή,
και τ' αξυπόλητο παιδί
που γλυκά λόγια τραγουδεί.
(σημ. {λόγια γλυκά που τραγουδεί})
Ψιλό δρομάκι της φραγής
πούθε θα πας, πούθε θα βγεις;
Θα 'χεις, το ξέρω, στο πλευρό,
κι άλλο εκκλησίδι με σταυρό,
το σκύλο, δίπλα στο βοσκό,
που δε μου οσμίζεται κακό
και το γοργό το δουλευτή
με το βασιλικό σ' αυτί.
Σαν το βιβλίο σε μελετώ,
κατεβατό, κατεβατό,
(σαν) ανοιγμένο αλφαβητάρι
απάνω στου Θεού τη χάρη.
Πανσέδες
Άκρα παντού ησυχία– και τηνέ περισσεύουν
τα συντρεχούμενα νερά γύρω απ’ τη βρύση
κ’ οι πανσέδες, που απόψε ουδέ στιγμή σαλεύουν·
και το κορίτσι που έπιασε να τους ποτίση.
Aνήξερη θωριά στα μάτια με γελάει,
κι’ αφή, γλυκοπερπάτητη διπλά απ’ τις άλλες·
πότε, στάλα· και πότε, θάλασσα– και πάει:
μια, στάλα· και μια, θάλασσας μαβειές αγκάλες,
ανήξερος πανσές, μέσα στην πάσα ειρήνη,
χαίρεται, αναίσθητος, του πλάστη του το κρίμα·
και το γειτονικό τ’ αγέρι οπού τον ντύνει,
στον ίσκιο το τυλίγει απ’ το δικό του εντύμα,
το εντύμα του όλο στάλες, μια μέσα στην άλλη,
κ’ ίσκιωμα γαλανό στου γαλανού τη μέση,
απ’ το λιλά και σ’ άλλο πιο λιλά, και πάλι
– του παγωνιού φτερά σα νάθελε φορέσει.
Σφιχτοκρατούμενος στης ρίζας του το χώμα
–κι’ όσο τον βλέπω, στο είναι του– νά, που μου μοιάζει!
Σα να μ’ ακούη με το είναι του, κι’ ωσάν, ακόμα,
με τα γαλάζια μάτια του να με σκεπάζη…
K’ έρχεται, το λουλούδι, έρχεται και με σμείγει
–κ’ είναι σα να το μέλλη και να μη το μέλλη–
στα μαβειά του με ντύνει, με περιτυλίγει,
στ’ αξέβαφα μαβειά με ντύνει, και με θέλει.
Tο φύλλο κατά μέσα στην καρδιά του κλίνει
κι’ αγάλια, με χωρεί κ’ εμένα, ολίγο-ολίγο·
στα μάτια του τ’ ανήξερα με καταπίνει
– και στους πανσέδες μέσα, ένας πανσές ανοίγω.
(από το Eπιλογή απ’ τα Ποιήματα, Eρμής 1996)
ΣΚΟΠΟΣ ΧΑΜΕΝΟΣ
Άναυλα εφύγαν
Άναυλα εφύγαν τα πουλιά…
κ’ εγώ τα χέρια βάνω
στα Περασμένα –σα φωλιά
κούφια, που εφύγαν τα πουλιά–
να ζεσταθούν απάνω.
Tων ρόδων τώρα το νερό
ν’ αλλάξουν στο ποτήρι,
μηδέ ν’ ανοίξουν, καρτερώ,
–με τέτοιον άνεμο καιρό–
στο φως, στο παραθύρι.
Tου βορριά λάμπει η ξαστεριά
μέρες πολλές και νύχτες
και λαμαρίνες στη σειρά
χτυπιούνται –μπρούντζινα φτερά
σκεβρά– κι’ ανεμοδείχτες…
Mα ο ήλιος, πότε που ανελεί,
πότε ξανά βουρκώνει,
κάπου, νταντέλλα ωχρή πολύ,
κάπου, σταυρόν απ’ το γυαλί
στον τοίχο ξεσηκώνει.
K’ η Eλπίδα πάλι μ’ ανικά
και την ξαναπιστεύω,
και τ’ ακριβά θυμητικά
κατά τον ήλιο μυστικά,
συνάζω και σωρεύω.
Χριστούγεννα
κρύα καὶ κατασκότεινη κι ἀγριωπὴ ἡ νυχτιά.
Εἶναι ἡ στέγη ὁλόλευκη, γέρνουν ἄσπροι κλῶνοι,
μὲς τὸ τζάκι ἀπόμερα ξεψυχᾶ ἡ φωτιά…
Τρέμει στὰ εἰκονίσματα τὸ καντήλι πλάγι
καὶ φωτάει στὴ σκυθρωπή, στὴ θαμπὴ ἐμορφιά.
Νὰ ἡ φάτνη, οἱ ἄγγελοι κι ὁ Χριστὸς κι οἱ Μάγοι
καὶ τὸ ἀστέρι ὁλόλαμπρο μὲς στὴ συννεφιά!
Κι οἱ ποιμένες, ποὺ ἔρχονται γύρω ἀπὸ τὴ στάνη
κι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ στὸ Χριστὸ μπροστά.
Τὸ μικρὸ τὸ εἰκόνισμα ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ φτάνει,
μαζεμένα ὅλα μαζὶ καὶ σφιχτὰ-σφιχτά.
Πέφτει ἀκόμη ἀδιάκοπο κι ἄφθονο τὸ χιόνι,
ὅλα ξημερώνονται μ᾿ ἄσπρη φορεσιὰ
στὸν ἀγέρα ἀντιλαλοῦν τοῦ σημάντρου οἱ στόνοι,
κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει ἡ ἐκκλησιά…
Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012
Κάτω απ' το χιόνι
Σκέψου -τί πράγματα γλυκά
φυτρώνουν κάτωθε απ' το χιόνι
κοιμάται ο σπόρος μυστικά,
καθώς το φύτρο του φυτρώνει...
Κοιμούνται αμέτρητα σπαρτά
-κι όλο ονειρεύονται τ' αστάχυα
τ' άγρια μπουμπούκια σφαλιστά,
ύπνος τα παίρνει, μες τα βράχια.
Έχει όλη η πλάση κοιμηθεί
κάτω απ' το κάτασπρο σεντόνι,
ωσότου να της πει στ' αυτί
μια συλλαβή το χελιδόνι.
Και τότες! Ρόδα, γιασεμιά,
γλυκά κεράσια, χρυσά στάχυα
κι η αγαπημένη κυκλαμιά
"Ευχαριστώ" θα πει στα βράχια._
Ορφικά
και σε στοίβα λιθάρια (εκεί που δε θαρρούσες
μια ψυχή ζωντανή) παιδί, κ' έχει στα χείλη
όργανο, και κρεμάει ανάερα τις πατούσες,
λιγνές πατούσες.
Στο ζαρωμένο το χαρτί, μια κλωστή σειέται
και ψυχή στην κλωστή, λαλούμενη, στο τέλι
λόγος, που τ' άλυτο πάθος πολύ διηγιέται.
Kάνεις κακό, αγαθό παιδί, μα τί σε μέλλει;
αχ, τί σε μέλλει;
Kι' ο λόγος κι' ο λυγμός τυραννιέται στις νότες,
σε μια φούχτα μαβύ χαρτί μια τρίχα τρίζει...
Παίζε, αγαθό παιδί, τις ρίμες σου τις πρώτες,
κι' ας φεύγη όποιος πολύ πονεί και δεν τ' αξίζει,
– και δεν τ' αξίζει!
Φεύγει στα δυο η φωνή μας σα φωνή στο χιόνι:
είναι το διάστημα πολύ, που ώς να βγη θέλει.
Σώπαινε, είν' ο καημός βαθύς, τα λόγια σκόνη·
κάλλιο λαλεί στα ξένα στόματα το τέλι·
κάλλιο το τέλι.
Kι' ανασέρνει η γυμνή, τ' ακούς; τρέμουσα τρίχα
σέρνει το είναι της γης, το χώμα, και το φύλλο!
Πουλί μες στην καρδιά της πέτρας και στην ψίχα
βαθειά, κινάει πουλί, στο χρυσό μέσα ξύλο,
πουλί στο ξύλο!
Kαι σ' εμέ (που όσο δυο χειμωνιές, τόσο, αλήθεια,
το χρυσό τούτο μάκρος και το αγέρι τρέμω,
που απ' τα νησιά όλο πνέει στα λαμπρά ξερολίθια
–αρμύρα νοτερή, γνώμη γλυκειά του ανέμου,–)
σ' εμέ, φωνή άξαφνα πετιέται μέσαθέ μου,
να κράξω στους καλούς περαστικούς: «Bοήθεια!»
Mα ψυχή ζωντανή δε φαίνεται. Aνεμίζουν,
πέτρα την πέτρα, ανώφελες αγριοβιολέττες.
– Kαι τέτοια μυστικά σαν ποιές ακοές τ' αξίζουν;
Tο πνεύμα, τυραννεί· κ' η χλωμή σάρκα, αρνιέται·
η σάρκα αρνιέται.
Kι' ο λόγος κι' ο λυγμός απιδρομάει κι' ογκώνει
και σα ν' αντιμιλή και σα να βγάζη γλώσσα,
παγαινόρχεται και κλαίει και με δαγκώνει
κι' όλο και μελετάει την κρίση της απ' τα όσα,
τα όσα αμάρτησε η καρδιά, και μετανοιώνει.
Aχ, δάκρυα όσο ναυρώ, μου χάνεται η ψυχή·
γιατί κι' ουδέ σφυρί τυφλό και νάχε πέσει
στο νου μου, έτσι ποτέ δεν τόχε αυτό χωρέσει,
το που δεν πάει ξανά να γίνη απ' την αρχή!
– Tάχα έτσι να σε γεύωνται, ρίζα του κόσμου;
Ύλη λαλούμενη! ύλη εντέλεια μοναχή!
Kρίμα του Πλάστη σου, άπραχτη του ανθρώπου ευχή,
μιαν αίσθηση, άλλη μια, για να σε σμείξω δος μου,
ακόμα δος μου!
Λουλούδια κατά γης
κι η ώρα των ταξιδιάρικων πουλιών,
κι οι άξαφνες οι ανάσες, οι μισές,
που ευκολοκατελούν τις φυλλωσιές.
Στο άφραχτο χαμοκάλυβο μπροστά,
λουλούδια εσυγκομίζαν σωριαστά,
λουλούδια σωρευτά, λογής-λογής,
χυμένα από πανέρια κατά γης.
Ψυχή σιμά μου. Μόνο στην αυλή
περιδιάβαζε αργή περπατησιά
και την τύλιγε η άκρα μοναξιά.
Κι έτσι ήθελα η θωριά τους μοναχή
ν' αφήσω να μου πιει απ' την ψυχή...
Μα οι μνήμες αναζήσανε σ' αυτά
τα λουλούδια τα χρωματιστά...
μελίσσι όλα προστρέξαν στη στιγμή,
σα να 'ταν μαγεμένα απ' τον Καιρό,
καθόταν στα λουλούδια, ένα σωρό.
Του περβολιού το κέντημα σπαρτό
πίκρα και συννεφιά έγινε μεστό,
κι έγιναν τα κοτσάνια του σκληρές
μύτες, καρφιά, πληγές αιματηρές.
βγήκε η θλίψη, ακόμα μια φορά.
Κι εστάθηκαν, μακρότατη γραμμή,
θλιμμένα ρόδα διάφανοι καημοί.
Μα ας είναι, όταν, στον κάμπο το βαθύ,
βουρκώσει αστραποβρόχι και χυθεί,
κι όταν οι ανέμοι κλάψουνε γοερά,
ποιος θα μου κλέψει τότε απ' τη χαρά;
Aπογεμματινή
ήχους τόσο γλυκούς,
το διάβασμα ν' αφήσης
και να σταθής ν' ακούς...
Στις σκάλες, στο περβόλι,
στο γύρο της φραγής
βρέχει γλυκά– και σ' όλη
τη χώρα και τη γης.
Bρέχει στα παραμύθια
κ' εκείθε έχουν ερθεί
οι μάγοι οι αγαθοί
με τ' άσπρα γένεια πλήθεια.
Bρέχει στα παραμύθια...
κ' εκείθε αργοφυσά
τ' αγέρι, από δασά
θάμνα και κουφολίθια.
Bρέχει– και ξέρει η φύσις
νότες τόσο γλυκές,
το φύλλο να τσακίσης
με τις στιχουργικές.
Στης λάσπης τ' άκρο χείλος,
λοξός και σερπετός,
διαβαίνει ο περιττός
της γειτονιάς ο σκύλλος
και του περιβολάρη
η σούστα ουδ' αντηχεί:
σα νάναι σε σφουγγάρι
βουλιάζουν οι τροχοί.
Aπάνω στη βιτρίνα,
γραμμένα στα γυαλιά,
ξεπλένονται τα κρίνα
και τα τριανταφυλλιά,
μα έχει η πνοή φερμένα,
του κάμπου, μακρυνά,
όλα τ' αληθινά
τα φύτρα, χορτασμένα!
Απρίλης 1943
Απρίλης 1943
Διψάς, του στίχου το πουλί,
της ξενιτιάς τ' αγέρι
μα ο κόσμος έχει ξενιτιές
κι ο κόσμος δεν τις ξέρει...
Μην πεις: "Δεν καταδέχομαι!",
μην πεις: "Κι αχ, πώς να κάμω;"
Πιάσε το στίχο σου σκυφτός,
σαν το ψωμί από χάμω.
Τέλλος Άγρας
Μελοποίηση , Ορφέας Περίδης
Άγρας Τέλλος ( Ιωάννου Ευάγγελος)
Ι.Ποίηση
• Τα Βουκολικά και τα Εγκώμια · Το φθινοπωρινό ειδύλλιο - Βουκολικά - Μεταφράσεις - Τα Εγκώμια - Παραφωνίες - Σπουδές - Μπαλάντες - Καθημερινές · 1917-1924 · Οριστικά χειρόγραφα. Αθήνα, Δημητράκος, 1934.
• Καθημερινές · Το σπίτι κ’ η γειτονιά - Αττική - Αγάπη · 1923-1930 · Οριστικά χειρόγραφα. Αθήνα, Δημητράκος, χ.χ.
• Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας · Επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Φέξης, 1965.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Jean Moreas, Οι Στροφές. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921.
• Jean Moreas, Επιλογή από το ποιητικό του έργο. Αθήνα, Ζηκάκης, 1926.
ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Βουκολικά και εγκώμια και καθημερινές• Επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Εστία, ;
• Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας• επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Εστία, ;
• Κριτικά πρώτος τόμος· Καβάφης - Παλαμάς · Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1980.
• Κριτικά δεύτερος τόμος · Ποιητικά πρόσωπα και κείμενα · Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1981.
• Κριτικά τρίτος τόμος · Μορφές και κείμενα της πεζογραφίας· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1984.
• Κριτικά τέταρτος τόμος · Γενικά και ειδικά θέματα· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1995.
• Επιλογή απ’ τα ποιήματα· Επιμ. - Ανθολ. Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1996.
Πρώτη μέρα στὸ σχολειό
Γιὰ ποῦ πᾶς, καλὸ παιδί;
Κίνησες νωρὶς-νωρὶς
καὶ τρεχάτος προχωρεῖς;
Στάσου δὰ νὰ διασκεδάσεις
μὲ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Πλάσης!
Κόψε ἀπ᾿ τὰ περβόλια πάλι
τοῦ χινόπωρου τὰ κάλλη!»
«Νὰ σταθῶ; Δὲν εὐκαιρῶ,
γιατὶ πάω στὸ φτερό.
Καὶ ποῦ πάω, νὰ στὸ πῶ;
Στὸ σχολειό μου π᾿ ἀγαπῶ!
Ἄνοιξε γιὰ πρώτη μέρα.
Βλέπεις τὰ παιδιὰ ἐκεῖ πέρα;
Ἔχουν μόνα τους ταιριάξει
χωριστὰ κάθε μιὰ τάξη».
«Εἶσαι, βλέπω, μαθητής.
Μὰ στὸν ὦμο τὶ κρατεῖς,
ποὺ μὲ τὴ ματιὰ τὴν πρώτη
σ᾿ ἔκαμα γιὰ στρατιώτη;»
«Εἶναι τ᾿ ἄρματά μου αὐτά,
τ᾿ ἀκριβά τ᾿ ἀγαπητά:
Τὸ κοντύλι μου κι ἡ πλάκα,
τὸ βιβλίο μου στὴ σάκα.
Κι ἔλα πιὰ νὰ σὲ χαρῶ,
μὲ ρωτᾶς κι ἀργοπορῶ...
Εἶναι ἡ ὥρα περασμένη,
ἄκου, ὁ κώδωνας σημαίνει.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.


