Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γυναίκα : Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γυναίκα : Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

«Γυναίκα “double face” (διπρόσωπη)»

του Γιάννη Π. Τζήκα
“Γυναίκα μάνα, γυναίκα παραμάνα
Γυναίκα «συν γυναιξί και τέκνοις»
Γυναίκα του ελέους και του χρέους
Γυναίκα του έρωτα του πάθους
Γυναίκα του ύψους και του βάθους
Γυναίκα των ονείρων
Γυναίκα της διπλανής πόρτας
Γυναίκα η δική σου και του άλλου
Γυναίκα «πέτρα του σκανδάλου»
Γυναίκα της ερήμου
Γυναίκα των πολυκατοικιών
Γυναίκα των παράνομων δεσμών
Γυναίκα σεξ απίλ
Γυναίκα «πας γυρεύοντας, μωρό μου»
Γυναίκα παρθένα
Γυναίκα κάθε βράδυ στην αρένα
Γυναίκα του καημού και των λυγμών
Και γέφυρα των στεναγμών
Γυναίκα χαμόγελο και αγκαλιά
Γυναίκα ” ο όφις με εξαπάτησε”
Γυναίκα σφήκα και κεντρί
Γυναίκα άγγελος στη γη
Γυναίκα δις- δαιμώνα
Γυναίκα γλύκα και απαντοχή
Γυναίκα αρμύρα στην πληγή
Γυναίκα μοντέλο και γυναίκα του μπορντέλου
Γυναίκα έρωτας παντοτινός
Γυναίκα γκόμενα, γυναίκα φιλενάδα
Γυναίκα βίζιτα, στη Βάθης περατζάδα
Γυναίκα φως, γυναίκα Πηνελόπη
Γυναίκα το μισό του ουρανού
Γυναίκα της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού”

Αγια αμαρτία

του Μάνου Ορφανουδάκη

Την είχα δει, κρυφά
ανεβασμένος στο παράθυρο.
Ήταν στα γόνατα μπροστά στο εικονοστάσι.
Δεν έδειχνε δακρυσμένη
κι όμως, η μεταμέλεια ήταν χαραγμένη στο βλέμμα της.
Η ηλικιωμένη γυναίκα χτύπησε τη πόρτα
“ήρθε ο επόμενος' είπε κι έφυγε.
Η Παναγία της χάιδεψε το μάγουλο
έγνεψε συγκατανευτικά και γύρισε στο εικονοστάσι.

Ζώνη αγνότητος

του Μάνου Ορφανουδάκη

Τα μαλλιά της είχαν από καιρό ασπρίσει
και η καρδιά της μετρούσε τους τελευταίους της κτύπους.
Το μυαλό όμως “εκεί' κι ίσως με περισσότερη θέρμη από “τότε'
στους εικοσάχρονους φαλλούς της νιότης της.
Κι εκείνη η μυρωδιά από ιδρώτα και σπέρμα
ήταν πιο ζωντανή από ποτέ στα ρουθούνια της.
Μονάχα σαν το βλέμμα της έπεφτε στο είδωλο της
στον απέναντι καθρέφτη τα μάτια της σκοτείνιαζαν.
Έπρεπε από καιρό να τον είχε πετάξει, όπως πέταξε και τα χρόνια της
στην ηθική και την σκλαβιά των βελούδινων σαλονιών

Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο...

 

του Γιώργου Σαραντάρη

«J'i cueilli ce brin de bruyère»
G. Apollinaire

Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
Μοῦ ῾λεγε πὼς μ᾿ ἀγαποῦσε ἀλλὰ δὲν τὸ ἄκουγα καθαρὰ
Μοῦ ῾λεγε πὼς πονοῦσε νὰ μὴ ζεῖ μαζί μου
Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία

Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα
Τ᾿ ἀηδόνια σκέπαζαν τὸ περπάτημά της
ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της
Ἡ καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει
Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα
Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα
Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη

«Σημείο αναγνωρίσεως»

της Κική Δημουλά
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο./ Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πως έχεις ελαφρά ανακαθίσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο που είδες,
πως παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
 Από κοντά ξεκαθαρίζει τ’ όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σχοινί μαρμάρινο
κ’ η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμαλώτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη: αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς/ ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου. (…)
Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα
εγώ σε προσφωνώ γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης/ κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,/ καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,/ σε λέω γυναίκα.
Σε λέω γυναίκα/ γιατί είσαι αιχμάλωτη.
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

γυναίκα

του Τόλη Νικηφόρου

κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει
κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια
κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές
κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή
απ' το παγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς
εγώ είμαι ο αληθινός προδότης

στέκεσαι δίπλα μου
στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα
με τα ίδια μάτια
ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο
περήφανοι
ασυμβίβαστοι
ωραίοι μέσα στο τόσα ελαττώματά μας
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία

«Γυναίκες» (απόσπασμα από το «Καντάτα 1960»)

 
του Τάσου Λειβαδίτη
 
“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”
 
 
(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.