Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιουλίου 2012

Ενα βιβλίο.


Δεν υπάρχει φρεγάτα σαν ένα βιβλίο
Να μας πάει χώρες μακριά,
Ούτε ίππος ταχύς σαν μια σελίδα
Καλπάζουσας ποίησης.
Αυτό το πέρασμα μπορεί να το διασχίσει και ο φτωχότερος
Χωρίς την τυραννία διοδίων·
Πόσο λιτή είναι η άμαξα
Που μεταφέρει μια ανθρώπινη ψυχή!

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

«Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα –

«Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα –

Από ουρανούς όχι πιο λίγα –παίρνω–

Γιατί, στην Πόλη που γεννήθηκα

Πυκνώνουνε σαν Μούρα οι Γαίες –

Το Καλάθι μου έχει μέσα –μόνο– το Άπειρο–

Που ελεύθερα –στο μπράτσο μου– αιωρείται

Αλλά μικρότερα δεμάτια –Συνωθούνται».

Έμιλυ Ντίκινσον
(1830-15 Μαΐου, 1886)

Περί ποίησης Έμιλυς Ντίκινσον

Την ποίηση της Emily Dickinson χαρακτηρίζει μια απέριττη, ελλειπτική γλώσσα μέσα από ένα συμπυκνωμένο, αποσπασματικό στίχο. Η ποιήτρια δεν χρειάζεται πολλούς στίχους για να πει αυτό που θέλει. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα 1333 από τα 1789 ποιήματά της -σύμφωνα με την δεύτερη Variorum edition (R. W. Franklin, 1998)- είναι με δώδεκα το πολύ στίχους. Ακόμη και στην ακμή της πιο δημιουργικής της περιόδου (1862-1865) η ποιήτρια κατέφευγε περισσότερο σε ολιγόστιχες φόρμες: τα 546 από τα 849 ποιήματά εκείνων των ετών είναι μέχρι δώδεκα στίχους



από:www.biblioasi.gr

XC

Μια λέξη, λένε πως πεθαίνει
μέσ’ απ’ τα χείλια μας σαν βγαίνει,
πως χάνεται, παύει να ζει,

μα εγώ νομίζω τότε αρχίζει
ο κύκλος της, και πως βαδίζει
με τους ομιλητές μαζί.

απ’τη συλλογή ποιημάτων ’Ζωή’, μετάφραση ‘Αννα Δασκαλοπούλου, εκδ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, 2003

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

Τη χαρά πρώτα ζητά η καρδιά (Έμιλυ Ντίκινσον, μετάφραση: Σπύρος Δόικας)

Τη χαρά πρώτα ζητά η καρδιά
Μετά τη θλίψη ν’ αποφεύγει
Κι έπειτα εκείνα τα μικρά παυσίπονα
Που ξεγελούν τον πόνο.

Ύστερα, να πάει να κοιμηθεί
Και τελικά, αν είναι δυνατόν,
Το θέλημα τ’ Αφέντη της
Την άδεια να πεθάνει.

Που έχασα τα Πάντα, Μ` εμπόδισε

995

Που έχασα τα Πάντα, Μ` εμπόδισε
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον Αφανισμό
Τόσο μεγάλο δε θάταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το βλέμμα απ` τη δουλειά μου
Για περιέργεια.

Κι όμως ο Χρόνος συνεχίζεται

1338

Κι όμως ο Χρόνος συνεχίζεται -
Το λέω χαρούμενη σ` όσους πονάνε τώρα -
Θα ζήσουν -
Υπάρχει Ήλιος -
Δεν το πιστεύουν τώρα -

Ασφαλισμένοι στ` Αλαβάστρινά τους Δώματα-

124
Ασφαλισμένοι στ` Αλαβάστρινά τους Δώματα-
Ανέγγιχτοι απ` το πρωινό-
Κι ανέγγιχτοι απ` το μεσημέρι-
Κοιμώνται οι πράοι εταίροι της Ανάστασης,
Ατλάζινοι Δοκοί και Στέγη Πέτρινη-

Θριαμβικά περνούν τα Χρόνια,
Πάνω τους μες στο Μισό Φεγγάρι-
Σύμπαντα λαξεύουνε τα Τόξα τους-
Και Στερεώματα - κωπηλατούν-
Διαδήματα - κατρακυλάν-
Και Δόγηδες - παραδίνονται-
Σιωπηλά σα Σημάδια,
Σ` ένα Δίσκο Χιονιού. [8]

Δεν πέρασα το Θάνατο να πάρω

[712]
Δεν πέρασα το Θάνατο να πάρω,
και μού `κανε ο ίδιος την τιμή.
στην άμαξα καθίσαμε μονάχα
εμείς κι η μετά θάνατον ζωή.

Βραδύναμε, εκείνος δεν βιαζόταν,
κι εγώ από τα έργα και τους κόπους
κι απ` την ανάπαυλα μου είχα πλέον
παραιτηθεί, για τους καλούς του τρόπους.

Περάσαμε εκεί που τα παιδιά
στο διάλειμμα παλεύαν του σχολείου,
περάσαμε τα ατενή σπαρτά,
και πέρα από τη δύση του ηλίου-

κι ο ήλιος μας προσπέρασε. Κι η δρόσος
έφερνε παγωνιά κι ανατριχίλα-
αράχνης είχα φόρεμα, και τούλι
γύρω στους ώμους που έτρεμαν σαν φύλλα.

Σταθήκαμε μπροστά σε κάποιο σπίτι,
Που έμοιαζε μ` εξόγκωμα στη γη.
Μόλις που διακρινόταν η σκεπή του,
το γείσωμά του έμπαινε στη γη.

Πάει καιρός πολύς, μα εκείνη η μέρα
μοιάζει πολύ μακρύτερη για μένα,
που κοίταξα και είδα των αλόγων
στραμμένα τα κεφάλια στους αιώνε

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Εμιλυ Ντίκισον


Το μυστήριο του πόνου


Ο πόνος μοιάζει με άγραφο χαρτί.

Αδυνατεί να θυμηθεί

πότε άρχισε να υπάρχει, ή αν υπήρξε

μέρα που να μην υπήρχε.



Δεν έχει ορίζοντα άλλο απ’ τον εαυτό του.

Τα βασίλειά του τ’ απέραντα εσωκλείουν

το παρελθόν του, το φωτισμένο ν’ αντιλαμβάνεται

νέες περιόδους πόνου.

«Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα –

«Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα –

Από ουρανούς όχι πιο λίγα –παίρνω–

Γιατί, στην Πόλη που γεννήθηκα

Πυκνώνουνε σαν Μούρα οι Γαίες –

Το Καλάθι μου έχει μέσα –μόνο– το Άπειρο–

Που ελεύθερα –στο μπράτσο μου– αιωρείται

Αλλά μικρότερα δεμάτια –Συνωθούνται».

Έμιλυ Ντίκινσον
(1830-15 Μαΐου, 1886)

Πάρε το μερτικό σου απ' τη νύχτα

Πάρε το μερτικό σου απ' τη νύχτα
κι απ' την αυγή, ό,τι σου δίνει νιώσε.
Τ' άδεια σου βράδια μ' ευτυχία πνίχτα
και το κενό στην καταφρόνια δώσε.

Ένα άστρο δώθε, πιο κει κι άλλο, κι άλλο,
μα κάποια το στρατί τους έχουν χάσει.
Μια καταχνιά παντού, πέπλο μεγάλο,
κι ύστερα νέα μέρα θενά φτάσει.

ΧVII
Να πολεμάς στα φανερά, πόσο λογιέται ανδρείο!
Μα μοιάζει γενναιότερο κι απ' ό,τι είναι συνήθως
τις λεγεώνες δυστυχίας, εχθρικό φορτίο,
μόνοι τους όσοι πολεμούν μες στο δικό τους στήθος.

Που κι αν κερδίζουν κι αν νικούν, λαοί δεν τα μαθαίνουν,
που χάνονται και μητ΄αυτό κανείς το συζητάει,
που τα θλιμμένα μάτια τους πατρίδα, σαν πεθαίνουν,
καμιά με πατριωτική λατρεία δεν κοιτάει.

Πιστεύουμε σ' αέρινη κι ουράνια λιτανεία,
πάντα βαδίζουν οι άγγελοι, λευκά φτερά ζωσμένοι,
προσεκτικά σειρά- σειρά, με τάξη δίχως βία,
κι είν' οι χιτώνες που φορούν λευκοί σαν χιονισμένοι.


XXIII
Δεν είχα χρόνο πια για να μισήσω
καθώς το μνήμα μού 'φράζει τη φόρα,
μήτε ζωή είχα τόση για να ελπίσω
πως κάθε αμάχη θα χαθεί μιαν ώρα.
Δεν είχα χρόνο πια για ν' αγαπήσω
κι αν είχα κάποια πρόθεση, και μόνο
στη σκέψη πως μπορεί να προσπαθήσω,
μου μοιάζει βάσανο και φέρνει πόνο.

C
Δεν θα βρεθεί κανένα πλοίο για να ταξιδέψεις
σαν το βιβλίο και να πας στα μακρινά τα ξένα,
μητ' άλογο σβέλτο πολύ να το καβαλικέψεις,
σαν μια σελίδα ποίησης με λόγια φτερωμένα.

Τέτοιο ταξίδι ανέξοδο και το φτωχό συμφέρει,
δεν του γυρεύουν διόδια και ναύλα δεν χρωστάει.
Τόσο λιτό, κι όμως παντού το νου μας μεταφέρει.
το μέσο αυτό που ταξιδιώτες όλους μας χωράει.


XCIX
Εκείνο που φοβόμουνα μην έρθει κι αγωνιούσα,
ήρθε, μα με λιγότερο φόβο που είχα σκιαχτεί,
γιατί η τρομάρα που καιρό μαζί μου κουβαλούσα,
του ΄κανε λευκορόδινο το χρώμα το σταχτί.

Βρίσκεται μια προσαρμογή, το βίωνα, το ζούσα,
στον τρόμο, στην απελπισιά μόλις ξεπεταχτεί.

Είναι πολύ χειρότερο να ξέρεις πως θα φτάσει,
παρά να δεις πως έφτασε, πως βρίσκεται κοντά,
στου πανικού τα σύνορα τα νεύρα σου έχουν σπάσει,
και το πρωί καινούργιος τρόμος πάλι σε κεντά.


Φρικτότερο, μα πιο καλά σαν έχει πια ξεσπάσει,
παρά ο φόβος μια ζωή δέσμιο να σε κρατά.

Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Γνώμες για την ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον

•«Πνεύμα αδέσμευτο, ασυμβίβαστο, η γραφή της προδρομική (περικόπτει τη λέξη αν χρειαστεί, αδιαφορεί για γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες, γεννά δικούς της κανόνες), η καταγραφή “γυμνή” και άμεση αυτού που ο νους συλλαμβάνει όπως γυμνός βγαίνει ο μίσχος μέσ’ από το χώμα».


Έλλη Συνοδινού
στον πρόλογο της ποιητικής συλλογής «Το Ανεξάντλητα Σημαίνον».


•«Από παντού έρχεται αυτή η σιωπηλή γυναίκα πριν κι απ’ όλα τα ποιήματα που γράφτηκαν μετά. Τα μετά, επειδή τίποτα δεν είναι ίδιο μετά την Έμιλυ Ντίκινσον και τα πριν επειδή αλλιώς τα διαβάζουμε αφότου υπήρξε η Έμιλυ Ντίκινσον».
Κώστας Καναβούρης,
περιοδικό «Διαβάζω», τ. Ιούνιος 2007

«Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα –

«Ίσως να ζήτησα τ’ απέραντα –

Από ουρανούς όχι πιο λίγα –παίρνω–

Γιατί, στην Πόλη που γεννήθηκα

Πυκνώνουνε σαν Μούρα οι Γαίες –

Το Καλάθι μου έχει μέσα –μόνο– το Άπειρο–

Που ελεύθερα –στο μπράτσο μου– αιωρείται

Αλλά μικρότερα δεμάτια –Συνωθούνται».

Έμιλυ Ντίκινσον
(1830-15 Μαΐου, 1886)

Παρασκευή 14 Μαΐου 2010

Απόσπασμα.....

Ασφαλισμένοι στ` Αλαβάστρινά τους Δώματα-
Ανέγγιχτοι απ` το πρωινό-
Κι ανέγγιχτοι απ` το μεσημέρι-
Κοιμώνται οι πράοι εταίροι της Ανάστασης,
Ατλάζινοι Δοκοί και Στέγη Πέτρινη-

Θριαμβικά περνούν τα Χρόνια,
Πάνω τους μες στο Μισό Φεγγάρι-
Σύμπαντα λαξεύουνε τα Τόξα τους-
Και Στερεώματα - κωπηλατούν-
Διαδήματα - κατρακυλάν-
Και Δόγηδες - παραδίνονται-
Σιωπηλά σα Σημάδια,
Σ` ένα Δίσκο Χιονιού.

Δεν πέρασα το Θάνατο

Δεν πέρασα το Θάνατο να πάρω,
και μού `κανε ο ίδιος την τιμή.
στην άμαξα καθίσαμε μονάχα
εμείς κι η μετά θάνατον ζωή.

Βραδύναμε, εκείνος δεν βιαζόταν,
κι εγώ από τα έργα και τους κόπους
κι απ` την ανάπαυλα μου είχα πλέον
παραιτηθεί, για τους καλούς του τρόπους.

Περάσαμε εκεί που τα παιδιά
στο διάλειμμα παλεύαν του σχολείου,
περάσαμε τα ατενή σπαρτά,
και πέρα από τη δύση του ηλίου-

κι ο ήλιος μας προσπέρασε. Κι η δρόσος
έφερνε παγωνιά κι ανατριχίλα-
αράχνης είχα φόρεμα, και τούλι
γύρω στους ώμους που έτρεμαν σαν φύλλα.

Σταθήκαμε μπροστά σε κάποιο σπίτι,
Που έμοιαζε μ` εξόγκωμα στη γη.
Μόλις που διακρινόταν η σκεπή του,
το γείσωμά του έμπαινε στη γη.

Πάει καιρός πολύς, μα εκείνη η μέρα
μοιάζει πολύ μακρύτερη για μένα,
που κοίταξα και είδα των αλόγων
στραμμένα τα κεφάλια στους αιώνες

Έχω τον τίτλο της συζύγου,

Έχω τον τίτλο της συζύγου, δίχως όμως
να`χω την άδεια καθώς ορίζει ο Νόμος.
Σκληρή μου δόθηκε, πικρή κι άδικη μοίρα.
«Βασίλισσα του Γολγοθά»για τίτλο πήρα,

κι όλα είναι βασιλικά, εκτός το στέμμα,
κι ο αρραβώνας, δίχως λίγωμα στο βλέμμα
που ο Θεός σε κάθε θηλυκό χαρίζει,
όταν το κράτημα του άλλου χεριού γνωρίζει.

Διαμαντικό με το διαμαντικό ταιριάζει
και το χρυσάφι, το χρυσάφι αγκαλιάζει.
Η γέννηση, ο αρραβώνας και κατόπι
δυο-τρία μέτρα από του σάβανου το τόπι.

Τριλπή μια νίκη σε μια μέρα να `ναι, φτάνει.
«Ο άντρας μου», λεν οι γυναίκες με στεφάνι
μ`ένα σκοπό που κι η ψυή τους τραγουδάει.
Να `ναι ο τρόπος, τάχα, αυτός; Ποιός μου απαντάει

Το μυστήριο του πόνου

Ο πόνος μοιάζει με άγραφο χαρτί.

Αδυνατεί να θυμηθεί

πότε άρχισε να υπάρχει, ή αν υπήρξε

μέρα που να μην υπήρχε.



Δεν έχει ορίζοντα άλλο απ’ τον εαυτό του.

Τα βασίλειά του τ’ απέραντα εσωκλείουν

το παρελθόν του, το φωτισμένο ν’ αντιλαμβάνεται

νέες περιόδους πόνου.

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.

Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.

Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –

Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –

Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –

Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.