Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκόγκας Δημήτριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκόγκας Δημήτριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Οι πλύστρες των πολέμων* / Δημήτριος Γκόγκας

 


 


Έπλεναν τις ματωμένες κάπες 
μέσα σε γούρνες με κρύο νερό.
Έσταζε το ανθρώπινο αίμα, 
σαν κρασί στους υπονόμους.
Στο κατόπι, χάνονταν στις θάλασσες 
των ποιητών και γίνονταν κύματα.
 
Ένα δελφίνι χαίρεται, 
μια φώκια κολυμπάει, 
πετά σιμά ένα θαλασσοπούλι!
 

Τσιμπολογούσαν αποφάγια ότι απόμεινε δηλαδή από την τράπεζα.
Πριν φύγουν από τα πλυσταριό,
έκαναν κι αυτές μπάνιο σαν τις αμαρτωλές στο κρεματόρια.
Κοίταζαν απ' τις τρύπες των τοίχων,
οι ξεχασμένοι στρατιώτες των μετόπισθεν,
την ύστερη γυναικεία σάρκα, υγρή και τσαλακωμένη, βρώμικη κι αηδιαστική.
Πως μυρίζει εγκατάλειψη το ανθρώπινο αίμα! Και πόσο η κιβωτός του!
 
Ένα γουρούνι στο πλυσταριό, ένας λύκος τριγύρω,
μια αλεπού μυρίζει το αίμα!
«Τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης,
τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον»
 
Μάνα! Να των ανθρώπων τ αδέλφια.
Οι μεγαλόσταυροι κρεμασμένοι μαζί  με τον εσταυρωμένο.
Στο σπίτι σαν έφταναν, πάντα αγέλαστες και πάντα σκεβρωμένες,
μύριζαν αίμα, φλέγμα, ιδρώτα και θάνατο.
Το νερό δεν καθάριζε το σώμα. Ουδεμία βάπτιση, ουδεμία Ανάσταση!
Μέλανα ζωμό, μια φέτα ψωμί κι ένα όνομα μνημονευομένου
ότι κρατούσαν στο νου, σαν μπάλωναν τις κάπες, στο φως του λυχναριού.
 
Στις άκρες τα ποντίκια και στα πόδια τους,
οι γάτες νηστικές, τα σκυλιά δεν βγάζανε άχνα!
 
Όλα τριγύρω κι ως τα ουράνια. Μυρωδιά καμένης σάρκας.
Μυρωδιά παιδιών στρατιωτών που χάθηκαν.
Μυρωδιά λήθης και αναστεναγμών.
 
Πριν κοιμηθούν δεν αρκούσε ο σταυρός κι η προσευχή.
Μια θηλιά κάτω από το προσκέφαλο για ώρα ανάγκης,
ακόμα και στα όνειρα, οδηγούσε στην Ελευθερία!

* Το ποίημα τιμήθηκε με το β΄βραβείο στον 3ο Ετήσιο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό «…προς την Ελευθερία» που διοργάνωσε ο σύλλογος «Οι Φίλοι της Λιμνοθάλασσας» στο πλαίσιο των δράσεων «Λιμνοθαλασσιώτικα 2026». (συμπίπτει με την εμβληματική επέτειο των 200 χρόνων από την ηρωική Έξοδο της Φρουράς των Ελεύθερων Πολιορκημένων.)

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

ΛΥΠΑΜΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ / Γκόγκας Δημήτριος

 


Λυπάμαι τα ποιήματα,
που κάθονται οκλαδόν στα άσπρα σκαλοπάτια των Εκκλησιών,
στα βρώμικα πεζοδρόμια των πόλεων,
έξω από τα πολυσύχναστα καταστήματα,
γυρολόγοι στα απόμακρα χωριά και στις λασπωμένες συνοικίες,
με τους νηστικούς στίχους υψωμένους να ικετεύουν,
έναν επιθετικό προσδιορισμό, ένα καλολογικό στοιχείο,
ένα κόμμα, μια τελεία, μια ξεχασμένη απόστροφο,
μια λύση στο αδιέξοδο, μια μυστική φωλιά στον ποιητή κι έναν θάνατο.

Λυπάμαι εκείνα τα ποιήματα,
που δεν βλέπουν, δεν θέλουν να δουν,
δεν ακούν, έχουν σπάσει οι σάλπιγγες,
στηρίζονται σε ξύλινες πατερίτσες,
κάμνουν τους ανάπηρους.
Ακρωτηριασμένοι στην ψυχή
γεμίζουν με συγγνώμες και ευχολόγια τις ημέρες τους,
σαλιαρίζοντας πάνω από τους πληγωμένους ήχους των κερμάτων.
Κέρβεροι που φιλούν τους γυμνοσάλιαγκες των κύκλων της ποιήσεως.

Τι να τα κάμω αυτά τα ποιήματα;
Ελεεινά και τρισάθλια κουρέλια,
διπλά πλυμένα, απλωμένα ρετάλια στους ιστούς αραχνών,
σκεβρωμένα οστά που εκλιπαρούν ανάνηψη
των ανεπαρκών λόγων, των χαλαρωτικών εικόνων,
των απροσάρμοστων ήχων.

Να λοιπόν ένα πουλί, ένα νηστικό πουλί,
να μια μέλισσα, μια θυμωμένη μέλισσα,
ένα μαύρο χελιδόνι·
ένα μαύρο χελιδόνι,
είναι πάντα ένα μαύρο χελιδόνι που φέρνει την Άνοιξη.
Πάνω από τη φωλιά των ποιημάτων,
παίζει με τους τόνους, τα ουσιαστικά και τα επίθετα.
Παίζει με τους επαίτες, τους ληστές, τους δωρητές.
Παίζει με τη θάλασσα, το ποτάμι, τη λίμνη και το έλος.
Παίζει με τη ζωή, παίζει και με τον θάνατο.

Κλωτσάει τη σφαίρα να γίνει πάνινο τόπι στα πόδια ενός ποιήματος.
Ανοίγει μια κονσέρβα, μαχαίρι για την αυτόχειρα μνήμη μας.

Κι ακόμα λυπάμαι για τούτα τα ποιήματα.

Λίγα ξέρω για τη στίξη και τη μυστική συμφωνία του ποιητή.

Τέλος,
ύστερα από τη σταύρωση, δεν ξέρω αν είναι λάθος
η ανάσταση των ποιημάτων με αντίδωρο το ερωτηματικό.

ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ / Γκόγκας Δημήτριος

 


Με τον απρόσμενο θάνατό του,
άλλαξε με μιας και τις καθημερινές συνήθειές του.
Δεν λαχταρά το φαγητό που του έδινες,
δεν ξεδιψά στο νερό που έχυνες στο πήλινο,
δεν κλωθογυρίζει από χαρά σαν έφτανες στη ξώπορτα,
δεν μυρίζει τις οσμές του κόσμου από την αγκαλιά σου,
δεν ψάχνει άλλο σκαμμένο πρόσωπο να δίνει το φίλημά του.

Μέρα και νύχτα κάθεται πάνω από το μνήμα σου.
Σέρνεται στο χώμα να σε γευτεί,
Ν’ ακούσει τη φωνή σου.
Ψάχνει τα δάκτυλά σου,
χώνεται κάτω από τα λουλούδια και τα στεφάνια
και σιωπά.
Η σιωπή τώρα
είναι ο πιστότερος φίλος του.

Μόνο κάπου – κάπου βαθιά μέσα στην άμπωτη της λύπης
ξεφεύγει ένα αλύχτισμα σαν στεναγμός θανάτου.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΘΑΝΑΤΟ / Γκόγκας Δημήτριος

 


Με το μολύβι σβήνει ένα φως.
Έρχεται θάνατος
και σε τυλίγει σαν ένα πελώριο δένδρο με κίτρινα φύλλα.
Δεν στοχάζεται, πλην των άλλων
που θα φωνάξουν με δύναμη
και θα πούνε: Αθάνατος,
καθώς ένας μικρός λεμονανθός θα σβήνει.

Είναι ο Χειμώνας που λιώνει στη ζωή,
κι ανθίζει η Άνοιξη.
Η προσμονή σέρνεται με το φίδι
ανάμεσα στους στίχους του ευαγγελίου.
Είναι το ίδιο φίδι που μας έδωσε τη ζωή να τη ζήσουμε
και εάν προλάβουμε να ρωτήσουμε, λέμε: τη ζήσαμε;

Κι εσύ ζήτησες για μαξιλάρι το μπράτσο μου
και μέσα στο στρατσόχαρτο το όνειρό σου
σύννεφο να στάζει.

Η κραυγή σου πορεύεται,
καθώς το ατσάλι σπάει τη σιωπή
και το μαύρο τη γεύεται.

Το μάτι μου κλείνει σαν πόρτα,
σαν παραθύρι με πόμολο μια πένα
κι απλώνεται στις λιάστρες να το ξεράνει ο άνεμος.

Μέσα στο μέτρο σκάλισες την καμαρούλα σου,
σε διάφανο βάζο η στάχτη κι ένα γαρύφαλλο
στην κεφαλή.

Τότε δεν μπορείς να αποφύγεις τον μέλλοντα.
Ναυαγός στη γραμμή του θανάτου,
μ’ ένα μολύβι κουπί ως πού να φτάσεις;

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Καταραμένος / Δημήτριος Γκόγκας

 
Παραμονεύει την αυγή, 
μην βγει ο ήλιος, κάποιος. 
Και λέν πως ήρθε η στιγμή
κακή στιγμή,
να ζεις και να σαι σαπιος!

Σκάνε δυο δάκρυα στεγνά,
το σώμα ερημώνει.
Δεν τραγουδάνε τα πουλιά 
σαν τα πουλιά 
κι η νύχτα τα σκοτώνει!

Κι στέκεσαι μέσα στο φως 
κι στ όνειρο χαμένος. 
Μοιάζεις να είσαι ένας θεός 
κι αυτός καταραμένος! 

Παραφυλάει και δειλά 
μαχαίρι μες στη ζώνη.
Ξεβράζει η θάλασσα νησιά,
χωρίς βουνά, 
κι ο κόσμος μας βουρκώνει.

Μετρά λιβάνι στη ζωή 
η ανάσα λιγοστεύει. 
Κι ένα παιδί μες στη ψυχή,
βαθειά ψυχή, 
αιώνες τον μισεύει! 




 

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

ΠΕΝΤΕ ΔΑΚΤΥΛΑ * / Δημήτριος Γκόγκας

 


 
 
Κυπαρισσόβουνος
 
Χίλια είκοσι-τέσσερα βήματα,
μέχρι να βρω στα άγια χώματά σου, αίμα ηρώων.
Περιμένω τη σχάση του χρόνου,
όπου θα γίνει λάβα το αίμα και ανάσταση.
 
Άγιος Ιλαρίωνας
 
Βουβός ένας ήχος καμπάνας, ταξιδεύει με τον άνεμο,
υμνολογώντας εργάτες που σκότωσε η Ρήγαινα.
Ο ασκητής σαν ρόδο μες στ΄ αγκάθια, στην εισβολή φωνάζει τα παιδιά του
κι ύστερα αφήνει πνοή καπνού ως τα ουράνια. Στους αγνοούμενους θυσία.
 
Πενταδάκτυλος
 
Έπραξες το χρέος. Πατριδοκαπηλία είπε ο Διγενής
πατώντας με την παλάμη του, την κορυφή σου.
Τώρα ήρθε η σειρά μου. Δεν γνωρίζω αν πολεμήσω.
Γνωρίζω πως οφείλω. Για πληρωμή, πρέπει να ζήσω. 
 
Βουφαβέντο
 
Έγινα αετός.
Πέταξα στα μυστικά περάσματα σου.
Κάθε πέτρα, ένας στρατιώτης.
Σε κάθε βόλι, μια πικράδα χρόνου.
 
Καντάρα
 
Άτροπος στον κόρφο τους κι έτσι πεθάνανε στην κοίτη του ποταμού.
Είπαν την πίστη τους νερό να γίνει.
Ο ουρανός να πέσει στον κάμπο, να μεστώσουν τα στάχυα.  
Να ζήσει αιώνια, η κόρη της νήσου.
 
 
* Συμμετοχή στην Ποιητική Ανθολογία για τον Πενταδάκτυλο, κατόπιν συμμετοχής σε σχετικό  ποιητικό διαγωνισμό από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ / Γκόγκας Δημήτριος


 
Όταν κοιμάσαι,
βλέπω ένα μικρό σπιτάκι με τριαντάφυλλα
και μια Στρελίτζια στην άκρη του κήπου.
 
Να ξέρεις εγώ
(ναι εκείνο το εγώ μου)
Δεν μπορώ να μετρώ τ΄ άστρα
και να ψάχνω την Αφροδίτη.
Είμαι ερωτευμένος
γιατί ξεχνώ στο μέτρημα.
Κι ύστερα πάλι απ΄ την αρχή
(τελετουργίες της νύχτας)
 
Να ξέρεις εγώ,
Έχω αρχίσει να ξεχνώ τις λέξεις.
Μιλώ όλο και λιγότερο.
Βυθίζομαι στην κινητή άμμο της σιωπής
και σηκώνω το χέρι για βοήθεια.
Αγκίστρι της αγάπης.
Πως η σιωπή είναι το δόλωμα
και πως, εγώ μετρώ τ΄ άστρα
στους γαλαξίες της.
(τελετουργίες της ποίησης)

 

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023

Η ποίηση είναι... /Δημήτριος Γκόγκας

 


Η ποίηση είναι πέτρινο γεφύρι που ενώνει στεργιές και θάλασσες. 
Αν το γκρεμίσεις, άντε να βρεις επιδέξιους τεχνίτες να το ξαναχτίσεις 
σαν και πρώτα! 

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2023

Η μοίρα του Ποιητή και της Ποιήτριας

 

 γράφει με σεβασμό ο Δημήτριος Γκόγκας

     


Από την αρχή του κόσμου οι ποιητές και οι ποιήτριες ασκούσαν ιδιαίτερη γοητεία στους ανθρώπους. Είχαν μέσα τους εκείνη τη δύναμη να κεντούν τη ζωή και τον θάνατο με μαεστρία,  σε μια προσπάθεια να τον αλλάξουν και να τον κάνουν καλύτερο. Σίγουρα τον έκαναν καλύτερο και συνεχίζουν να το κάνουν, αν και δεν κατορθώνουν να τον αλλάξουν ριζικά.  

      Όλοι στην αυλή τους θα θέλουν να έχουν έναν ποιητή, μια ποιήτρια, κάποιον δικό τους που θα αποτυπώνει σε λίγες γραμμές όλα όσα ονειρεύονται, όσα έχουν μέσα στη ψυχή τους και δεν μπορούν οι ίδιοι. Μόνο ο ποιητής, η ποιήτρια,  έχει αυτή την δύναμη, την τεχνική του λόγου. Την τέχνη να υψώνει στον ουρανό το άπτερο πουλί, να ζωγραφίζει στο διάφανο χαρτί, να λειτουργεί με θεϊκή λαλιά.

     Κι όμως, ενώ η παρουσία του ποιητή και της ποιήτριας κρίνεται αναγκαία στο διάβα του χρόνου, αυτοί είναι αναγκασμένοι να εργάζονται για να μπορέσουν να επιβιώσουν και να ζήσουν εαυτούς και οικογένειες και στον ελεύθερο χρόνο τους να ασχολιούνται με την ποίηση. Πολλές φορές μάλιστα δεν έχουν την ευτυχία του ελεύθερου χρόνου ως εργαζόμενοι, οπότε αναμένουν να συνταξιοδοτηθούν προκειμένου να βγάλουν τα εσώψυχα τους και τα μελανά σκοτάδια τους. Που δεν είναι άλλα, παρά η πορεία τους και η βάδιση της πλάσης. Φυσικά δεν θα πρέπει να αμελήσουμε την ύπαρξη ποιητών που έχουν λύσει το βιοποριστικό τους πρόβλημα, οπότε αφήνονται αμέριμνοι στην τέχνη της ποιήσεως.

     Το όνειρο κάθε ποιητή/τριας και σκοπός, προφανώς είναι η έκδοση μιας ποιητικής συλλογής ή εφ΄ όσον είναι πολυγραφότατος, η έκδοση πολλών ποιητικών συλλογών. Δεν τον/την προβληματίζει η απουσία αγοράς. Δεν τον/την ενοχλεί σχεδόν καθόλου, έχει συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Τον/την ενδιαφέρει η υστεροφημία. Καλή ή κακή. Δεν είναι μάταιη αυτή η προσπάθεια, όμως το στίγμα του/της πρέπει, επιβάλλεται να μείνει επί της γης.

     Στην προσπάθεια της έκδοσης θα πάρει προσφορές από διάφορους εκδοτικούς οίκους, που θα εκμεταλλευτούν ότι καλό και κακό έχει το πνεύμα του, θα του την χρεώσουν ως χρυσόμαλλο δέρας και στα ψιλά γράμματα που κανείς και κει δεν διαβάζει θα αποποιηθεί και τα πνευματικά του δικαιώματα. Αν, ως ποιητής/τρια είναι τρανός/νη και μεγάλος/λη, μπορεί μετά από χρόνια να δει τις ποιητικές του/της συλλογές να πουλιούνται σε υπαίθριους πάγκους ή παλαιό- βιβλιοπωλεία σε εξευτελιστικές τιμές. Σε τέτοια στέκια αγόρασα πριν από χρόνια συλλογές του Ο. Ελύτη και του Κ. Παλαμά έναντι 1νός ευρώ!

     Ο ίδιος/ η ίδια βέβαια, θα προσπαθήσει να προωθήσει το πόνημα και θα μεριμνήσει την πραγματοποίηση μιας παρουσίασης. Εκεί θα βρεθούν φίλοι και συγγενείς και ελάχιστοι λάτρεις της ποίησης, ίσως κάποια μέλη μιας Πνευματικής – Πολιτιστικής Κίνησης, θα υπάρξουν εδέσματα, πιθανός μια αοιδός ή ένας τροβαδούρος, αν είναι και κοινωνικά δικτυωμένος μέλη της υψηλής κοινωνίας και εκπρόσωποι των δημοτικών αρχών. (Αν δεν υπάρχει μουσική και φαγητό, άρτος και θεάματα , πώς να επιβιώσεις.) Θα υπογράψει περιχαρής και θα πουλήσει ένα πολύ μικρό ποσοστό των αντιτύπων, ίσα που αγγίζει την αξία του μισού χρηματικού ποσού που ξόδεψε. Τα υπόλοιπα με το χαμόγελο στα χείλη τα μοιράζει από εδώ και από εκεί, προκειμένου να αδειάσει και η αποθήκη στο σπίτι, γιατί χρειάζεται για άλλους λόγους.

     Σε μια άλλη τραγική πολλές φορές κατάληξη είναι η συμμετοχή, είτε με συμβολικό ποσό ή όχι σε ποιητικούς διαγωνισμούς που διοργανώνονται από Πολιτιστικούς Ομίλους, Ενώσεις Λογοτεχνών, κτλ . Με το πέρας του διαγωνισμού εκδίδεται ποιητική συλλογή και ο συμμετέχων καλείται να την αγοράσει σε μικρότερη τιμή της αγοράς. Καταβάλλει δηλαδή τέλος για τα δικά του πνευματικά δικαιώματα. Παρ΄ όλα αυτά συνεχίζει διότι η τέχνη θέλει θυσίες και ο πραγματικός ποιητής/τρια δεν πτοείται από αυτές τις ποταπές ανθρώπινες μικρότητες.

     Με όλα αυτά δεν θέλω παρά να επισημάνω το αυτονόητο. Ο ποιητής, η ποιήτρια, που γεννιέται με το χάρισμα αυτής της τέχνης και καλείται να το «πελεκήσει» προκειμένου να τον/την οδηγήσει στη θέωση, ή θα εργαστεί σκληρά επί της τέχνης γιατί πρέπει να βάλλει ένα τέλος στους εφιάλτες που τον/την κατατρέχουν, είναι αναγκασμένος από τη ματαιότητα του κόσμου, να αποτυπώνεται επί της γης για να μπορεί να αναπνέει, να ζει, να πεθαίνει και να ανασταίνεται.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

[… λάβα βασίλευσε στον Κάμπο] * του Δημητρίου Γκόγκα

 




 
 
Πριν έρθουν οι Τσέτες, διάβαζα για την έξοδο του Μεσολογγίου.
Ο Διονύσιος μιλούσε και μου έλεγε πως:
«Άκρα του τάφου σιωπή, στον κάμπο βασιλεύει…»
Πώς να τον πιστέψω με τόση χαρά Ελλάδας στα χώματα μας;
 
Ήθελα ν΄ ανοίξω ολοζώντανους δρόμους στη θάλασσα,
να τους στρώσω χαλίκια, κοχύλια και φύκια.
Με φτυάρι και αξίνα.
Να έσκαβα το νερό του Αιγαίου.
 
Μέρα παρά μέρα βρισκόμασταν,
όμορφες μέρες και κείνη η Τρίτη πιο όμορφη από ποτέ,
φώναξα τη γειτόνισσα: «Κυρά Σμυρνιά, κόπιασε να πιούμε το σέρτικο»
Με μια φθαρμένη βαλίτσα κι αρχοντιά,  μ΄ απάντησε στάζοντας σάλιο
και βαριά ανάσα : «Όρεξη την έχεις, πλησιάζουν κι ούτε που σκιάζεσαι.
 Βάζουν φωτιές… πάμε καημένε»
 
Μα που να πάω.
Πώς να αφήσω αυτά τα σύννεφα που όριζαν τον ουρανό μου.
Πως ν΄ αφήσω τις μυρωδιές της αυλής μου.
Όλο ψέματα έλεγα.
Έβαζα κέρινα φτερά κι όποτε σηκωνόμουν ένα Δαιδάλειος ήλιος μου τα έκαιγε.
 Κι ας μύριζαν Πασχαλιές στο πέλαγος, ας μύριζε Πατρίδα.
Πατρίδα μου ήταν η Σμύρνη, φωλιά μου.
 
Πήρα ακόμα ένα κλαράκι να την αρματώσω.
Κι ούτε που κατάλαβα πως ένα κύμα δροσιάς έφυγε
και μια λάβα βασίλευσε στον Κάμπο.


* Α΄βραβείο στον 22ο Ετήσιος Διεθνή Διαγωνισμός Ποίησης, του Λογοτεχνικού περιοδικού «Κελαινώ»  με Θέμα: Την Πατρίδα μ’ έχασα… [2022]

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

Κλειδωμένη Ελευθερία* του Δημητρίου Γκόγκα

 


 

Τι να ΄ναι αυτή, η παλιό-ελευθερία;
Έκλεισε τα μάτια, κοίταξε τον ήλιο,
ύψωσε τα χέρια, έσφιξε τις γροθιές, ξέχασε τους αγώνες.
Ένας δύσμοιρος πόνος αναρίγησε τα εύθραυστα κόκκαλα του. 
Πόσο μπορεί να ασθενήσει η λευτεριά;
Πόσο ακόμα η θνητότητα του ανθρώπου;
 
Χρόνια καιροφυλακτούσε μια αδιόρατη ασχήμια
πίσω από τα σκουριασμένα συρματοπλέγματα.
Κλείδωσαν, όπως – όπως με πρόχειρα άνοα διατάγματα,
τις ξώπορτες των σπιτιών, των αυλών, τα παραθύρια
κι άνοιξαν τις κερκόπορτες του ουρανού βράδυ.
Άρεσε το φεγγάρι να κλαίει παρήγορα, το νυχτολούλουδο στο βάζο.
Αδελφικός χαιρετισμός στην πρόωρη εξόδιο.
Η απτή σιωπή μετέδιδε τη σιωπή της ψυχής.
Το αόρατο του εντός της, γίνηκε ορατό στον άνεμο.
Μια ορατή αέρινη θνησιγενής σιωπή. 
 
Έβαλε με επιμέλεια τη μάσκα στο γερασμένο πρόσωπο.
Πήρε το πρώτο λεωφορείο της μέρας από μια ξεχασμένη στάση.
Άδειο, κενό, μια ανάσα στον αέρα, έκλεισε τις κουρτίνες!
Μυρωδιά μούχλας.
Κρατώντας ένα μπουκέτο κόκκινο τριαντάφυλλα,
ήλπιζε ότι θα άλλαζε την εικόνα του.
Η λευτεριά που ποθούσε, ως δάσκαλος του έμαθε να ζει στα χρώματα.
Απίθωσε τα, στον άσπρο τάφο και ράγισε ο θρήνος από τον ανασασμό.
 
Ξερίζωσε τη μάσκα, μάτωσαν τα μάγουλα, γέμισε αίμα το χείλος, δάκρυσαν τα μάτια.
 
Τούτο θα πει ελευθερία.
Να αντέξεις τον πόνο σα βγάζεις τη μάσκα.
Πάνω από αυτούς που δεν πρόκαμες να φροντίσεις.
Τη μια έκαμε το σταυρό του, την άλλη γονάτιζε ευλαβικά με τα χέρια προς τον θεό.
Αιτήθηκε το απέραντο έλεός του και χάθηκε στη λευτεριά.

*Έπαινος στον 4ο Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμοό 2021 – 2022 των Πνευματικών Οριζόντων Λεμεσού

Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Β μέρος της Ποιητικής Συλλογής «16 αριθμοί και 24 γράμματα» : του Δημητρίου Γκόγκα που εκδόθηκε το έτος 2019 (ISBN 978-9925-7392-6-40) /(e-book))β΄μέρος: 24 γράμματα..

  




24 γράμματα
 
Ισούνται με την προσευχή της ζωής
 
 
 
α .
 
Το δέρμα των βουνών
                      είναι το πράσινο.
Το δικό μου ενός μύδρου που δεν λιώνει
ή το φίδι.
 




 
β.
 
Βραδιάζει
ξημερώνει
το τριαντάφυλλο ανθίζει
όπως  και η ψυχή μου.
 
 Στο σκέλεθρο η πνοή
ασθμαίνει.
 
 
γ.
 
Το κλάμα του ανθρώπου
χωρίς γιατί,
είναι παράδεισος.
Αν απαντήσεις,
συναντάς φωτιά !
 
Πως γίνεται να μην ρωτήσεις!

 
δ.
 
Όταν μιλάς μονάχος
είσαι σπασμένος καθρέφτης.
Βλέπεις
την αλήθεια
απ΄ τα ραγίσματα.
 
Δεν τον κρατάς.
Αγοράζεις καινούργιο
και πετάς την αλήθεια.
 
 
ε.
 
Μια θάλασσα που λείπει
όπως η παρουσία σου,
είναι μια θάλασσα
η αυλή που γεννήθηκα.
 
Οι ευχές μου, νησιά ακατοίκητα.
 
ζ.
 
Κι όταν ανέστησες τη μήτρα
 -ήρθανε πρώτες οι μοίρες-
Αναρωτήθηκα,
που είναι ο Θεός;
 
Είδα δεξιά,
έστρεψα ψηλά
κι  αντίκρισα εμένα. 
 
Όλοι φωνάξανε με μιας: Ντροπή
Δεν γνωρίζουν ότι ο καθένας μας είναι Θεός.
 
η.
 
Φορτώθηκαν τα γέλια
με τόσα περιττά,
που βούλιαξαν
στη θλίψη.
 
Χαμογέλασες λιγότερο
και σηκώθηκες.
 
 
θ.
 
Πόσο πονούν
 οι άνθρωποι,
 που πήρε ο πόνος
 τ΄ όνομά τους;
 
 
ι.
 
Πόσο πονούν,
που ο Ιούδας
κρεμάστηκε
κι άλλοι φορέσανε
το  φωτοστέφανο;
 
Είναι πρακτικό το πρόβλημα.
Αν κρεμαστείς,
τα πόδια δεν φτάνουνε στο έδαφος.
Και πώς θα περπατήσεις;

κ.
 
Το αίμα φουσκώνει
 και η φλέβα σπάει.
Η λύπη γίνεται χαρά
και η χαρά αγκάθι.
 
Κι αναρωτιόμαστε:
τι είναι παράπλευρες απώλειες;
Να κλαις εσύ
και να γελώ εγώ;
 
λ.
 
Ζωή είναι ότι ζύμωσες
και πρόσφερες στους άλλους.
Θάνατος είναι: ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες,
στο τραπέζι της Κυριακής.
 
μ.
 
Γι αυτό πρέπει να βγεις!
Ζωντάνεψε το δέρμα
που μάζωξε
τη ζωή μέσα
σε μια σιδερόφρακτη
               μάντρα από σύννεφα.
ν.
 
Και αν μου πεις πως
δεν λογαριάζεις 
που θα πας,
πρέπει να πας
εκεί που λογαριάζεις.
 
Λίγο πριν
ράγισε το σώμα σου.
 
 
 
 
ξ.
 
Πάλι  δεν βγάζεις νόημα.
Είμαι εδώ
να πάρω χρώμα
από τον ήλιο και να
στήσω βουνά και  θάλασσες.
 
ο.
 
Και δεν είναι παράξενο;
Ρίχνεις τα δίχτυα,
πλησιάζουν τα  ψάρια.
Μα πιάνεις όνειρα
με τρύπια πανέρια;
Με τα  νερά να ξεγλιστρούν,
να βρέχουνε τα πόδια σου.
 
π.
 
Κλείνω τα μάτια
μήπως και σφαλιστεί η καρδιά.
Μα δεν μπορεί
στο σκοτάδι να ζει η καρδιά σου.
 
Με την καρδιά σου λυχνάρι,
φώτισε το σώμα σου.
 
ρ.
 
Κι έτσι γλυκιά μου,
γύρε το κεφάλι
στο στήθος.
Άκου
την καρδιά που ακουμπά
στα βράχια των πνευμόνων.
Μην φοβηθείς να πέσεις στις λάμες τους. 
 
 
 
 
σ.
 
Μόνο ως καημός,
μόνο ως δάκρυ
κύλησε ανάμεσα
στις ρίζες
του ασημένιου στήθους μου.
Μικρά κλαδιά
που κρατούν το είναι σου.
 
τ.
 
Στην αυλή της μάνας
υπάρχει μια μυλόπετρα.
Μέσα στο χώμα.
Μισή μέρα και μισή νύχτα.
 
υ.
 
Τη μέρα
 οι λέξεις
γίνονται ακτίνες,
το βράδυ άστρα.
Τη μέρα
τα λόγια μας πονάνε,
το βράδυ ακονίζονται.
 
φ.
 
Το πρωί που ξυπνάς
ένα ποτήρι γάλα,
ψωμί και βούτυρο,
Η αγάπη μου
επάνω στο τραπέζι.
 
 
 
 
 
 
 
 
χ.
 
Κάθε μέρα
θέλω να βραδιάζει.
Κάθε βράδυ,
να ξημερώνει.
Πότε σαν ακτίνα,
πότε σαν άστρο.
Μες στη καρδιά μου
σκοτάδι και φως.
 
 
ψ.
 
Φθινόπωρο
Άνοιξη
Χειμώνας
Καλοκαίρι
Τετράφυλλη η καρδιά μου.
Ποιό φύλλο να βαστάξω;
 
 
ω.
 
Το μόνο που με σώνει:
 γεννιέμαι
ξανά και ξανά
μες στην αγκαλιά σου.
 
Ποτέ μην χαλάσεις τη φωλιά μου!

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.