Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Μαντινάδες του Νεκτάριου Ζωάκη

Τον Νεκτάριο Ζωάκη τον γνώρισα μέσω του διαδικτύου. Κατάγεται από το χωριό Κουνάβοι Ηρακλείου και από την πρώτη στιγμή μου προκάλεσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι μαντινάδες που γράφει και αναρτούσε στην σχετική σελίδα ενός ιστοτόπου κοινωνικής δικτύωσης. Οι μαντινάδες του έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά που τις διέπουν αντανακλούν αισθήματα, όμορφες σκέψεις και μας οδηγούν στον έρωτα μα και στην ....φιλοσοφία της ζωής. Παραθέτουμε (με την άδειά του) ορισμένες από τις δημιουργίες του.

1.  

Έφυγες κι είπες πως ποτέ
δε θα ξαναγυρίσεις
κι όσες να χτίσω γέφυρες
εσύ θα τις γκρεμίσεις

Μα αν γκρεμίζεις γέφυρες
άλλες εγώ θα χτίσω
ίσως μια μέρα βαρεθείς
και έρθεις πάλι πίσω

2. 

 
Θυμήσου το πως έφυγες
λέξη χωρίς να πούμε
σε λίγο που θα με ζητάς
και δε θα ξέρεις που'μαι

3. 

 
Όσες σκοτούρες στη ζωή
κι έγνοιες κι αν μαζευτούνε
ένα σου γέλιο μου αρκεί
με μιας να ξεχαστούνε

4. 

 
Η λάμψη του προσώπου της
τον ήλιο έχει σκεπάσει
κι είναι γιατί με αγαπά
κι έχει η καρδιά μου σπάσει

5.

 
Πόνους και βάσανα η καρδιά
περνά, μα επιμένει
για να προβάλλεις να σε δω
για λίγο, αγαπημένη

6.

 
Ολημερίς τη σκέφτομαι
τη βλέπω όταν κοιμούμαι
και πως θα ζήσω κάποτε
χωρίς αυτήν, αρνούμαι


7. 


 
Το μυστικό τσ'αγάπης μας
παντοτινά φυλάσσω
γιατί το ξέρω πως θα ρθεις
ξανά να σ'αγκαλιάσω


8. 


 
Τόσο βαθιά η αγάπη σου
μέσα μου 'χει ριζώσει
που τώρα δε μπορεί να βγει
χωρίς να με σκοτώσει


9. 

 
Μόνο να δω τα μάτια της
τα χέρια της ν'αγγίξω
φτάνει ν'αντέξω τους καημούς
τη θλίψη μου να πνίξω

10.

 
Μόνο να πω δε σ'αγαπώ
έχει η καρδιά βουρκώσει
και βασανίζει το μυαλό
μέχρι να μετανιώσει

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Η θάλασσα

Η θάλασσα, πώς έγινε έτσι η θάλασσα;
Άργησα χρόνια στα βουνά
με τύφλωσαν οι πυγολαμπίδες
Τώρα σε τούτο τ' ακρογιάλι περιμένω
ν' αράξει ένας άνθρωπος
ένα υπόλειμμα, μια σχεδία

Μα μπορεί να κακοφορμίσει η θάλασσα
Ένα δελφίνι την έσκισε μια φορά
κι ακόμη μια φορά
η άκρη του φτερού ενός γλάρου

Κι όμως ήταν γλυκό το κύμα
όπου έπεφτα παιδί και κολυμπούσα
κι ακόμη σαν ήμουν παλικάρι
καθώς έψαχνα σχήματα στα βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
"Εγώ είμαι ο τόπος σου
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις"

η στέρνα

Μόνη και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος στάλα-στάλα μόνος
τα δίχτυα ρίχνοντας μακριά στον κόσμο
που ζει μ`ένα κυμάτισμα πικρό.

Σαν άνοιξε το κύμα απ`την αγκάλη
να`τανε στην αγκάλη να τελειώσει
να`τανε την αγάπη στ`ακρογιάλι
πριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει
το κύμα ως έμεινε στην άμμο αφρός

Ο τόπος μας είναι κλειστός

Ο τόπος μας είναι κλειστός,
όλο βουνά που έχουν σκεπή
το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.

Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε
πηγάδια, δεν έχουμε πηγές.
Μονάχα λίγες στέρνες,
άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.

Ήχος στεκάμενος, κούφιος,
ίδιος με τη μοναξιά μας,
ίδιος με την αγάπη μας,
ίδιος με τα σώματά μας.

Μας φαίνεται παράξενο
που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε τα σπίτια,
τα καλύβια και τις στάνες μας.

Και οι γάμοι μας, τα δροσερά
στεφάνια και τα δάχτυλα,
γίνουνται αινίγματα
ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν,
πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε
πηγάδια, δεν έχουμε πηγές.
Μονάχα λίγες στέρνες,
άδειες κι αυτές.
Που ηχούν και που τις προσκυνούμε.

Ο τόπος μας είναι κλειστός.
Τον κλείνουν οι δυο μαύρες
Συμπληγάδες.

Στα λιμάνια την Κυριακή σαν
κατεβούμε ν' ανασάνουμε,
βλέπουμε να φωτίζουνται στο
ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα,
από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια
πώς ν' αγαπήσουν.

Λυπούμαι

Λυπούμαι γιατί άφησα
να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.

Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα,
τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.

ονειρο

Κοιμούμαι και η καρδιά μου ξαγρυπνά,
κοιτάζει τ' άστρα στον ουρανό και το δοιάκι
και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι.

Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι

Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος
πες μου - τι να της πω Χριστέ μου
τώρα συνήθισα μονάχος

Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι
λόγια για λόγια κι άλλα λόγια
αγάπη πού'ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια στα μετόχια

Αχ, αν ήταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την πέρναμε κατώπι
μα αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψει σε μια κόχη

Τάχα, παρηγοριά θα βρούμε
η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα - όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα - ζήτα

Πες της το μ' ένα γιουκαλίλι
βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πως θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

Ποιος άκουσε καταμεσήμερα

Ποιος άκουσε καταμεσήμερα
το σύρσιμο του μαχαιριού
στην ακονόπετρα;
Ποιος καβαλάρης ήρθε
με το προσάναμμα και το δαυλό;
Καθ' ένας νίβει τα χέρια του
και τα δροσίζει.

Και ποιος ξεκοίλιασε τη γυναίκα,
το βρέφος και το σπίτι;
Ένοχος δεν υπάρχει. Καπνός.
Ποιος έφυγε, χτυπώντας
πέταλα στις πλάκες;
Κατάργησαν τα μάτια τους, τυφλοί.
Μάρτυρες δεν υπάρχουν πια, για τίποτε.

Ο ύπνος σε τύλιξε

Ο ύπνος σε τύλιξε
με πράσινα φύλλα ανάσαινες

Σαν ένα δέντρο
με πράσινα φύλλα ανάσαινες

Μέσα στο ήσυχο φως
μέσα στη διάφανη πηγή
κοίταξα τη μορφή σου

Κλεισμένα βλέφαρα
και τα ματόκλαδά σου
χαράζαν το νερό

Πότε θα ξαναμιλήσεις;

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφονται με το αίμα.

Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί.
Το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε δεν είναι εκεί.

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφονται με το αίμα.

Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ' άστρα
που πάτησαν τη τόση γύμνια σου μια νύχτα.
Ο Κύκνος, ο Τοξότης, ο Σκορπιός
ίσως εκείνα.

Αλλά πού θα είσαι τη στιγμή
που θα 'ρθει εδώ σ' αυτό το θέατρο το φως;

Πότε θα ξαναμιλήσεις;
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφονται με το αίμα.

Σαντορίνη

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή,
ξεχνώντας τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη,
που πάτησαν τον ύπνο σου
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη.

Γράψε, αν μπορείς, το τελευταίο σου όστρακο,
τη μέρα, τ' όνομα, τον τόπο,
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιά-, για να βουλιάξει,
και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιά-, για να βουλιάξει.

Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή,
ξεχνώντας τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά
που πάτησαν τον ύπνο σου
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη,
που πάτησαν τον ύπνο σου
στην άλλη ζωή, στην άλλη ζωή, τη βυθισμένη.

Το αίμα σου πάγωνε

Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι
μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα,
το αίμα σου άπλωνε τις άσπρες του φτερούγες
πάνω στους μαύρους βράχους, τα σχήματα των δέντρων
και τα σπίτια, με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια,
τα σχήματα των δέντρων
και τα σπίτια, με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια.

Ἄρνηση

Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφὸ
κι ἄσπρο σὰν περιστέρι
διψάσαμε τὸ μεσημέρι
μὰ τὸ νερὸ γλυφό.

Πάνω στὴν ἄμμο τὴν ξανθὴ
γράψαμε τ᾿ ὄνομά της
ὡραῖα ποὺ φύσηξεν ὁ μπάτης
καὶ σβήστηκε ἡ γραφή.

Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
τί πόθους καὶ τί πάθος
πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
κι ἀλλάξαμε ζωή.

Στροφή

Στιγμή, σταλμένη ἀπὸ ἕνα χέρι
ποὺ εἶχα τόσο ἀγαπήσει
μὲ πρόφταξες ἴσια στὴ δύση
σὰ μαῦρο περιστέρι.

Ὁ δρόμος ἄσπριζε μπροστά μου,
ἁπαλὸς ἀχνὸς ὕπνου
στὸ γέρμα ἑνὸς μυστικοῦ δείπνου...
Στιγμὴ σπυρὶ τῆς ἄμμου,

ποὺ κράτησες μονάχη σου ὅλη
τὴν τραγικὴ κλεψύδρα
βουβή, σὰ νὰ εἶχε δεῖ τὴν Ὕδρα
στὸ οὐράνιο περιβόλι.

(συλλογή Στροφή)

Ἄνοιξη μ.Χ.

Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ
καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
πάλι τὸ καλοκαίρι
χαμογελοῦσε.

Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς
στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες
πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ
πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες
ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ
τί θά ῾τανε καλύτερο
νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ
ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ
νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ
ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα
κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν
ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε
καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα.

Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς
οἱ γέροντες ἀστόχησαν
κι ὅλα τὰ παραδώσανε
ἀγγόνια καὶ δισέγγονα
καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ
καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα
καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός
τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ
καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα
καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα
κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ
ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ
ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός
μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων
κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ
κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση
μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη
καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε
ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς
καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε
καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε.

Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε
φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ
σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ
μέσα σε φλόγες κίτρινες
καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα
ἀνοίγοντας παράθυρα
στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν
χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους.
Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ
τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο
πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ
νὰ πάει στὰ ἐπουράνια
ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος
ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός,
ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα
τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα
στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο
ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ
τὸν ἱδρωμένο τράχηλο
τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε
χτυπώντας ἀνωφέλευτα.

Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.

16 Μαρτ. ῾39

Ἡ άπόφαση τῆς λησμονιᾶς

Ποιὸς θὰ μᾶς λογαριάσει τὴν ἀπόφαση τῆς λησμονιᾶς;...
Γ. Σ.

Στάσου διαβάτη μπροστὰ στὴν ἥσυχη λίμνη-
ἡ σγουρὴ θάλασσα καὶ τὰ βασανισμένα καράβια
οἱ δρόμοι ποὺ τυλίγαν βουνὰ καὶ γεννοῦσαν ἄστρα
ὅλα τελειώνουν ἐδῶ στὴν πλατιὰ ἐπιφάνεια.

Τώρα μπορεῖς νὰ κοιτάξεις μὲ γαλήνη τοὺς κύκνους
δές τους, εἶναι κατάσπροι σὰν τὸν ὕπνο τῆς νύχτας
χωρὶς νὰ ῾γγίξουν πουθενὰ γλιστροῦν σ᾿ ἕνα λιγνὸ λεπίδι
ποὺ τοὺς ὑψώνει ἐλάχιστα πάνω ἀπὸ τὰ νερά.

Σοῦ μοιάζουν ξένε, τὰ ἥσυχα φτερὰ καὶ τὰ καταλαβαίνεις
ἐνῶ σὲ κοιτάζουν μαρμαρωμένα τὰ μάτια τῶν λιονταριῶν
καὶ τὸ φύλλο τοῦ δέντρου μένει ἄγραφο στὰ ἐπουράνια
καὶ τὸ κοντύλι τρύπησε τὸν τοῖχο τῆς φυλακῆς.

Κι ὅμως δὲν ἦταν ἄλλα τὰ πουλιὰ ποὺ σφάξαν τὶς χωρια-
τοποῦλες
τὸ αἷμα κοκκίνιζε τὸ γάλα πάνω στὶς πλάκες τοῦ δρόμου
καὶ τ᾿ ἄλογά τους ἀθόρυβα σὰν τὸ λιωμένο μολύβι
ρίχναν ἀδιάβαστα σχήματα μέσα στὶς γοῦρνες.

Κι ἔσφιγγε ἡ νύχτα ὁλοένα τὸν κυρτὸ λαιμό τους
ποὺ δὲν τραγουδοῦσε γιατί δὲν ἦταν τρόπος νὰ πεθάνει
ἀλλὰ χτυποῦσε θερίζοντας τὰ κόκαλα τῶν ἀνθρώπων
τυφλά. Καὶ δρόσιζαν τὰ φτερά τους τὴ φρίκη.

Κι αὐτὰ ποὺ γίνονταν εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη μὲ τοῦτα ποὺ
βλέπεις
εἶχαν τὴν ἴδια γαλήνη γιατί δὲν περίσσευε ψυχὴ νὰ συλ-
λογιστοῦμε
ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴ δύναμη νὰ χαράξουμε λίγα σημάδια στὶς πέτρες
ποὺ ἄγγιξαν τώρα πιὰ τὸ βυθὸ κάτω ἀπ᾿ τὴ μνήμη.

Μαζί τους κι ἐμεῖς μακριὰ πολὺ μακριά, στάσου διαβάτη
μπροστὰ στὴν ἥσυχη λίμνη μὲ τοὺς ἄσπιλους κύκνους
ποὺ ταξιδεύουν σὰν ἄσπρα κουρέλια μέσα στὸ νοῦ σου
καὶ σὲ ξυπνᾶνε σὲ πράγματα ποὺ ἔζησες καὶ ποὺ δὲ
θυμᾶσαι.

Μήτε θυμᾶσαι διαβάζοντας τὰ ψηφιά μας πάνω στὶς πέτρες-
ὡστόσο μένεις ἐκστατικὸς μαζί με τ᾿ ἀρνιά σου
ποὺ μεγαλώνουν τὸ σῶμα σου μὲ τὸ μαλλί τους
τώρα ποὺ νιώθεις στὶς φλέβες σου μιὰ βοὴ θυσίας.

Κυριάκος Πλήσης (βιογραφικό)


Ο Κυριάκος Πλήσης γεννήθηκε στην Ακανθού της Αμμοχώστου το 1929. Μετά την αποφοίτησή του από το Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου, φοίτησε στο Διδασκαλικό Κολλέγιο Μόρφου . Στη συνεχεία σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως  καθηγητής, υποδιευθυντής και γυμνασιάρχης. Ασχολήθηκε, εκτός από την εκπαίδευση, και με τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα με την ποίηση και το δοκίμιο. Βραβεύτηκε τρεις φορές με το Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου.
έργα του :

εργογραφία :

(2009) Τα έργα των ανθρώπων, Ευθύνη
(2005) Προσεγγίσεις, Αστήρ
(1999) Λόγος περί αλήθειας, Εκδόσεις των Φίλων
(1998) Δοκίμιο περί έρωτος, Ευθύνη
(1996) Ο ένδον κόσμος, Εκδόσεις των Φίλων
(1995) Προσεγγίσεις, Αστήρ
(1992) Μετά τη χρεωκοπία του δόγματος, Αστήρ
(1991) Όνομα δ' αυτής μακαρία, Εκδόσεις των Φίλων
(1988) Χαράγματα, Εκδόσεις των Φίλων
(1983) Ο έρωτας του σώματος, Εκδόσεις των Φίλωναπό: 
www.biblionet.gr

Τρεῖς λόγοι τοῦ Οἰδίποδα Β’


Φόρεσε τό χαμόγελό σου καί χτύπα τήν πόρτα
–Καλησπέρα, καλοί μου ἄνθρωποι
Καί πάλι ξαναφόρεστο καί ξαναχτύπα
–Καλησπέρα, καλοί μου ἄνθρωποι
Καί πάλι ξαναχτύπα καί πές καί πές καί πές.
Δέ μᾶς ἀναγνωρίζει πιά κανείς
τό σκυλί γαβγίζει ἄγρια στό φράχτη
ὄχι, δέ βλέπω πιά τή θάλασσα μπροστά μας
ὁ ἐλαιώνας δεξιά δέν εἶν’ δικός μας
ἀγνώριστος ὁ κάμπος στά ζερβά μας
μᾶς πλακώνει τό βουνό πού ‘ταν χαρά τῶν ὀμματιῶν μας.
Πᾶμε νά φύγουμε, δυστυχισμένο τέκνο μου,
μπές μέ βῆμα ταχύ στό σύγνεφο τοῦ ἐρέβους.

Ἐλεγεία Α


Ποῦ θά πλαγιάσουμε καλή μου;
Τά λούλουδα τοῦ κήπου λόγχες
κι ὁ ἴσκιος του πλατάνου θάνατος.
βόμβοι κρωγμοί καί θειάφι στόν ἀγέρα.
Τά χέρια μας μετέωρα, ἀγαπημένη,
βῆμα μπροστά καί βῆμα πίσω
ἐσύ στήν ὄχθη ἐδῶ κι ἐγώ στήν ἀντιπέρα
κι ἀνάμεσό μας τά παιδιά μας πού σκοτώθηκαν
ψηλαφώντας
τίς γραμμές τῆς ὀδύνης στά πρόσωπα
τό δάκρυ στά μάγουλα
τήν τέφρα στά μαλλιά.

ο γέροντας

Εἶχ’ εὐπρεπίσει τό σπίτι του,
καλλιέργησε τόν κῆπο του,
φύτεψε γαρούφαλλα καί γιασεμιά.
Διάλεξε τόν τάφο του
κοντά στούς τάφους τῶν γονέων του.
Καθόταν τό πρωί τήν ἄνοιξη στόν κῆπο.
κι εὐφραινότανε τήν ὀσμή τῶν λουλουδιῶν.
τ’ ἀπόγευμα στό μπαλκόνι
κι ἀγνάντευε σιωπηλά τό κοιμητήρι.
ἔτοιμος πάντοτε, ἤρεμος, πεπληρωμένος.
Τώρα στό βράχο κατά τό νοτιά
κοιτάει τήν ἀτέρμονη θάλασσα
κι οὔτε μπροστά βαδίζει οὔτε πίσω.
Μέρα τή μέρα ριζώνει στό βράχο.
ἤδη τά πέλματά του πέτρωσαν
καί προχωρεῖ ἡ μεταστοιχείωση ραγδαῖα.
Γύρω τριγύρω του ξεράθηκε κι ἡ τελευταία πόα.
ποῦ νά βρεθεῖ δάκρυ νά τήν ποτίσει;

Το αηδόνι


Αηδόνι που πετά πάντα λαβωμένο 
είμαι εγώ ένα παιδί πάντα λυπημένο. 
Τραγουδάω και πετώ το δυστυχισμένο 
έζησα πάρα πολλά και είμαι ευτυχισμένο. 
Δε θα πω ποτέ ξανά ότι είμαι αηδόνι
 θα τους πω είμαι παιδί που γλιστρά στο χιόνι. 
Και αν πονώ φίλοι μου, άστε το να πάει 
δέστε το αηδόνι σας που σας τραγουδάει.

Αλλιώς σε βλέπαμε


Αλλιώς σε βλέπαμε ζωή 
όταν μοχθούσαμε για μέλλον 
οι ράγες του ονειρικού μας τρένου 
δεν είχαν τελειωμό.

[Να σκέπτεσαι]

Να σκέπτεσαι
Οταν 
τα καράβια
που σαλπάρουν κοιτάς,
να σκέφτεσαι
πόσα παίρνουν
στις αποσκευές τους,
αλλά 
προπάντων
να σκέφτεσαι
πόσα αφήνουν
πίσω τους.

οι νεκροί μας

«Όταν τα βράδια απομένουμε μόνοι
μάς επισκέπτονται πρόσωπα αγαπημένα.
Πρόσωπα που ταξίδεψαν
μαζί μας χρόνια πριν.
Mιλάμε γι’ αυτά
που ζήσαμε μαζί τους
μα προπάντων
γι’ αυτά που θα δημιουργούσαμε
αν ήταν κοντά μας.
Τους μιλάμε για τις αγάπες μας,
για το κρασί που μας αρέσει
να πίνουμε με τις παρέες μας.
Τους ζητάμε να μας πουν
τη γνώμη τους για ένα σωρό
πράγματα που κάνουμε.
Τους ρωτάμε τι κάνουν
πού θα ήθελαν να πάνε...
H ώρα περνά χωρίς να το
καταλαβαίνουμε
χωρίς να προλαβαίνουμε να τα πούμε
όλα.
Και οι αγαπημένοι μας νεκροί
φεύγουν και πάλιν για τον κόσμο της
σιωπής.»

Νεόφυτος Παπαλαζάρου (βιογραφικό)

Γεννήθηκε την  23 Μαίου 1963 στο χωριό Χολέτρια της Επαρχίας Πάφου. Σπύδεσε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο KLIMENT OXRIDSKI στη Σόφια Βουλγαρίας. Εργάστηκε στους Ραδιοφωνικούς Σταθμούς "Ράδιο Πάφος" και "Ράδιο Κινύρας", και ως ανταποκριτής στην εφημερίδα "ΧΑΡΑΥΓΗ". Δούλεψε επίσης ως συντάκτης στον Τηλεοπτικό σταθμό "ΑΝΤΕΝΑ" και στην  συνέχεια στην εφημερίδα "ΠΟΛΙΤΗΣ".Από το 2001 είναι ο Αρχισυντάκτης στην εβδομαδιαία εφημερίδα "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΒΗΜΑ" της Συνδικαλιστικής Οργάνωσης ΠΕΟ .

Έργογραφία: 

Ποιητικές συλλογές

  • " Ματωμένες Μνήμες" το 1986,
  • " Η ΦΛΟΓΑ" το1995,
  • " Του Έρωτα και της Ζωής" το 2005

Αφηγήματα
  • " Η ΣΠΟΡΑ" το1998.

Γράμμα στη Νεσιέ



" Η δική μου η πατρίδα έχει χωριστεί στα δυό
Ποιό από τα δυό κομμάτια
Πρέπει νάγαπώ;"

Ροδοπέταλα ξεχύθηκαν μες την ψυχή μου Νεσιέ
Πεσκέσι μιάς αγάπης που δε γευτήκαμε,
Μιας φιλίας που δεν την ζήσαμε.
Ακούω τη φωνή σου Νεσιέ,
Μελωδικά την φέρνει το δροσάτο αέρι
Από το ίδιο άλλοκομμάτι της πάτριας γης.
Πίστεψε με Νεσιές,
Η καρδιά μου δεν χωρίζεται στα δυό.

Πατέρα


Εσύ που μας έμαθες
Ν΄ αγαπάμε τον άνθρωπο
Για ένα καλύτερο αύριο
Ποτέ μην πάψουμε τον αγώνα
Χλωρό το δάκρυ είδα να ραντίζει
Τα σταχτιά σου γένεια.
Και το μαύρο ράσο σου,
Σκεπή της ασκητικής μορφής σου,
Πόσες φορές δεν τρεμούλιασε
Στους τάφους των δυό παιδιών σου απάνω;
Όταν η σκέψη χάνεται στο μακρυνό ταξίδι
Και τα μάτια αγκαλιάζουν το κόσμο
Που τόσο αγάπησες.
Μόνο το χαμόγελο
Πηγή αστείρευτης δύναμης
Μένει στα χείλια σου.

Γράμμα στη μάνα μου



Μάνα,
Από καιρό έλεγα να σου γράψω,
Να σου έλεγα για χίλια δυό πράγματα.
Εδώ στη ξνητειά,ατέλειωτες οι στιγμές που σε ΄χω ανάγκη.
Πήρα να σε ζωγραφίσω με το γλυκό σου πρόσωπο
Δακρυσμένα μάτια
Σκασμένο στα χείλια χαμόγελο
"Μάνα μαυροντυμένη".
Μάνα
Κλαίς ακόμα
Σιωπηλά κάτω από τις φωτογραφίες
Των δυό παιδιών σου,
Κρατάς ακόμα αδειανές τις δυό καρέκλες
Στο τραπέζι;
Ψέματα σου είπαν
Πως χάθηκαν.
Δεν τα βλέπεις;
Την πόρτα σου κτυπούν.
Στο σκοτάδι δεντα βλέπεις;
Δυό αστέρια αγκαλιασμένα
Δείχνοντας σε μας την ορθή πορεία.

[Παραδέξου πως όταν φεύγεις]

''Παραδέξου πως όταν φεύγεις
Αναπνέεις.
Έρχονται οι πόροι σου κι ανοίγουν τότε
Αναπνέεις.
Πεταλούδες, νυχτερίδες (ποιός νοιάζεται;)
Πετούν στο λαιμό σου.
Καμιά κιτρινίλα στα νύχια
Κανένας αβέβαιος βήχας.
Ετοιμάσου για το
..όταν έρθεις''

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

οι τριανταφυλλιές

Παρέα με τον γεωμέτρη και τον κηροπλάστη
φύτεψα φέτος τριανταφυλλιές στoν κήπo
αντί να γράφω πoιήματα
την εκατόφυλλη απo τo σπίτι με τo πένθoς στoν Αγιo Θωμά,
την εξηντάφυλλη πoυ έφερε o Μίδας απo την Φρυγία,
την Μπαγκσιανή πoυ ήρθε απo την Κίνα,
μoσχεύματα απo τη μoναδική μoυσσιέττα πoυ επέζησε
μέσ’ την παλιά την πόλη,
αλλα πρoπαντώς την Rosa Gallica πoυ έφεραν oι σταυρoφόρoι,
πoυ αλλιώς την λέμε και δαμασκηνή,
με τo εξαίσιo αρωμά της.
Παρέα με τον γεωμέτρη και τον κηρoπλάστη
αλλά και τον τετράνυχo, τον τίγρη, τον φυλλoδέτη,
τη μηλoλόνθη, τη χρυσόμυγα,
τo αλoγάκι της Παναγίας πoυ τα τρώει όλα,
θα μoιραστoύμε φύλλα, πέταλα, oυρανό,
στον αφάνταστo αυτό κήπo
κι αυτοί κι εγώ περαστικoί

ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ



Σκέφτομαι τις γυναίκες που ξυπνούσαν
με το άστρο της πορνής για να ζυμώσουν
Τις Χριστιανές  με προζύμι που είχαν φτιάξει
από τον αγιασμό της ημέρας του Σταυρού
και τις  Τουρκάλες με νερό  από τα πρωτοβρόχια.
Και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους
και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής.
Οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν.

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ



Επιστρέφοντας
βήμα βήμα
στο καλτερίμι
του παλιού χειρογράφου
περιμένω το σύνηθες θαύμα*
που είναι κρυμμένο με επιμέλεια
στην 25η σελίδα.
Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,
οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο
και ο έρωτας μου φαίνεται
υπόθεση πια μακρινή.
Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.



*Κάθε Παρασκευή  ο αυτοκράτορας πήγαινε στις Βλαχέρνες για να παρακολουθήσει το σύνηθες θαύμα, όπου άνοιγε το κουτί, όπου φυλαγόταν το κάλυμα της κεφαλής της Παναγίας και αυτό υπερίπτατο.

ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΗΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ



            Για την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου

Δεν της πήρα λουλούδια
αλλά σηκώθηκα νωρίς
να βρω ψάρι καλό στην αγορά
βρήκα και μήλα καθιστά για τάρτα
έτσι όπως τα έφτιαχνε αυτή,
μες τις καλές της μέρες.
Στρούντελ και σνίτσελ  απ’ τη Βιέννη
και σβίγγους όπως η θεία Ματίνα.


Δεν της πήρα λουλούδια
αλλά έσβησα στην ώρα του τον φούρνο
για να προλάβω την συνάντηση στο μαγαζί
πήρα τον Γιώργο από το σχολείο
κάναμε μαζί μπάνιο το σκυλί
κι ύστερα ήθελε να του διαβάσω εφτά βιβλία


Δεν της πήρα λουλούδια,
 κατάφερα όμως να δουλέψω δυο ώρες στον υπολογιστή.
Πήγα να δω και την κυρία Δήμητρα,
με κατάλαβε από τη φωνή μου
Είχα καιρό να πάω να την δω, της πήρα γλύκισμα νηστίσιμο
και κάθισα κοντά της  και μου έλεγε.


Δεν της πήρα λουλούδια
κλάδεψα όμως τη λουίζα και έβαλα λίπασμα
στα δέντρα. Μετακίνησα τις γαρδένιες έτσι που να πιάνουν ήλιο το πρωί
και φύλαξα τα ρούχα τα χειμερινά.
με προσοχή να μην τα φάει ο σκόρος  


Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της
πως έπλαθε ζυμάρι, έβαζε λάδι στα κιχιά,
ανέβαινε, κατέβαινε, και όλους τους εφρόντιζε. 


Δεν της πήρα λουλούδια
μα προσπαθώ ισάξια 
τούτο το σπίτι να φροντίζω,
τούτο το σπίτι και τους ένοικους του
όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.


Με προσοχή αντιγράφω στις κινήσεις της
με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.

ΓΑΛΑΝΑ ΜΑΤΙΑ


Η Αγγελική έλεγε
καθώς καθόμασταν στο Φίλοιστρον
και τρώγαμε μεζέδες
ότι η μάνα της
πρόσεξε πόσο γαλανά
ήταν τα μάτια του άντρα της
όταν του τα έκλεισε
για τελευταία φορά.

Εθελοντές από τη Γιαλούσα


Κατηφείς γύρισαν στη Γιαλούσα από τη Λάρνακα
οι είκοσι δύο εθελοντές
γιατί δεν είχαν τα ναύλα να ταξιδέψουν στην Ελλάδα
να πολεμήσουν με τους αδελφούς.
Ο Πέτρος μπήκε άκεφα στην αυλή
είδε τις γυναίκες που περνούσαν τα καπνά.
Και σκέφτηκε πως έτσι θα περάσει και η ζωή του
μια-μια οι μέρες όπως τα φύλλα του καπνού
περνούν πάνω στη βέργα
εκεί που οραματιζόταν δόξες και πολέμους,
άλλους τόπους και ανθρώπους.

Άθως Πατίκης


Ο κύριος Άθως Πατίκης
γόνος οικογενείας καπνοβιομηχάνων
φορούσε πάντα κοστούμια
από βουάλ ντε σουά και σαντακρούτα
και λευκά παπούτσια.
Στο εσωτερικό δωμάτιο του σπιτιού του
κτισμένο ειδικά χωρίς παράθυρα
με τους τοίχους επενδυμένους με καθρέφτες
και τραπέζια με τσόχα για χαρτιά
καθόταν κάποτε τα πρωινά και κάπνιζε.
Απέφευγε να βλέπει τον εαυτό του στους καθρέφτες
που με τα χρόνια είχαν γίνει θολοί.
Κάθε βράδυ πήγαινε με τους τρεις φίλους του,
πρώτα στην Ελληνική Λέσχη
και μετά στο καμπαρέ Σιαντεκλαίρ.

Άγιου Σαράντα Kirklar Tekkè


Στον Τεκκέ
υπήρχε μια σκιερή αυλή
ένα περιβόλι με αμυγδαλιά
ροδιά και συκιά
για να τρώνε οι πιστοί
κι ένα αρχαίο πηγάδι
με νερό.
Οι δερβίσηδες ήταν σαράντα
38 Τούρκοι και 2 Έλληνες.
Εκεί ήταν θαμμένοι και οι
Τεσσαράκοντες μάρτυρες της Σεβάστειας,
αλαμάνοι Άγιοι,
που ήρθαν από την Παλαιστίνη.
Στο πανηγύρι στις 9 Μαρτίου
μαζεύονταν χριστιανοί και οθωμανοί
και γιόρταζαν μαζί.

Με την υγρή ζωή σου


Με την υγρή ζωή σου
να σου κολλά ανάμεσα στα πόδια
και να μη σ’ αφήνει
να ετοιμαστείς για τη συνηγορία
την εσωτερική σου αναχώρηση για το νότο
ο άντρας που κάθεται κάτω απ’ το γυμνό δέντρο
για τρία χρόνια και δεν βλέπει τίποτα
ούτε το ξύλο που σπρώχνει το χώμα προς τα πάνω
ούτε τους πολλούς τους οικτιρμούς σου
μέχρι που έγινες μικρή και ασήμαντη
κουρασμένη διψασμένη
μόνη
να πλανιέσαι μες στους ανθισμένους κάμπους
και τους μικρούς βυζαντινούς σου ουρανούς
με κίτρινα σχεδιασμένα συννεφάκια


Γιαλούσα, άνοιξη 1974

Στην αυλή του Αγίου Λαζάρου


Κι όμως το γέλιο αντηχούσε
στην αυλή του Αγίου Λαζάρου
καθώς περπατούσαμε στον άδειο δρόμο
πριν από το δείπνο.
Μιλούσες για την αίθουσα
όπου πρωτακούστηκαν οι θρήνοι
για τον Αλέξανδρο
σου ’λεγα για τη ματιά που έριξα
στον άλλο κόσμο
πίσω από τα κλουβιά με τα γεράκια
και τις κουκουβάγιες
όπου το ένα ψαθί άγγιζε τ’ άλλο,
ευτελή κλουβιά
καμωμένα με καλάμια από τα έλη του νότου
δεμένα πρόχειρα με νήμα
νήμα όπως αυτό που ενώνει τις ζωές μας.
Οι ψυχές ετοιμάζονταν για το μεγάλο ταξίδι
στις ακτές της Συρίας, στην Πέτρα, την Ιεριχώ,
δρόμοι του Στράβωνα, του Πτολεμαίου,
για να φτάσουν σούρουπο
στην Πύλη των Λεόντων.
Τη θυμάσαι την κουκουβάγια που έκλαιγε, εκεί
πάντα το βράδυ, ίδια ώρα;


Οκτ. 1993

Κήποι νυχτερινοί


Να σε αφήνουν τα άλογα στην Πύλη
να περνάς από σιντριβάνια,
κήπους νυχτερινούς,
νούφαρα, υάκινθους,
μήλα των Εσπερίδων.
Το φως τα ανατρέπει όλα,
αλλά εσύ επιμένεις να διασχίζεις τα άδυτα,
τα σκοτεινά, τα αμίλητα

Μετά την τρικυμία


Προσευχήθηκαν στην Μαντόνα ντε Λα Κάβα
και στο Ιερό του Σωτήρος της Βηρυτού
να τους γλυτώσει από την τρικυμία
κι έτσι ξεμπάρκαραν στη Φαμαγκούστα
ο Πιέδρο ακούμπησε στο πέτρινο λιοντάρι
ζαλισμένος ακόμα από τα κύματα
–Μην το αγγίζεις, του είπε ο καμηλιέρης
έχει στο σώμα του φυλακισμένους δράκους
και τού ΄δωσε μια περόνη
με τον τροχό της Αγίας Αικατερίνης
από τη φυλακή της στη Σαλαμίνα.

Στην παραλία της Λεμεσού


Στη Λεμεσό μια θάλασσα θολή
κι αδιόρατη σα νά ’πεσε γκρίζο χιόνι
στους κυματοθραύστες και στην προκυμαία
και στο παλιό το σπίτι
με την πλαϊνή τη σκάλα και τα εμπορικά
κοιμισμένο στα φύλλα του υμενόκαλου


Όμως είναι άλλο πράγμα η θάλασσα
έτσι που σου αφήνεται
έτσι που σε σέρνει
έτσι που σου απλώνεται πέρα από τους ευκάλυπτους
φορτωμένη αροδάφνες σάπιο ξύλο θαλασσινά λουτρά
άλλο πράγμα η θάλασσα
έτσι που εισχωρεί στην πόλη καλπάζοντας στις γωνιές
σκαρφαλώνει στις ταράτσες
μπλέκεται στα φαρμακεία
φτάνει στα δικαστήρια
σέρνοντας μαζί της καρίνες και χαρταετούς
μια μυρωδιά από χαρούπια
σκουριά φιλιά ναυάγια
για να με ξαναφέρνει κάθε πρωί
στον αληθινό μου προορισμό

Μαραγκού, Νίκη, 1948-2013 (βιογραφία)

Η ποιήτρια, πεζογράφος και ζωγράφος Νίκη Μαραγκού (1948-2013) γεννήθηκε στη Λεμεσό. Σπούδασε κοινωνιολογία στο Βερολίνο.  Δημοσίευσε βιβλία ποίησης, πεζογραφίας και βιβλία για παιδιά.
 Ποιητικές συλλογές 
  • "Τα από κήπων" (Άγρα, 1980), Κρατικός Έπαινος Ποίησης στην Κύπρο, 1981,
  • "Αρχή Ινδίκτου" (ιδιωτική έκδοση, Λευκωσία, 1987), Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Κύπρο, 1988, 
  • "Divan 1967-2000" (2005), η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών
 Συλλογές διηγημάτων 
  • "Μια στρώση άμμου" (Καστανιώτης, 1990), Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας στην Κύπρο, 1991, 
  • "Ο δαίμων της πορνείας" (Μελάνι, 2007)· 
Μυθιστορήματα
  •  "Είναι ο πάνθηρας ζωντανός;" (Καστανιώτης, 1998, με ήρωα τον Ευάγγελο Λουίζο, οικοδεσπότη του Γ. Σεφέρη στην Κύπρο όταν υπηρετούσε ως πρέσβης στη Βηρυττό),
  •  "Γιατρός από τη Βιέννη" (Το Ροδακιό, 2003), "Γεζούλ" (Εστία, 2010)· 
  •  "Μια νύχτα με τον Αλέξη" (Το Ροδακιό, 2007). Συνέλεξε 
  •  "Παραμύθια της Κύπρου" (Αρμός, 1994) 
  • "Ο τσαγκάρης και ο βασιλιάς" (Ταξιδευτής, 2005) και 
  • "To παλικάρι με το τάσι" (Ταξιδευτής, 2005). 
Συνταγές μαγειρικής: "Συνταγές για την Κατερίνα" (Ερμής, 2001). 
 
Το τελευταίο της βιβλίο ήταν οι "Δεκαοχτώ αφηγήσεις" (Το Ροδακιό, 2012), μια συλλογή από ιστορίες γυναικών της Κύπρου. 
 
Μεταφρασμένα κείμενά της στα γερμανικά έχουν περιληφθεί στη διεθνή ανθολογία ποίησης "Nachrichten von der Poesie" του Joachim Sartorius, που συνοδεύεται από CD με απαγγελίες γνωστών γερμανών ηθοποιών.  Απεβίωσε  στις 7 Φεβρουαρίου 2013 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη κοντά στην πόλη Φαγιούμ της Αιγύπτου, 100 χιλιόμετρα νότια του Καΐρου, σε ηλικία 65 ετών.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Κύπρος Χρυσάνθης , 1915-1998 (βιογραφία)

Ο Κύπρος Χρυσάνθης γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1933-1939), όπου αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 1948, και στο Institute of child health στο Λονδίνο (1951-1952). Εργάστηκε ως προϊστάμενος των σχολιατρικών υπηρεσιών Λευκωσίας και ως καθηγητής υγιεινής στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, ενώ άσκησε και το ιατρικό επάγγελμα. Παντρεύτηκε τη Λούλα Ανδρέου, με την οποία απέκτησε δύο γιους. Ιδρυτής του Δελτίου Σχολικής Υγιεινής και Αντιλήψεως (1947-1948), διευθυντής των περιοδικών Ιατρικόν Περιοδικόν Κύπρου (1957-1962 μαζί με τον Γ.Μαραγκό), Ιατρική Κύπρος (1969-1975), Ιατρική Χειρουργική Κύπρος (1976-1979 μαζί με τον Γ.Μαραγκό) και Υγεία. Για την επιστημονική του δραστηριότητα τιμήθηκε με τον Σταυρό του Τάγματος Αγίου Ιωάννου των Ιεροσολύμων. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1932 με δημοσιεύσεις ποιημάτων στην εφημερίδα της Λεμεσού Παρατηρητής. Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία, την παιδική λογοτεχνία και το θέατρο. Υπεύθυνος των περιοδικών Πνευματική Κύπρος, Φιλολογική Κύπρος, Η Χαρά των παιδιών, Θέματα Κριτικής, Κυπριακοί Καιροί και Λυρική Κύπρος, συνεργάστηκε με πολλά κυπριακά και ελληνικά έντυπα, καθώς και με το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ). Διετέλεσε πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών (παράρτημα Κύπρου), πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπείας του ΡΙΚ, μέλος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου Κύπρου, πρόεδρος του ΕΠΟΚ και της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Για το λογοτεχνικό του έργο τιμήθηκε με το βραβείο της Ενώσεως Ελλήνων Λογοτεχνών (1951), το Β΄ Ελληνικό Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1968), το Κρατικό Βραβείο Ποίησης της Κύπρου (1968), το τιμητικό δίπλωμα του Δήμου Λευκωσίας (1982), το Βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών (1985) και άλλα βραβεία και διακρίσεις σε ποιητικούς και δραματικούς διαγωνισμούς. 


 Ι.Ποίηση
• Σονέττα. Λευκωσία, 1942 (ανατύπωση εκτός εμπορίου από τα Κυπριακά Γράμματα).
• Μικρές πατρίδες. Λευκωσία, 1943 (ανατύπωση εκτός εμπορίου από τα Κυπριακά Γράμματα).
• Επιλύχνια. Λευκωσία, 1951.
• Οι Ωδές των ταπεινών πλασμάτων. Κύπρος, 1951.
• Αποθεώσεις και χορικά. Λευκωσία, 1953.
• Στέφανος Αρετής. Λευκωσία, έκδοση των Κυπριακών Γραμμάτων, 1954.
• Μικρές πατρίδες. Λευκωσία, έκδοση των Κυπριακών Γραμμάτων, 1955.
• Συμφωνία στον αέρα της Ενάτης του Μπετόβεν. Λευκωσία, 1957.
• Πρισματικός Οκτώβρης. Λευκωσία, έκδοση της Λυρικής Κύπρου, 1958.
• Παγκυπριονίκες. Λευκωσία, έκδοση Τοπικής Επιτροπής ΣΕΓΑΣ Κύπρου, 1959.
• Πάθος για ένα Λεύτερο Ουρανό. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1959.
• Οι Μπαλλάντες μιας ηρωικής εποχής. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1962.
• Δεκατρία κακοσήμαδα αντιποιητικά θέματα. Λευκωσία, έκδοση Φιλολογικής Κύπρου, 1963.
• Ώρα πατρίδας. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1964.
• Δώδεκα στιγμές. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1965.
• Ο Διθύραμβος του Κυριάκου Μάτση. Λευκωσία, Μικρές εκδόσεις Πνευματικής Κύπρου, 1966.
• Δέκα αντιποιήματα πάνω σε υφασματογραφίες. Λευκωσία, Μικρές εκδόσεις Πνευματικής Κύπρου,1966.
Δώδεκα Σελίδες Έμμετρα Δοκίμια. Λευκωσία, Μικρές εκδόσεις Πνευματικής Κύπρου, 1966.
• Λυρικόν Ημερολόγιον στην Κυπριακή Χρονιά 1966. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1967.
• Λυρικός Λόγος. Λευκωσία, έκδοση της Πνευματικής Κύπρου, 1968.
• Καλλιγράμματα. Λευκωσία, έκδοση της Πνευματικής Κύπρου, 1969.
• Οι δίσεκτες χρονιές. Λευκωσία, έκδοση της Πνευματικής Κύπρου, 1975.
• Πέρα απ’ την Ελλάδα ο Ήλιος. Λευκωσία, έκδοση της Πνευματικής Κύπρου, 1977.
• Το Φώς δεν χάνεται από την Κύπρο. Λευκωσία, έκδοση της Πνευματικής Κύπρου, 1979.
• Αροδαφνούσα. Λευκωσία, έκδοση της Πνευματικής Κύπρου, 1980.
• Η ευτυχία της γης. Λευκωσία, 1983.
• Λυρικός ΛόγοςΑ΄-Β΄. Λευκωσία, 1985.
• Τα τραγούδια της τριανταφυλλένης. Λευκωσία, έκδοση του περ.Πνευματική Κύπρος, 1990.
• Τραγούδια για τον εγγονό. Λευκωσία, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1993.
• Αθλητικός λόγος. Λευκωσία, Πνευματική Κύπρος, 1994.
• Ο παιδικός μας κόσμος. Λευκωσία, 1996.
• Η Αυτοκρατορία του Ήλιου. Λευκωσία, 1996.
• Από τον εξώστη της γης. Αθήνα, Αστρολάβος/Ευθύνη, 1996.
• Συνομιλία με τον δεύτερο εγγονό. Λευκωσία, 199;
ΙΙ.Πεζογραφία
• Στα δύσκολα χρόνια. Λευκωσία, έκδοση Κυπριακής, 1957.
• Μικρές Ζωές. Λευκωσία, έκδοση Κυπριακής, 1958.
• Κανάκης, ο Κυπριώτης Κουρσάρος. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1959.
• Εννιά πικρά και ρωμαλέα διηγήματα. Λευκωσία, 1960.
• Το Ημερολόγιο του Γαλάζιου Κοριτσιού. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1961.
• Έτσι άρχισε η Κυριακή… Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1961.
• Το ξεσήκωμα των σκλάβων. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1962.
• Πεζός λόγος της γλυκείας χώρας Κύπρου. Λευκωσία, 1971.
• Πεζός λόγοςΙΙ· Από το ημερολόγιο ενός γιατρού. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1972.
• Πεζός ΛόγοςΙΙΙ· Ιστορίες από την Κύπρο την Αγέρινη. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1973.
• Πεζός λόγοςΙV· Ένα γαλάζιο κορίτσι από την Κύπρο. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1974.
• Ο περιπαθής οδοιπόρος. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1977.
• Το Φυλάκιο Χ · Γραμμή θανάτου. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1979.
• Από τις αφηγήσεις ενός Κύπριου αιχμαλώτου. Λευκωσία, έκδοση Κοινού κυπρίων, 1980.
• Στα χρόνια της επανάστασης. Λευκωσία, 1985.
• Ένα παιδάκι με κυκλάμινα. Λευκωσία, 1987.
• Το κόκκινο δωμάτιο. Λευκωσία, 1989.
• Οκτώ ιστορίες του αγώνα. Λευκωσία, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1993.
• Τα γιορταστικά· Χριστουγεννιάτικα- Πρωτοχρονιάτικα- Πασχαλινά διηγήματα. Λευκωσία, 1995.
ΙΙΙ.Μεταφράσεις
• Σολομώντα, Άσμα ασμάτων. Κύπρος, 1939.
• Το πάθος για την Ελλάδα μιας βενεζουαλανής ποιήτριας (Jean Aristeguieta). Λευκωσία, 1957.
• Ανθολογία από τον ισπανό Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Ιωάννινα, ανάτυπο από την Ηπειρωτική Εστία, 1958.
• Angel Crespo, Η ζωγραφική. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1961.
• Δύο ισπανοί λυρικοί (Χιμένεθ και Λόρκα). Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1963.
• Πενήντα κινέζικα ποιήματα. Λευκωσία, Μικρές εκδόσεις Πνευματικής Κύπρου, 1966.
• Εκατόν τριάντα γιαπωνέζικα ποιήματα. Λευκωσία, Μικρές Εκδόσεις Πνευματικής Κύπρου, 1966.
ΙV. Παιδική λογοτεχνία
• Έντομα, ζώα και πουλιά. Λευκωσία, έκδοση Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου Κύπρου, 1949.
• Το κίτρινο χρυσάνθεμο. Λευκωσία, 1951.
• Ιστορίες των λουλουδιών. Λευκωσία, 1954.
• Ιστορίες των πουλιών. Λευκωσία, 1955.
• Οι δώδεκα μήνες. Λευκωσία, 1956.
• Ιστορίες των Ακριτών. Λευκωσία, 1956.
• Αληθινές ιστορίες. Λευκωσία, 1956.
• Ιστοριούλες. Λευκωσία, έκδοση της Χαράς των παιδιών, 1956.
• Ο πρίγκηπας και το ελάφι. Λευκωσία, έκδοση της Χαράς των παιδιών, 1957.
• Η ξανθούλα, η βασιλοπούλα της Πάφου. Λευκωσία, 1958.
• Ύμνοι και προσευχές. Λευκωσία, έκδοση ΟΧΕΝ Κύπρου, 1961.
• Οι ιστορίες των μηνών. Λευκωσία, 1975.
• Όπου παιδί και φως. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1979.
• Ποιήματα του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου 1955-1959. Λευκωσία, έκδοση Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου Κύπρου, 1979.
• Κυριάκος Μάτσης. Λευκωσία, 1982.
• Νεράιδες της Κύπρου. Λευκωσία, 1985.
V. Θέατρο
• Το βασιλόπουλο της Βενετιάς. Λευκωσία, έκδοση Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου Κύπρου, 1949.
• Ο πετεινός ο Γούμενος. Λευκωσία, 1950.
• Δημώνασσα. Λευκωσία, 1950.
• Θεομαχίες. Λευκωσία, 1951.
• Το θεατράκι μας. Λευκωσία (σε οχτώ τεύχη). Λευκωσία, [1953-1957].
• Το Μελίσσι. Λευκωσία, 1953.
• Εύδημος ο Κύπριος. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1958.
• Η μάχη των Μύλων. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1960.
• Ήταν όλοι τους αντρείοι. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1960.
• Το κρησφύγετο. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1960.
• Πέντε τρίπρακτα. Λευκωσία - Βαρώσια, Α.Π.Πολίτης, [1961].
• Η προδοσία - Πατέρας δίχως παιδί. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1961.
• Γρηγόρης Αυξεντίου. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1962.
• Ελένη Παλαιολόγου. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1962.
• Η ανάσταση του αντάρτη - Το δίλημμα. Λευκωσία, έκδοση Λυρικής Κύπρου, 1963.
• Το ροζ φουστάνι. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1963.
• Νενίκηκε τον θάνατο. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1964.
• Ο Ηράκλειος. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1964.
• Θεοτόκε η Ελπίς… Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1966.
• Ιπποκράτης. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1966.
• Ηλέκτρα· υπό Ανδρέα Κούρου και Κύπρου Χρυσάνθη· Εισαγωγή Ανδρέα Κούρου. Λευκωσία, Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, 1968.
• Αξιοθέα. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1968.
• Δελφικές αμφικτυονίες. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1969.
• Ο Ηρόφιλος. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1969.
• Αέτιος Αμιδηνός. Λευκωσία, 1969.
• Αλέξιος Α’ και οι Σταυροφόροι. Λευκωσία, Φιλολογική Κύπρος, 1970.
• Παπαλεόντιος ο Πρωτομάρτυρας. Λευκωσία, ανάτυπο από την Φιλολογική Κύπρο, 1971.
• Βαρνάβας ο γιος της παράκλησης, μνήμη Μακαρίου Γ’. Λευκωσία, έκδοση της Φιλολογικής Κύπρου, 1977.
• Θεατρικές αποδελτιώσεις και Δύο μονόπρακτα. Κύπρος, Θεατρική Συλλογή και Βιβλιοθήκη, 1978.
• Τ’ όνειρο της Παναγιάς, η κοίμησή της. Λευκωσία, ανάτυπο από την Φιλολογική Κύπρο, 1979.
• Υγεία και χαρά. Λευκωσία, έκδοση Υπεπιτροπής Υγείας της Εθνικής Επιτροπής Διεθνούς Έτους Παιδιού, 1979.
• Τρία μονόπρακτα. Λευκωσία, έκδοση του Παγκύπριου Γυμνασίου, 1979.
• Αλέκτορα οφείλουμε στον Ασκληπιό. Λευκωσία, έκδοση Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου και Τράπεζας Κύπρου, 1982.
• Δύο μονόπρακτα. 1989.
VΙ. Μελέτες
• Δημήτρης Θ.Λιπέρτης. Λευκωσία, 1985.
• Έξι κύπριοι ποιητές. Λευκωσία, 1985.
• Μελής Νικολαϊδης· Ο χριστιανός πεζογράφος μας. Λευκωσία, 1986.
• Οκτώ ανέκδοτα γράμματα του Ξενόπουλου προς τον Αχιλλέα Αιμιλιανίδη. Λευκωσία, 1986.
• Γλαυκος Αλιθέρσης. Λευκωσία, 1986.
• Ξάνθος Λυσιώτης και Μελής Νικολαϊδης, Τα δύο ξαδέρφια. Λευκωσία, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1987.
• Επιγράμματα. Λευκωσία, 1987.
• Επιστολές του Γλαύκου Αλιθέρση προς τον Κωστή Παλαμά. Λευκωσία, 1989.
• Κεφάλαιο για τον ποιητή Ξάνθο Λυσιώτη. Λευκωσία, έκδοση του περ. Πνευματική Κύπρος, 1990.
• Η ‘Παγκόσμια μέρα ποίησης’ και η παράλυτη ποιήτρια Mary O’ Connor. Λευκωσία, 1991.
• Πρόσωπα – Ιδέες – Ρυθμοί. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1991.
• Τα δεύτερα επιγράμματα. Λευκωσία, έκδοση Πνευματικής Κύπρου, 1991.
• Λόγος για τον Πέτρο Χάρη. Λευκωσία, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1993.
• Τιμή στη Μαρία Π. Νικολάου, η πνευματική δέσποινα της Αμμοχώστου. Λευκωσία, έκδοση του περ. Πνευματική Κύπρος, 1997 (σε συνεργασία με τη Λούλα Χρυσάνθη).

αναδημοσίευση από:  http://www.ekebi.gr

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.