ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:

Το όνομα του Δημιουργού (Ποιητή) αναγράφεται στο κάτω μέρος της κάθε ανάρτησης και στην ένδειξη : Ετικέτα
------
Εάν κάποιος από τους δημιουργούς δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του στο παρόν ιστολόγιο, παρακαλώ να επικοινωνήσει στο e-mail που υπάρχει στην στήλη (σελίδα) : επικοινωνία και τα γραπτά του θα διαγραφούν άμεσα.

Δημήτριος Γκόγκας


Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ιόνιο Πέλαγος

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Διαμαντόπουλος


Ιόνιο πέλαγος της Ιώς και της Κλειούς πολιόν
Ο μύθος σου και  μύθος μου. Και νοιώθω όν…
Νηπιακή μας κουδουνίστρα που πλατάγισα
΄Ιλεης φοβίας η πρώτη μάγισσα
Ο Τραγωδός, εξαγνιστικός γιαλός της Κλυταιμνήστρας.
Πολυμνηστευμένη θάλασσα μας Πηνελόπη
Ερωτευμένη την Ελλάδα και όχι την Ευρώπη.
Λάιον ησύχιον πέλαγος των πέντε θαλασσών μας
Αγλάισμα , θησαύρισμα και των επτά νησιών μας
Γίτευμα καλλίφωνο, Κεφαλληνίας  μαντολινάκι
Οδυσσέων νοσταλγία και Καβάφηδων ¨Ιθάκη¨
Σολωμού του Εθνεγέρτη μας φιόρε του Ήλιου.

Του Κερκυραίου άθλου μας και του Αχίλλειου
Του μοσχόλαδου ανθού π΄ ανοίγει στη Λευκάδα.
Της ξάγρυπνης πούλιας που αφυπνίζει την Ελλάδα.
Το άπεφθο παρά τις επιχύσεις κάθε Κάλβου
Επικό χαλκόχρωμα πέλαγος του Κάλβου…
Η ¨ παρά θιν αλός¨ γωνιά οικίας του ονείρου
Τραγουδισμένη απ τη μούσα του Ομήρου.
Το πέλαγος των Παξών και των Κυθήρων
Των νήνεμών μας κάβων και Μαλεοθήρων.
Το κάνιστρο των Κορινθιακών κιόνων
Το σμήνος των Αβρακικών μας αλκυόνων.

Ιόνιον, το προαιώνιον Ιφιγένειό μας πάθος.


'Β Βραβείο Ελληνοεμφορούμενης ποίησης του πρώτου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού από τους σύλλογο «Οι φίλοι των Επτανήσων».


Το Σαράι

Ανδρομάχη Διαμαντοπούλου Φιλιππίδου

Μες του Βοσπόρου την αγκαλιά
με το αεράκι του Ελλήσποντου στα φλογισμένα μάγουλα Σε σκέφτομαι·
Από το μιναρέ ακούγεται
Νωχελική η φωνή του Χότζα
Και 'γω έκθαμβη προσέρχομαι στο τζαμί Σου…
αγρίμι και θήραμα μαζί
Ντυμένη με πέπλα σαν τη Φατιμά, κοντά Σου έρχομαι
Χείλια στο χρώμα του Ροδιού…  Είμαι Εδώ!
Με την σβελτάδα ζαρκαδιού, μπροστά Σου εμφανίζομαι
μετά, με ένα πέταγμα περιστεριού· εξαφανίζομαι!...
Σου γνέφω … ατίθασα
Μες του Ντολμάμπαχτσε τους κήπους… σε καλώ!
Σαν πεταλούδα κάθομαι στα χέρια Σου
Θέλω να δεις τα χρώματά μου
μα μόλις μ’ αγγίξεις…
Θα φύγω!
Θέλω να με πιάσεις
Πάρε τα κλειδιά απ’ το Σαράι
κι έλα την νύχτα να με κυνηγήσεις
μέσα στις χίλιες και μια κάμαρες… θέλω να χαθούμε!
Με κλειστά τα μάτια·
θα ακούς την φωνή μου και θ’ ανοίγεις πόρτες…
Άκου το γέλιο μου,
Όλο μέσα απ’ την καρδιά μου… βγαίνει  
να το ακολουθείς.
Ανεβαίνω την σκάλα την στριφογυριστή
Τρέχα! Ακούς τα βήματά μου;
Η σκάλα όλο κρύσταλλο και ξύλο μαόνι. Λαχάνιασα
Ανεβαίνουμε… από πάνω μας, ο θόλος με τα βιτρό.
Χάιδεψε το μετάξι.
Όλα χρυσά κι όλα δικά μας! Ανεβαίνουμε! Πιάσε το βελούδο!
Τα βήματά μας τώρα χάνονται…στα περσικά χαλιά.
Λύσε τις κορδέλες, τους φιόγκους. Άγγιξε το σατέν.
Πάμε στ’ ανάκλιντρα.
Πιάσε το κορδονέτο… την τρέσα!
Πάρε το μενταγιόν!
Τρυφηλά κλωθογυρίζουμε τώρα
Στριφογυρίζουμε στην σκάλα
-λιλά, μενεξεδιά μου μάτια-
ο μισοφέγγαρο μας κερνά ρασόλι
Θόλωσα…
Έφυγα… κατιφές, χνούδι έγινα…
Τώρα με λένε χάδι. Τώρα με λένε ναζί!
Ο θρόνος, ο θρόνος!
Ηγεμονικά, ζηλότυπα,
γίνε ο Μέντοράς Μου!
Φτάσαμε στον Μιναρέ
Σποράς Γίναμε Λευκό Χνούδι!
Φύσα Με
Εβίβα. ΝΙΚΗΣΑΜΕ

Όλα τα χρυσάφια δικά μας κάναμε.
Εσύ Εμίρης. Εγώ εικόνα Ονείρου.
Απόψε πάλι… ονειρευτήκαμε.




'Α Βραβείο Ερωτικής Ποίησης του πρώτου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού από τους σύλλογο «Οι φίλοι των Επτανήσων». 2014

[Ποτέ άλλοτε]

Ποτέ άλλοτε δεν αντήχησε
τόση σιωπή
παρά μόνο όταν κοιταχτήκαμε
με τα μάτια μας
όταν συναντιόμασταν κρυφά
στη φαντασία μας
όπου η αίσθηση ανοιγοκλείνει
ένα δάκρυ πραγματικότητας
που τα βλέφαρα πιέζονται
απο ένα στόμα
που κόβει η χειρονομία
αποχαιρετισμού

Γιάννης Διογένης (λίγα βιογραφικά στοιχεία)

Ο Γιάννης Διογένης γεννήθηκε στον Τύρναβο της Λάρισας το 1967. Έχει ασχοληθεί με πολλά είδη γραφής όπως: θεατρικά, μυθιστόρημα, σάτιρα κ. α . Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί και έχουν αποδοθεί από χορωδίες σε διάφορα χορωδιακά φεστιβάλ.

Έργα του:

1. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ [1997], ποιήματα,
2. ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ [2002]
3. ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΗΜΕΡΕΨΩ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ [2006], έκδοση Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Τυρνάβου
4. ΠΡΩΙΝΟ ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ





Βροχή
...
στους δρόμους τραγουδά
σαν το παράπονό μου
κυλά μόνη
γιατί να λείπεις;
γιατί άδεια η αγκαλιά;
γιατί μονάχα ο πόνος μας ενώνει;
γιατί μια αγάπη
δίπλα και μακριά
σαν ξημερώνει
δάκρυ ατέλειωτο
ο ουρανός , στα μάτια μου,
κι έξω απ την πόρτα μου η χαρά
στάλες βροχής
στα σκαλοπάτια μου,
Περαστικοί,
διαβάτες,
βλέπω να με προσπερνούν

[κακιά μου σκέψη μη σε κρατώ...
το βλέπω βιάζεσαι να φύγεις]
κι έρχεται
αυτή που αγαπώ.

Κι έρχεσαι εσύ !
κι έρχεται,
πάλι η αγάπη,
νιώθω τη σκέψη σου
ξανά να με τυλίγει,
τώρα χορεύω στη βροχή
κι ατέλειωτα δάκρυα χαράς
ο ουρανός,στα μάτια μου,
κι έξω απ την πόρτα μου εσύ
στα σκαλοπάτια μου.

ΕΝΑ ΑΠ'ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ



Μια χούφτα Νότες
ζυμωμένες στ' άγριο κύμα
πέρασαν στην απέναντι όχθη
ξεφεύγοντας απ΄των φραγμών τη μαύρη ανταλλαγή.

Πήρα κοντά μου
ένα απ΄τα πολλά απαγορεύεται
Τραγούδι το 'κανα
και τροβαδούρος τριγυρνώ μέσ' τις καρδιές σας.

Τώρα κοντά μου τρέχουνε
Τα δίχτυα έτοιμοι ν' απλώσουν.
Το άδικο όπως λεν να ξεριζώσουν.
--Για μένα τίποτα--

μα εσένα απ΄το τραγούδι θα σκοτώσουν
θα σε στριμώξουν-λέει--
σε μια κόλλα όμορφη κι αστραφτερή .
Μη κλάψεις, σήκω κι ακριβά πουλήσου .

ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΡΝΗ



Στα γλυκά παιδικά σου όνειρα,
έχτιζες ένα όμορφο αύριο,
που ποτέ δεν ήρθε

Μεγαλώνοντας

περίμενες τον μεγάλο έρωτα,
που πέρασε σαν καπνός,
και σκότωσε το είναι σου

Τώρα ,πουλί της νύχτας,
πεταλουδίτσα
στα χέρια άγνωστων -γνωστών
σε μυστικά καταγώγια,

Αγία και πόρνη,
ζεις τον παιδικό σου εφιάλτη,
συμβιβάζεσαι
με ότι
πιότερο είχες σιχαθεί

ΟΜΟΡΦΙΑ



κι αν με κουρελια ντυσεις ομορφια
θα ομορφαίνουν
το χρώμα της θα πάρουν
τ' άρωμά της
κι όμορφα θα ναι , τα κουρέλια

κι η ομορφιά
γυμνή
θα ντύνει τη ζωή σου
θα ζεσταίνει τα βράδια σου
και τα όνειρά σου

φτανει,
να τη μπολιάσεις μ' αγάπη
κι εκείνη
να ναι αληθινή
για να χει νόημα

για να σαι συ
κι όχι ψευδαίσθηση
στη φαντασία καθενός
ή εκμετάλευση
στα χέρια προαγωγού
εμπόρευμα φθηνό
στο μάρκετ της ζωής
αντί καταβολής
σε χέρια ανθρώπων
που δεν γνωρίζουν την αξία της
κι ουτε που νιάστηκαν
ποτέ να μάθουν

Ξέρω ένα τόπο (απόσπασμα)


Το χωριό μου

Το χωριό μου έχει μια μάννα που κλαίει τα βράδια.
Το δάκρυ δεν στάζει  στην ροδιά της αυλής.

Έχει ένα σπίτι με κλειστά παραθύρια
φτάνουν εκεί που μιλούν τα παιδιά του.

Πίσω από την Εκκλησιά υπάρχει ένα μνήμα.
Μπορεί και χαμογελά ακόμα ένας πατέρας.

Έχει ένα δάσος το χωριό μου.
Να το περπατήσει κανείς δεν μπορεί.

Κι όταν πεινάω πετάω στους δυο λόφους.
Μιλώ του βουνού μου και κλαίω στις ρίζες.


Δημοσιευμένη η συλλογή: http://www.easywriter.gr/ebooks/item/316

**

Όσο διαρκούσε η ξενιτιά

Την έσυραν χιλιόμετρα μακριά
αιχμάλωτη της ξενιτιάς
και μιας Άνοιξης που την περίμενε χρόνια.
Από το γκρίζο πέτρινο σπίτι,
το μάτι του παιδιού έβλεπε τα χελιδόνια.
Δεν ήθελε να ξανάρθουν καμία Άνοιξη.

Την βάλανε γυμνή μπροστά στους δικαστές,
με τις άσπρες ρόμπες.
Θόλωσε για μια στιγμή
(τόσες δεκάδες παιδάκια σαν δικαστές)
Της κοίταξαν τα δόντια,
τα πόδια
και (αλλοίμονο) τα χέρια.
Ποιος θα έπαιρνε εργάτη χωρίς χέρια.

Το μόνο που δεν ζήτησαν ήταν να μιλήσει.
Την φωνή της δεν την άκουσε κανείς.
Την έκλεισε μέσα στα γράμματα της Άνοιξης
κι απλώθηκε στους χρόνους της ένα χειμώνας,
σαν σημαία στο πέτρινο σπίτι.

Τα χελιδόνια δεν ήρθαν όσο διαρκούσε η ξενιτιά.
Η Άνοιξη φευγαλέα,
μια ηλιαχτίδα
κι ύστερα ανάσα της
μέσα στην ανάσα του κόσμου.
Λίγο νερό, λίγο χώμα,
αυτό ήταν το τραπέζι της.
Λίγο νερό και λίγο χώμα.

Το χέρι του παιδιού που ζητούσε,
μ΄ ένα σπαθί το έκοψαν.
Ήταν βλακώδες αυτό που πίστευε είπαν.
Ζητιάνευε την Άνοιξη.

 Κι οι δικαστές;
Αχ αυτοί οι δικαστές
άλλαξαν τις ρόμπες τους
και χρόνια τώρα φορούν τα μαύρα
και κρατούν τα γρανάζια των εποχών.
«Πότε θα αλλάξει τούτο; Δεν θα το μάθει ποτέ της » ψέλλισε.

**

Ήταν το μέλημά της


Ήρθε ο γαμπρός και έκατσε δίπλα του
να μετρηθεί το ύψος και το πλάτος
και προπαντός οι αποστάσεις.

Η κόρη του είχε φτάσει τα είκοσι ένα χρόνια.
Μετρούσε, ξαναμετρούσε τόσα τα έβγαζε
και ο ίδιος είχε πατήσει τα εξήντα.

Αισθάνθηκε στην πλάτη το χτύπημα του χεριού,
«μην ανησυχείς θα την προσέχω
κοίτα εσύ να γράψεις κείνο το χωράφι με τις ελιές»

(η μάνα είχε κοιμηθεί κάτω από κείνες τις ελιές)

Έβγαλε το χαρτί από την τσέπη, έβαλε την υπογραφή του
μια τζίφρα δηλαδή και του το δωσε.

Πήρε το χαμόγελο της κόρης, το έκαμε δαχτυλίδι
το φόρεσε στο δάκτυλο του γαμπρού
πήρε την μνήμη την έκαμε κεντητό
και είπε: ήταν το θέλημά της.

Κέρασε από μια ελιά στους καλεσμένους.

Ύστερα βγήκε από το σπίτι
πήρε τον δρόμο για το χωράφι
ξάπλωσε κάτω από τις ελιές.

Τον πήρε και κείνον ο ύπνος.

**

Δεν ήρθαν οι έμποροι

Δεν ήρθαν μάνα οι έμποροι που περιμέναμε,
φάνηκαν μόνο μέσα στις αγωνίες που χάραξαν οι ρυτίδες
σε κείνο το αρρωστημένο πρόσωπο του πατέρα.
Στα αμαξούδια τους καμαρωτοί-  καμαρωτοί όξω από τις αυλές μας.
Κι όλο και κάτι σημείωναν με το σάλιο να γλιστρά στο μικρό μολύβι
πως στερεώνεται στο δεξί αυτί, έτοιμο να διαγράψει τους κόπους σας.
Όπως – όπως μάζεψες τα μαλλιά σου,
τα έδεσες κότσο με λαστιχάκι
που τύλιξε σε μια εφημερίδα τη φέτα πρωτύτερα ο μπακάλης.
Σκούπισες κι εκείνη την κόκκινη σκόνη βιαστικά από το σπίτι
κι άνοιξες τα παράθυρα να φύγει
και η σκόνη μάνα δεν έφευγε
σαν να περίμενε να πασπαλίσει τους εμπόρους.
Και τώρα, αναρωτήθηκες τι θα γίνει που δεν ήρθαν αυτοί οι έμποροι;
Μην μαραζώνεις,
θα έρθουν άλλοι, το κατράμι τελειωμό δεν έχει και κολλά στα δάκτυλα.
Προίκα κι αυτή που πλένεται.
Άμε στο φούρνο και ψήσε το ψωμί.

 **

Γραμμάτια ανεξόφλητα

Ξεκίνησε από τους μακρινούς τόπους
άφησε πίσω του ένα μαγικό σήμαντρο
και την μάνα του να το χτυπά κάθε Κυριακή
στην αυλή της.

Έτσι έρχονταν και οι γείτονες
σεμνοί και αγαπημένοι σύντροφοι.
Πότε για το γλυκό και
πότε γιατί ήταν καλύτεροι άνθρωποι.
Κρατώντας στα χέρια τους σμύρνα και λιβάνι.
Κρατώντας στα χέρια τους τα δώρα του δικαστή
και χρέη, 
χρέη φόρους και υποθήκες.
Τα ανεξόφλητα γραμμάτια της ιστορίας .

Ποιος τα θυμάται πια;
Ποιος τρέχει στις τράπεζες και τα κολαστήρια;
Η μάνα έχει μια δύναμη μόνο
να χτυπά το σήμαντρο κάθε Κυριακή.

Ξεκίνησε από τους μακρινούς τόπους
ξωπίσω του έκλειναν παράθυρα
σπιτιών που ύφαιναν σε αργαλειούς παραδουλεύτρες
και εργάτριες
σκυφτές  από τους πόνους της μέσης
λίγες μπροστά στα τάματα
και τ΄ αναμμένα καντήλια της Παναγιάς.
Ύφαιναν την λύπη
κένταγαν το χρέος
βελόνιαζαν τις πληρωμές
και τα γραμμάτια,
έμεναν γραμμάτια ανεξόφλητα.

Κάθε Κυριακή μια μάνα χτυπά το σήμαντρο
λαλώντας τον από τους μακρινούς τόπους.
Στα όνειρά της
Στην τύχη της
Στον χρόνο της
Στην ζωή της

Εκεί χωρίς την πληρωμή να χει φτάσει στο κόκκαλο
χωρίς την πληρωμή να χει τελειώσει  την νύχτα
να δώσει το φιλί της.

Και   οι γείτονες ν΄ απλώσουν το χέρι δίνοντας
το πιατάκι με το γλυκό
πάλι πίσω
Το πιατάκι της Κυριακής με τ  ασημοκέντητη σταυρό
και πάνω το σήμαντρο να την καλεί στον τάφο
Κολλά το χώμα
όπως η ζωή σε ένα ανεξόφλητο γραμμάτιο.



**

Τυχαίο γεγονός


Κάθε φορά που περνούσε από τον χωματόδρομο ο χώρκατος
κρυβόταν πίσω από την πόρτα του σπιτιού
ή την γέρικη συκιά σαν τύχαινε και έπαιζε στην αυλή τους.
Τον κοίταζε επίμονα, χλευαστικά και γελούσε
με τα σάπια δόντια να κρέμονται από τα άρρωστα ούλα του.
Φοβότανε πολύ, σαν του φώναζε «γκατζόλι»
και του ΄βγαζε τη γλώσσα κοροϊδευτικά.
Έκλαιγε και πήγαινε στο ποδιά της γιαγιάς του. Ντόπια αυτή καθαυτή.

Πέρασαν χρόνια από τότε κι όταν μεγάλωσε το μόνο που έμαθε
μια μέρα του Χειμώνα στο Λύκειο
ήταν πως χρόνια τον αποκαλούσε γάιδαρο.
Η μαμά του βλέπετε ήτανε θρακιώτισσα.

Σήκωσε ψηλά τα μάτια
«Συμπάθα με θεέ μου»
και ευχήθηκε
«πέντε νάναι οι ώρες του και κείνες σε κρεβάτι… άρρωστος»
Αργότερα έμαθε πως πέθανε από μόλυνση στα δόντια.
Το θεώρησε τυχαίο γεγονός.
 Στο στήθος του χρόνια τώρα ακούγεται ένα μακρόσυρτος πόνος.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Ο μικρός μου αδελφός από το φεγγάρι...του Frédéric Philibert

Ταινία κινουμένων σχεδίων του Frédéric Philibert με τίτλο: "Mon petit frère de la lune" (Ο μικρός μου αδελφός από το φεγγάρι), όπου ένα μικρό κορίτσι μας περιγράφει την προσωπικότητα και τις αντιδράσεις του μικρού αυτιστικού αδελφού της. Ιδιαίτερα προσεγμένο κείμενο, από την ενδιαφέρουσα οπτική γωνία ενός παιδιού-παρατηρητή, που με τα δικά του μάτια «φιλτράρει» και τελικά δίνει το δικό του στίγμα για τον αυτισμό.Η ταινία, εκτός των άλλων διακρίσεων, έλαβε το Β' Βραβείο Καλύτερης Ταινίας μικρού μήκους στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ με θέμα την Αναπηρία "Emotion Pictures" που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 2009.

Χορεύοντας με την απελπισία

της Άννας Ιωαννίδου

Μας έμαθαν να ζούμε με την απελπισία.
Έχουμε πια εθιστεί.
Ήρθε απρόσκλητη
και τρύπωσε στα όνειρά μας.
Την φορέσαμε κατάσαρκα

και τώρα είναι πλέον συγκάτοικος.
Η παρουσία της αισθητή σ' όλα τα δωμάτια.
Ξεπροβάλλει από κάθε γωνιά
και μας γνέφει ειρωνικά
με την υπεροψία του κυρίαρχου.
Τα βράδια κοιμόμαστε αγκαλιά
κι ακούμε την ανάσα της.
Τα πρωινά πίνουμε μαζί καφέ
και για το υπόλοιπο της μέρας
συνεχίζουμε ν΄απολαμβάνουμε ... την συντροφιά της.
Μας έχει γίνει πλέον απαραίτητη.
Κι αυτό που φοβόμαστε περισσότερο
είναι μήπως κάποτε έρθει η στιγμή του χωρισμού.

Άννα Ιωαννίδου ( βιογραφικό)

Η Άννα Ιωαννίδου γεννήθηκε και κατοικεί στη Θεσσαλονίκη. Είναι Δικηγόρος  και ασχολείται με την συγγραφή. Ποιήματά της  βρίσκονται δημοσιευμένα  σε ποιητικά περιοδικά του διαδικτύου.

Απέσπασε σημαντικές διακρίσεις στη Λογοτεχνία, μεταξύ αυτών:

·         Α’ Βραβείο Νανάς (Αθηνάς) Κοντού για το ποίημα με τίτλο “Ζωγραφίζοντας μνήμες ζωής και θανάτου”, στον 1ο πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό έτους 2010 Ένωσης Σμυρναίων Μικρασιατών Βορείου Ελλάδος
·         Α’ Βραβείο ΑΕΙ για το ποίημα με τίτλο “Γυναικεία Καλαβρυτινή ψυχή” στον πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό έτους 2009 “Άθλον Ποιήσεως Γιάννη και Λένας Στρέφη-Κουτσοχέρα”
·         Έπαινος για την ποιητική συλλογή με τίτλο “24 Χαϊκού Σε απόσταση” στον ΚΗ΄ λογοτεχνικό διαγωνισμό του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός έτους 2010
·          Έπαινος για το ποίημα με τίτλο “Προσφυγικός Μονόλογος”, στον Τρίτο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης “Προσφυγιά” έτους 2010 Δήμου Χορτιάτη – Πανεπιστημίου Ελεύθερης Επιμόρφωσης
·         Ειδική τιμητική μνεία για το ποιητικό έργο με τίτλο “30 Χαϊκού Παιδική Κραυγή” στον διαγωνισμό ποίησης για τα δικαιώματα του παιδιού έτους 2010 των Συλλόγων «Όαση Του Παιδιού» (Ηράκλειο) και «Κοινωνική Πρωτοβουλία Για Το Παιδί» (Βέροια)
·         Τιμητική Διάκριση και έκθεση ποιητικού έργου με τίτλο “Χαϊκού Τυφώνας Μίσους" στον 1ο ερασιτεχνικό διαγωνισμό Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών έτους 2010 με θέμα “Λόγια και Χρώματα της Κωνσταντινούπολης”,
·         Δίπλωμα πρόκρισης στην τελική φάση των ΚΣΤ΄Δελφικών Αγώνων Ποίησης της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών έτους 2011



ΑΠΟΗΧΟΣ

της Άννας Ιωαννίδου

Έφυγες.
ΑΜ’ άφησες να βουλιάζω
σ’ άδεια βράδια
σε σκονισμένα όνειρα
σε ξεκούρδιστες νότες
σε κοφτερά σ’ αγαπώ.
Στον απόηχο της φωνής σου.

Σ’ΑΝΑΖΗΤΩ

της Άννας Ιωαννίδου 



Σ’ αναζητώ
στο πρώτο φως της μέρας
σε κάθε γουλιά του πρωινού καφέ
στα χρώματα του ορίζοντα
στις λεωφόρους που περπατήσαμε
στις Κυριακές που ματαιώθηκαν.

Νυχτερινή Περίπολος

της Άννας Ιωαννίδου 

Τη νύχτα αυτή
σαν κλέφτης παραβίασες την πόρτα του νου.
Μπήκες αθόρυβα στον κόσμο των αισθήσεων,
για να ληστέψεις το χρυσάφι της ψυχής.
Πληγή το κάθε σου άγγιγμα.
Συνήθισες να κλέβεις την Αγάπη.

Την νύχτα αυτή
θα φύγεις όμως μ' άδεια χέρια.
Εδώ και καιρό εκπαιδεύτηκα στην αγρύπνια!

ΠΑΓΩΣΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ

της Άννας Ιωαννίδου 

Κατέβασα απ' τους τοίχους τα ρολόγια
και τα ΄βαλα στον κάδο  ανακύκλωσης.
Δεν θέλω να μετράνε τους σφυγμούς μου.
Έμεινε πια μόνο ένας.
Η καρδιά μου έγινε ένα με την δική σου.


ΕΡΩΤΙΚΟ ΜΑΓΜΑ

της Άννας Ιωαννίδου

Καυτή λάβα ο έρωτας.
Ξεπηδά απ΄το ηφαίστειο της καρδιάς.
Καίγονται τα χείλη στην αίσθηση του φιλιού σου.

Μάζεψα τα δάκρυα του ήλιου
να πιω να ξεδιψάσω.
Κάλεσα τους πέντε ανέμους
να δροσίσουν το κορμί.
Έπεσε  και μια βροχή απ’ αστέρια
να ξεπλύνει τ’αποτυπώματα
απ’ τις αγάπες του χθες,
να διαλύσει την σκουριά της ψυχής.

Ήρθε η στιγμή να περιπλανηθώ
σε «επικίνδυνα» μονοπάτια.
Δεν φοβάμαι.
Θα μπω στο άβατο της καρδιάς σου.
Θα το τολμήσω.
Θ’αφεθώ στην λάβα του έρωτα.Κι ας καώ!

ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

της Άννας Ιωαννίδου 

Ένα τραίνο  η ζωή μου.
Επιβιβάστηκα
κι ακόμη ταξιδεύω.
Προορισμός μου το απρόσμενο!
Οι μέρες μου κυλούν σε σπασμένες ράγες
κι οι στιγμές βαγόνια  που  ξέχασαν
να  φτάσουν στον σταθμό ...

Ένα τραίνο  η ζωή μου.
Ξέφρενο οδοιπορικό στις σπασμένες ράγες
ενώ ζωγράφιζα  τα όνειρά μου,
κι έκανα τέχνη με τους ήχους της ζωής μου.
Ένα ταξίδι στην φθορά του χρόνου,
στην πλήξη της ασφάλειας.
Κι ο πίνακας  ολοκληρώθηκε,
αλλά τα  χρώματα δεν στέγνωσαν ακόμη.

Το τραίνο της ζωής μου καλπάζει.
Κοιτάζω από το παράθυρο.
Το παρελθόν περνά αστραπιαία.
Αποχαιρετώ το <<γιατί>> ,
το <<ίσως>> , το <<πως>>...
Κάθε <<πρέπει>> εκτροχιάστηκε.
Τώρα συνεπιβάτες μου τα <<θέλω>>,
πυξίδα μου το σφύριγμα του τραίνου.

Μια περιπέτεια τώρα περιμένει το τραίνο μου.
Είναι ώρα ν'αποδράσω
χωρίς  αποσκευές
κι ενδιάμεσους  σταθμούς.
Προορισμός μου το απρόσμενο!

Ο πίνακας

 της Βασιλικής Εργαζάκη 

Συλλογή: "μικροί ναοί στο κύμα"


Θα ζωγραφίσω έναν πίνακα
Με ανεξίτηλα χρώματα

Σαν τις αρχαίες τοιχογραφίες του τόπου μου

Ένα καράβι
Ένα δελφίνι
Έναν Πρίγκιπα
Και γλάρους. Χίλιους και κάτασπρους

Οι γλάροι θα αγκαλιάζουν το καράβι
Χορεύοντας
-Τους είδα που χόρευαν κάποτε-
Παιχνίδια θα σκαρώνει το δελφίνι
Στα μάτια που ψάχνουν τη θάλασσα
Και δε θα φαίνεται

Θα ζωγραφίσω και σένα
Μπροστά σε ανοιγμένα παράθυρα
Ντυμένη με κρίνους πολύχρωμους

Που θα χαρίσεις στον Άνεμο
Σαν δεις το Δελφίνι. 
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.