Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)



ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

τα ρω του ερωτα -


1. Αρχή του κόσμου πράσινη
κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο
τραγουδώ και ξετυλίγω

2. Διαβάζω μέσα στο νερό
το άλφα το βήτα και το ρω
Τα δυο γυμνά σου πόδια
τους κήπους με τα ρόδια

3. Σ' έκανα πουκάμισό μου
σε φορώ και περπατάω
Με το σώμα το μισό μου
στο δικό σου που κρατάω

4. Σου 'χτισα μια Σαντορίνη
με καμάρες και πορτιά
Να γυρνάς σαν το λυθρίνι
μες στη δροσερή φωτιά

5. Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο
την απαλάμη των χαδιώ
Θα κλείσω δυο θα κλείσω τρεις
την Τύχη κι άμε να τη βρεις

6. Έλα να γίνουμε δυο ζώα
σε μακρινούς να πάμε τόπους
Όπου τα πλάσματα τ' αθώα
να μας φαντάζονται γι' ανθρώπους

7. 'κουσα μες στον ύπνο σου
που κολυμπούσε ο κύκνος σου
Τα δύο μας τα ονόματα
ν' αλλάζουν χίλια χρώματα

8. Τα χέρια μου τ' αδίσταχτα
πιάναν την άνοιξη πριν φτάσει
Τα μάτια σου τ' ανύσταχτα
της ρίχνανε άνθη να χορτάσει

9. Βγήκε απ' το κόκκινο το μαύρο
και τώρα που να πάει δεν ξέρει
Κόκκινα που 'ναι όλα τα μέρη
Το 'να που απόμεινε ίσως θα 'βρω

10. Μου 'φυγ' ένα συννεφάκι
πάει τη λύπη στα βουνά
Ψάχνει να χτίσει ένα σπιτάκι
στο πάντα και στο πουθενά

11. Σ' ένα λιμανάκι μωβ
ξύπνησα τα χαράματα
Όχι να μη γίνω Ιώβ
μήτε να μάθω γράμματα

12. Στήνει καρτέρι ο κεραυνός
χώρια να μας πετύχει
Μα 'ναι μεγάλος ο ουρανός
και τοσοδούλα η Τύχη

13. Φύγε από κει μωρέ πουλί
και γέρνει η βάρκα μας πολύ
Μόνο σου πέταξε και δες:
ίσα που παίρνει δυο καρδιές

14. Σταμάτα μου την αστραπή
ν' ανάψω ένα τσιγάρο
Και πες του σύννεφου να πει
πως θα 'ρθω να σε πάρω

15. Την αγάπη μια τη λες
την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
Όσο που γίνονται πολλές
και πάλι σ' όλες δίνεσαι

16. Περνώντας απ' τις λυγαριές
κάποιος μου το μουρμούρισε
Το 'παν οι σκύλοι στις αυλές
κι η γάτα το χουρχούρισε

17. Κάνε με Μωαμεθανό
να προσκυνώ στη Μέκκα
Και να σε πάρω μια και δυο
κι εφτά φορές γυναίκα

18. Ο που ξέρει ελληνικά
πέντε κι έξι έντεκα
Κι ο που ξέρει μόρτικα
δύο αλλ' αλλιώτικα

19. Η χαρά μου για να παίξει
διάλεξε κοπέλες έξι
Καθεμιά κι από μια λέξη
να τη λέει ώσπου να φέξει

20.Ένα κύμα μέσα σ' όλα
έγια λέσα έγια μόλα
Πήρε τα κρυφά μας λόγια
να τα κάνει κομπολόγια

21. Αυτό που λέμε «σ' αγαπώ»
στα δέντρα θα το τρίξω
Με τον αέρα να σ' το πω
και να σου το φυσήξω

22. Λένε πως κατιτίς κοιμάται
μέσα στης θάλασσας τον πάτο
Κάποια που πια δεν το θυμάται
μ' έχασε σαν σταυρό εκεί κάτω

23. Σαν κάποιος ν' αναστέναξε
ή να 'κοψ' έναν μενεξέ
Ραγίστηκεν ο ουρανός
και φάνηκε ο κατάμονος

24. Τι να 'γινε το μαξιλάρι
που 'χε απ' τα λόγια μας γεμίσει
Στον ουρανό θα το 'χει πάρει
άγγελος για ν' αποκοιμίσει
κάτι που πια δε θα γυρίσει

25. Μόνο που κοιτάχτηκες
μέσα στο πηγάδι
Στην ηχώ σου πιάστηκες
σαν σε παραγάδι

26. Να σου δένω τα μαλλιά
με χρυσόν αστάχυ
Και να λένε τα πουλιά:
ο που τα 'βρε ας τα 'χει

27. Μες στου κήπου το σκοτάδι
φέγγεις μόνο με το χάδι
Όμως όταν μπεις στο σπίτι
σβήνεις τον Αποσπερίτη

28. Να 'χα μια γομολάστιχα
να πιάνει στα Γραμμένα
Να σβήσω τα τετράστιχα
και να κρατήσω εσένα.

TO ΜΑΓΙΣΑΚΙ

Από τους χρόνους τους παλιούς, το 'χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι

Τ' άπιαστο σαν αερικό, στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς, αλοίμονο σου -εκάης

Έβγα έβγα Μαγισσάκι, χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Τι ζουμπούλια και τι κρίνα, τι κι ετούτα τι κι εκείνα

Ντο και ρε και μι και φα, μες στα ροζ τα σύννεφα
Ντο και ρε και φα και μι, φούχτα μου και δύναμη

Ποιος θα μου δώκει δύναμη, κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι

Που 'ναι σπηλιά του ο ουρανός, άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του, στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι, χύνε το νερό στ' αυλάκι
Τα παπιά και τα βαπόρια, παν μαζί και πάνε χώρια

Φα και ρε και μι και ντο, μες στο μπλε το ξάγναντο
Έξι τέσσερα κι οχτώ, γούρι μου και φυλαχτό

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές, ν' ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά, για με το Μαγισσάκι

Που να κοιμάμαι ξυπνητός, να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά, μα νά'μαι ερωτευμένος

Ανάθεμα την ώρα

Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
το ανάποδο βαφτίζει και λέει το σωστό
Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ' ορκίζεται
Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος

Ο Αύγουστος

Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Αύγουστε μήνα και Θεέ
σε σένανε ορκιζόμαστε
πάλι του χρόνου να μας βρεις
στο βράχο να φιλιόμαστε.

Ο Αύγουστος ελούζονταν
μες στην αστροφεγγιά
κι από τα γένια του έσταζαν
άστρα και γιασεμιά.

Απ' την Παρθένο στο Σκορπιό
χρυσή κλωστή να ράψουμε
κι έναν θαλασσινό σταυρό
στη χάρη σου ν' ανάψουμε.

Όλα τα κυπαρίσσια

Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα.
Όλα τα δάχτυλα.
Σιωπή.

Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου,
σιγά σιγά ξετυλίγεται η εξομολόγηση
και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!

Το σταφύλι αυτό

Το σταφύλι αυτό που δίψασε η ψυχή
γεμισμένη απτόητο άνεμο.
Η θητεία του καλοκαιριού
στα πεύκα και στα κύματα.

Ένας έρωτας μεγάλος και γλαυκός,
με γυμνές ώρες που κρατάν στα δάχτυλα την ύπαρξη.
Κυματιστή, ξεφυλλισμένη, ελεύθερη,
σαν φως στα πλατιά ενδόμυχα δωμάτια.

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Ανοίγω το στόμα μου

Ανοίγω το στόμα μου κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές
και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα
και τσέρκουλα γίνονται στις γειτονιές των παιδιών
και σεντόνια στις κοπέλες που αγρυπνούνε
κρυφά για ν' ακούν των ερώτων τα θαύματα.

Δρόμοι περπατημένοι

Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι
ποιος τους εδιάβη πέρα ποιος δεν τους πατεί.

Μα ο που τους πήρε κι ήμπε μες στα αίματα
μήτε Θεός μήτ' άλλος δεν τον σταματά.

Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν
όλ' οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν!

Δίνω το χέρι στην δικαιοσύνη

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ' έπλασες
γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές
ανάμεσ' από των γιαλών τα καλωσόρισες
φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο.

ʼπλωσε μια πρασιά στοργής
για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του.
Ν' ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες,
τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι
για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος.
Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη
φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου, την αχτίδα,
που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά.
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα.
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη,
διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή.
Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος.
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα.
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι ανάβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλατάνου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιαζε ψηλά γη και νερό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ' ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί στα πόδια του βουνού
τώρα σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια.

η Παναγιά των κοιμητηρίων

Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ' όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα 'κανα παραγγελιά
Τις πόρτες,τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ' άσπρα μνήματα

Έλα κυρά και Παναγιά
με τ' αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στον Θάνατο

η μπαλάντα του στρατιώτη

Την ώρα που ο λεβέντης
στον πόλεμο κινούσε
η αγαπημένη του έκλαιγε
και τον παρακαλούσε:

-Μακριά στη μάχη σαν βρεθείς
καλέ μου, έχε το νου σου
φυλάξου από τη μάνητα
κι απ' το σπαθί του οχτρού σου.

Μπροστά πολύ μην προχωρείς
πίσω μην απομένεις
μπροστά φωτιά, πίσω φωτιά
καταμεσής να μένεις.

Μονάχα ξέρει ο μεσιανός
να τρέξει να πηδήξει
κι αυτός μονάχα σπίτι του
μια μέρα θα γυρίσει.

Η Μάγια

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ' απ' τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.

-Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
-Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
-Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ' αγιάζι κι η ερημιά.

-Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά,
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
-Ευχαριστώ μα 'ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.

-Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
-Πάρ' την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά 'σαι ο άντρας τ' ουρανού.

Λάμπουνε γύρω τα βουνά,
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ' αποχαιρετά.

Ευγενικιά περήφανη μελαγχολία

Ευγενικιά περήφανη μελαγχολία
Ύψος χαμόγελο και λευτεριά
Επιτέλους σας βρίσκω στην όχθη της καρδιάς μου
Ένα βράδυ όπου η θάλασσα εισχωρεί
Βαθιά στις χώρες των βουνών

Ένα βράδυ όπου νιώθεται κανείς πιο νέος από τη νιότη του
Βράδυ όπου πόνεσε πολύ μα όπου πια τίποτε δεν είναι μάταιο
Τίποτε για τη στάχτη

ζωγραφιές ηράκλειες

Έπαιξα με το χιόνι του Χελμού,
μαύρισα μες στης Λέσβος τους ελαιώνες.
Έριξα βότσαλα λευκά σε μια Μυρτώα θάλασσα,
έπλεξα πράσινα μαλλιά στης Αιτωλίας τη ράχη.

Τόποι που με του φεγγαριού το αλησμονάνθι
και με του ήλιου τους χυμούς με θρέψατε,
σήμερα ονειρεύομαι για σας
μάτια που να σας συντροφέψουν μ' ένα φως καλύτερο.

Μάτια για έναν περίπατο καλύτερο.
Οι νυχτιές χαλκεύουνε στα έγκατά σας
ζωγραφιές ηράκλειες.
Εκείνος που θα βγει να πει: ορίζω τη ζωή
δίχως ν' αστροπελεκιστεί απ' το θάνατο,
εκείνος που σε μια φουχτιά καθάριου αγέρα
θα πει να γεννηθεί γυμνό ένα ρόδο και θα γεννηθεί.

Εκείνος θα 'χει μες στα στήθια του εκατό αιώνες
μα θα είναι νέος, νέος ωσάν φωνούλα νιόκοπου νερού
που χύνεται από το πλευρό της μέρας.
Νέος ωσάν βλαστάρι απείραχτου κλαδιού.
Νέος χωρίς ρυτίδα γης μήτε ουρανού σκιά,
μήτε χαράς αμαρτωλού ευφροσύνη.

ο ταχυδρόμος

Κάθε πρωί που ξυπνώ
τρέχω στην πόρτα και κοιτώ
Τρίτη, Κυριακή, Δευτέρα
κι άλλη μια χαμένη μέρα
πάνε κι έρχονται όλη μέρα
τα βαπόρια και τα τραίνα

Ταχυδρόμε ανάθεμά σε
μόνο εμένα δεν θυμάσαι
πιάνει ο κόσμος περιστέρια
κι εγώ μένω μ' άδεια χέρια

Ισω νά'ναι και σταλμένο
σ'άνθρωπο του φεγγαριού
ή και παραπεταμένο
σε μιαν άκρη τ' ουρανού

Γράμμα τέτοιο δεν λαβαίνεις
άδικα μη περιμένεις
δεν σου τό'χουνε γραμμένο
κι αν σου τό'χουν - πάει αλλού
Αλλος μένει εκεί που μένεις
και το δίνουν αυτουνού
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας.