Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)




ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤ
ΑΚΗΣ

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΕΥΛΥΓΙΣΤΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ του Ντέμη Κωνσταντινίδη 7 Νοεμβρίου 2014



Οι Εκδόσεις Vakxikon.gr σας προσκαλούν την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014 στις 19.00, στην παρουσίαση του νέου βιβλίου: ΕΥΛΥΓΙΣΤΕΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΕΣ του Ντέμη Κωνσταντινίδη, στην Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3 (Παραλία Θεσ/νίκης).

‘’ΠΑΤΡΙΚΗ ΓΗ’’



Ο πατέρας ήταν αγρότης . Ζευγάς , στα χωράφια μας και σε ξένα.
Το βιος μας, λίγες ρίζες ελιές, ένα αμπέλι και κάμποσα στρέμματα χωράφι.
(Που έσπερνε το στάρι της χρονιά και το κριθάρι)
Ένα γαϊδουράκι και ένα άλογο.
Αυτά ήταν η ‘’φτώχεια μας ’’ .-Όπως έλεγε η μάνα-
Αλλά και ο πλούτος μας.
Μόνο που το άλογο, ήταν σαν μέλος της οικογένειας .
Έτσι το έβλεπα κι εγώ. Άλλωστε πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά;
‘’Η εικόνα του πατέρα και του αλόγου - Ένα- .
''Βαθιά χαραγμένη μέσα μου’’
‘’Περήφανος ο πατέρας .Έτσι το ίδιο περήφανο και το άλογο’’
‘’Ξέραμε πως αν ήταν καλά ο πατέρας και το άλογο θα είμαστε κι μείς καλά’’
(Δεν είχαμε πολλά ,αλλά δεν στερηθήκαμε  τίποτα)
Με το άλογο και το κάρο γινόταν όλες οι δουλειές .Να μεταφέρουμε τις ελιές από το *λιοστάσι , το λάδι από το *λιοτρίβι το στάρι κ.λ.π. .Με αυτό κάναμε όλες τις μετακινήσεις μας .- -από την πόλη στο κτήμα ή στα διπλανά χωριά σε κάποιο πανηγύρι-.
‘’Το άλογο ,μετά τον πατέρα, ήταν το πιο σημαντικό στην οικογένεια’’
Ο πατέρας δεν είχε πολλά λόγια ,χάδια, φιλιά. Αλλά μας αγαπούσε.
Το ξέραμε το βλέπαμε -όλη του έγνοια ήταν για μας-
‘’Η αγάπη του πατέρα, δεν ήταν στα λόγια’’
-Αντίθετα, έδειχνε πως το άλογο το πρόσεχε και το φρόντιζε περισσότερο.
Το χάιδευε , του μιλούσε ,έπαιρνε το ξυστρί ,να το ξυστρίσει ,πρόσεχε τα πέταλα του είχαν φαγωθεί ,ή αν είχε μπει ανάμεσά τους κάποιο χαλικάκι ή αγκάθι .
Το πήγαινε στον αλμπάνη όταν καταλάβαινε από το βάδισμα του , πως χρειαζόταν καινούρια πέταλα.
Ο πατέρας ξυπνούσε χαράματα να ετοιμαστεί για το κτήμα. (Κάθε μέρα στα χωράφια-εκτός από τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές)
Πρώτα να νιφτεί ,μετά στο υπνοδωμάτιο, κάτω από τα εικονίσματα, έκανε τον σταυρό του και έλεγε δυο λόγια προσευχής.
(Το ίδιο έκανε και τα βράδια και πάντα με ένα <<Δόξα το Θεώ>> πήγαινε για ύπνο).
Μετά στην κουζίνα να πιει τον καφέ του. Και παίρνοντας το τράστο * -που η μάνα του είχε βάλει το προσφάι της μέρα και το κρασί έφευγε .
-Έτσι ξεκινούσε τη μέρα του χρόνια και χρόνια-
(Έτσι κυλούσε η ζωή, με τις μικροχαρές και τις δυσκολίες της)
Επέστρεφε το βράδυ.Ακούγαμε τις ρόδες του κάρου, το χλιμίντρισμα του αλόγου και κάθε φορά ,έτρεχα στην αυλή, ν’ ανοίξω τα δυο φύλλα της μεγάλης σιδερένιας πόρτας. Και όταν ξεπέζευε -το άλογο από το κάρο - πήγαινα κοντά του, να πάρω το τράστο, από τα χέρια του .
Η μάνα, παρότι με έβλεπε που έτρεχα στην αυλή
Έλεγε: Τράβα να πάρεις το *τράστο του πατέρα σου .Είναι κουρασμένος.
Ήταν σαν να έπαιρνα με αυτόν τον τρόπο, λίγη από την κούραση της μέρας του .
(Πολλές φορές, τον βοηθούσα να ξεζέψει το άλογο από το κάρο ή να το ζέψει)
Μετά, έβαζα στον σούγλο* νερό να το ποτίσω.
(Και δεν ήταν λίγες οι φορές, που πήγαινα το άλογο στο αχούρι . Να του βάλω στο παχνί σανό ή κριθάρι στον ντορβά)
-Αγαπούσα το άλογο, δεν το φοβήθηκα ποτέ-
Ένα καλοκαίρι , -ήμουν δεν ήμουν δώδεκα χρονών -το άλογο μας αρρώστησε.
Ξάπλωσε στο χώμα κι όσο αν προσπαθούσε ο πατέρας να το κάνει να σηκωθεί ήταν αδύνατον.
Η μάνα ,- αναστατωμένη κι αυτή -έγραψε κάτι σ’ ένα χαρτί .
Μου το έδωσε λέγοντας :
- Τρέχα στο φαρμακείο και πες στον φαρμακοποιό : -Το άλογο μας ,είναι άρρωστο.
Και να σου δώσει, αυτό το φάρμακο.
Πήρα το χαρτί στα χέρια ,μα ένιωσα κάτι να με εμποδίζει να τρέξω .
Κοίταξα τα πόδια μου -οι σαγιονάρες – από τις λίγες φορές που είχα βάλει σαγιονάρες το καλοκαίρι- - εμπόδιο λοιπόν -
Τις πέταξα και τρέχοντας έφτασα στο κέντρο της πόλης. (Δίχως καμία ντροπή που ήμουν ξυπόλυτη)
Με κομμένη ανάσα είπα στο φαρμακοποιό τι ήθελα.
Πήρα το φάρμακο και
τρέχοντας επέστρεψα σπίτι.
Έφεραν και τον κτηνίατρο.-Να είναι σίγουροι-
Το άλογο, μετά από δύο μέρες ήταν καλά.
''Αν ψοφούσε το άλογο μας θα πεινούσαμε''
Σε τέσσερα χρόνια –από κείνο το καλοκαίρι –έφυγα για πάντα από το πόλη μας.
(Τα καλοκαίρια μόνο για λίγες μέρες, πήγαινα να δω τους γονείς και τα’ αδέλφια μου)
Έτσι, ένα από εκείνα τα καλοκαίρια, σαν κάτι μέσα μου με έτρωγε ..σαν κάτι να έλειπε.
Μια διαίσθηση -αυτό το συναίσθημα πάλι -
Ρώτησα την μάνα .
- Μάνα , τι κάνει το άλογο;
-Τώρα ,..πάει αυτό, ψόφησε .
Έμεινα βουβή και ένιωσα ένα κόμπο στον λαιμό να με πνίγει .
-Μαχαιριά στην καρδιά –
Ένιωσα ,όπως χάνουμε ,ένα δικό μας αγαπημένο πρόσωπο.
Αργότερα, όταν συνήλθα, την ξαναρωτώ .
-Και το κάρο;
-Το πουλήσαμε.
-Και πώς πάει ο πατέρας στο κτήμα;
-Με το γαϊδουράκι .
Ο πατέρας , σ’ ένα γαϊδουράκι;
Αυτός; που χόρευε στα πανηγύρια , όρθιος, στην σέλα του αλόγου.
Τώρα με το γαϊδουράκι;
''Αυτό ήταν μια ταπείνωση για τον πατέρα''
‘Ίσως κατάλαβε η μάνα μου πως ένοιωσα και θέλοντας με αυτό τον τρόπο να με παρηγορήσει –πρόσθεσε-
-Γέρασε πια ο πατέρα σου .
Τι θαρρείς;
Και να ζούσε, το άλογο, δεν θα μπορούσε να το κάνει ζάφτι*
Όμως βυθισμένη στις σκέψεις μου, σαν να μην άκουσα τα λόγια της.- Δεν μπορούσα να το πιστέψω-
Το βραδάκι, βγήκα στον δρόμο
Περιμένοντας την επιστροφή του.
Πραγματικά ,ο πατέρας γυρνούσε σπίτι, με το γαϊδουράκι .
Δεν άντεχα να τον βλέπω
''Αυτή η εικόνα μου ήταν άγνωστη'' .Δεν ταίριαζε του πατέρα .
Μπήκα στο σπίτι και από το τζάμι της πόρτας , -στην κουζίνα- τον παρακολουθούσα.
Όταν ο πατέρα έβγαλε το σαμάρι , από το γαϊδουράκι , το πότισε , του έβαλε φαΐ και το πήγε στο αχούρι , τότε κατέβηκα στην αυλή.
Να πάρω το τράστο του -Όπως έκανα όταν ήμουν παιδί-
Να πάρω έτσι ,λίγη απ΄την κούραση της μέρας του.
Γιατί , εκείνη την μέρα, -για πρώτη φορά- είδα την κούραση στο πρόσωπό του.
Ο πατέρας, ήταν πραγματικά κουρασμένος..





*Τράστο :υφαντό ταγάρι
*Αχούρι- ο σταύλος και εκεί βάζαμε και τις μπάλες με το σανό/
*Ζάφτι:Κουμαντάρει, να το κάνει καλά’’
*Σούγλος:Ντενεκές ,κουβάς
*Αλμπάνης-πεταλωτής
*Νιφτεί , να πλύνει το πρόσωπό του
*Λιοτρίβι - ελαιοτριβείο

*Λιοστάσι - το χωράφι με τα ελαιόδεντρα -

28 Οκτωβριου 1940, Οι ηρωες πολεμουν σαν Ελληνες.............



28 Οκτωβριου 1940


Οι ηρωες πολεμουν σαν Ελληνες...Δηλωση πολιτικαντικη, αλλ ομως αληθινη: Σε μιαν Ευρωπη που στεναζει κατω απο την χιτλερικη μποτα, ενας ψυχωμενος λαος, ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ, για πρωτη φορα στις δυναμεις του αξονα. Το επος 1940-1941, γραμμενο με ΑΙΜΑ στα βουνα της Ηπειρου, στα μακεδονικα οχυρα και στην Κρητη, συνεχισθηκε με την εποποιια της εθνικης αντιστασης: Συλληψεις, ομηρειες, ΠΕΙΝΑ, ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ, εκτοπισεις, μαζικες εκτελεσεις, πυρπολησεις ολοκληρων χωριων, εξοντωση των Ελληνων Εβραιων, δεν καμπτουν το ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ.
 Οι αντιστασιακες πραξεις πολλαπλασιαζονται, μαζικοποιουνται και δυναμωνουν με την παροδο του χρονου: Πρωτος ο αρχιεπισκοπος Χρυσανθος, ΑΡΝΕΙΤΑΙ να τελεσει δοξολογια και να ορκισει την πρωτη δοσιλογη κυβερνηση. Μαιο του 1941, οι φοιτητες, Μανωλης Γλεζος και Αποστολος Σαντας, κατεβαζουν τη χιτλερικη σημαια απο την Ακροπολη. Καλοκαιρι του 1941, χιλιαδες πατριωτες,εκτελουνται σε Δραμα,Σερρες, Δοξατο απο τους Βουλγαρους. Ο αρχιεπισκοπος Δαμασκηνος, ΑΡΝΕΙΤΑΙ, σθεναρα να δωσει καταλογους Εβραιων Ελληνων στις αρχες κατοχης.Ειναι ο μοναδικος ιεραρχης στην τρομοκρατημενη Ευρωπη, που στεκεται απεναντι απο τους Γερμανους στο θεμα της εξοντωσης των Εβραιων.
Η κηδεια του Κωστη Παλαμα μετατρεπεται σε συλλαλητηριο!
Η επιστρατευση για εργασια σε πολεμικα εργοστασια των κατακτητων , ΔΕΝ ΠΕΡΝΑ. Το ανταρτικο φουντωνει και οι Ναζι αποθηριωνονται: ΔΟΞΑΤΟ, ΔΙΣΤΟΜΟ, ΧΟΡΤΙΑΤΗΣ, ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ, ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ, ΚΟΜΜΕΝΟ, ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ, ΒΙΑΝΟΣ, ΚΑΝΤΑΝΟΣ, ΑΝΩΓΕΙΑ, ΒΑΜΟΣ, παιρνουν θεση διπλα σε ΧΑΙΔΑΡΙ, ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ, ΑΟΥΣΒΙΤΣ, ΝΤΑΧΑΟΥ, ΜΠΕΛΣΕΝ, ΜΑΟΥΤΧΑΟΥΖΕΝ, ως παραδειγματα βαρβαροτητας, αλλα και, μεγαλειωδους ΘΥΣΙΑΣ.
 Ε Μ Ε Ι Σ οφειλουμε συγχωρηση στους δημιους και ΜΝΗΜΗ ΣΤΑ ΘΥΜΑΤΑ, που βροντο Φωναζουν τους στιχους του ποιητη πως:
 Η ΑΝΤΡΕΙΩΣΥΝΗ ΣΤΑ ΕΘΝΗ ΔΕΝ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΣΤΡΕΜΜΑ.
 ΜΕ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΤΟ ΠΥΡΩΜΑ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ, ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ.


Βασιλειος Αναστασιαδης του Δημητριου και της Ανατολης το γενος Παπαδοπουλου. Παφραιος Ποντιος εξ Αδριανης Δραμας, οπου οι Βουλγαροι εξετελεσαν 29 πατριωτες,αμεσως μετα το μακελειο του Δοξατου, καλοκαιρι του 1941.

Ανασα στη Σιωπη


Οι ανασες µου κρεµιωνται στη Σιωπη σου. 
Τα δακρυα µου µουσκευουν τα ονειρα σου. 

Η βροχη σου,ανεµοδινητη,σκαφτει αλυπητα
 τα σωθικα µου. 
Νυχθηµερον,ανυσταχτα, πυρωνω µε ένα αστερι. 
Φεγγοβολιδα αδυτη, µεσα σε πεφτΑστερια. 

Συνωστισµενος σε αστερισµο στης Μνηµης σου την Πορτα. 
Με σπρωχνει η ΠανΣεληνος, µε οξυπυρα µε αγκυλωνει. 
Παραγαδιαζει στης Ψυχης, τα εγκατα,σε Αβυσσους. 

Οπου αποσταζεται ο Καηµος, και σβειουνται τα σκοταδια. 
Και κρυσταλλωνουν τα δακρυα,δενονται σε κοµποσχοινι. 

Οινοποιουνται οι στεναγµοι, αρτοποιειται ο Πονος. 
Να κοινωνουν οι Ευλογητοι,να Ζουν εις τον Αιωνα. 



Αντι∆ωρο , ΑντιΦωνο στο Κρατησε τη σιωπη σου, της Νικολετας Μπουντουρη.

13 Μαιου 2012,της Σαµαρειτιδος

Μιλας θολα


Μιλας θολα, δειχνοντας πως πονας. 

Αγαπη ανυσταχτη, το Νοηµα αυγαζει αυτου του Κοσµου. 
Μοιρας, χραµακι Αιγαιωτικο, στο Θολο κρεµασµενο. 

Λεπιδι δικοπο η Μνηµη σου,χαραζει ονοµατα νεκρων
Στο ∆εντρο της Ζωης µας. 
Τρεχουν τα δακρυα, κρυσταλλα, ∆ακρυσταλλα του Πονου. 

Και Λογισµος τριποδιστης, το Χαος γεφυρωνει. 

Αντιστηλωνει τη Νυχτια, Λευκαζει τις Στιγµες µας. 
Σε πετρα γρανιτοπετρα,διοδιο αυλακωνει. 

Κρεµαζει ανεµοσκαλα στα Ακροτατα του Θολου. 

Μας εκκαλει σε Συναξη,Ιαµατικη Σωτηρια. 

Αποψε γευτηκες


Προσεξε, αποψε γευτηκες Μαρµαρωµενη Μοιρα. 

Ταξιδεψες, κι αγκαλιασες µε λευκοβολο βλεµµα. 
Θολα φεγγαρια, αλµυρα, µε Νυχτα καπνισµενα. 
Γλυκεις καηµους που ξεφυλλιζονται, σπρωχνοντας το σκοταδι. 
Λυγµων απικραντων αλµυρων, στης Λησµονιας τους Κηπους. 

Στριφτοπλεξες τα δακρυα σε µαυρο κοµποσχοινι. 
∆ακρυσταλλα του αρχετυπου, Πονου του καθενους µας. 

Ταφτιαξες περιλαιµιο στου Ερωτα τη Χαρη.

Γυναικα στο παραθυρο


Σ ένα παραθυρο που απλωνει χερι ζητιανιας στο Χρονο. 
Κρυβεται η Θλιψη µιας Αναγκης, που µια Ανασα . 
Στεναζει ξεφυλλιζοντας της Νυχτας το Ταξιδι. 

Φιλια σε ακρογιαλα αλµυρα, σφραγιζουνε φυλλαδια επιστροφης. 
Απελπισµενης ∆ιαφυγης από στιγµες λειψες. 
Αποµειναρια αειθυµητα σε λευκοφορο, ∆ιαφανο βωµο. 
Σε κηπο µαγικο, πολυαστρο, που σβηνει το σκοταδι. 
Μεριαζοντας τα ανυσταχτα, κροσσια της Αγωνιας. 
Και αυγαζει κρυσταλλα αλµυρα, φωτοστικτα πετραδια. 

Γυναικα που µεθας


Γυναικα που µεθας µε το φεγγαρι. 
Της Μερας, θαλασσα µου, Μητρα αιωνια. 

Χαραξε το ονοµα σου, στην πλωρη της Ψυχης µου.

Χτισε βωµο διαυγαστη,γηινων και ουρανιων. 

Στιγµων λειψων, που αναπαφασιστες πετρωσανε στο Χρονο. 
Μαρµαρωσαν τη Μοιρα µας, θολωσαν το φεγγαρι. 
Το καπνισαν, το µαγεψαν, το σκορπισαν σε Κηπο. 
Που αλµυρισµενη λησµονια, Ανασα που επιµενει. 
Να ξεκλειδωνει της Ψυχης, τα θολερα υπογεια. 
Και να φωτωνει τα ενκαρδια, αρριφνητα σκοταδια. 

Το Βιβλίο Της Ζωής


Βιβλία Άδεια,
έψαχναν θαλπωρή στην ατμόσφαιρα
αναζητούσαν επίμονα
ιστορίες ουσίας
φυλλομετρούσα αγωνιωδώς
σελίδες κιτρινισμένες μαζί τους
Άδειες οι ζωές των ΑΝΘΡΩΠΩΝ
άνευ περιεχομένου
έμοιαζαν με σκευοφυλάκια
διαμελισμένα σώματα
πυρακτωμένα στην κόψη του ατσαλιού!
Ω’ Ψυχή μου !
παλεύεις με τέρατα αξημέρωτα
στα θησαυροφυλάκια αυτού του κόσμου!
περιτριγυρισμένη
σε τόση Ματαιότητα!
σε τόση Αβεβαιότητα!
Έγειρα στον ίσκιο μου
ανέβαλλα επ’ αορίστων
την Αναμέτρηση μαζί σου!
Ερινύες φωλιασμένες
νοσταλγικά περιπλανιόντουσαν
αναζητώντας Δικαιοσύνη!


Από την Ποιητική  Συλλογή "Με τη Ροή του Ανέμου"

Εκδόσεις ΌΣΤΡΙΑ

''Την νύχτα που ήρθανε οι Λύκοι.''


.......................................................................
Ήτανε κρύο,και χιονιάς
την νύχτα που ηρθανε οι Λύκοι.
Oύρλιαζε κολασμένα ο βοριάς σείοντας τα κλαδιά των δέντρων.
Σκούζανε οι γκιώνηδες και τα κλαψοπούλια
κρυμμένα στις φυλλωσιές και στους ίσκιους.
Μάνιαζε και θέριζε το κρύο΄
μα πιότερο έσκιαζε τις καρδιές
ο ερχομός των Λύκων.
Παιδιά της Νύχτας,
ανίερη σπορά του Σκοτάδιού,
με μάτια που καίνε από πυρετό
και σαγόνια που συντρίβουν,
νάτοι!
έρχονται δρασκελίζοντας τα δάση,
με μίσος ξεπροβάλλοντας
μέσα από την ομίχλη...
Μακριά μουσούδια,
αφροί στα χείλη,
γκριζοτρίχιδες και λυσσασμένοι,
αγέλη ολάκερη,στρατός θανάτου.
Τρέξαν αλόφρονες οι χωρικοί στα σπίτια,να κρυφτούνε
την νύχτα που ήρθανε οι Λύκοι.
Σφαλίσανε πόρτες και τα παράθυρα αμπάρωσαν
απέλπισμένοι,να κρατήσουν όξω την Σφαγή.
Νύχια που γδέρνουν ξεδιάντροπα τις γρίλλιες,
μύτες που μυρίζουν ανάμεσ' από τις χαραμάδες,
μάτια που κοιτούν ξελιγωμένα πίσω από κλειδαρότρυπες.
Πέσαν με τρόμο στα εικονίσματα οι χωριάτες
με προσευχες γυρεύοντας να ξορκίσουν το κακό.
Μα,μες στα σπίτια τους οι κόρες τους ανταριασμένες
φωτιά ανάμεσα στα σκέλια νοιώθοντας,
λαχταρούσαν έξω,με τα κτήνη να βρεθούν.
Και πέφτοντας στα τέσσερα,
να σμίξουν με τους Λύκους σε ένωση ανίερη.
Θάνατος και Έρωτας.
Αίμα και Σπέρμα.
Πόνος και Ηδονή.
Μέσα από το ίδιο σκοτεινό αιδοίο
που ξέρασε δαίμονες και ανθρώπους.
Σπάσαν με βία οι πόρτες,
μπήκαν τα θηρία μέσα.

Χόρτασαν σάρκα εκείνη την νυχτιά οι Λύκοι...

ΜΕ ΤΟ ΣΤΥΛ ΤΟΥ Α.Τ.



Η τελευταία χαρά σαπίζει ιδεώδης

Είναι γιατί το θαύμα
ήρθε πίσω απ’ την πλάτη σου
κρατώντας μαχαίρι
Πράγμα
που συμβαίνει σε όσους
γεννήθηκαν με πανικό στα σωθικά.

Ξέρεις
εκείνα τα μικρά στιλέτα αίματος
κάνουν καλά τη δουλειά τους.

Ώσπου μια μέρα
άρχισε να «χιονίζει αίμα»
και όλοι κρύφτηκαν
σκέπασαν τα πρόσωπά τους
με τα δάχτυλα.

Μάθανε απ’ τις εφημερίδες
πώς στην Γκουστέζα
οι εξατμίσεις
εκδικούνται τα θαύματα

που πλησιάζουν πισώπλατα.

[Τα ακροδάχτυλά σου]

Τα ακροδάχτυλά σου
μικροί δαίμονες φτερωτοί
έδωσαν ξανά πνοή
στο ναρκωμένο σώμα…
Μέσα σε μια στιγμή
μια φλογισμένη διαδρομή
σε κάθε εκατοστό
ανταριασμένης σάρκας…
Λεηλατείς αχόρταγα αδιάκοπα
καταρρίπτοντας κάθε απόπειρα άμυνας…
Αποικία σου η κρυφή μου γή
κουρσεύεις αβίαστα πλέον
και την έσχατη σταγόνα θαμμένης ηδονής της…
Κορμί και ψυχή αιχμάλωτοί κι αυτοί
της δύναμής σου…
Δούλος σου πια ο νους ακολουθεί
πιστά κάθε προσταγή σου…
Υποταγμένη πλέον άνευ όρων

Ισόβια δική σου

ΒΡΟΧΗΣ Η ΘΥΜΗΣΗ..



Σε θυμάμαι κάθε που βρέχει..
Σε θυμάμαι…
με της βροχής τις στάλες,
υγρά χαμόγελα
χρωματισμένα με των χειλιών σου το μελάνι,
πάνω στο στεγνωμένο τζάμι της ψυχής μου να κολλάς..

Τι διάχυτη.. τι διεσταλμένη παρουσία...!
Όλος ο κόσμος μου εκεί..
αντίκρυ αφημένος, απ’ το στραβό, από το μουσκεμένο αχνάρι σου ..
Θαρρείς και προσπαθούσες, τη πίκρα της ματιάς μου να βυθίσεις μέσα στο άτεχνο, νερένιο σου,
φιλιών το νιόχτιστο αυλάκι ..

Καταμεσής της καταιγίδας, ξεχείλιζε η πεθυμιά σου για ουράνια ξαστεριά..
Για σύμπαντα με περιδίνηση ηλιοκαμένη..
Για δειλινά πορφυρογέννητα, με την ομίχλη ξεβαμμένη,
Για το δικό μου το χατήρι…
Για το δικό σου όνειρο τ’ αλαργινό..
Όπως αυτό της αναζήτησης, τ’ αποψινό..
Που μια υποψία βρόχινη, ντύνεται του ερωτισμού τις στάλες…
και διάφανη πίσω απ’ το τζάμι αφήνεται… στο γυάλινο στο απροσδιόριστο στο ολισθηρό σημάδι από ζωή…

Ήταν κι αυτό το άναρχο, το ηχηρό φιλί πάνω στο αδιαπέραστο, που έκανε τη διαφορά....
Σμουτςςς ο γλυκαμένος ήχος….
Γεμάτος μ’ όλα τα χρώματα και τα αρώματα που σε περίμεναν κάθε που έβρεχε η ψυχή…...

Κι αυτή η θρασύα πίκρα.... που όλο της έσπρωχνες το κεφάλι με μίσος,
στα κάτω αμπάρια του καιρού να την εναποθέσεις...
Αυτή, που όλο τίναζε τ’ ατίθασα σκούρα μαλλιά της...
μη και τα πάρει η ξεχασιά.... μη και από ελπίδες ποτιστούν...
Αυτή την αλήτικη πίκρα..την ανακατεμένη με πείσμα και χαμόγελο...
Αυτή που καθρέφτιζε τη δικιά μου...
Αυτήν θυμάμαι καλέ μου.... κάθε που βρέχει..
Αυτήν μου θυμίζεις....κι εσύ… κάθε που μια χαρακιά απ’ αστραπή μαστιγώνει
σαν μαγκωμένο γέλιο το τζάμι μου….

Πίσω του είμαι αγαπημένε μου…
Πίσω από σένα, ακινητοποιώ τις ταλαντώσεις απ’ τα ελλείμματα μου..
και σε προσμένω…

Έλα ψυχή μου….
Έλα να μου φωτίσεις με αστραπές χαμόγελου όλες τις υστερίες των σκοτεινών καιρών..
Έλα, κι ίδιων καυμών, σαν να μου φαίνεται…. πλεύσεις κακόηχες τώρα πως σχεδιάζονται στο εύφλεκτο στο εύθραυστο γυαλί….

Αχ.. κι αυτός ο γδούπος από το άδοτο φουρτούνας το φιλί…
Μόλις ανοίξω το παράθυρο
θανατεροί ωκεανοί, ρίχνουν τους θυμούς από τα τρικυμισμένα χείλη τους πάνω μου..
Πάνω στα εύθραυστα βράχια της ψυχής, σκούζει σαν λαβωμένος γλάρος η κραυγή…
Αφού η περισσότερη ζωή μου πίσω από χειμωνιάτικη βιτρίνα κατοικεί..
Πίσω απ' το θολωμένο της υπόστεγο,μια ύστατη χειλιών σου αχτίδα περιμένει..
Μια χειμωνιάτικη λιακάδα..όπως αυτή....σαν της βροχής που σέρνει τη μορφή σου πίσω από κάθε λιγωμένη στάλα....

Σε θυμάμαι κάθε που βρέχει...
Κι απόψε βρέχει πολύ...
Ξεχείλισαν παράπονο οι αιχμηρές σταγόνες της μοναξιάς....

Κι ο χτύπος τους κόβει αλύπητα το έρημο πρεβάζι...

Αριθμός Πληθυντικός

Αριθμός Πληθυντικός

Μ' αρέσει αυτός ο αριθμός...
Έχει όρια, θέτει πλαίσια, προσδιορίζει, περιορίζει, καθορίζει, διευκρινίζει ως που μπορείς να απλωθείς, να αγγίξεις, να εξερευνήσεις , να μάθεις.
Είναι ξεκάθαρος, αλαργινά οικείος, στιβαρά ρομαντικός. έρχεται από μια άλλη εποχή και εισβάλει στο Τώρα διακριτικά. Τον βρίσκω ερωτεύσιμο... άκρως! τον λατρεύω ..

Να χάνεσαι στο Εμείς και στο Εσείς..
Ν' αναπολείς τις αρχικές άκομψες προσπάθειες προσέγγισης..
Να νιώθεις την ένταση του "σας" ..
"Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε"
Να ζαλίζεσαι από την απόμακρη επιθυμία.
.....Ανεκτίμητος ο πληθυντικός αριθμός!

Μπροστά του ο Ενικός ακούγεται χυδαίος, υποτιμητικός, ασαφής, αδιάκριτος, εν τέλη ..απορριπτέος .
Δεν έχει ομορφιά, παρά μια βάρβαρη ασάφεια.
Δεν ξέρεις τι να σκεφτείς.
"Σε θέλω" , "Σε ερωτεύομαι", "Σε αγαπώ"
Μπορεί κάλλιστα να ψεύδονται....

"Σας θαυμάζω" ακούγεται πάντως πιο ειλικρινές...κι ας μην είναι!


Προτιμώ τον πληθυντικό.. με προστατεύει από ανούσια λάθη. με καλύπτει με ζεστές αντωνυμίες. Με γεμίζει προσδοκίες γνήσιας οικειότητας. Σκοτώνει τις φενάκες.

Απεικόνιση


Προϊόντος του φθινοπώρου
η πλαγιά έγινε βαθυκόκκινη
από λανθάνουσες παρουσίες,
εγώ τις λέω θλίψεις,
φύλλα παλιών χειραψιών
σε ανεμοβρόχι.

Όχι, δεν είμαι η ανάμνηση,
είμαι το υποκίτρινο που επιμένει.
Αν είναι να φυσήξει, είναι η ώρα,
τώρα,
που έχει ο μίσχος
την ψευδαίσθηση της αντίστασης
και τα συντελεσμένα
ενδύθηκαν την μεγαλοπρέπεια
του ενδόξου,
αυτά που μου ’λαχαν.

Πριν επιλέξουμε σέπια
και εκείθεν το χώμα
ας βυθιστούμε στην ωραιότητα
των διασκορπισμένων αισθήσεων.



Βαγγέλης Φίλος


Από την προς έκδοση συλλογή, Αλλιώς πώς;

Η ΛΕΞΗ ΑΓΑΠΗ


Κοιτάω απ το τζάμι την βροχή,
μελαγχολία....
συννεφα μαύρα σκέπασαν ,
τους ουρανούς,
παντού κακία....
ο άνεμος λυσσομανά,
λυγίζει δέντρα,
κι εγώ εκεί, παρατηρώ....
ζωή αφέντρα,
τρέμει το τζάμι και θολώνει....
κι εγω χαράζω,
μιά λέξη έτσι απλά,
στον νου μου βάζω....
αγάπη,
θέλω να την φωνάξω δυνατά,
φωνή δεν βγαίνει,
κάτι την γλώσσα μου σφιχτά,
την διπλοδένει.....
χαράζω πάλι στο γυαλί,
αυτή την λέξη,
αγάπη γράφω και κοιτώ,
πως θ αντιδράσουν,
όσοι διαβάσουν στο γυαλί,
λες να γελάσουν;;;;;
κάνω την τελευταία προσπάθεια,
φωνή θα βγάλω,
μα η φωνή μου πνίγεται
αχ τι να κάνω,
και τότε έτσι ξαφνικά,
λύνεται η γλώσσα,
ποιά λέξη ήθελα αλήθεια,
να φωνάξω;;;;;;;

ξέχασα κιόλας......

Η δίψα


Σε συνεπαίρνει η μαγική λιτανεία
των όμορφων πράξεων
πού λαχταρά η καρδιά σου.
Ξεκινά απ' τα υψίπεδα
αυτή η λαχτάρα
και κατεβαίνει στην πολιτεία
να πραγματωθεί.
Μα συναντά λάσπη
στους χωματένιους
μικρόψυχους ανθρώπους...
Και θέλεις να τους γυμνώσεις
απ' το βρώμικο μέσα τους
μα δεν μπορείς.
Κι η οδύνη που δεν γνωρίζουν
όλη πάνω σου τυλίγεται
σαν να 'ναι δικό σου το φταίξιμο.
Κι οι πείνες μέσα σου
πάμπολλες
μα η δίψα της έκφρασης
χειρότερη απ' όλες
τις πείνες και τις δίψες.
Δεν προλαβαίνεις να νιώσεις κάτι
και σκέφτεσαι κιόλας
πώς θα το πεις.
Γι' αυτό κουβέντιαζε
με τ' άστρα την νύχτα
με τα δέντρα την μέρα
με την θάλασσα
νύχτα και μέρα
στόμα με στόμα

χέρια με χέρια.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Σταγόνα από Θλίψη




Στο σπίτι υπάρχει πάντα μια αιώνια θλίψη.  
Η απαλή μυρωδιά της
απλώνεται  σαν διάφανο  ρούχο γυναίκας
σ΄ ένα ατσάλινο  σύρμα με δυο μαύρα μανταλάκια χελιδόνια
μα δεν στεγνώνει.
Κάθεται ανέμελη
πάνω στην φροντισμένη κεφαλή των λουλουδιών  του  κήπου μας
και άμοιρα εκείνα,  την αγκαλιάζουν  
έτοιμα από πανάρχαιο καιρό να θυσιαστούν,  
για το πρώτο γυάλινο βάζο σε κάποια γιορτή, σε κάποιο πένθος.
Όταν της ανοίγουμε τη ξύλινη πόρτα,
με το σιδερένιο πόμολο να χτυπά,  
ρυθμικά,  
σαν ήχος βαρύς και πένθιμος,
φεύγει και χάνεται
γίνεται,
φύλλο
ένα αστέρι,
σύννεφο
γίνεται χρόνος

χάνεται.

Τέτοιες παρόμοιες θλίψεις ζούνε στα σπίτια του κόσμου,
μικρές και μεγάλες πράσινες θάλασσες
άσπροι και γαλάζιοι ουρανοί χωρίς σύννεφα που κλαίνε.
Ταξιδεύουν με ξύλινα καράβια,
παίρνουν τις όμορφες πριγκίπισσες και τους ηρωικούς βασιλιάδες
απ΄ τα πανύψηλα κάστρα και τους μεταμορφώνουν σε όμορφους κύκνους
πάνω στις λίμνες, σε ήρεμους ποταμούς.

Μια σταγόνα κι η θλίψη πάνω στις λίμνες, στους ποταμούς.  
Μια δροσοσταλιά πάνω στις κεφαλές των λουλουδιών μας.

Κι ύστερα οι νεκρικές σπονδές,
στις αδειανές κάμαρες,
στους απελπισμένους δρόμους μας ,
στους τάφους των δωματίων μας.

Να ενδυθώ τη αιώνια θλίψη,
κόβοντας την κεφαλή των λουλουδιών ,
να κτυπήσω το σιδερένιο πόμολο της σεμνής κατοικίας
και να μου ανοίξει ένα χθες.
Να με υποδεχτεί με χνώτο που τρέμει.

Μα είναι η θλίψη!
Πως πάλι με πρόλαβε;





Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.