Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

Χρήστος Αναγνωστόπουλος (μικρή αναφορά)


Ο Χρήστος Αναγνωστόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ και Παιδαγωγικά στη Μαράσλειο Ακαδημία. Πρώτη του ποιητική εμφάνιση με δημοσίευση το 1983 (περιοδικό Ερουρέμ, αρ. 2). 

Ποιητικές συλλογές


α. Το 1984 κυκλοφόρησε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο "Λόγια παραμονής που έγραφα (στην Αλίκη)" (ποίηση, Δόμος 1984).
 
β. 1989: "Η απόλυτη σιωπή όταν το χιόνι δολοφονούσε τον κήπο" (ποίηση, Δόμος 1989), 
γ. 1996: "Ιστορίες της σιγανής βροχής" (ποιητικοί μύθοι, Καστανιώτης 1996), 
δ. "Η σιωπηρή αναχώρηση των εσπερινών μουσικών" (ποίηση, Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών 2001), 
ε. "Αργία" (ποίηση, Πλανόδιον 2010).
στ. Ένα παιδί λευκαίνει τα ποίμνια (2013)
ζ.Μπορεί και το ποτάμι να μην συναντηθεί ποτέ με τον περίπατό σου (2016)

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ ΕΥΤΥΧΙΑΣ / Γιώργος Αλεξανδρής


 Του  έδωσε το χέρι της
και κράτησε στη χούφτα του
της ζωής το λάμπρισμα
και την αιωνιότητα του χρόνου.
Στόχασμα ανερώτητο η επαφή
κι ανείπωτο κάλεσμα η σιωπή.
Την κοίταξε στα μάτια
και είδε στο βλέμμα της
σκίρτημα καρδιάς κι αδημονία
και της ψυχής την αγιογραφία.
Προσκύνημα ιερό η ομολογία,
ακολουθία η μύηση και τ’ όνειρο λατρεία.
Το σάστισμα, συνεσταλμένος λόγος
και η απόκριση ευφρόσυνη μελωδία
για το λευτέρωμα του δισταγμού
και τη λύτρωση του πειρασμού.
Μνήμη αυριανή τ’ απάντημα
κι η ταύτιση περίσσευμα ευτυχίας.
Το ρίγος, θάρρητα του  κορμιού
 και το φιλί η ευψυχία
στην αποζήτηση τ’ απόκοσμου
στη μοιρασιά και το ξόδι.
Κρησφύγετο οι αυλές της γης
και οι αύρες της ερωτικό δοξάρι.

          

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ: ένα άγνωστο ποίημά του


Αγαπάω ό,τι είναι θλιμμένο στον κόσμο.
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.
Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ’ ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.
Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στ’ όνειρό τους,
να φανεί απ’ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ άσπρο φτερό τους.
Τα καράβια που φεύγουν για καινούργια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά – αν ποτέ θα γυρίσουν πίσω
αγαπάω, και θα ‘θελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω.
Αγαπάω τις κλαμμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα,
αγαπάω σε τούτο τον κόσμο – ότι κλαίει
γιατί μοιάζει μ’ εμένα.

Το ποίημα ”Αγαπάω” γράφτηκε από τον ποιητή Νίκο Καββαδία σε ηλικία 18 ετών και δεν έχει δημοσιευτεί στις ποιητικές του συλλογές.
Αναρτήθηκε από awakengr.com

~ Άδηλοι καιροί ~ Γιώργος Ελ. Καραγιάννης


Η μέρα μια σκηνή
που κλείνει απαλά τις κουρτίνες της
με τους ηθοποιούς ν’ αποχώρησαν
ευχαριστημένοι.
Το έργο τέλειωσε
και δεν λυπάσαι πια
που μια μελαγχολία απλώνεται.
Ίσα ίσα μέσα σου κάτι σ’ ανάβει
κάτι σε συνεπαίρνει
γιατί τα πουλιά
που στάθηκαν στο φράκτη του λιμανιού
με ντεκόρ τα ροζ συννεφάκια
διατηρούν ακμαία την ελπίδα
πως το αύριο κάτι όμορφο θα φέρει.
Αλλά κανείς δεν ξέρει
πότε θα ζωντανέψει
πότε θ’ ανοίξει τα φτερά.
Άδηλοι οι καιροί
με βουβά τα συναισθήματα
κι αλλοπαρμένοι.

(Από «Της Ζωής μου Το Χρώμα», Εκδόσεις Αρισταρέτη, 2017)

.Οι μουσικές των άστρων / Γρηγορία Πελεκούδα


Οι νότες διατρέχουν στο χρόνο
ακροπατώντας στις ίνες της γλώσσας
η κάθε νότα δίνει αίσθημα στη φωνή
και το τοπίο αλλάζει μορφή
πολύχρωμοι άνθρωποι μοιάζουν
θαμώνες στάσιμης πραγματικότητας
ακούν τη μελωδία στο ρελαντί
της μουσικής και στο βάθος
ένας παλιάτσος να πηδά σαν κανίβαλος
τραγουδώντας, είμαστε ακόμα ζωντανοί
είμαστε οι λάμψεις όταν το φως γεννιέται
στην αναλαμπή των άστρων.

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

Νίκος Καβαδίας: Πέντε (5) Ποιήματα

Αντινομία


Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές
στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει
Θαλασσοκόρη του βυθού χίλιες οργιές
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι


Και σ' έριξα σ' ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε το αλάτι
μα εσύ προσμένεις απ' το δίκαιον ουρανό
το στεργιανό το γητευτή τον απελάτη


Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τ' άσπρο χαλίκι

**

Αριάδνη στη Νάξο

Με το καράβι του Θησέα
σ’ αφήσαμε στη Νάξο γυμνή,
μ’ ένα στα πόδια σου
θαλασσινό σκουτί. 


Σε ποιες σπηλιές εκρύφθηκες
και πώς να σε φωνάξω,
κουστάρω κι’ όλο με τραβάει
μακρυά το γκαραντί.

***

Γράμμα ενός αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...


Είναι καιρός όπου έπληξα διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία


Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε
και τ' άκουσα, στην κάμαρα σκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου σταματούσε


Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος
μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος


Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: Το Μάρτη...


Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει


Να πεις σ' όλους τους φίλους χαιρετίσματα
κι αν τύχει ν' απαντήσεις την Ελένη
πως μ' ένα φορτηγό πες της μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει


Αλήθεια, ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει


Αλέξη, νιώθω τώρα πως σε κούρασα
μπορεί κιόλας να σ' έκαμα να κλάψεις
δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μια απάντηση
μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...

****
Έχω μιά πίπα

Έχω μια πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
όπου πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ' εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.


Και μου 'πε αυτός πως μια φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη - λέει - αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.


Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μια γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.


Και πότε μια ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μες στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτο Αράπη μεθυσμένο.


Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μια γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο να αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
να 'χει μια πίπα - όπως αυτήν εγώ - και να καπνίζει.


Έχω μια πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: "Θα 'ναι μαγική". Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;

*****


Καφάρ

Να ζείς στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και να 'χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ' το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.
Αλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι το ίδιο πια να μένεις στην Ελλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.
Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
μες στα ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Ραγκούν
είν' ένα πράγμα που σκοτώνει τους αρτίστες.
Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλας
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.
Στην Ταϊτή έζησε μήνες κι ο Λοτί,
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.
Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή,
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.
Η αυτοκτονία, προνόμιο πια στα θηλυκά -
κάποτε κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία κι αυτά τάχουν νοθέψει.

Ο Νυχτοπαρωρίτης: Παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κατσαλίδα


«Ωόν αργύφεον» / Σαλίβερος Νικόλας

Mεταφυσικά
«Ωόν αργύφεον»

(Χθονὸς µὲν ἐς τηλουρὸν ἥκοµεν πέδον,Σκύθην ἐς οἷµον, ἄβατον εἰς ἐρηµίαν=Αισχύλος=
Να παμε στα πέριορα τ' αλαργινά του κόσµου στους έρηµους κι απάτητους  Σκυθικούς δρόµους.)

Ποτέ δε γίνεται μήτε να αποδεχτεί
να κάνεις Φίλος σου , το χάρο,
σαν η αγκάλη του, κοιτάζοντάς σε ,θ’ανοιχτεί
και θα σου πεί: Ήρθα για σε πάρω

Αποδειγμένα η ζωή είναι ωραία,
 κήπος φαντάζει του παραδείσου,
μα είναι κάθε  στιγμή μοιραία,
στη σκέψη της άδολης αβύσσου

Παλεύεις μια ζωή, πολλά  να αποκτήσεις ,
γιατί νομίζεις έχουν αξία.
Αγόγγυστα, με ό’τι η μοίρα σού’ταξε να ζήσεις
γιατί τα πιότερα είναι ματαιοδοξία.

Αγάπη, λύπη ,χαρά και προφορά, αναλογίσου
αυτή στ’ αλήθεια η ζωή σου .
Τον εαυτό σου κρίνε πριν φτάσει η φυγή σου,
θυμήσου πως τίποτε δεν κουβαλάς μαζί σου

Εγγόνια  στα χέρια σαν κρατήσεις
και με αγάπη, στοργικά φιλήσεις,
την υστεροφημία σου, θα ικανοποιήσεις
αν και το ξέρεις, δεν θα ξαναγυρίσεις.

Ευχαριστώ να λές, σαν βλέπεις ήλιο, κάθε μέρα
γιατί ο  νεκρός ποτέ του  δεν θρηνάει.
Εδώ βρεθήκαμε και ζούμε ,με βάση τον αγέρα,
και με τον θάνατο, νέα ζωή αρχινάει

Θα έλθει ώρα που θα γίνει το « φοβερό το βήμα,»
όπου θα πάψει της ζωή σου η πνοή .
Στη σκέψη πως θα βρεθείς, σε σκότους μνήμα,
συγγνώμη ζήτα , σ’ότι δεν έδωσες στη ζωή.

Θρησκείες κι’ επιστήμες, δεν δείχνουν ευκρινώς,
ο κόσμος πως ξεκίνησε πραγματικά.
Τι πρώτιστα γεννήθηκε : η χήν ή το ωόν χηνός,
ή με σμίξη-σύγκρουση πυρός και  χάους , ερωτικά.

Πάντα ο άνθρωπος θα ψάχνει την αρχή του
κι’ επιστήμη τον αφήνει ενεό .
Από τη φύση είναι τούτο  διδαχή του,
να πιστεύει και να ψάχνει ένα Θεό.

Κύματος Μύστης /Σαλίβερος Νικόλας



Κύμα ωκεανού αγνό,
δικαιοσύνης κύμα,
στο πνεύμα το γυμνό
δώσε αγάπης βήμα.

Λύτρωσης εξαγνισμό,
Μύστης, ανθρώπων θύμα,
ζητά, με εναγκαλισμό
του ήχου σου, το νήμα.

Κύμα με μοναξιάς φανό
είσαι ψυχής το ποίημα,
στη ρίμα του μένει κενό
του άδικου το μνήμα.

Κύμα θαλάσσης φωτεινό,
δικαιοσύνης κύμα,
καθρέφτη έχεις ουρανό
και τη αλήθεια σήμα.

Κατακλυσμός αγάπης /Σαλίβερος Νικόλας




Με πότισαν με το λόγο «τα πάντα  ματαιότης»
και στο «ισχύον» μένω, ποταχτικός στρατιώτης.
Με κλείσανε σ’ενα κλουβί, δήθεν ελευθερίας.
κι’αρνούμαι κάθε δύναμη της αυτοεξορίας.
Γνωρίζω σκέψη απαιτεί του Γόρδιου η παγίδα,
το θάρρος όπλο,στα δεσμά του μάταιου,κι’ασπίδα.

Ποιός τάχα τον κόσμο κυβερνά και μελλοντολογάει,
ποιός εδωσε στον άνθρωπο το δίκιο να βλογάει.
Γιατι  τη φύση πολεμά, αφού παιδί της είναι
και του γονέα την τιμή, κινεί  για θεαθήναι;
Γιατί ο καλός ξορίζεται στου Δαίμονα το σπίτι,
σαν όλοι άπαξ γεύονται ,και  «φως» κι’αποσπερίτη.

Αυτό που ΄βγαίνει τελικά, μέσ ‘από μίσους λάσπη,
του Φοίνικα είναι η παν-ζωή, που λέγεται αγάπη.

Bonsaistories:Τελικά αποτελέσματα 6ου Διαγωνισμού Διηγήματος

Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ απονέμεται στην Αρχοντούλα Βαλλιάνου για το διήγημα «Κάτω»
Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ απονέμεται στον Παναγιώτη Κωδωνά για το διήγημα «Μια νύχτα του Δεκέμβρη»
Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ απονέμεται στη Χρυσούλα Πλοκαμάκη για το διήγημα «Αγναντεύοντας τα θάλασσα»
ΕΠΑΙΝΟΙ (με αξιολογική σειρά)
Στέλλα Κουρμούλη για το διήγημα «Πικρό»
Ελένη Τσακιρίδου για το διήγημα «Ιριδισμοί θαλάσσης»
Έλενα Στεργιοπούλου για το διήγημα «Δυο στάλες»
Γιάννης Γερογιάννης για το διήγημα «Οι στάχτες»
Αικατερίνη Βέρρα για το διήγημα «Στα τσακίδια, Θανασάκη»
Στέλλα Δέδε για το διήγημα «… μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας…»
Πανωραία Χριστοπούλου για το διήγημα «Η θάλασσα, η βάρκα, η οικογένεια»
Τόνια Κοντοπούλου για το διήγημα «Γιατί δακρύζεις, ψυχή μου;»
Ολυμπία Θεοδοσίου για το διήγημα «Υδάτινο είδωλο»
Χαράλαμπος Κατσάρας για το διήγημα «Σπονδή στον έρωτα ή η προδοσία των ονείρων»

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2020

ΠΟΛΙΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ / ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ.


Στις φλέβες, κουβαλώ τη γη μου,
στο πρόσωπο τον ήλιο,
στο στήθος την νοσταλγία,
προχωρώ σταθερός κι ανέγγιχτος
και μιλώ με τα αγριοπούλια και τη θάλασσα,
νοσταλγώντας,
το γαλάζιο ουρανό της πατρίδας,
το χώμα που έγινε άνυδρο,
τον καπνό, τον ολόλευκο, να βγαίνει απ’ το πλοίο
ή απo ένα μαντείο, που το λένε «Δελφοί».
-κατοικία του ήλιου, κι ομφαλός της γης-.
Λαμπερός ο ήλιος, μας πορφύρωσε
κόκκινες πολιτείες ντυμένες στο χρώμα του,
υπομένουν στωικά τα καυτά χάδια του ήλιου,
στις αφιλόξενες γωνιές της Παλμύρας,
άλλοτε, σ’ ένα καραβάνι με βεδουίνους
παζαρεύοντας ανθρώπινες αδυναμίες.
κι άλλοτε πάλι, στην Αλεξάνδρεια και στον Πόντο,
ποντίζεις το καινούριο πλεούμενο
έλληνας κοσμοπολίτης και πολυτάξιδος
ταξιδεύεις στη χώρα του ήλιου..
με επιμονή μεταφέρεις μετάξια της Κίνας
έβενο και λιβάνι απ’ την Παλαιστίνη,
ζωής αρώματα κι επιταγές της μοίρας.
Το μαντείο δε δίνει πλέον χρησμούς
το «λάλων ύδωρ» σωπαίνει
σ έλουζε τότε η θάλασσα
κι η αρμύρα σε καλεί και σου λέει :
«Μέγα το της θαλάσσης Κράτος»
Αττική τριήρης, δρύινο έμβολο,
ναυμαχείς, τους νικάς κι ενδίδεις.
φόρεσες προβιά του ήλιου στο πρόσωπο ,
ανεμόπτερο η σκέψη, γρανάζι της μοίρας
«τριήρης της φυγής» μ’ ένα όνειρο,
σ ένα κόσμο «χλιδής» και «σαπίλας»
Ο ασκός του Αιόλου σαν άνοιξε
-ναυαγός η ανθρωπιά, δε θα μείνει-.
στα καράβια φορτώνεις τα όνειρα
- και κρεμάς φυλαχτό σου τη μνήμη-
Στην ξενιτειά γυρεύεις την τύχη σου
το στάρι πατρίδας θυμάσαι
χρυσές παραλίες και όστρακα
μα εσύ την πατρίδα θυμάσαι.
Πατρίδα δεν είναι τα χρήματα
του Αρταξέρξη η αυλή, τα «προικώα»
Πατρίδα μας είναι ο Άνθρωπος
η ψυχή του λαού και το χώμα
Δεν είναι βέβαια οικόπεδο
τα χωράφια, οι ελιές και τα σπίτια
είναι η σκέψη του Πλάτωνα
είναι η «γλώσσα μας» και η συνήθεια
Είναι η «πατρίς» το καράβι μας
η ανάσα, η ψυχή, τα «τραγούδια».
Γλύπτης ο χρόνος, στην ανθρώπινη ύπαρξη,
τα σύννεφα λύσανε τα πανιά τους,
πέτρωσε την ψυχή σου ο ήλιος,
και σου έφερε, νέα πατρίδα και νέους ουρανούς
Μελβούρνη –Σικάγο- Στουτγάρδη.
Ένα θλιμμένο φεγγάρι, οδηγούσε τη στράτα σου
κι ένα κοπάδι από άστρα στην αγκαλιά σου
Τις νύχτες, γύριζες στις ερημιές κι έβαζες άστρα,
τις μέρες έδιωχνες τους ίσκιους και φύτευες γνώση
και με δάκρυ τα πότισες.
Έσπειρες το κλάμα στη θάλασσα
και το κύμα αγρίεψε ξεσηκώθηκε
δάκρυσε ο ήλιος και χάθηκε
μια δροσοσταλίδα σε πότισε.
και μ’ αλέτρι του ήλιου όργωνες την έρημο
κι έσπερνες τα παιδιά του Παρθενώνα
και της Αγάπης.
Έσπειρες αγάπη στη θάλασσα
κι έβγαλες ειρήνη και δάκρυα.
Έσπειρες το στίχο στα στήθια σου
κι όλα φως κι ελπίδα ζωντάνεψαν.
Πέταξες χαλίκια στη θάλασσα
και τον κάτω κόσμο λευτέρωσες.
άνθισαν τα αμπέλια της θάλασσας
κάρπισαν οι κόρφοι των γυναικών .
έσμιξε η γη με τη θάλασσα
κι έσμιξαν πατρίδες και όνειρα!!! 

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ : Χαϊκού για το φεγγάρι και το φως

ΦΕΓΓΑΡΙ
Στις ασημένιες Θάλασσες του φεγγαριού Γελούν τα παιδιά
ΦΩΤΑ
Δίχως αρνήσεις Έρχεται η νυχτερινή Χαρά των φώτων
ΦΩΣ
Η νύχτα φεύγει Από τους ονειρόκηπους Έρχεται το φως
ΚΟΣΜΗΜΑ
Χρυσό φεγγάρι Του έρωτα κόσμημα Στ’ αγνά στήθη
ΑΓΓΕΛΟΙ
Όμορφη νύχτα Οι άγγελοι τραγουδούν Για το φεγγάρι

ΤΙ ΚΑΛΑ ! / Χρήστος Κουκουσούρης


Περάσαμε καλά δεν το κρύβω
με σεμνότη το κεφάλι μου σκύβω
και τα σέβη μου για κείνον πολλά.
Σαν πανόπτης εκείνος ορίζει
και η γη αενάως γυρίζει
τι καλά.!
Δεν μας πήραν πολλά, κάτι αφήσαν
με μια νέα πνοή καθορίσαν
δεν θα πάρουμε φέτος κιλά.
Το πολύ ‘’ως γνωστόν’’ μας σκοτώνει
η πατρίς έχει ανάγκες κι απλώνει
τραχανά !
Ως το τέλος αυτής της θητείας
με μικρές οιμωγές ασωτίας
και με άλλα πρωτίστως καλά
θα σηκώσουμ’ εθνικά το κεφάλι
θα ‘χει φύγει από τη μέθη κι η ζάλη
ω! λαλά.

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΕΚΡΗΞΕΩΝ / Λάζαρης Νίκος



Αττική

Φορώντας το γκρίζο μεταλλικό χιτώνα
αιωρείσαι στην πρωινή πάχνη
με τις πληγές σου δυτικά να αιμορραγούν
και τα ραντάρ απ' τις κορυφές
να σ' επιβλέπουν.

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2020

ΧΡΥΣΟΚΟΚΚΙΝΗ ΦΥΛΛΩΣΙΑ / Γιώργος Καραγιάννης


Ίσα ίσα που προλαβαίνω τώρα στο τέλος
ν’ ακουμπήσω τα φύλλα μου στη λίμνη
όπως λειτουργούσα πάντα.
Αν και τα κακόμοιρα έχουν χάσει
όλη σχεδόν τη χλωροφύλλη
κι έχουν υποστεί
τόσες τροποποιήσεις στο χρώμα τους
που την υγρασία τη θέλουν
μήπως μετά την ύστατη προσπάθεια
ζωντανέψουν ξανά.
Είναι τόσο παλιές αυτές οι αγάπες
που δεν μ’ αφήνουν
ούτε και με την τελευταία μου φυλλωσιά
τις συνήθειες ν’ αλλάξω.
Κι ας γέρασα
και τα κλαδιά μου βάρυναν
και δεν τα συγκινεί η θωριά μου
εγώ δεν θέλω μόνο να καθρεφτίζομαι
αλλά και να εφάπτομαι στα νερά
ήρεμα να ξεκολλήσουν όλοι οι μίσχοι μου
σα βάρκα χρυσοκόκκινη να φύγω
μαζί με όλα τ’ άλλα αδέλφια μου
-χωρίς να θέλουμε-
θα πάρουμε το δρόμο της απώλειας
χωρίς γυρισμό…

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2020

ΠΑΡΑΜΟΝΗ / Ελένη Γαλάνη



χαράματα ξεκίνησαν οι ετοιμασίες
ψώνια, πλυντήρια, σίδερο, έπρεπε να ετοιμάσει το επίσημο φόρεμα
για την έξοδο, για τη μεγάλη νύχτα έπρεπε
να προλάβει έπρεπε να στολίσει, να στολιστεί
ένα θηρίο ήταν –ανήμερα–
ήρεμη όμως την περίμενε την Παραμονή θαρρείς
σε όλη τη ζωή της ώσπου το βράδυ αργά
μετά που το γλέντι σχόλασε
όταν εκείνος κοιμήθηκε άναψε
το τελευταίο τσιγάρο
της απαγόρευαν το κάπνισμα
οι γιατροί «Τι ξέρουν διάολε. Γεννιόμαστε μία φορά»
γελούσε. Όμως εγώ
την είδα να πεθαίνει πολλές φορές
μες στα πολύχρωμα φώτα έμοιαζε
κατάπληκτη είχε ένα κοριτσίστικο χαμόγελο στα μάτια
την προσμονή μιας γιορτής
που δεν άρχισε ποτέ και ένα θαύμα μικρό
που δεν έζησε.


αναδημοσίευση από: https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/13407-new-christmas-poems

ΠΡΟΦΗΤΗΣ / Ανδρέας Κεντζός



Διπλή βάρδια δουλεύαμε
Χριστούγεννα γαρ
ξεθεωμένοι αμίλητοι
Αδειάσαμε την αποθήκη
και μέχρι να έρθουν οι νέες παραλαβές
τα μάτια μου χωρίς να το θέλω έκλεισαν
«Άχρηστο ζώον»
Πετάχτηκα πάνω ακούγοντας τη φωνή
Ο προϊστάμενος!
Κοίταξα το ρολόι
Ούτε λεπτό δεν πέρασε
Ούτε λεπτό κι εγώ είχα δει
τι έγινε γίνεται και θα γίνει
Για να με πιστέψει μάλιστα
του είπα πότε θα πεθάνει και πώς
«Άχρηστο ζώον» – αυτός απτόητος


αναδημοσίευση από: https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/13407-new-christmas-poems

Περι ψυχής / Σαλίβερος Νικόλας



Θέμα άφθαστο σε « βάθος»........
Και χωρίς φόβο και πάθος,
θα αποτολμήσω
ν’αναλύσω,
με λόγια Σοφών στη γλώσσα μας γραμμένα
και δικά μου «σοφίσματα=γρίφους» με δέος καλυμμένα.


Θα αρχίσω με τον αρεστό κι’ εύκολο μύθο
που τη φαντασία τρέφει πάντοτε ενσυνειδήτως
και αφού αναντιρρήτως,
της «ψυχής» φρουρεί τον «πολύτιμο το λίθο».

Ερωμένη ήταν,λέει,του Ερωτα η Ψυχή.
Μα δεν είναι ο έρωτας κάθε ζωής «ψυχή»;
Kι’αν πιότερα θελήσετε στον Απουλήϊο θα βρήτε,
αφού το δικό μου το «κιτάπι» τον ..στερείται.

Ψυχή( λ)=(Ψύχω),πνοή,ανάσα νόησις’νούς..
και μέρος-ένδειξις αυτής, το «Αϋλον’Αγιον»Πνεύμα.
Πνεύμα του κόσμου(Αnima mundi) και έδρα του «θυμού»,
έδρα του καθαρμού.
Θέμα-ερώτημα «τοις πάσι».
Και στη βάση,
ακατανόητο, μα και πολλαχώς απο σοφούς και μη, διερευνητικό,
δι- ερωτηματικό
και δια κρίσως και επιστήμης  ερμηνευτικό.

Γρίφος οντολογικός σε γαλαξία άδηλο και  μεταφυσικό.
Που άρχισε το αιώνιο της σύγχυσης ταξίδι του,
ίσως όταν στη θάλασσα ο δελφίν ,κολύμπι έκανε παρθενικό
κι’ο άνθρωπος χρειάστηκε θεμέλιο για την πίστη του.
  
Ορφέας, Όμηρος, Πλάτωνας ,Αριστοτέλης πρίν,
μα και ο Χριστός κι’αλλοι σοφοί κατοπινοί και νύν,
είπανε , πως το  πνεύμα σαν « μέρος» της  ψυχής
μαζί της « ζεί» και μετά θάνατο.. «άψαυστος-αόρατος»μα ζωντανή.
Το σχήμα έχει του «ζώντος» μέσα που κατοικεί
Κι’όταν η σάρκα λιώνει,
την ψυχή-πνεύμα,λευτερώνει........

«Πεταλούδα» ολούθε όπου μετοικεί.
στόν Αδη’κάτω, είτε στον ουρανό-Θεό επάνω.
(Αλλος πίστη έχει στα γήϊνα κ’αλλος στον «κατ’-Επάνω»)
Κι’η πεταλούδα,αν κι’έχει χρώματα πολλά,δεν είν’ διευθαρμένη.
Ο «άνθρωπος»όμως, πούχει την κρίση δώρο της «Φύσης»
 «χωρίς αιδώ» ,δίχως του μυαλού απο-πλύσεις ,
αβίαστα,την ψυχή του ,ευτελή, σκληρή κ’ανάξια την κατατείνει.
Ο Πλάτωνας,τη λέξη,προσωπικά ετυμολόγησε
Και ομολόγησε
«Το εμ-ψυχο είναι έμ-βιο,εναι ζώον.......είναι
Αρχή ζωής..που δίνει κίνηση στο σώμα,με του νού διακονία,
αφού η ίδια «Κοσμική Ψυχή» αυτο- κινείται
και του «Κοσμικού Νού» προηγείται.
Είναι,κατά τον Πλάτωνα του «Κόσμου η ψυχή»,
η ένωση τριών μειγμάτων,
(των πρώτων ίσως θαυμάτων)
τα ενδιάμεσα, της αδιαίρετης και αμετάβλητης Ουσίας,
της διαιρετής ,μεταβαλλόμενης των φυσικών σωμάτων(Ταυτότητας=Ταυτόν) Ουσίας
και της δύσμεικτης διάμεσης διαφοράς(Θάτερον) των δύο ανωτέρω
(απλά κι’γώ,μεταφέρω)
Όλα μαζί  εμείχθησαν
απ’το Δημιουργό-
Θεό.
Ουσία,δηλαδή,Ταυτόν και Θάτερον.
(και όσοι-κατά Βρετάκο- «λευκοφόροι εννοείτωσαν»).

Και κατ’Αρσιστοτέλη έχομε έναν ακόμη ορισμό
Που αναντίρρητα δεν νοούμε αφορισμό.
«Πρώτη,λέει,είναι εντελέχεια(=τέλεια ενέργεια)=
Το τέλειον,το τέλος της πρώτης ατελούς ενέργειας=της μετάβασης
απο το είδος-τη νοητή ουσία κάθε πράγματος- στην ύλη.
σώματος φυσικού(ουχί τεχνητού) οργανικού(που ζεί).
Το είδος και η ουσία το σώματος
και επομένως η ψυχή,είναι αχώριστη απο το σώμα»
Ψυχή=Αρχή ζωής και κίνησης=αιτία μοναδική
Ψυχή=Αιτία μορφής και ,ατομικότητας=Αιτία ειδική
Ψυχή=Αιτία κίνησης,ύψωσης του σώματος στην αλήθεια=Αιτία ποιητική.

Είναι του «Δημιουργού» παν’τέλεια «εναντίων αρμονία».
Και σύ «Ανθρωπε» με «νου» κι΄οχι «θυμό»δώσε δική σου ερμηνεία.

Είναι η ψυχή ,ο Πυθαγόρειος αριθμός,το «Ενα»;
Η μήπως τα «ενάντια» αδιαχώριστα σε ένα;
Θερμό=Ζέον=Ζωή;
Ψυχρό=ψύχω=ψυχή;
«Το γαρ αυτό νοείν,εστί και είναι»;Παρμενίδης ο εξ Ελέας-υιός
Και το «εκ δανεισμού».. «Σκέπτομαι,άρα υπάρχω»:Καρτέσιος



Ψυχολογία(λ)=επιστήμη που της ψυχής μελατά
τα φαινόμενα.......
Και πλείστα όσα τα..παρελκόμενα.
«θαύματα» της επιστήμης.. τω όντι
(μονάχα που θαρρώ σχέση έχουν με το τι..μασά το δόντι
κι’όχι με το «πρώτο»το στοιχείο-αιτία που η ψυχή υπάρχει.)

Ψυχής-ιατρός,ψυχής θεραπευτής,αναλυτής και ψυχολόγος
Και κατ’επέκταση κάθε «σωτήρας ..φυσικός και αστρολόγος».
Του Ψυχιατρείου συμπεριλαμβανομένου
(Φαιδρός μανδύας κάθε  μυαλού προδομένου)

Ψυχή( λ)=κάθε μεταφορά της λέξης,
όπως μπορείς και συ  να έπιλέξεις,
προκειμένου την «αρχή», «το μεγαλείο»,το «μοναδικό»
«τη δύναμη»,τη «χαρά» μα και το «τραγικό»
να αποδώσεις ,
χωρίς να προδώσεις...
και τότε ίσως, μόνος την ψυχή σου σώσεις.

Ο Επίκουρος αντίθετα φωνάζει,( «φωνή βοώντος».)
Και είναι όντως;
η  ψυχή, ωσάν το σώμα,
θνητή, που μαζί του πέφτει στο αιώνιο κόμμα;
Μα κι’αν ακόμα εί’ανάμικτη απο φωτιά κι’αέρα
πνεύμα και αισθητική,
έστω και η πολύχρωμη ποιητική,
τον γρίφο της ψυχής αβίαστα δεν λύνει.
Της ψυχής η ευφροσύνη,
είναι το «Λάθε βιώσας».Μ’αχάλαστη  γαλήνη,
την ψυχή σου σώζεις, όταν η ζωή στη σωφροσύνη βαίνει,
κι’αν τον φόβο και την αβελτηρία αποφεύγεις
και η «Τιμή» και η «Δόξα» δεν σε βαραίνει,
κι’αν..σε «κήπο περιπάτου»,περίσκεψης κι’αυτογνωσίας καταφεύγεις.

Απιαστος ο αριθμός σοφών τε και..σκεπτικιστών
του «μύθου»της ψυχής..περιπατητών,
Ελλήνων και φιλ’Ελλήνων μελετητών.
Πυθαγόρας,Πλούταρχος και Ξενοκράτης
Φρόϋδ και Χήθ  Θωμάς ο αριστοκράτης.
Κι’αν μόνο κάποιους εμελέτησα «χύδην» ..εξ’ επιθυμίας
«Απαγε, απ’ εμού ,της βλασφημίας»

Ψυχαγω(λ)τα λεξικά-αρχαϊκώς και νύν)=
Οδηγώ τας ψυχάς των νεκρών στον Αδη..
Μακάβρια ομολογουμένως.. αποστολή-διαδικασία.
Πρός τούτο, δοκώ,την πιότερο ευχάριστη έδωσαν σημασία,
οι τότε κι’οι κατοπινοί,στη λέψη την παράγωγη:


Ψυχαγωγία=ανάκληση της ψυχής απ’τον Αδη,
με «φίλτρα μαγικά»..που τέρψιν φέρουν.
Πως αλλιώς του Χάρου να νικήσεις την «πράξη» την ανάγωγη. 
Μήπως όμως όλοι μας με τα «μαγικά»,
γινόμαστε θεληματικά:
Ψυχαπάτες(τα λεξικά)=Εξαπάτες της ψυχής.
Αρα αυτο-εξαπατούμεθα.

Μετεμψύχωσις( λ)=μετοίκησις ψυχής σε άλλο σώμα.
Ερώτημα άλυτον,στις αισθήσεις και τον οδηγό τους το όμμα.
Σοφοί, «παράσοφοι» ,εκμεταλλευτές, ανερμάτιστοι και πολλές θρησκείες,
«λύση» δώσανε στο θέμα,με δοξασίες , σκεπτικισμό, μα και με βλακείες.

Αρχισα λοιπόν,όπως είπα μ’ένα μύθο,
μα η αλήθεια πίσω από ασήκωτο βρίσκεται λίθο.
Και επειδή η ζωή δεν επιστέφει,
ας αφήσουμε τον μύθο να μας τρέφει.
(Απόκριση, λογάω ,όπως πολλοί θνητοί,δεν βγάνω,
αφού δεν θωρώ τι θ’απογίνω σαν αποθάνω).

Μονάχα τούτο τελικά εικάζω,
(μέσα στο χωρόχρονο που υπάρχω..Μυρμηγκάκι η ζωή,
αναλογίζομαι. Στην εξέλιξή της, μια ανάσα,μιά μόνο πνοή.)
και το «τέλος»*περι της ψυχής* μας βάζω.

«Αν-αίσθητος» αγέρας είναι η ψυχή ,άγγιχτος ,μαζί μας κάθε ώρα...
Είναι « η έκτη αίσθηση» τάχα του Πυθαγόρα;
Ή μήπως είναι του μυαλού η αχανή η χώρα;
Μπορεί και της ελπίδας η δύχτινη να είναι η αιώρα,
όταν ο «ύπνος ο αιώνιος» φέρει την ξαστεριά, στης ζωής τη μπόρα

Oλους μας,ξαναλέω, τρέφει και μας ζεί της ψυχής ο « μύθος»
Γιατι άλυτος  παραμένει, του θάνατου ο γρίφος.

Οσο, όπου,όποια και καθότι, ζωή υπάρχει στους αιώνες,
-συμπέρασμα προσωπικό
κ’ουχί ρητορικό-,
της απέθαντης ψυχής, τη ζωή, θα διέπουν οι κανόνες.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.