Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)




ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤ
ΑΚΗΣ

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Πτολεμαϊδα…




Τα λέω όλα είναι όπως είναι· αυτό
Είναι μια σχέση που ποτέ δεν με κούρασε· οδηγώ
Λιγάκι έξω από την Πτολεμαϊδα· ο ουρανός
Είναι σκλάβος της φθινοπωρινής βροχής· οσμίζομαι
Ηλεκτρικά φορτία
Που απογυμνώνουν την γη από τα ντελικάτα ορυκτά της· ηλεκτρισμός
Είναι όλος μας ο πολιτισμός.
Στον καιρό πάνε οι παρομοιώσεις και χάνονται
Όπως του ανέμου η αψάδα που σε πλησιάζει
Αλλά είναι κιόλας αργά:
Πέμπτη δοκιμασμένη που ανάμεσα από τα βουνά και την καμπίσια
Θαμπάδα, ανεβαίνω υπερσκελίζοντας
την Ελασσόνα, σαν μια φύση
Διονυσιακή, μαγνητίζοντας
Κι άλλο τον νου, κι άλλο τα μάτια μου
Να βρω εκείνο που μου έλειψε κι όμως η τύχη
Ευνοϊκή ξανά και πάλι μου το φέρνει…-
Το τοπίο σκληραίνει την φύση μου. Το φθινόπωρο
όλα τ’ αγιάζει.
Οι κοινωνίες κόπτονται για μια ιδιοτέλεια που σκλάβωσε τον νου πιο πολύ
Απ’ ότι ο ανθρώπινος φόβος. Οι κοινωνίες
με την τεφροδόχη τους της λογικής. Οι κοινωνίες
τα άντρα των ρουφιάνων.
Χάνομαι μες τον νου μου. Χάνομαι
και που δεν θέλω να χάνομαι
Ο λιγνίτης σπιθίζει, ίσως γύρω μου, ίσως μέσα μου, ίσως παντού.
Το άζωτο επαίρεται για μια δική του κοσμογονία.
Η φτώχεια γκρεμίζεται από έναν πλούτο της γης.
Η φτώχεια θέλει την μάζα της πολλαπλασιασμένη.
Η μακεδονίτικη στόφα είναι μια αφετηρία που κινεί τα πράγματα
κατά ένα αμφίρροπο δοκούν..




                                                  Πτολεμαϊδα 19.9.2014

καλύτερα έτσι



που πήγαν οι συντρόφοι μας οι καρδιακοί..
λίγες οι μέρες κείνες που θυμάσαι με φως
τραβούσαν θαρρετά με το γέλιο στ'ανηφόρι 
κοιμισμένη δύναμη η ψυχή 
ορίζει τη μοίρα της κι ακολουθεί ...

τ'αλφαβητάρι της ζωής μαθαίνουμε απ'τα γεννοφάσκια μας
με το συλλάβισμα να σέρνει τη σκουριά μας στους αιώνες...

όπως και νά'χει,...
εσύ προτιμάς κείνους τους κολασμένους 
αλλά με την ανθρωπιά στο κούτελο
καλύτερα έτσι....
παρά εκείνους με τις λεπτεπίλεπτες ανάσες
και τα γιάλινα βλέμματα 
το φως απλώς τους βλέπει, δεν τους αγγίζει
όταν μάθεις να σπας τους βράχους όλα τα χρόνια  σου
κρυφά τα βράδια τρυπώνει η ηλιαχτίδα στα σκοτάδια 

κι αν με ρωτήσεις τώρα να σου πω γιατί τα γράφω όλα τούτα
μη με ρωτάς καλύτερα...
ψέμματα θα πω

σίγουρα θα θέλεις να ξέρεις πως είσαι κι εσύ ένας απ'αυτούς
δεν ξεχωρίζεις μέσα στο πλήθος
ποιοι είμαστε, γιατί είμαστε, που πάμε....
μονάχα η άρνηση λειτουργεί μέσα σου περίεργα ...
αυτή σε κρατάει διαυγή
γιατί τότε γίνεσαι παιδί 
κι εκεί βρίσκεις τη φαμελιά σου...
πρώτη φορά που νοιώθεις ήμερα.....τα μάτια σου

Σκηνικό…

Νωρίς που νύχτωσε!    Όσα θάρρητα είχα τελείωσαν.
Χαϊδεύω τον βασιλικό κι ευωδιάζει.
Οι χήνες του αέρα    κινούνται κατά τον νοτιά.
Στο σάλιο μου η καραμέλα της μελαγχολίας λιώνει.
Χάνω και πάλι τον προσανατολισμό.
Έχω ένδεια.    Δυνάμεων και σύνεσης.
Παρεκτρέπομαι νομίζοντας κάπου θα φτάσω.
Βουβά πυροτεχνήματα αστράφτουν μες τον ουρανό της νύχτας τα αισθήματα.
Στο αμαξάκι μου επιβιβάζομαι και τραβώ

Κατά των σβιλάδων τον εύμορφο Ζέφυρο!

Εσπασε




*
Ας είναι λάθος.
Προπαντός αν είναι λάθος.
*
Να προσέχεις τα ερωτηματικά - στάζουν.
*
Ανάμεσα στο θαύμα και στο φόβο
Δεν απαντάει κανείς.
*
Είναι λάθος ο αντίλαλος.
Αλλο κορμί έπρεπε να μου επιστρέψει.
*
Μες στην πλατεία της κραυγής
Τα σύμφωνα ζητιανεύουν.
*
Σκόνταψε ο ήχος.
Τα μάτια σου ήταν.
*
Η πέτρα δεν φαίνεται, είναι.




Αφορισμοί από την έκδοση Εσπασε, Εκδόσεις Μελάνι 2014

Ξόδεμα και ξόδι



Εχετε δίκιο που δεν με ξέρετε.
Ο,τι χρήματα είχα τα ξόδεψα για μένα,
Τα υπόλοιπα έπρεπε να τα ξοδέψω
Σε κηδείες
Σε λιτανείες
Σε βροχές
Σε θάλασσες
Και σε κάτι απογεύματα όπου κανείς.
Σαν Κυριακής απόγευμα κάτι απογεύματα,
Εχετε δίκιο.
Ο,τι χρώματα είχα τα ξόδεψα ποντάροντας για μένα
Σε κάτι απογεύματα μιας Κυριακής
Που να τη λένε Ντοστογιέφσκι και αορίστως παρατατικό
Και τσάι σαλονιού στην ώρα του ακριβώς
Μιας επανάστασης
Που είναι η ώρα αυτή, σφαγή,
Επί σκοπόν και πυρ.
Εχετε δίκιο.
Ετσι σαν λύπη ξόδεψα τα χρήματα της Ιωνίας
Τις σερμαγιές της Αλεξάνδρειας
Και τ' άγια δισκοπότηρα της μακρινής Συρίας
Που στάζαν μέθη του χαμού και ήτανε για μένα.
Ολόκληρη γυναίκα ξέφυγε
Οπως ξεφεύγουν τ' αποστάγματα των μαθηματικών
Και των νεκρών παιδιών της πιο μικρής μας Αρκτου.
Εχετε δίκιο που δεν με ξέρετε.
Ποιος να γνωρίσει ποιον σε κάτι εκατόμβες
Μέσα στα καταγώγια και στους πολέμους
Και μέσα σ' ό,τι περίσσεψε σε άσωτες θρησκείες.
Εχετε δίκιο.
Το λέει και το Σύνταγμα
Το λέει και ο Μπολιβάρ
Το λέει κι ο Αθανάσιος Διάκος
Το λέει κι ο Λόρδος Μπάυρον
Σε Σχολική Παράσταση Πορνείου:
Το ξόδεμα είναι το ξόδι
Πώς να γνωρίσεις τον νεκρό;
Ενας φτωχός της ύπαρξης
Κι οι άλλοι να του βάζουνε πουλιά
Και χρήματα μέσα στις τσέπες
Αδημονώντας όμως μη και το τέλος δεν συμβεί
Μη και το σώμα μαθευτεί πως δεν υπήρξε

Σε όλους τους λειμώνες της σφαγής.

Μονάχα εγώ



Το πρόσωπό σου είναι πια ολόιδιο
Με το πρόσωπό σου.
Από τώρα και ύστερα
Κανένας δεν θα μπορέσει να βρει
Από πού τρέχει το αίμα
Που διαβρώνει τις πιο ωραίες μας ελπίδες.
Από τώρα και ύστερα
Μόνο εγώ θα γνωρίζω
Τη μυστική πληγή
Που ένωσε το πρόσωπό σου
Με το πρόσωπό σου.
Το σκοτεινό σου πρόσωπο
Το φως του κόσμου αυτού
Που άλλος δεν είναι.
Από τώρα και ύστερα
Μονάχα εγώ θα ξέρω τα τρυφερά γυαλιά
Και τα σκληρά μπαμπάκια

Φυτείες ολόκληρες με το ιώδιο του άλλου κόσμου.

Το φίδι που γελούσε



Είδα στον ύπνο μου ένα φίδι που γελούσε.
Φίδι πραγματικό: γελούσε.
Μη φανταστείς συμβολισμούς και τα τοιαύτα- όχι.
Ενα φίδι που γελούσε.
Δεν θυμάμαι το μήκος του
Θυμάμαι μόνο ότι το δέρμα του
Είχε πάρει το χρώμα των επίπλων
Σαν αντιδάνειο της μνήμης που είχαν τα έπιπλα
Το σπίτι, ο κόσμος και η σταγόνα
Που έσταζε διαρκώς μέσα στον ύπνο μου,
Από τον θάνατο του πατέρα μου και ύστερα.
Ηξερα αμέσως ότι το φίδι που γελούσε
Ο ήχους του γέλιου του
Αυτός ο ήχος που εξαφανιζόταν όπως το φίδι
Μέσα στην ομοηχία των συριγμών
Ηταν η πραγματικότητα- δεν κοιμόμουν
Απλώς ο ύπνος μου ήταν πραγματικός,

Σαν όνειρο γεμάτο φίδια.

Βazaar βιβλίων & Vakxikon Radio Party


ΜΑΡΙΑΝΙΚΗ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ Bernard-Marie Koltès Φαλλός του ήλιου: Ρομπέρτο Τσούκκο

ΔEΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Οι (.poema..) εκδόσεις
παρουσιάζουν το δοκίμιο: 
ΜΑΡΙΑΝΙΚΗ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗ
Bernard-Marie Koltès
Φαλλός του ήλιου: Ρομπέρτο Τσούκκο
Αθήνα, Ιούλιος 2014
Σχήμα: 14x21 εκ., σελ.: 64, τιμή: 8,00 ευρώ, ISBN: 978-618-81358-5-7
ΣΕΙΡΑ: Δοκίμιο



Ο BERNARD-MARIE KOLTES γεννήθηκε στις 9 Απριλίου 1948 στο Metz, μια 
επαρχιακή πόλη στα βορειοανατολικά της Γαλλίας. Από το 1970 έως τον πρόωρο 
θάνατό του, το 1989, έγραψε και σκηνοθέτησε αρκετά θεατρικά έργα. Κυρίαρχο 
θέμα του αποτελεί το παράλογο της ύπαρξης και το παροδικό των ανθρώπινων 
σχέσεων. Αυτή η προβληματολογία και η μοναξιά του ατόμου κατατρέχουν τη 
θεματολογία του Koltès και υπογραμμίζουν την επιρροή του Jean Genet, του 
θεάτρου του παραλόγου και του μεταμοντερνισμού. Ο ρατσισμός, η ομοφοβία, ο 
καπιταλισμός και η κοινωνική περιθωριοποίηση εμφανίζονται συχνά στα έργα του, 
καθώς ο συγγραφέας αποπειράται να ψηλαφίσει τη μοναξιά και την ανάγκη για 
επαφή.
Το κύκνειο άσμα του, Ρομπέρτο Τσούκκο, ανέβηκε για πρώτη φορά μετά τον 
θάνατό του, από τον Peter Stein στη Schaubühne του Βερολίνου. Αν και 
εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα και τη ζωή ενός κατά συρροή δολοφόνου, 
το τελευταίο έργο του Koltès απηχεί τις υπαρξιακές ανησυχίες του συγγραφέα για
ζητήματα όπως η ομοφυλοφιλία, ο θάνατος, η αγάπη, δοσμένα στο πλαίσιο μιας 
δυστοπικής κοινωνίας όπου αναδύεται ένας νέος τύπος τραγικού ήρωα. Η μελέτη 
της Μαριανίκης Δορμπαράκη αναδεικνύει αυτά τα ζητήματα με αναφορές στο 
τραγικό, στο συμβολικό και στο κοινωνικό, λειτουργώντας ως ερμηνευτική 
απόπειρα και αφορμή για περαιτέρω δραματουργική επεξεργασία του έργου.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Γιώργος Λαμπράκος
ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Παναγιώτης Σταματόπουλος & Θανάσης Τριαρίδης


Βιογραφικό σημείωμα

Η Μαριανίκη Δορμπαράκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών κι έλαβε το διδακτορικό της από το Goethe 
Universität (Frankfurt am Main). Δίδαξε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, σε Γερμανία και Ελλάδα, κι οργάνωσε ειδικά θεατρικά και φιλολογικά εκπαιδευτικά προγράμματα και σεμινάρια. Στο πλαίσιο της ενασχόλησής της με το θέατρο, αποφοίτησε από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου ενώ επίσης ανέλαβε τη 
δραματουργική επεξεργασία αρκετών παραστάσεων. Αυτή την περίοδο επιμελείται και 
εισηγείται σεμινάρια στα θεματικά πεδία της δημιουργικής γραφής, της θεατρολογίας, του 
μύθου και της ψυχαναλυτικής ερμηνείας της λογοτεχνίας.


ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ για όλη την Ελλάδα και την Κύπρο:
Βιβλιοπωλείο «Λεμόνι» | Ηρακλειδών 22, Θησείο | τηλ.: 2103451390 | www.lemoni.gr
:::
περιοδικό (.poema..) εκδόσεις www.e-poema.eu | info@e-poema.eu

ΕΙΣΑΙ ΜΙΚΡΗ ΤΟΣΟ ΜΙΚΡΗ..

                                


Χάνεσαι στα πλακόστρωτα στενά της άδειας πόλης
καθώς απλώνει η ζωή απατηλά το δρόμο
κι είσαι μικρή τόσο μικρή που αρκουδίζεις μόλις
ενώ το πεζοδρόμιο έχει δικό του νόμο..

Η παιδική σου αφέλεια τραβάει σα μαγνήτης
σε ξένα χέρια χάνεσαι με πλάνη σε μαγεύουν
και δεν υπάρχει ένας μικρός κοντά σου καταλύτης
να σε γλυτώσει απ' αυτούς που τζάμπα σε ξοδεύουν..

Τόσο μικρή και εύθραυστη μα τόσο αδικημένη
πριν να προλάβει η αυγή. η νύχτα σ' έχει κλέψει
κι αναρωτιέσαι ποια στεριά και ποιο λιμάνι μένει
να αφήσεις πρίμα τ' όνειρο σ' ανθρώπους να πιστέψει..

Μια νύχτα ακόμη πέρασε και κύλησε ένα δάκρυ
τ' αστέρια που από παιδί μετρούσες με τα χέρια
τόσο πολύ σ' αγάπησαν που ήρθανε στην άκρη
στην αγκαλιά σου μπήκανε κι έγιναν περιστέρια…

Kαι άνοιξες κι εσύ φτερά και πέταξες μαζί τους
αφού ανθρώπου άγγιγμα έκλεψε την ψυχή σου
πίσω τους ακολούθησες την ίσαλο γραμμή τους

κι έγινες άστρο της αυγής κι άγγελος παραδείσου..

Κοστολόγιο



Αν
κοστολογείς
ότι
το
δάκρυ
Σου
είναι
Ακριβό,
τότε,
πρόσεξε
πότε,
πόσο
και
για
ποιόν,
αξίζει
για
να
κλάψεις....

Λουκάς Νικολαίδης: Αν κοστολογείς ότι το δάκρυ Σου είναι Ακριβό, τότε, πρόσεξε πότε, πόσο και για ποιόν, αξίζει για να κλάψεις....

Βαθειά ανθρώπινος,  
ο φίλος ποιητής Λουκάς Νικολαίδης,  
συνεχίζει το ποιητικό του ταξίδι. 


Αν ήμουν...

Αν μ' έφτιαχνε ο Θεός Πουλί,
θα λαχταρούσα από καρδιάς,
να ήσουν τα ....φτερά μου!
Αν πάλι Λουλούδι όμορφο
ο Πλάστης με είχε πλάσει,
τότε,
θα το θελα  ασφαλώς,
να Είσαι τα Πέταλά μου!
Έστω και Δέντρο αν ήμουν Αψηλό,
φαντάσου
με οπόση χαρά τα μέσα μου θα γέμιζαν,
εάν ήσουνα ....τα Ριζιμιά μου!
Και αν τέλος
Ρυάκι ήμουν σε πλαγιά,
να Είσαι γλυκιά μου σίγουρη
πόσο θα το θελα πολύ,
να΄ Ήσουν ....τα Νερά μου!
Όμως,
δεν είμαι τίποτα  από όλα αυτά,
παρά, ένας ΄Ανθρωπος Θνητός,
και Συ, ολάκερη η Ζωή μου!
Γι αυτό,
αν ως τα βαθιά Σου γηρατειά
απανεμιά ζητήσεις,
η πλάτη μου Τοίχος θα γενεί,
σ' αυτήν ...να ακουμπήσεις.

*

Κι αυτό... μου αρκεί


Κάθε που Θάλασσα και άνοιξη ανταμώνουν,
μια Αύρα Παγωμένη ...με γαζώνει!
Αισθάνομαι σαν Αστεράτος Ουρανός,
που μόλις από πάνω του αποτίναξε,
το πανωφόρι τ' άσπρο του Χειμώνα.
Την αγαπώ τη Θάλασσα,
έστω, και με τη Μολυβένια Φορεσιά της!
Είν' όμως πιότερο Λαχταριστή,
όταν αντιφεγγίζοντας Γαλάζιο Ουρανό,
Γαλάζια Στολή φοράει,
γιατί είναι μαθές η Θάλασσα,
του Απέραντ'  Ουρανού καθρέφτης!
Κι αυτό μονάχα τους αρκεί,
για να ναι Ενωμένοι.
Σ' ένα Αποκρήμνι του γιαλού,
μού ρχεται πάνω να σταθώ,
βαστώντας  αγριολούλουδο στο χέρι,
και σαν Παθιασμένος Ναυαγός,
το Πέλαγο να αγναντέψω...
Δυό στίχοι στα χείλη μού ρχονται να πω,
μα σκιάζομαι,
της Θάλασσας, μη τάχατες,
ταράξω... τη Γαλήνη.
Γι αυτό κι Εγώ... σιωπώ,
κι αυτό ...μου αρκεί... μου Φτάνει!!

*

Κοστολόγιο

Αν
κοστολογείς
ότι
το
δάκρυ
Σου
είναι
Ακριβό,
τότε,
πρόσεξε
πότε,
πόσο
και
για
ποιόν,
αξίζει
για
να
κλάψεις....

*

Μερόνυχτα Ανέφελα


Σαν πάψει να αιμορραγεί
της Αγάπης η πληγή,
τότε, θα πάψω και εγώ,
για Θάνατο να μιλάω....
Μέσα σε δωμάτιο λευκό θα μπω,
εκεί ....να ηρεμήσω,
την Απέραντη Καταχνιά θα εκφυλίσω
αυτήν που Επίμονα με κυνηγά,
και ύστερα θα πιώ νερό,
από των Αισιόδοξών μου λέξεων τις χούφτες!
Ελπίζω δε με τον καιρό,
πως της Μνήμης μου η άπνοια,
θα διαλύσει τη γκρίζα συννεφιά,
και θα σκορπίσει Απλόχερα,
Μέρες Ανέφελες πολλές,
και Νύχτες ... Αστεράτες!!

*

Πριν πάω για ύπνο

Πριν πάω για ύπνο απόψε,
θα κλέψω λίγο από τ' απαλό γαλάζιο της θάλασσας,
και λίγο από το σκοτάδι της Μνήμης,
και με τη νηφάλια σκέψη μου,
θα φύγω τον λεύτερο χρόνο μου,
για του Ουρανού τα Πατώματα,
μακριά από Μέταλλα, Φωτιά,
Πέτρες και Δακρυγόνα.
Εκεί στου Ουρανού την Οροφή,
χωρίς να έρθω αντιμέτωπος
με τη Σελήνη και τ' άστρα
κάπου στων Μαρτύρων τον κήπο,
με λέξεις φευγαλέες
και με την δροσιά και τ' απαλά μαντήλια του Ανέμου,
θα προσπαθήσω να χτίσω
ένα Μέλλον Καινούριο,
και μια Πατρίδα Δυνατή και Υπάκουη,
χωρίς Μουσικές Περιστρόφων
και Βογγητά Ματωμένων Ανθρώπων...
Κι ύστερα,
θα ψαχουλέψω το στήθος μου
μήπως και βρω την καρδιά μου,
για να την μοιράσω ως Αντίδωρο,
στον Καινούριο Λαό μου!!


*

Αποθυμιά

Έβαλα στη ζωή σκοπό,
την παιδική μου Αποθυμιά ....να ζήσω!
Στα Πέλαγα τ' ατέλειωτα
με ασπρόπανο σκαρί,
νύχτα και μέρα ....ν' αρμενίζω!
Στα μανιασμένα κύματα,
σύντροφος και φίλος τους να γίνω,
κι αν άμποτες και χρειαστεί,
με ακοίμητο κουπί ....να πελαγίζω.
Σε χλωροπράσινα νησιά
που θ' ανταμώνω εμπρός μου,
εκεί το σκάφος μου
για λίγο θα ποντίζω,
ώσπου,
η Μοίρα μου η Καλή
έρθει και ξαναειπεί μου,
ότι,
ως τη στερνή μου τη στιγμή,
θα είναι καταμεσής στα πέλαγα,
ο Δρόμος ....κι η Θανή μου!

*

Του ονείρου το αστέρι


Παιδικές νοσταλγίες και θύμησες,
ποντισμένες στου πελάγου τ' απύθμενα βάθη,
φαντάζουν με όνειρα μπλεγμένα
στου αδυσώπητου χρόνου
τα γκρίζα γρανάζια...
Μοιάζουν με νοσταλγίες ερημόκλησου
από παλιές λειτουργιές,
ανάμνησες ευλαβικές ...που φύγαν και πάνε!
Φανταστήκαμε και Πιστέψαμε,
πως των Αστεριών το χρυσάφι,
θα γιόμιζε ....των φτωχών τα βαλάντια!
Φανταστήκαμε και Πιστέψαμε,
πως θα μπορούσαμε γυμνοπόδαροι,
να βαδίσουμε τις νύχτες στα χιόνια....
Ονειρευτήκαμε,
πως τα κυπαρίσσια ολόγυρα,
θα προσκυνούσαν στο διάβα μας,
κι ο άνεμος, η Βροχή και η Αντάρα,
θα γινόντουσαν ...φίλοι μας!
Πιστέψαμε και Φανταστήκαμε επίσης,
πως με τα Αθώα μας όνειρα,
θα χτίζαμε της Ευτυχίας το Ανάκτορο...
Όμως, με τον ερχομό του Χινόπωρου,
εισπράξαμε άρνηση,
και ένα ΟΧΙ τρανό της Διάψευσης!
Το δάκρυ μας,
σαν Ποτάμι και Χείμαρρος,
τράβηξε και χύθηκε στης Απελπισιάς τα Πελάγη.
Και τότε στον Ουρανό,
ξαγνάντησε του Ονείρου τ' Αστέρι,
που περιγελούσε τους Ίσκιους μας,

στο μολυβένιο από τη Νύχτα Φαράγγι!!

Και τώρα τι απέμεινε;


Καθίσαμε στο τραπέζι.
Η μητέρα φορούσε ακόμα τον μποξά,
τον ίδιο που φόραγε όταν φύγαμε από το σπίτι.
Με το άκουσμα της σειρήνας.
"Πόλεμος" είχε πει.

Μα ο πόλεμος ήτανε μέσα μας.
Δώδεκα κάνες του χρόνου
μας έστησαν στον τοίχο.

Μια ο Νιόβρης, μια ο Απρίλης, τώρα ο Ιούλης.
Πόσες τουφεκιές,
ν΄ αντέξει το στήθος μας.

Και τώρα τι απέμεινε;
Ένας άγνωστος ήλιος.
Ένα κουφό φεγγάρι.
Και μια πούλια που παντρεύεται
στα παραμύθια τον αυγερινό.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Αόρατοι





Για μια στιγμή  αόρατοι έγιναν
ο χρόνος σταμάτησε
οι άλλοι δεν είχαν καμιά σημασία 
Εκείνοι θεόρατοι
όμως αόρατοι
για μια στιγμή
Φάνηκαν τότε αιφνιδίως
οι σκιές τους
Κι αντιληφθήκανε ευτυχώς
ότι τους έβλεπε ο ήλιος
και πως τους ζέσταινε εντός

ένας Θεός

Φωτογραφία





Σε κείνη τη φωτογραφία
δίπλα στη θάλασσα
είδα το προσωπείο
Τη μάσκα που φορούσες χρόνια
ίσως για αιώνες
Τη διέκρινα ψηλαφίζοντας
το ειρωνικό παιχνίδι των ελπίδων σου
Με βοήθησε βέβαια ο ήλιος
καθώς το φως του παλιρροιακό
αποκάλυψε το θλιβερό κενό σου


Κάποτε σε σκέφτομαι
Άραγε βρήκες τις συντεταγμένες της ελευθερίας;
Ή μήπως χάθηκες κρατώντας την ψευδοπυξίδα των ονείρων;

Στην άλλη όψη




Οδοιπόροι της άλλης όψης του φεγγαριού
σε στενά μονοπάτια απόκρημνα
ανήλιαγα ρέματα διασχίσαμε
Τα μάτια μας ήλιοι
φωτιές τα σώματα
ποτάμια στόματα
Ένα κομμάτι σύννεφο μοιραστήκαμε

Βροχή δεν έπεσε

Κι όμως η αστραπή αυτό προμήνυε

Ασφυξία




Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
Αλλεπάλληλοι στραγγαλισμοί
μιας αλήθειας εφτάψυχης
που αρνείται να πεθάνει

Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
δολοφονία εκ προμελέτης
του μέλλοντος
του προσδοκώμενου
του ποθητού
Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
ασφυξία εξ αμελείας

Ασκήσεις επί χάρτου




Λοιπόν συμφωνήσαμε
Θα βάλεις εσύ το ταξίδι κι εγώ τα φτερά
Το όνειρο εσύ κι εγώ τη χαρά
Θα δώσεις τα χέρια κι εγώ την καρδιά
Εσύ την πατρίδα κι εγώ την ελπίδα

Να το πιστέψεις πρέπει οπωσδήποτε
Τα σχέδιά μας ασκήσεις επί χάρτου
για μάχες επί τόπου σε εκστρατείες μακρινές

Έτσι δε γράφτηκαν οι πιο μεγάλες νίκες;
Άρχισαν ως γραμμές, τελείες
ως αριθμοί
διαδρομές
ασκήσεις επί χάρτου


Συνέχισε λοιπόν να ελπίζεις
Από την σπίθα γεννιέται  πυρκαγιά
κι από σταγόνα το ποτάμι

Εποικοδομητική Ασάφεια




Με κοίταξες στα μάτια
ελαφρώς λοξά
όμως αντίκρισα την πίκρα
τη ματαίωση
Μίλησες και δεν είπες τίποτα
Το "σ' αγαπώ" να σπαρταρά
στο δίχτυ
μιας ευγενούς ασάφειας
Αναρωτιέμαι ακόμα:
Μπορούσες άραγε
το "σ' αγαπώ" εκείνο
αντί να το προφέρεις

να το προσφέρεις;

Τριάντα δευτερόλεπτα




Καρδιά μου
σ' ακούω
Αρκούν
τριάντα δευτερόλεπτα
Είκοσι λέξεις
μόνο
και δέκα παύσεις
Επιχορήγηση ευτυχίας

σταδιακά
σε δόσεις μη θανατηφόρες

Μεσοπέλαγα



Η αγάπη μας βρήκε
ναυαγούς μεσοπέλαγα
βάρκα ήταν
μας μάζεψε
την πορεία της χάραξε
δίχως χάρτη κι ελπίδα
με σπασμένη πυξίδα
μας παράτησε
η αγάπη
ναυαγούς μεσοπέλαγα

ΕΝΑΡΜΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ΚΡΑΔΑΣΜΟΙ (Απόσπασμα)


ΕΙΣΑΚΟΥΣΕ ΜΕ 


Πουλιά των μακρινών καιρών 
κι΄ ένας μακρόσυρτος μες την καρδιά μου πόνος να οργιάζη.
Ν΄ ανθέξω τον παρατεταμό της νύχτας
καθώς σιγαλινά απ΄ το χρόνο μ΄ ανακόπτουν 
τ΄αθέλητα μάτια της καταιγίδας.
Κι ύστερα 
μες τ΄ αυγινά ακρογιάλια να πνιγώ στην παρανάλωση.
Γνώρισα την αγάπη ακδιώχνοντας
ανακαλώντας τους ιριδισμούς της Πούλιας
θρυμματίοντας βράχους οκνούς της ψυχής μου. 
Κι η θάλασσα η συντρόφισσά μου
μες τις μεταλλαγές της ανημποριάς μου
αγνοώντας το τραγούδι με παράτησε.
Κύριε, θεέ της ψυχής μου
ενθάδε κείται τ΄ άυλο παραμύθι της ποίησής μου.
Αηδόνι ερωτικό της φυλής μου εισάκουσέ με 
ακολουθώντας τις φθινοπωρινές υποστολές των βουνών
 κι έλα να με πάρεις, να με πάρεις
καθώς τα γαλανά ρυάκια των αστερισμών 
θα πλαταίνουνε τις θάλασσες. 
Ω θεέ μου, να πεθάνω έτσι 
κι΄ ας χαθούν ολόγυρά μου οι μνήμες
κι΄ οι πληγές του Σύμπαντος.



1974
=======

Σε μυστήριο ευτυχίας 
πνίγηκε η ψυχή, 
(Μια θερμή ανάσα κι η θεσπέσια μνήμη) 
να πάρη και να δώση
αίμα απ΄ τη μορφή της.

Σε πλατειά ποτάμια 
η σιωπή κι΄ ο Δίας.
Στην καρδιά το φως. 
Κύκνοι σε χιλιάδες
απεργούν το θρήνο
Φεύγουν τα καράβια, σφίζουν οι ωδές
κι΄ οι ρυθμοί ταλαίπωροι 
ανασαίνουν ανταρσία

ΔΙΑΘΗΚΗ
========= 
του Τάκη Χριστοφίδη


(θα πάω εκεί που ο στοχασμός θα φτάση την καρδιά μου) 

Κάποτε τα μάτια μου μ΄ ανάπλασαν 
κι΄ ήταν οι κόσμοι μου
επίδοξες ερωτικές στιγμές.
Ντυμένες, ενάριες, βασιλικές
ντελίριες ευτυχίες μες την καρδιά μου
λύγιζαν τραγούδια. 
Τώρα τα μάτια δεν πεθαίνουνε ποτέ
αντιβουίζοντας απ΄ τη χώρα τ΄Αηδόνιου
κι΄ η ονειροπόληση με το κρασί και με τον έρωτα. 
Αργοί γαλανισμοί όπως και πριν 
σας αναγέννησε την ποίηση ο Μεγαλέξανδρος
με τους ενάλιους βυθούς να ξαναγεννηθούν. 
Εγκαταλελειμένη ιστορία
ματιές χλωμές που σε κοιτάζουν 
καθώς σε παίρνουνε στο πέλαγος 
αναπολώντας τους βαρβάρους. 


(τέσσερα ποιήματα αφιερωμένα στον Παύλο Μεράνο) 

1. 

Τ΄ άλογο κι΄  η ψυχή 
πήρανε ανεπαίσθητα
την ηδονή της θάλασσας
κι΄ απόμεινε ο ποιητής 
ενάλιος να συμπληρώνη
με την κραυγή της Αγιάς Σαλαμονής
τα ρημαγμένα λιμανάκια.
Τότε είναι που ο άνθρωπος 
καταμεσίς της γης 
κάθησε και συμμάζεψε τη γνώση 
και τους βαρβάρους πρόλαβε. 

2. 

Σήμερα παραβιάσανε το φρούριο.
Αύριο η ποίηση 
θα ξαναβάλη τάξη
όπως και πριν που ζούσε 
ο Βασιλιάς Αηδόνιος.

3α.

Έχω ένα φίλο ομοίδιο μου!
Στο φρούριο του η ψυχή μου
κι΄  ακολουθούν οι μέρες ανασαίνοντας. 

3β.

Τυχαίνει μες τα δάκρυα της χαράς
σε δειλινές αποσπερίδες
να λησμονιέμαι σαν παιδί 
μες το μεθυστικό ταξίδι
συνήθεια ως είναι μακρινή
το πετροβόλημα της γνώσης.
Κι΄ αυτό μικροί μου Αγγελινοί 
γιατί μ΄  απόμεινε ο Θεός 
κι΄  η Περιπλάνησή Του. 

4.

(Ανάτειλε ύπνε μου και συ κοιμήσου
ο ακοίμητος σεισμός της συνείδησής μου).  Π. Μεράνος. 

Καράβι μεθυσμένο η ζωή μου
κι ΄  ένας απέθαντος θεός 
μεγαλινός που με προσμένει. 
Βράχοι ψηλόδενδροι δικοί μου
και κάποιο χέρι. 
Ακοίμητα θαλασσινά πουλιά
σε κάποια ποίηση μεθυσμένη
σε κάποια δάκρυα θεικά
που μ΄ ανταμώνουν.

ΠΡΟΤΟΜΕΣ ΡΥΘΜΩΝ
=================

1

Σήμερα από αυτάρκεια
απωθήσανε την ποίηση.
Αύριο διαβατικά ο ήρωας
θα χαιρετάη το θάνατο
με δάκρυα μυρτιάς.

2

Όταν οι προτομές
θα ξεσκεπάσουν τις μορφές τους
οι αρμεγοί θ΄  αναζητούν 
χώρο διασποράς εν χώρω κρύπτης.


ΚΑΘΕΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ
===============

Τ΄ αηδόνια τα σκοτώσανε
για χάρη της μάνας του.
Αύριο οι πληγές θα ομολογήσουνε
ανοίγοντας στους κάμπους τις καρδιές των 
και κηρύσσοντας τον πόλεμο. 

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ
============

Μπασμένη στη φωλιά του μίσους
η ζωή μας μας χτενίζει.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ
==============
Της μνήμης η Αγάπη
Της θύμησης οι κορεσμοί.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
========

Κάποια ανέμελη αυγή
θα πη στο δακρυσμένο κόρο:
Πέθανε η γη
κι΄ ανάσανε το περιστέρι.

ΟΠΤΑΣΙΑ
========

Οι άνθρωποι ζεγμένοι με την Κίρκη.
Στο βάλτο των προγόνων
οι θεοί γεωμετρημένοι.

ΣΑΛΑΜΙΝΑ
=========

Στης Σαλαμίνας τ΄ αγάλματα
μας βρήκανε τα περιστέρια.
Κι΄ είμαστε εμείς καθήμενοι στο φως
θαλασσινούς χαιρετισμούς ακούωντας απ΄ τα πέρα.
Τη γνώση που την φέρνανε χαλάσματα προγόνων
θύμησες μακρινές κυμματισμένες
καθώς ο Ευαγόρας ο άνακτας μιλούσε μες τη  χώρα.
Κι ΄ ήταν τα γέρικα πουλιά  στη ξεγνοιασιά του κάμπου
που καρτερούσαν ν΄ αντηχήση το τραγούδι.
Κι΄ ήταν η αλμύρα του κρασιού που τα περίμενε
για να μεθύσουν τις ψηλόκορμες Ιτιές
μες τους ψαλμούς της ποίησης να χαθούνε.
Στης Σαλαμίνας τ΄ αγάλματα
μας βρήκανε ξανά τα περιστέρια
δίχως τα όπλα των θεών
δίχως τον ήρωα Δία
τις σάλπιγγες, τις τελετές
τις μαυροφορημένες μάνες.
Τούτη τη φορά μας ήρθε η Σαλαμίνα γη
με τον αυλό της τραγουδώντας.


Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.