Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Ελλήνων Δημιουργών.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Δημήτρης Γεωργάς (μικρή αναφορά)


 Ο Δημήτρης Γεωργάς γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα .Σπούδασε και ασχολείται με τον τομέα της φυσικοθεραπείας . Άρχισε να ασχολείται με την ποίηση από νεαρή ηλικία. Περισσότερα για τον ίδιο και την ποίησή του μπορείτε να διαβάσετε στον παρακάτω σύνδεσμο: 

https://blackpoetrygeorgas.wordpress.com/author/wolfalaire/

ΠΡΟΔΟΣΙΑ / Γεωργάς Δημήτριος



Η αλήθεια δεν δαμάστηκε ποτέ ούτε ποτε θα δαμαστεί.
Στον τρούλο της ζωής μου
εκεί όπου ο δαίμονας τρέφεται από την πίστη
και  ο θεός απ΄ τη καμπάνα
Άνθρωπος είναι ο Χριστός, ο χιλιοσταυρωμένος
Πατέρα μου ουρανέ,
στα σύννεφά σου κοίμησέ με
αέρα μου γλυκέ και ράθυμε, νανούρισέ με
βροχή μου, με δάκρυα σκέπασέ με
ελπίδα φύγε μακριά σαν αποδημητικό πουλί.
Χασκαυίζουν οι θολοί άνθρωποι
στην μοναξιά εμέ καταδικάζουν
με αιχμαλωτίζουν στην σιωπή
στο θέατρο τους, μου δίνουν ρόλο παρατηρητή.
Πομφολογούν οι χριστιανοί με το σταυρό στο χέρι
ταπεινοί μα ολόχρυσοι και πρασινοασημένιοι
με τα μεγαλοπρεπή μαντήλια τους
το πρόσωπο μου, που έχει στάξει αίμα απ τις πληγές
μου σκουπίζουν, καρνικατούρες τρομερές που με το νου λογίζουν
Σαν τον ιό θέλω να τους μολύνω
δίχως αντιβιοτικό την συνείδηση τους να απαλύνω
να τους ταξιδέψω εκεί μακριά που ζώ και αναπνέω.
σαπιοκάραβο είναι η ζωή
μα έχω ποίηση γραμμένη στα πανιά μου
Πονάει αυτός ο αέρας χριστιανοί
πονάει το κορμί μου
σε κάθε του ιαχή, θρυμματίζει αργά τα κόκαλά μου
σαν  γέροντα με το τριπόδιον που παιδικά χρόνια αναπολεί
και ταύρο θέλει να καβαλήσει
Μα η αλήθεια δεν δαμάστηκε ποτέ, ούτε ποτέ θα δαμαστεί
Τι είναι η αγκαλιά δίχως μελάνι?
Τι είναι η πένα δίχως χάδι?
Και εγώ σαν τον Ιούδα για 30αργύρια,σε προδίδω
στου Αχέροντα τον ποταμό κάθε φορά σε πνίγω,
κρυφή μου νιότη, εσένα που το βράδυ με ξυπνάς ,που με εφιάλτες με γεμίζεις  σε βυθούς ιδρώτα αγκαλιασμένοι επιπλέουμε.
Στον σταυρό της ψευδαίσθησης, απόψε σταύρωσε με!
Ανίκανος είμαι εγώ για να σε δω κατάματα όμορφή μου, πάθη και θυμός προστατεύουν λυσσαλέα το κορμί μου.

Θεέ μου έλα μια βόλτα μαζί μου και ύστερα βγάλε τα ψάρια από τον ωκεανό που κρύβει η ψυχή μου.

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ / Γεωργάς Δημήτριος



Τικ τακ 5παρα η ώρα της αλήθειας ξεκινά,
τοκ τοκ! η σιδερένια πόρτα μου χτυπά,
ο σκοτεινός ιππότης βγήκε παγανιά.

Στην πανοπλία του πάνω χαραγμένες,
μάχες άνισες, εκφάνσεις δακρυσμένες,
σταγόνες αγάπης διάσπαρτες,αλλά και ξεραμένες.
Την περικεφαλέα βγάζει αργά,
βαρύς αναστεγμός σαν αστραπή διασχίζει τον αγέρα
κόκκινος ήλιος τα μάτια του, σβήνουν σαν το ηλιοβασίλεμα
με δάκρυα που γέμισαν τον ποταμό και ξεσήκωσαν τα κύματα

Ρωμαίος, Ιουλιέτα, δυο κύτταρα φθαρμένα
απο το αδηφάγο εγώ, κυνηγημένα
μίσος έρωτας, δύο πανούργα αδέρφια
πρόδωσαν την μητριά τους ηθική, για 12 τάλαντα
έσπρωξαν πισώπλατα τον άτλαντα,
στης Κλυταιμνήστρας την ψυχή γέννησαν τα αυγά τους
κάθε καρδιά, κάθε μυαλό θρέφει, με αίμα τα παιδιά τους
.
Ο έρωτας ξεψύχησε σε κρεβάτια άδεια και ψυχρά,
το φάντασμά του έκτοτε
με τριαντάφυλλο στο χέρι πάνω σε σάπια σχεδία
προς το σκοτάδι ταξιδεύει,
παντοτινή μοναξιά ότι γυρεύει
βασανισμένη ψυχή
στης ηδονής την παγίδα μαγκωμένη.

Σε μια σπηλιά ξεβράστηκε μαραμένο τριαντάφυλλο
δύο πελαργοί βρήκαν φωλιά, δύο ράμφη ενωθήκαν
4 φτερά ένα πουλί στα αστέρια αγκαλιαστήκαν.

Η νύχτα χαμογέλασε κρυφά μην την εδεί
ο άνθρωπος και κλέψει την χαρά της.
ο ήλιος δεν βιάστηκε να βγεί, χάιδευε τα μαλλιά της

Η Κρόνια θρησκεία άνθρωπε η σταυροφορία σου
η εφήμερη ευτυχία η ουσία σου,
φόβος τύφλωσε τα μάτια σου,το αναπόφευκτο έκλεψε την καρδιά σου
δεν βγήκες ποτέ απ’την σπηλιά για να αντικρύσεις την σκιά σου.

Ο σκοτεινός ιππότης αφήνει το σπαθί του

Στην αγκαλιά του ποιητή, αφήνει να πέσει το κορμί του.

ΓΙΑΤΙ / Γεωργάς Δημήτριος

Οι σκέψεις πριν λίγο διέσωσαν το ταραγμένο μου σώμα
σαν σωστικές λέμβοι που επιπλέουν στο μαύρο ποτάμι της αβύσσου
ξάφνου έσκισαν την παραχαραγμένη σάρκα
ξεριζώνοντας την φαντασία που άλλοτε προσφέρει θαλπωρή
μα τώρα αποπνέει ρίγος σκοτεινό και απόκοσμο.
Το ρεύμα ξερνάει βλοσυρά
παρασύροντας τον δυστυχή άνθρωπο
στην δίνη του.
Οικογενειακές κραυγές σκορπίζουν ισχνά κλαδιά
που οδηγούν στην νοσηρή και κατευναστική ξηρά
αν την παρατηρήσεις ακόμα και στην πιο δύσκολη στιγμή σου
θα δεις το έδαφος να φλέγεται
σκορπίζοντας στάχτες που κυοφορούν μέσα τους νεκρά σκελετωμένα σπαρτά.
Το χάος κραυγάζει διψασμένο σχίζοντας το αχανές στόμα του
αποπνέοντας πελώριες χρωματιστές φούσκες ξενοιασιάς
απεικονίζοντας νέους που η ευημερία ζωγραφίζει την γαλήνη
στα όμορφα πρόσωπα τους
νέους που παίζουν, που χαίρονται, που κρατούν τα χέρια τους ενωμένα
και νέες που αναβλύζουν θαλπωρή και κόκκινη ζωντάνια,
νέους που φωνάζουν, νέους που σιωπούν μα κρυφά μειδιάματα
σαν μάγοι ξετρυπώνουν.

Διάπυρα δάκρυα ξεχύνονται από τη φυλακισμένη ζωή μου
που οδηγεί στο έρεβος.
Πώς να ξεφύγω από εδώ ;
 
Όταν το εδώ είμαι εγώ ;
Το σπασμένο αιχμηρό μολύβι μου καρφώνει με βία τους μαλακούς οίστρους μου
γεμίζοντας το πρόσωπο μου με αίμα
Φωνάζω μα η σιωπή ακλόνητη στο θρόνο της χλευαστικά με κοιτάζει
Γιατί γεννήθηκα με τούτη την κατάρα ;
που την στολίζουν με ματωμένα νυφικά αποκαλώντας την «ευαισθησία»
Θα υπάρχει κάποια ένεση αδράνειας του μυαλού δεν μπορεί
πως γίνεται όλοι γύρω μου να είναι διαφορετικοί
εγώ έχω το πρόβλημα μα δεν ξέρω πώς να γίνω σαν αυτούς
πείτε εσείς κυρία σιωπή ένα τρόπο, κάτι θα έχεις ακούσει παραπάνω
Πόσοι κάτσανε σε τούτη την καρέκλα και σου μιλούσανε μερόνυχτα
με κλειδωμένα παράθυρα και μαύρες κουρτίνες
με μουτζουρωμένους γδαρμένους κίτρινους τοίχους
και με κόκκινα βουβά μάτια έτοιμα να σπάσουν
σε παρατηρούν αποσβολωμένα
προσμένοντας την λύτρωση
αρκεί να
ανοιγοκλείσεις τα μαύρα σου σαρκώδη χείλη.

ΠΛΗΞΗ / Γεωργάς Δημήτριος


Αλλη μια μέρα που η αίσθηση της στιγμής
Βαφτισμένη από τον επιπολής χρόνο
Περνάει και χάνεται στο αχανές βλέμμα
Που πληγιασμένο καθώς φτάνει το βράδυ
Δηλώνει γράφοντας την αναιτιότητά του.
Οι χαρακτηρισμοί επικαλύπτουν σαν βδέλλες
Την πορφυρή ουσία
που κολυμπάει αμέριμνα στην λίμνη της ανυπαρξίας
καλώντας εραστές ξένων ονείρων.

Τα νοήματα φτερουγίζουν μα πυροβολούνται
Από την χαλιναγωγημένη απάθεια
Η αλληλεγγύη ξεπροβάλλει τον ιερό σκοπό της
Μα χάνεται σαν την σιωπή που αυτοκαλείται
Τοσο ανεπαίσθητα, τόσο αερικά σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Χιλιάδες ουρλιαχτά κραυγάζουν μέσα μου
Συγκαλύπτοντας τον πνιγηρό  λυγμό μου
Οι ανάσες καταφτάνουν βαριά η μία μετά την άλλη
Σαν πολυβασανισμένα κύματα
Που φθαρμένα απ’τα θελήματα της θάλασσας
Αιμορραγούνε στην αυλή της.
μνηστήρες μαζεύτηκαν να δούνε την πληγή της.

Τα δένδρα σκοντάφτουν σε αναφιλητά
καθώς τα φύλλα τους κρύψανε τα αστέρια
μα μια πεταλούδα που αγρυπνά
πέφτει και διαμελίζεται σε δύο άσπρα χείλη
δύο κενά παίρνουν φωτιά δημιουργώντας τον κλοιό τους
και οι σκέψεις ενώ καίγονται χορεύουν στον ρυθμό τους .

Μαριονέτα άκαμπτη είναι ο ποιητής της πλήξης
Ο όχλος μαζεύεται και τον κοιτά στο θέατρο της θλίψης…


Επικαρπία

Γεωργάς Δημήτριος

Μια παγωμάρα, ιδρώτας από ζέστη αφόρητη.
Συναντηθήκαμε όσοι ζούμε από τα παλιά. 
Αχ πότε είχαμε ξανασυναντηθεί;
Φιλιά στα μάγουλα, 
χείλη ελαφρά τραβηγμένα 
προς χαμόγελο.
Γρουσουζιά διάθεσης, 
των νεκρών μας αναμνήσεις.
Κανένας μας δεν λέει καλαμπούρια.
Μα κάποτε όλο καλαμπούρια λέγαμε 
και των νεκρών μας τα πειράγματα
χθεσινά παιδικά παιγνίδια.

Χωρίσαμε και σε λίγο κλαίγαμε.
Δεν είπαμε τους πόνους μας, 
ξεχάσαμε και τα παιδιά μας.
Όλοι παθόντες από τις ευχές των γονιών μας.
Σπίτι υπάρχει, ήταν χωρίς φόρους μα με ιδρώτα.
Είχε το ίδιο και ο απέναντι 
και από ζήλεια τα χάσαμε και οι δυο.
Και τα παιδιά μας, άστεγα, φοβισμένα με μίσος
ψάχνουν για παρέες που δέρνουν και σπάνε.


Όλοι μαζί μες το σκοτάδι 
με τα παράθυρα κλειστά μη μας ακούσουν
και άλλοι ίδιοι με εμάς.
Πως χάθηκε ένας λαός; 
Πως εγκλωβιστήκαμε;
Μας άξιζε!
- Εγώ, εγώ κυρία, κυρία, το δάκτυλο το παιδικό ορθωμένο
για μια πρόσκαιρη, βιαστική ερώτηση.
- Πως χάθηκε η ζωή που ονειρευτήκαμε;

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Γιώτα Δ. Διέννη ( βιογραφικά στοιχεία)


Η Γιώτα Διέννη γεννήθηκε το 1973 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.   Ολοκλήρωσε κύκλο ανώτατων σπουδών ιταλικής γλώσσας και πολιτισμού στο Ιταλικό Ινστιτούτο Αθηνών .
Ποιητικές Συλλογές:

·       Παραμυθία (2000)
·       Αρχείο Ελπίδων (Ιωλκός 2006)

·       Δείπνο με τη Περσεφόνη (Ιωλκός 2008)


Δείπνο με την Περσεφόνη (Απόσπασμα) της Γιώτας Δ. Διέννη

Δεν έχω φίλους
και οι παλιές φιλίες μου χαθήκαν
μοιάζουν με δέντρα δίχως ρίζες
ανίκανα να ζήσουν χλωρά
λείψανα αδάκρυτα
κάποιας αρχαίας τραγωδίας
όπου κανείς προδίδεται
ή προδίδει
τώρα που διάγω τη ζωή τού κεραυνού
τα βράδια συνηθίζω να γερνώ
παρέα με την Περσεφόνη.



Λεπτομέρεια παλιού κεντήματος
Εκεί,
μες στα περίτεχνα ποικίλματα
τους ρόδακες και τα ανέμελα άνθια
χαροπαλεύει θαρραλέα
ένα τρικάταρτο καράβι
ακυβέρνητο
σαν τη ζωή μου
κομμάτι από αρχαίο ναυάγιο
παραδομένο στις σκληρές φλέβες της θάλασσας
καταμεσής στο πέλαος της ανάγκης
γερό σκαρί βέβαια
μα παραμελημένο
αβέβαιο
αν τελικά θα φτάσει
στον προορισμό του
όσο και αν
το μάτι το σοφό
του ακρόπρωρου πουλιού
γνωρίζει πια καλά
τους δρόμους της καταιγίδας... 

Αρχείο ελπίδων : Ποιητική Συλλογή της Γιώτας Δ. Διέννη (απόσπασμα) (Εκδόσεις Ιωλκός)

Ποτέ δεν την κατάλαβαν τη Μήδεια
οι Αθηναίοι,
Στάθηκε πάντοτε γι’ αυτούς μια ξένη
ίσως λόγω καταγωγής
όμοιας μ’ αυτή του Έρωτα,
 
βαρβαρικής.

Ποιος μίλησε για άνθη και τραγούδια;
Η λάβα του Έρωτα μελάνινη
σαν τα μαλλιά της Μήδειας,
η ιαχή του αιμάτινη, συντριπτική
σαν τα αλλοτινά φιλιά της
κι η προδοσία ανέκκλητη
σαν πέτρινη επιγραφή.

Λεπτομέρεια παλιού κεντήματος / Γιώτα Δ. Διέννη


Εκεί,
μες στα περίτεχνα ποικίλματα
τους ρόδακες και τα ανέμελα άνθια
χαροπαλεύει θαρραλέα
ένα τρικάταρτο καράβι
ακυβέρνητο
σαν τη ζωή μου
κομμάτι από αρχαίο ναυάγιο
παραδομένο στις σκληρές φλέβες της θάλασσας
καταμεσής στο πέλαος της ανάγκης
γερό σκαρί βέβαια
μα παραμελημένο
αβέβαιο
αν τελικά θα φτάσει
στον προορισμό του
όσο και αν
το μάτι το σοφό
του ακρόπρωρου πουλιού
γνωρίζει πια καλά
τους δρόμους της καταιγίδας...

Φυτολόγιον νυκτερινόν ή Flora Nocturna : Ποιητική Συλλογή της Σοφίας Γιοβάνογλου ( Εκδόσεις Γαβριηλίδης :2016) (Απόσπασμα)




Σημύδα η εκκρεμής
ή Betula pendula ή Silver birch
Στη ζέστη των χεριών Σας
φλέγεται ο ύπερος
κοχλάζει η σπερματική μου βλάστη
Αρσενικέ γαμέτη μου
το μόνοικον της φύσεώς μου
απειλείτε.

**
Ορχιδέα η γαλακτόχρους
ή
Orchis lactea ή Spotted milky orchid
Αγόρια
αναπαύονται στα
χείλη μου λευκά
Όταν οι όρχεις Σας
εκρήγνυνται
στη ρίζα.

**
Κολουμνέα η ένδοξος
ή
Columnea gloriosa ή Goldfish plant
Η κίτρινη κηλίδα
στο πιο βαθύ μου
πορφυρό
Την ένδοξή Σας
εισβολή
προδίδει.

**
Μπουκαμβίλια η αξιοθέατος
ή
Boougainvileea spectabilis ή Great bougainvilles
Τη νύχτα
που εάλω
η οπή
Ριγούσε
το πτερύγιο
στα χάδια


**

Ορχιδέα ή φαλαίνοψις
ή Orchis phalaenopsis ή Moth orhid

Σκαρφαλωμένη
στην κορφή
του μίσχου

Σας Ρουφώ
την πιο κρυφή σταγόνα
της ροής Σας.


 **

Liatris spicata των αστεροειδών
ή Dense blazing star
Πώς
φύεσθε
πυκνός και απαστράπτων
μέσα στα πυρωμένα σέπαλά μου.

 **

Nelumbo nucifera των ψυχανθών
ή Ιερός λωτός
Αναμονή αιώνων
γέννησε
έναν ανθό
αχνορόδινου λωτού
στον ομφαλό Σας.

[Σου είπα να μην πεθάνεις]

Σου είπα να μην πεθάνεις.

 Δεν μου έκανες τη χάρη. Και τώρα με κάθε περιστέρι πετάει η ψυχή σου.

Σου είπα να μην πεθάνεις.

Και συ χαμογέλασες. Αστείο, ψέλισσα ! Μα τώρα κατάλαβα πως έλεγες αντίο.

Σου είπα να μην πεθάνεις.

Απάντησες, μάλλον ταξίδια ονειρεύτηκες, ότι μοιάσεις του Ιώβ. Σήμερα στη στάση του Λεωφορείου, ήμουν μόνος. 

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

κι αν με ρωτάς



γιατί τους ξέχασε ο Θεός,
αφού τα πάντα μοίρασε
-πως πρέπει-
και με περίσσιο δίκιο μάλιστα!...άκου, θα πω...
πως και στο δίκιο ακόμα του Θεού,
κουμάντο, μαθές, κάνουν οι ανθρώποι.

Κι αν με ρωτάς,
γιατί η τύχη τους γυρνά τη πλάτη;
γιατί σ’ αυτούς δε γέλασε η ζωή;
γιατί δε βγήκε τ’ όνειρο,
μαζί τους για σεργιάνι;
...άκου, θα πω...
γιατί στη ζωή υπάρχουν
...αυτοί που παλεύουν,
...αυτοί που ματώνουν.
και οι άλλοι...
εκείνοι που ανταμείβονται.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ






Βροχή
...
στους δρόμους τραγουδά
σαν το παράπονό μου
κυλά μόνη
γιατί να λείπεις;
γιατί άδεια η αγκαλιά;
γιατί μονάχα ο πόνος μας ενώνει;
γιατί μια αγάπη
δίπλα και μακριά
σαν ξημερώνει
δάκρυ ατέλειωτο
ο ουρανός , στα μάτια μου,
κι έξω απ την πόρτα μου η χαρά
στάλες βροχής
στα σκαλοπάτια μου,
Περαστικοί,
διαβάτες,
βλέπω να με προσπερνούν

[κακιά μου σκέψη μη σε κρατώ...
το βλέπω βιάζεσαι να φύγεις]
κι έρχεται
αυτή που αγαπώ.

Κι έρχεσαι εσύ !
κι έρχεται,
πάλι η αγάπη,
νιώθω τη σκέψη σου
ξανά να με τυλίγει,
τώρα χορεύω στη βροχή
κι ατέλειωτα δάκρυα χαράς
ο ουρανός,στα μάτια μου,
κι έξω απ την πόρτα μου εσύ
στα σκαλοπάτια μου.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.