Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)




ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤ
ΑΚΗΣ

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

"Κτητικά... Μου!"




Αχ, αυτή η αδυναμία μου, στα κτητικά επίθετα
Πρώτα ήταν, η πατρίδα μου
Με ένα «μου», σφιχτό σαν σαρμαδάκι
Μετά, ο άντρας μου
Με ένα «μου» ελαστικό, σαν κάλτσα
Έτσι ώστε να ‘ναι πάντα ελεύθερο...
Μετά, ήταν η κόρη μου
Με ένα «μου», σαν λάσο
Μία άφηνες, δύο μάζευες...
Τα δύο τελευταία «μου» μαζί,
κάναν την οικογένειά μου
«Μου», κτητικό. Τελεία και παύλα.
Μετά, ήταν τα όνειρά μου,
ατίθασα άλογα, άλλα έζεψα, άλλα άφησα
Σαν τον ασκό του Αιόλου τα όνειρά μου.
Μετά, ήταν τα θέλω μου, αυτά τα ελευθέρωσα όλα
Να μην τα θυμάμαι και θυμώνω.
Η δουλειά μου, το σπίτι μου, τα έπιπλά μου,
τα ρούχα μου, τα αισθήματά μου, τα λάθη μου.
Μου, Μου, Μου...
Όλα κι αν φύγανε τα «μου»
Ένα, μονάχα κράτησα, σίγουρο «μου»: τα ποιήματά μου.
Η ποίησή μου, ήταν, το μοναδικό σίγουρο κτητικό μου, «μου».


Ά βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό της Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού 2013-2014.                                                               

Η ΣΚΛΗΡΑΓΩΓΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ



Άνθρωποι την νύχτα
Βγαίνουν στην πόλη
Να μαζέψουν πόνους
Από τις γωνίες και τα μισάνοιχτα παράθυρα
Στους κάδους με τις σάπιες ειδήσεις.
Αυτό προφήτεψε ο αγιογράφος στον θόλο
Της μεγάλης εκκλησίας του σύμπαντος
Στήνοντας τον χορό των άστρων
Με τον κένταυρο και τον Ηρακλή
Την μικρή και την μεγάλη Αρκούδα
Τον Σκορπιό και τον Ορφέα.
Σ’ αυτήν την τραγική ισορροπία
Βασιλεύει το σκότος το εξώτερον,
Ο φόβος και η μνησικακία.
Η μυθολογία στέρεψε από ονόματα
Και δεν έχει άλλα να μαρμαρώσει.
Ανακύκλωση αίματος
Πικρού μέλανος ζωμού

Στην σκληραγωγία της σιωπής.

Δείχτες


Δείχτες που μετρούν την απουσία
είναι τα κορμιά μας.
Σ´ένα χάδι,στου χρόνου τη φιλοτιμία
βρίσκουμε κάτι απ´τη χαρά μας.

Τα γρανάζια του έρωτα θα μας ρίξουν
στου πόθου το αβέβαιο κυνήγι
κι ας ξέρουμε πως όταν το σημάδι φύγει
οι λωτοί της νοσταλγίας θα μας πνίξουν

Την ακάθεκτη προς τη θνητότητα πορεία
μόνο με της αγάπης το κλειδί καθυστερούμε
και στην ταχύτητα του πάθους μόνο η αγωνία
περιμένει για όσα Όχι διστάσαμε να πούμε.

Ο ωροδείχτης της αγάπης δε συγχρονίζεται
με του έρωτα το γοργό λεπτοδείχτη.
Όποιος βυθίστηκε στης σκέψης το ξενύχτι

ξέρει πως η απόφαση δύσκολα χαρίζεται.

Ερυσίχθονας

Είναι η ζωή μας σαν του Έρυσίχθονα
είναι το τέλος μας προδιαγεγραμμένο.
Το βασίλειο του Μυρμιδόνα μας είναι δοσμένο
όμως εμείς ποθούμε της Αρτέμιδος το άλσος.
Αν και οι Νύμφες προειδοποιούν για την ύβρη
την αξίνα παραδίδουμε στο μοιραίο πάθος.
Της αλαζονείας η ρίζα επωδύνως θα φύγει
και ο Ποσειδώνας δεν μπορεί να βοηθήσει.
Η πείνα μας τώρα γυμνούς μας έχει αφήσει
και όσα χτίσαμε πλέον γινήκαν ανώφελη εμπειρία.
Από τον πόνο ψάχνουμε μάταια διαφυγή
κι είναι ο ξεπεσμός μας των θεών η τιμωρία.
Την αγαπημένη Μύστρα θυσιάζουμε ευτελώς
κι ας ξέρουμε πως η ψυχή μας έχει χαθεί,

πως της αχαριστίας μας περιμένει ο βωμός.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ



Τι νέοι που φθάσαμε στης φθοράς τ´έρμο ακρογυάλι
κι είναι τα κύματα της λήθης που σβήνουν τ´όνομα μας.
Ο ωκεανός ξεβράζει τις τσακισμένες ιδέες
κι άνεμος αλλαγής γκρεμίζει τ´αμμώδη όνειρα μας.
Παραπαίουν οι τρύπιες των κατορθωμάτων μας σημαίες
κι είναι ο καπνός της ελπίδας που μας αφήνει πάλι.

Από μακριά οι σύντροφοι κοιτούνε και ψάχνουν τη φωτιά.
Τη χαρά να μας ρίξουν μια σανίδα δε θα τη γευτούν.
Με τηλεσκόπιο ψάχνουν την αδυναμία μας να δουν
όμως εμείς ξέρουμε πως οι φίλοι σηκώσανε πανιά.
Ελπίζουμε το τηλεγράφημα να πήγε στους δικούς μας:
“Είμαστε σώοι κι αβλαβείς και πλέουμε στους θησαυρούς μας.”

Το ναυάγιο της ζωής να ερμηνεύσουμε ποθούμε
μας στον ορίζοντα μόνο η άβυσσος μας χαιρετά.
Η πυξίδα ανούσια περιστρέφεται και μαρτυρά
πως τ´απάνεμο λιμάνι της Ιθάκης δε θα βρούμε.
Αν κι είχαμε έρμα σωστό και το καλύτερο σκαρί
βουλιάξαμε ακολουθώντας της Σειρήνας τη φωνή.

Λίγοι στίχοι μας απομένουν μόνο πριν ο νους μας δύσει,
σαν τα μπουκάλια που σκορπούν κάποιοι ναυαγοί στη τύχη,
από φοβό μήπως η θύελλα του χρόνου τα βυθίσει,

μήπως δεν μπορέσουν να ξεπεράσουν της σήψης τον πήχυ.

Περιπλάνηση


Στο θολό ακρογιάλι της λήθης
ψάχνω να βρω ένα κοχύλι
να του πω πως πάντα μου λείπεις
κι ας χαθεί κι αυτό το δείλι.

Τα ίχνη μας σβήνει ο μπάτης
κι ας ξέρω πως πια δεν υπάρχεις.
Σε περιμένω στο μόνο αγκυροβόλι
κι ας ξέρω πως γι ´αλλού έβαλες πλώρη.

Στ´απάνεμο της καρδιάς μου λιμάνι
άραξε το κορμί του πάθους
και λέξεις σαν κόμπους θα κάνει
όποιος αφέθηκε στη δίνη του λάθους.

Το νερό γλυφό σε κάθε αμμουδιά
και της απώλειας ο μόλος είναι γερός.
Όποια Σειρήνα κι αν μου γνέφει μπροστά
πάντα ξεβράζομαι στον πόνο μισός.

Με πιο σώμα για σανίδα
θα βρω τη χαμένη ελπίδα
τώρα που ´λυσα της χαράς τους κάβους

και γκρέμισα της αλήθειας τους φάρους;

Το καινούριο μου ποίημα

Καθώς ξεκινώ ν' αντιμετωπίσω
την ημέρα που έρχεται,
ακουμπώ την καρδιά και τη σκέψη μου,
πάνω στη ζωντάνια ενός μικρού παιδιού,
που παίζει στο βάθος της Αυγής με τα όνειρα!
Κι ενώ του κήπου μου οι φυλλωσιές
θρηνούν των αστεριών το χαμό,
εγώ, τινάζω από πάνω μου τη θλίψη της νύχτας,
και πλέω...στης Χαράς τα Πελάγη...
Καθώς στον Ουρανό
που μοιάζει με κρύσταλλο πολυεδρικό
που πάνω του διαθλώνται του ΄Ηλιου τ' αχτίδια
απλώνεται ένα Χαμόγελο Απέραντο,
τα μέσα μου πλεριάζουν,
από Αισιοδοξία Ατέλειωτη....κι Ελπίδες!
Με λευκά περιστέρια στολίζω τον δρόμο της ΄Ανοιξης,
και με τ' Αηδονιού το κελάηδημα,
εμπλουτίζω το Ρεφρέν της Ημέρας,
ενώ τ' ατέλειωτα μεσημέρια μου
που οι Μοίρες έχουν ήδη μοιράσει τα δώρα Τους,
προσπαθώ σε ένα άσπρο χαρτί,
να διυλήσω  ένα εκατομμύριο λέξεις,

γιά να γράψω το Καινούριο μου Ποίημα!!

[Ένα-ένα περισυλλέγω τα "σ' αγαπώ"...]

Ένα-ένα περισυλλέγω τα "σ' αγαπώ" που μου είχες πει
ρουχαλάκια ζεστά για το χειμώνα να φτιάξω
( ή μήπως ένα κομπολόι να μετρώ τα λάθη μας )
τώρα που ζω με την ενθύμηση
( ή μήπως με τη λησμονιά σου ).
Κι όμως
ήμουν η σπίθα που άναβε το λυχνάρι σου στα σκοτάδια της ψυχής σου
Κι όμως
ήμουν η φλόγα που άναβες τ' αστέρια σου
την ώρα που το μπλέ τ' ουρανού δίνει τη θέση του στο μαύρο της νύχτας.
Το μόνο που είχες να κάνεις εσύ
ήταν να κάνεις την αυγή να ροδίσει στο χαμόγελό μου
τα τριαντάφυλλα ν' ανοίξουν τα μπουμπούκια τους στον αναστεναγμό μου.
Κι αυτά - αλίμονο! - τ' άφησες κλειδωμένα στο ντουλάπι μας

κι έχασες το κλειδί.

Οι στίχοι μου

Κάθε Αυγή,
καθώς το Φεγγάρι τελειώνει τη βάρδια του,
με το βλέμμα στραμμένο  στην Ανατολή,
γράφω τους στίχους μου,
κι ώσπου ναρθεί το Μεσημέρι,
πασχίζω στους στίχους μου...να δώσω Φωνή!
Κι ύστερα,
κατά του Απόβραδου τις ώρες,
τότε που τα μύρια Θεόπουλα
σκορπισμένα στον Ουράνιο Θόλο
στέλνουν τις νότες τους στη Γη,
τότε ακριβώς κι Εγώ,
τους στίχους μου....τους κάνω Τραγούδι,
που το παίρνει ο Μεθυσμένος Μαϊστρος,
γιά να ποτίσει καρδιές από Πόνο και Θλίψη γεμάτες,
μήπως, με τα βέλη του Πεντάγραμμου Πόθου,
σαϊτευτούν σε Χρόνο Μηδέν,
οι σκοτεινές τους Πτυχές...και Ιδέες!
Και τότε οι Στίχοι μου, Ελπίζω,
να κάψουν Πόνο και Θλίψη απ' τη ρίζα,
απογειώνοντας τις Ματωμένες Ψυχές,

στης Χαράς και του Φωτός...τα Φεγγάρια!

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΡΟΧΟΠΟΙΟΣ


Κοντύτερα του κοντινού
το χάος.
Σιμά στις πέτρες
το αγιάζι.
Στα κενά…
κρυστάλλινος
της γνώσης θησαυρός
και ο νέος τρέχει στις θάλασσες της γής
προστατευμένος…

… μόρφωση αρχαίων συγγραμμάτων γεμισμένος.

Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Η αγάπη μου,
ένας σπόρος στην άμμο
που ονειρεύεται τα σύννεφα.

Μες στην όασή σου,
ο παράδεισός μου.

Φωτιά στα στήθη,
μια λάβα που με καίει
στα χείλη σου,
η αγάπη μου.

Έλα,

στίχος που παίζει
στις χορδές του ήλιου.


Κι ύστερα, καίγεται!

Ονειρεύομαι...

Έρχομαι απ'του Χρόνου την άκρια,
βαστώντας  στο χέρι μου μικρό ραβδί...
Τούτη την ώρα, φλογισμένος ο Νους
τους τέσσερις αγέρηδες ρωτά,
πούθε κρατά και που οδηγεί.
ετούτη εδώ η στράτα...
Παράξενη πνοή φτεροκοπά
και μ' οδηγεί,
σε ήχων Απαλών τον κόρφο.
Κάπου στην όχτη απέναντι,
δύο ψυχές χορεύουνε,
τα όνειρα κουρσεύοντας,
σε χρόνο...Παρελθόντα,
σαν Λέξεις ανεμόδαρτες,
που σπεύδουν να κρυφτούνε
σε στίχους ΄Ηρεμων Ποιημάτων!
Στην ΄Αχραντη Νύχτα οπούρχεται,
την ψυχή μου Καθάρια καταθέτω,
και Ονειρεύομαι...Ονειρεύομαι,
μία ζωή Καινούρια
Απλή μα και Αγνή,

βαθειά αν το θέλει ο Θεός...να ζήσω!

Της Παρακμής η ώρα...

Κι ενώ ο Λογισμός μου
σεργιανάει Αμέριμνος στο Παγωμένο Στερέωμα,
αξάφνου η ματιά μου ,
πέφτει στο Απέραντο Πέλαγο,
κι αφουγκράζομαι τη σιωπή των κυμάτων!
Στα βάθη του Πέλαγου,
ποντισμένο της ΄Αγιας- Μοίρας το γραφτό,
κι η ματιά μου  χάνεται πάλι στο κενό,
εντελώς Ουδέτερη και..Αδύναμη!
Φοβάμαι τον ερχομό της Παρακμής,
και νοιώθω, πως ξελογιάστηκαν οι Στοχασμοί μου,
όντες Αιχμάλωτοι, στα πέπλα του Χάους!
Λυπάμαι τον μαραμένο Υάκινθο,
γιατ' είναι κι αυτός,
της Παρακμής ένα Σημάδι...
Στέρεψαν οι χυμοί
στα δέντρα...των ολάνθιστων κήπων!
Οι Πόθοι,
σκίσανε με ορμή τα Γκρίζα Ουράνια,
κι ύστερα...όπως ήρθαν, χαθήκαν!
Τα μαβιά Γεράνια....κι αυτά ξεθωριάσαν,
ενώ τα Ασημόγλαρα κούρνιασαν,
και δεν θα μεταφέρουν ξανά,
μηνύματα Αισιοδοξίας, Ελπίδας κι Αγάπης....
Παντού, αντικρύζω βεβιασμένα χαμόγελα,
και πίσω απ' αυτά...διακρίνω την Πίκρα!
Φοβάμαι,
πως ήρθε της Παρακμής η ΄Ωρα,
κι αναρωτιέμαι,
αν απ' αυτήν θα γεννηθεί
η Νέα Ζωή,

ή ξαγναντίζει πλέον...του Ολέθρου η ΄Ωρα....

Χειμωνιάτικες ώρες

Με μοναδική μου συντροφιά
τους τέσσερεις αγέρηδες
που βιαστικοί
Θλίψη, Χαρά,Ζωή και Θάνατο φυσούν
μες την καρδιά μου,
γεύομαι της Χειμωνιάς τα κάλλη...
Του Πυκνού Χιονιού τα Ασπροπέταλα,
σαν Νύφες Ασπροστόλιστες,
θεριεύουνε του ονείρου τα μεγέθη!
Σαν έρχεται της Καταιγίδας η κατεβασιά,
λήθη βρίσκω και παρηγοριά
στων κεραυνών τις λάμψεις,
χαζεύοντας τα σύννεφα που προσκυνούν,
τις κρυσταλλοφόρετες βουνοκορφάδες.
Κι Απόψε,
κρύα νυχτιά ξεχωριστή,
ανήμερο θεριό λες κι είναι ο Βοριάς
καθώς χυμάει και μουγκρίζει,
και στου σπιτιού μου το περιβόλι το μικρό,
δέντρα και ανθολέμονα,

με Μίσος...τα ξεσκίζει!

ΣΑΝ ΛΑΜΝΟΥΝ ΤΑ ΝΕΡΑ

--Σύρτου κοντά, γεναίκα, να κουρρώσομεν,
που κά΄στο πάπλωμα να σκουλλιστούμεν,
να ππέσομεν κοντά κοντά , να βράσομεν,
τζι΄αλόπως πόψ’ εν’ νύχτα μας, θαρκούμαι.

Καλό, να βρέξει∙ να σιονίσει κάμποσον∙
να σάσουν τα χτηνά μας, τα σπαρμένα∙
ν΄αλλάξει τζι ο τζιαιρός μας νάκκον, ώσποσον
να τρώμεν τα ψουμιά τα κλιθθαρένα!

΄Ωσπου ακούαν των νερών τζιαι λάμνασιν,
ο γέρος ο Πολλύς τζι η Αρετούσα,
περίτου μές τα ρούχα ετρυπώννασιν
τζιαι μάχουνταν τζι οι δκυο τζιαι σκομαχούσαν.


Εφύσαν ο αέρας εμουγγάριζεν,
έστραφτεν, επουμπούριζεν καπάλιν,
ο γέρος την γερόντισσαν αγκάλιαζεν
τζι ήταν χαρά του πλάστη μου μεάλη.

Ετρέχαν οι χολέτρες πά΄στα δώματα∙
εγένουνταν σιειμάρροι γιάλι άλι,
τον πλάστην εδοξάζαν τόσα στόματα
οι γέροι…..ερογχαλίζασιν καπάλιν.

Είντα καλά να ππέφτεις τζιαι να μάχουνται,
να λάμνουν τα νερά, τ ΄ανεμοβρόσια!
Τα βάσανά τζιοι κόποι σου ξηάνουνται,

τζιας είσαι βουττημένος μές΄την φτώσειαν.

[Παφής εγεννοπλάστηκα...]

[..]

Παφής εγεννοπλάστηκα τζαι γίνηκα
στα χρόνια τούτα πούμαι τζαι στα στάθη,
ποττέ μουστη ζωήμ μον αθθυμήθηκα
να πω πως η ζωή μου πκιον εχάθην.

Πικρά, γλυτζιά, ζιω, ππέφτωτζαι σηκώννουμαι
στες ξενηθκειές, στα κάτεργα τζ΄ αν είμαι,
τζαι καρτερώ, τζαι κρούζω, τζαι σκοτώννουμαι,
μέραγ καλήν να δω, να πω κανεί με.

Τζ΄ ώσπου θωρώ τα γρόνια πως δκιαβαίννουσιν
τζαι τα κακά μου ΄ κόμα πολλυνίσκουν,
λαλώ πως τζαι στομ μνήμαν αμ με παίρνουσιν

εν νάρκουνται τζει μέσα να με βρίσκουν.

Γερμασοίτης Βάσος (βιογραφικά στοιχεία)

Γεννήθηκε την 5 Ιανουαρίου 1907. Κατάγεται από την Γερμασόγεια της Επαρχίας Λεμεσού.  Ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την ποίηση το 1932 και για περίπου είκοσι χρόνια εξέδιδε τα ποιήματά του.Η τελευταία του ποιητική συλλογή εξεδόθη το 1952. Όλες του οι ποιητικές συλλογές είναι γραμμένες στην Κυπριακή Διάλεκτο.
Έγραψε συνολικά 339 ποιήματα στην κυπριακή διάλεκτο, με εξαίρεση 7 από αυτά που είναι γραμμένα στην αγγλική γλώσσα.
Απεβίωσε σε ηλικία 57 χρονών στο Πέρα Χωριό - Νήσου, την 28η Αυγούστου του 1967.


Ποιητικές Συλλογές

«Τα πρωτοβρόσια» : 1938.
«Αστραπές τζιαί τραμουντάνες» :1939.
«Γιατί σιερούμαστιν» : 1940.
«Που την μιάν μερκάν στην άλλην» : 1942.

«Πόλεμος- Πόλεμος» 1944
«Πάνω χαρά μας» : 1945.
«Στο ποσσίος του Λαωναρκού» :1946.
«Όπου καλόν καλλύτερον»: 1952
«Όσα ξαίρω τζ'όσα ακούω»: 1952

«Λόγια της νύκτας» :1952.

Βάσου Γερμασοΐτη, “Για την Κυπριακήν γλώσσα μας”

«Έσιει πολλούς που θαρκούνται πως άμα συντυχάννουν την γλώσσαν του τόπου τους, τη συνηθισμένην, την ίσιαν,την γλώσσαν του τζυουρού τους, πως εν νεν’ευκενείς τζαι γυρεύκουν πα’στην κουβένταν τους ν’ανακατώνουν λόγια που, έν’ ο λόος που λαλεί, κοντά μας εν έχουσιν σκέσην κουτσίν! Πά’ ς τούτον ππέφτουν έξω πολλά. Έν’ το μεαλλύττερον λάθος που μπορεί να ένει. Εγιώνη έντζ’ είμαι κανένας μεάλος άδρωπος να φουμιστώ πως τα ξέρω ούλλα, αμμά το σωστόν ένι να πασκίζουμε πάντα μας, τζι’ έσσω μας, τζι’ έξω μας, μακάρι νάν’ τζι ομπροστά στον βασιλέα, να συντυχάννουμεν την γλώσσα μας, την γλώσσαν του τζιουρού μας, τζαι να μεν θαρκούμαστιν πως είμαστιν χωρκάτες τζαι να το λοαρκάζουμεν αντροπήν! Όι ! Καθένας με τον τόπον του. Γιατί να μαχούμαστιν με τα ξενικά, αφούτις εν είμαστιν περατιτζοί. Μέλλιμον η γλώσσα που την συνηθούν τζαι συντυχάννουν την πουτζείθθε έν καλλύττερη που την δικήν μας; Εν πιστεύκω. Τζαι γιατί να πά’ να κάμω έξω, μες τες περασιές, έξι μήνες, έναν γρόνον, τζι ύστερις, ότι πον να στραφώ, να κάμνω πως εν γυρίζ’ η γλώσσα μου τζαι να νεκατώννω λόγια πασανάκατα; Τζείνοι που τα κάμνουν έν’ φουμιστήες τζαι φαντασμένοι.

Η γλώσσα μας, η τζυπριώτιτζη, έν’ η μόνη που έν εξηάστηκεν ύστερις που τόσα βασίλεια που ρέξαν που την Τζύπρουν, πριν τόσα τζαι τόσα γρόνια. Έν η γλώσσα η αρκαία, η ελληνική, τζείνη που συντυχάνναν οι πρωτινοί τζαι πρέπει να την συνηθούμεν ούλλοι μας. Εγιώνη, τον τζαιρόν που’ μουν έξω, όπου έθθεν να πάω να ψουμνίσω, για να κάμω, για να φκιάσω, πρέπεν ν’ αρκέψω τζείνην την γλώσσα μου την γλυτζιάν (του τόπου μας δηλαδή) τζαι να τους κάμνω τζείνους πον εγκαταλαβαίννασιν να γυρεύκουν δραομάνους για να μου συντύχουν.

Έτσι έν’ το σωστόν, καλό! Ποττέ μου εν εξενοσύντυχα παφής επάτησεν τον πόιν μου ποδώθθε.



Τα ποιήματα μου έν’ ούλλα γεμάτα ζωήν τζαι θέμαν του χωρκάτη πόν’ η ρίζα τζι η βάσις ούλλου του τόπου μας»..

ΓIA TO XAMO TOY AΛEΞH*



Εχάθηκες Αλέξη μας,
έκοψες την κλωστήν σου,
εχάσαμεν τ’ αστεία σου,
το λέεισ σου, το πεισ σου.

Έχασεν ούλλον το χωρκόν
έναν γερόν βλαστάριν,
έναν λεβέντην, δουλευτήν,
άξιον παλληκάριν.

Εχάσασ σε οι παρέες σου
οι φίλοι τζι οι γνωστοί σου,
εχάσασ σε οι κουμπάροι σου,
τ’ αδέρρκια σου, οι γονιοί σου

Εχάσασ σε οι γειτόνοι σου
οι κόρες σου π’ αγάπας,
ο γιος σου, η γεναίκα σου
τζι οι στράτες που περπάτας.

Εχάσαν οι επιβάτες σου
τον ταχτικόν τους φίλον,
τ’ άψυχον τ’ αυτοκίνητον,
έχασέσ σε τζιαι τζείνον.

Έτσ’ άξιππα τζι ανόρπιστα
έσβυσες εποσπάστης,
χωρίς ορπίαν νά’ χωμεν
μιτά μας να ξανάρτης.

Τζι απόν πολλύς ο πόνος μας
για τον χαμόν σου Αλέξη,
ούλλοι μας εβοβώσαμεν
τζι επκιάσεμ μας η σκέψι.

Γιατ’ είσουν νέος τζι άξιος
τζι έπρεπέσ σου να ζήσης,
γιατ’ είσσιες γαίμαν τζιαι ζωήν
να δράσης να βουρήσης.

Τζιοιμού σαν ετζιοιμήθηκες,
νεπαύκου σαν τζιοιμάσαι,
τζι ώσπου λαχτούμεν στουν την γην,
στην έννιαμ μας εν νά’σαι.


Εγράφτηκεν μες τις 12 τ’ Απρίλη, 1959.

*Tο 1959 μετά από ένα  δυστύχημα, ο νεαρός συγχωριανός του  Βάσου Γερμασοίδη Aλέξης Nικολάου χάνει τη ζωή του σε πετρελαιοδεξαμενή στη Λάρνακα. Ο γείτονάς του Βάσος Γερμασοΐτης, συγκινημένος από το τραγικό γεγονός, έγραψε στη μνήμη του Αλέξη το παραπάνω ποίημα

"ΕΜΕΙΣ"



Αν εγώ ήμουν αλλιώς
αν εσύ ήσουν αλλιώς
αν εμείς ήμασταν αλλιώς
αν αυτοί ήταν αλλιώς...
αν ο ήλιος ανέτειλε στη δύση
αν το φεγγάρι ξεπρόβαλε τη μέρα
αν δεν γύριζε η γη...
αν δεν σε συναντούσα
αν δε με συναντούσες...
αν δεν συνέβαινε εκείνο
αν δεν συνέβαινε αυτό...
Όλα θα ΄ταν αλλιώς!

Ναι...όλα θα 'ταν αλλιώς...
Κάπως αλλιώς...

Εγώ δεν θα ήμουν εγώ!
Εσύ δεν θα ήσουν εσύ!
Αυτοί δεν θα ήταν αυτοί!
Τα ίδια χρώματα δεν θα 'χε η δύση
ούτε κι η ανατολή!
Το μαγνητικό φεγγάρι  πάνω μας
δεν θα έλαμπε μες στο σκοτάδι!
'Αλλη θα ήταν κι η γη!
Τίποτα δεν θα είχε συμβεί!
Κι εμείς... δεν θα 'μασταν εμείς!

Δεν είμαι!
Δεν είσαι!
Δεν είναι!
Δεν είμαστε!
Αλλιώς!

Είμαστε αυτοί που είμαστε!
Είναι αυτοί που είναι!
Είναι αυτά που είναι!
Κι ο λόγος ακριβώς
που έτσι είναι όλα
κι όχι αλλιώς!

Είμαστε ό,τι είμαστε
κι αυτό δίνει μορφή,
δίνει νόημα
δίνει σε όλα ψυχή!
Όπως είμαστε ακριβώς!

Στη θέση τους όλα...
ο ήλιος, το φεγγάρι, η γη...
Ό,τι έχει συμβεί καλώς ή κακώς...
Αυτοί...αυτοί!
Εσύ...εσύ!
Εγώ...εγώ!
Εμείς...εμείς!

Αυτή είναι η πρόκληση!
Όλοι και όλα
στη θέση τους!
Όμως να κάνουμε τη διαφορά...
ΕΜΕΙΣ!

Το εγώ μου εγώ...
Το εσύ σου εσύ...
Μα το εγώ μας...
στην υπηρεσία, στη διάθεση
στην προστασία, στην υπεράσπιση
στων ευχών, των ονείρων, των προσευχών μας την εκπλήρωση
στη δικαίωση ...
του ΕΜΕΙΣ!
Γι' αυτό που είμαι...
Γι' αυτό που είσαι...
Γι' αυτό που είμαστε...
μαζί...
ΕΜΕΙΣ!

Εν τη ενώσει η ισχύς...

"ΘΕΛΩ"



Θέλω...
Ποιά θέση στο θέλω το πρέπει να βρεί;
Ποιό ζόρι
ποιά πίεση
ποιά υποχρέωση;
Πώς να χωρέσουν τόσα φθηνά
στης ψυχής τη λέξη την ακριβή;

Θέλω...
Δεν απαιτώ, δεν επαιτώ
δεν υποχρεώνω, δεν πιέζω
ίσως μόνο διεκδικώ...
Στο δρόμο του θέλω μου μόνο προχωρώ...
Το θέλω μου βαδίζει
σφιχτά κρατώντας το χέρι του μπορώ...
Θέλω στεφανωμένο από το φως
των μεγάλων επιθυμιών
της φλογερής λαχτάρας
των γλυκών προσμονών
των ενήλικων ονείρων  και των παιδικών
τη δύναμη του μπορώ μου καθρεφτίζει...

Στο θέλω;
Πρέπει δεν χωρά...
Μόνο σεβασμός...
Στο δεν θέλω;
Ίσως  εκεί πρέπει...
απόλυτος σεβασμός...
Μα αμοιβαίος...
αλλιώς άδικος καταναγκασμός...

Λαμβάνω υπόψιν
ακούω
σέβομαι
υπομένω
την πίεση, τα πρέπει των τρίτων
τις φωνές, τις γνώμες των πολλών
των δυστυχώς συνήθως κακεντρεχών...
Μα εγώ ... δεν πρέπει
δεν αναγκάζομαι, δεν αναγκάζω...
Με καλοσύνη
με κατανόηση
καμιά φορά με λύπη
τους κοιτάζω...
γιατί...
δεν πρέπει...
Απλά θέλω...απλά μπορώ...

Κι αν σε στιγμές παρούσα
να φωνάζω με όσους φωνάζουν
με δήθεν ήπιες, με πράες φωνές
που εμφανώς τη διάσταση υποδαυλίζουν
και τη δική μου τη  σκεπάζουν
αναρωτήθηκε κανείς;
πώς ένας άνθρωπος τόσο προσηνής;
γιατί...
δεν θέλω...
τα όρια, τις αντοχές, την ηρεμία
την ομόνοια, τη χαρά, την ευτυχία
να μη σέβονται, να διαταράζουν...
Προάσπιση η φωνή μου και υπεράσπιση
των κεκτημένων, των ακριβών...
του θέλω και του μπορώ...
Μα μην τους πιστέψεις, μην  γελαστείς
προσεύχομαι, παρακαλώ...
όχι δικών μου μόνο
όλων...
των δικών μου, τα δικών σου, των δικών μας
και των δυό...

Γιατί...
δεν θέλω...
όλοι και όλα να ΜΑΣ πιέζουν;
να ΜΑΣ φθείρουν, να ΜΑΣ καταστρέφουν;
κι εγώ απλά να συμφωνώ;
να λέω ... ναι;
παρακαλώ συνεχίστε;
τον εκρηκτικό μηχανισμό πυροδοτήστε;
Έπρεπε, δεν έπρεπε
πρέπει, δεν πρέπει,
εδώ άλλο δεν θα σταθώ...
Δεν θέλω...
Δεν ήταν...
Δεν είναι τώρα σίγουρα αυτό το πιο σημαντικό...
Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω...
Κι ούτε αναμάρτητη, ούτε άμεμπτη ...
Καν δεν θα σηκώσω  λίθο,
κριτής κανενός δεν θα γενώ...
Σημασία μόνη πια...
αν συμμερίζεσαι, αν συμπάσχεις...
αν με καθυστέρηση κάποια
προς υπεράσπιση των κεκτημένων
σε βοήθεια σπεύσει και το ιππικό...
Τον σήκωσα...
μα άλλο δε θα σηκώσω των άλλων το σταυρό...
Απλά... δεν θέλω... δεν μπορώ...
την αδικία να ανέχομαι
τον άδικο καταναγκασμό...

Μέσα απ΄το θέλω
και μη
τη ζωή του ονείρου μου διεκδικώ
να ζω του ονείρου μου τη ζωή...
χωρίς φαμφάρες
χωρίς υπερβολές
χωρίς φωνές, έριδες και διχόνοιες
χωρίς εντάσεις και πιέσεις...
Δύσκολη πολύ η ζωή...
ανούσιο, επιπόλαιο, αφελές
μόνοι να την κάνουμε
φορτική, δύσκολη πιο πολύ...
ενέργεια πολύτιμη
άσκοπα, ανούσια, ανώφελα
σ' αυτά ν' αναλώνεται
άλλο ν' αναλωθεί..
Σ' αυτές τις θέσεις
απλές
ήρεμες
όμορφες
χαρούμενες
παθιασμένες
γλυκές
ουσιαστικές στιγμές...

Απλά τα θέλω...όλα... απλά και τα μπορώ...
Όλα έτσι τα θέλω...
Κι όπως όλα...έτσι και σε...
Έτσι απλά, καθημερινή μου γιορτή... θέλω σε...



Γιορτάζουμε...

Σήμερα,
γιορτάζω, γιορτάζεις,
κι αντάμα γιορτάζουμε μιάν Αγάπη
φερμένη απ' το Χτες,
 από χώρες Μακρινές και Ουράνιες!
Μιάν Αγάπη πούρθε Απρόσμενη
τις ψυχές μας γιά να σμίξει,
και που τους δυό μας οδηγεί,
στης Χαράς το πιό λαμπρό σαλόνι...
Στο δώμα μου το σκοτεινό,
ωσάν κερί αναμμένο ήρθες,
κι έμοιαζε η μορφή Σου
με Ζωγραφιά Ποιητική,
φερμένη από τα όνειρά μου!
Χαίρομαι την ανάσα Σου
την κάθε μιά στιγμή,
και τώρα που ακόμα και τις Σκέψεις μου στολίζεις,
Σε Αγαπώ Ακόμα πιό Πολύ
και Σου ζητώ,
και Συ ετούτο μας το δέσιμο συνειδητά,
πιότερο κι από μένανε να Αγαπήσεις....
Κι έχω συνέχεια τα μάτια μου Ανοιχτά,
μη τάχα και το Όνειρο που ζω,
κάποιο αγέρι ΄Αγριο
φυσήξει και το σβήσει....
Μ' έμαθες να κλαίω, να γελάω,
και το Παθιασμένο Σου φιλί κάθε φορά,
με Πόθο να ζητάω!
Γιαυτό,
Σήμερα που γιορτάζω, γιορτάζεις
και γιορτάζουμε Μαζί,
Αντάμα ας απολαύσουμε

τούτο το ΄Ονειρό Μας!

Θα επιστρέψω


Όταν μεσουρανούνε τα μεσάνυχτα,
όνειρα Υπαρκτά και Μυστικά,
κλέβουνε την απόσταση
της Νύχτας απ' τη Μέρα...
Κι όταν ο νους μου
τους ώμους του ανασηκώνει,
ζωγραφίζω στο άγραφτο χαρτί,
τις χίλιες- δυό μου ανησυχίες...
Και, σαν έρχεται μετά από λίγο το πρωϊ
με άδειο σενάριο και δίχως μουσική,
τρέχει η Νύχτα να με κρύψει,
προτού προλάβω και αλλοιωθώ,
και πριν λεκιάσω και μασκαρευτώ
χαμένος στα οράματά μου.
Φτύνω στο άσπρο μου χαρτί,
και πνίγω με μεταξωτή κλωστή,
τις σκέψεις μου τις στείρες!
Το άλλο βράδυ που θαρθεί
με γεύση από ΄Ερωτα και λίγη Μουσική,
πάνω σε αστερισμούς
που την ύπαρξή τους αγνοώ,
θα χτίσω παλάτι λαμπερό,
και στις χαρές μου
που Ανόητα ανέστειλα,

γεμάτος ΄Ονειρα κι Ελπίδες....θα Επιστρέψω.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.