Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Ελλήνων Δημιουργών.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Χρήστος Βασιλόπουλος (μικρή αναφορά)

Ο Χρήστος Βασιλόπουλος γεννήθηκε στην Κοζάνη τον Οκτώβριο του 1988. 

Ποιητικές Συλλογές: 

«Εκεί που κοιμούνται τα άστρα» Εκδόσεις Οσελότος

Δυο αστέρια… / Χρήστος Βασιλόπουλος


Ψηλά στον ουρανό, χορεύουν δύο αστέρια,                                                  άγνωστο φως τα κυβερνά μια λάμψη μαγική και αιθέρια.               
Γύρω από το  χάος το αιώνιο γυρνούν και με θλίψη κάτι ψάχνουν,       
δάκρυα σαν κρύσταλλα στα σύμπαντα που χάσκουν.                                 
Κολυμπούν με τις νεφέλες του ουρανού,                                                                                          πάνω από τις ομίχλες του κόσμου, για αυτό                  
που χάθηκε ρωτούν  τα όντα όλου του κόσμου.                                                                                          Μα αυτό που η ψυχή τους ποθεί πλέον έχει σβήσει,                          
το καταράστηκε η λησμονιά,                                                                 ο φθόνος  και  η φρίκη. 

Η κυρά των άστρων...

Χρήστος Βασιλόπουλος 


Ήταν κάποτε μια κυρά, μια νύμφη μες τα χιόνια,                                                  
που όπου και να πάταγε κελάηδαγαν αηδόνια,                                                                
αγνή και φωτεινή ήταν η ψυχή της,                                                                                  
και σαν κρύσταλλο απαλό κυλούσε η φωνή της,                                                       
ασημιά ήταν τα μάτια της και μαύρα τα μαλλιά της,                                                    
από κρίνα ολόλευκα φτιαγμένη η θωριά της,                                                         
τραγούδαγε και τα πουλιά συνόδευαν την χάρη της,                                                          
αχ πόσο θα ήθελα, να είχα την αγάπη της... 

Ο κύβος της πραγματικότητας...


 Χρήστος Βασιλόπουλος 


Θέλεις να περπατήσεις κάτω από τον έναστρο ουρανό                                             
με την καρδιά σου να πετάει στα σύννεφα,                                                                                        
θέλεις να τρέξεις μέσα στη βροχή χωρίς να έχεις μπροστά σου σύνορα,                                       
θέλεις μέσα στα δάση να χαθείς και σαν παιδί να ονειρευτής,                                                      
θέλεις να φύγεις από αυτά που σε πικραίνουν και με θλίψη σε αρρωσταίνουν.                             
Μα είναι ισχυρός ο κύβος της πραγματικότητας,                                                                                    ο κύβος που οι ίδιοι έχουμε δημιουργήσει και μέσα του με άπληστες ευχές μας έχει κλείσει. 
Η ψυχή μας πρέπει να αναπολήσει και να θυμηθεί,                                                                             
 την αληθινή ζωή,                                                                                                                                       πέρα από δυσοίωνες απολαύσεις και αυτοκαταστροφικές εκτάσεις.                                               
Να επιστρέψουμε εκεί που ο ήχος της αλήθειας και της αγάπης δυνατά ηχεί.  

Ο χορός του δάσους… του Χρήστου Βασιλόπουλου

Τα άστρα θα στήσουνε χορό απόψε μες το χάος,                                                                                       
οι ποταμοί οι κατάλευκοι που διαπερνούν το δάσος,                                                                                      
τα δέντρα σήμερα από τον ύπνο τους                                                             τον βαθύ ξυπνάνε και οι αετοί με τις στριγκές 
φωνές 
σαν αηδόνια κελαηδάνε,                                                                                   βγαίνουνε μέσα από τις σκιές οι όμορφες κυράδες                                       
και οι ιππότες πλάι τους με ασημιές νιφάδες που                                         σαν του χιονιού την ψυχή στολίζουν την θωριά τους          
και αξεπέραστη γίνεται η ομορφιά τους.                                                       Τρέχουνε τα παιδιά μες την ευτυχία,                                                               
με τις νεράιδες και τα Ξωτικά παίζουν σε ξέφωτα κρύα,                               φωτιές τραγούδια και χαρά, αυτή                                                                     
η νύχτα η αξέχαστη που σαγηνεύει την καρδιά. 

Ο περιπατητής…

Χώρες, βουνά, πελάγη διασχίζει,                                       
με ξωτικά και νάνους  χορεύει κρυφά,                             
μέσα σε δάση γεμάτα νεράιδες γυρίζει                             
και σε νησιά με γοργόνες  τραγουδά σιωπηλά.                   
Με ένα σύννεφο ταξιδεύει στο φεγγάρι 
και  σπέρνει ανθούς χρυσούς με πέταλα ασημιά,                        με ένα ποίημα στον κόσμο επιστρέφει                                 και σε κάστρα κοιμάται ξεχασμένα παλιά. 

Η Αγάπη… του Χρήστου Βασιλόπουλου





Ρώτησα τα άστρα του ουρανού, ρώτησα το φεγγάρι ρώτησα
και  τον πάνσοφο Θεό να μου πει τι είναι η αγάπη.             
Είναι η δύναμη αυτή που θάλασσες  θολώνει  και               
τη βροχή με δάκρυα και μουσική ενώνει?                           
Είναι ένας αιώνιος χορός ανάμεσα στο χάος                     
που φως φέρνει στο άπειρο με δύναμη και πάθος?             
Είναι λουλούδι αμάραντο που σκορπά ευωδία                     
μα το άρωμα του δίκοπο σου φέρνει δυστυχία?                 
Είναι η αγάπη αυτή έτσι όπως ήταν πάντα,                       

η ο χρόνος ο αχόρταγος την έκανε κομμάτια?

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ποιητική Συλλογή του Τάκη Σινόπουλου (1961) (Απόσπασμα) Β΄Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1962


Η εκδοχή της Ιωάννας

Θέλω να καταλάβετε πως μ΄ έχτισαν.
Κι αυτός. Κι η μάνα του. Κι οι πράξεις μου.
Με πέτρες και με βράχια απανωτά. Διψούσα. Τούλεγα
δώς μου νερό. Δεν άκουγε. Μου κοίταζε
το πρόσωπο άφωνος. Πονούσε. Τόψαχνε μ΄ απόγνωση
λες κι ήταν έρημο. Πες μου τι γύρευε από μένα και
τα λόγια του μοιάζανε μ΄ απειλές σα νάχα μόνο εγώ
το μόλεμα μες στο αίμα μου. Δεν καταλάβαινα.
Κι είχα αποκάμει πια με τους ατέλειωτους αγώνες. Τούλεγα.
Φυλάξου Κωνσταντίνε! Οπως το φως
του λύχνου συντηρείται ακόμα στο φυτίλι αφού
στεγνώξει όλο το λάδι στο βυθό. Ή σαν τους ήχους
που έφυγαν από τ΄ όργανο κι όμως ακούγονται
πολύν καιρό μες στην ακοή. Του τόλεγα.
Κάτι θα τρίξει όταν ξεντύνεσαι και βγάζεις το πουκάμισο.
Κάτι θα σπάσει στο εσωτερικό. Μια αθέατη κραυγή
το απόγευμα θα σβήσει στης καμπάνας το αντίλαλο.
Του τόλεγα. Μεγάλα νύχια μαύρα αμετακίνητα
θα κρεμαστούν πάνω στον ύπνο σου. Και δε θα φύγουνε
ποτέ.

Είχε πεθάνει τότε το παιδί μας. Το κοιτάζαμε
στα μάτια να κρατήσουμε την τελευταία του κίνηση. Κι εκείνο
απομακρύνονταν σαν αύρα νόμιζες
εξατμιζόταν όσο το κοιτάζαμε. Την άλλη μέρα και
την άλλη ο Κωνσταντίνος βασανιζόταν από παράξενα
τινάγματα σαν ένα
πουλί που κάθεται στην καπνοδόχο κι ο καπνός
το διώχνει. Ωσπου φαγώθηκε το πρόσωπό του απ΄ το χαμόγελο
το ασάλευτο. Κοίταξε τώρα
μ΄ ακούει και κρύβει τα μεγάλα σύννεφα τα μάτια του.

Τα επίπεδα τ΄ απανωτά όπου ζούσε
τον σακατεύανε. Κι όμως ταξίδευε μονάχος στον αέρα.


Η εκδοχή του Κωνσταντίνου

Είμαι ένας άντρας μέσα στο κορμί μου περιέχω τον εαυτό μου που
με περιέχει ταυτότητά μου το μηδέν γυναίκα μου η Ιωάννα ανά-
μεσα μας η νύχτα μια νύχτα ο κήπος έλαμπε κάτω απ΄ τα πόδια μας
και τούτο έμοιαζε τόσο αληθινό πιο αληθινό όταν ο κήπος έσβησε
το φως αντέχει μέσα μας συνέχεια της Ιωάννας η βλάστηση το
κεφάλι της βαρύ αστερωμένο πάντα μ΄ απειθάρχητα μαλλιά τόσο
πικρό

                                      για να σωπαίνει
                                      και να θυμάται.

Ητανε μια απειλή που δεν την έγραφε ο κανόνας. Οπως την πρώτη
φορά που αρχίνισε ν΄ ασπρίζει γιατί φωνάζει γιατί σέρνεται μες
στην αυλή μου ο γείτονας καμιά μέθη πιά και το κορμί της έρημος
και το κορμί ξερό κι η κάθε μέρα που έφευγε καλύτερα να μου ξε-
ρίζωναν

                                     ένα κομμάτι
                                     κρέας.

Ετσι πήγα με πέντε μονάχα φτιασιδωμένες αισθήσεις μέσα στ΄ αφώ-
τιστα χαλάσματα ολοένα ψάχνοντας πονώντας και γυρεύοντας δι-
ψώντας και διψώντας από το πάτωμα έσταζαν νερά και το κακό
δυνάμωνε και το μυστήριο γλίστραγε απ΄ τα δάχτυλα πως είναι κα-
μιά φορά τα χείλια στη λασπουριά της λίμνης ψάρευα κάποτε στην
πατρίδα μου ακόμα νέος και λαμπερός μαύρα μονόξυλα, γκρίζο νερό
τα μπράτσα αχνίζοντας όπως έσκαγε ο ήλιος έλα μου φώναξες ένα
τεράστιο ζωντανό φυτό σαλεύοντας
      
                                   μέσα στη μήτρα
                                       του πρωινού.

Κι εκεί κοντά παραμόνευε ο θάνατος η αιχμή του μπαίνοντας κάθε
μέρα μολεμένη στο κορμί όμως το μυριζόμουν και πάλευα να ξεφύγω
τόξερα εκεί δε θάτανε κανείς μονάχα πέτρες και σιωπή στο σκούρο
φως κοίτα με Κωνσταντίνε είμαι όλη φως.

                                        ως πότε
                                        θα ξέφευγα;

Τότες η Ιωάννα αναδεύονταν στρέφοντας το κορμί της απ΄ το μέγα
στόμα του ύπνου πουλιά πετούσαν απ΄ τα χέρια της ένα μακρύ ποτάμι
από πουλιά πάνω στο ρεύμα κράζοντας γιομάτα με ήλιο δυνατές φτε-
ρούγες λάμπανε και φεύγανε γιατί μου σφίγγεις έτσι τα όνειρά μου
φώναζε μες από τις καταπαχτές άκουγα τη φωνή κι ανέβαινα με-
μιας αδύνατο να μείνω άλλο είπα άσε στην άκρη τα αίματά σου
τώρα σκοτίστηκα.

                                 Ο ίσκιος στο σώμα
                                  μισοϊδωμένος
                                απρόσιτος.

Είσαι ένας ανόητος παπαγάλος μουρμούρισε εκείνη ξανακοιμήθηκε
ας μπούμε καλύτερα στον πρώτο μας κόσμο είκοσι χρονώ και περπα-
τήσαμε και σταθήκαμε δεν είχαμε καιρό έλα μου φώναξες κοίτα μου
φώναξες είμαι όλη φως. Βοσκήσαμε έκτοτε σε δύστροπο δάσος πολ-
λές φορές το μαύρο μάτι πάνω μας πολλές φορές
                                       ο θάνατος
                                       η ακατανόητη νύχτα.

Ετσι η Ιωάννα κόπηκε στα δύο μήτε κατάλαβε τίποτα το δικό μου
κορμί διπλωμένο σα φόδρα στο κορμί της μη δαιμονίζεσαι έλεγε
δεν αποκρίθηκα όχι ήθελα να πάω έξω από τούτο το σπίτι κάτω
στην αυλή δεμένα τα σκυλιά δε γαύγισαν και πήγα και νά με τώρα
                                            μαύρος
                                            και φαγωμένος.

Μάζεψε το κορμί της κι έφυγε. Υστερα ο χτύπος της καμπάνας
ράγισε τ΄ απομεσήμερο. Νάτην εδώ μ΄ όλα τα σύνεργα του σώματος
ίσκιοι θηλών μικρές φωνές μέσα στη νύχτα όπως διαβαίναμε την άλ-
λην όχτη τα χαλίκια το νερό κι οι ζάρες του νερού και το κλαδί το χέ-
ρι της  το νιώθω ακόμη σήμερα στον ώμο μου τη μοναξιά ετοι-
μάζοντας έφυγε και λυτρώθηκε τάχα από τι; πες μου να μάθω.
Απ΄ το κορμί; από μένα; από το θάνατο; Νυχτώνει. Ακόμη μια φορά.
Κι η γνώση μου μηδέν
                                      από τούτο
                                      το όνειρο.



Αποσπάσματα μπορείτε να διαβάσετε και : http://elpenor.gr/index.php/2013-11-22-13-17-34/25-2013-11-22-13-32-00/67-1961

Ο Φεγγαροσκοπός / Όνειρο στο δάσος : Γκάντζης Αντώνης

Μπορείτε να διαβάσετε τα παραπάνω ποιήματα 
στον σύνδεσμο:

Ούριος Άνεμος / Αντώνης Γκάντζης (μικρό απόσπασμα)


... Εκεί ανάμεσα, στο φίλημα του βράχου με το κύμα

σε τόπο όπου'ναι δύσκολο θάνατος να στεριώσει,
ζούσαν ψαράδες του γιαλού με την αγνή ματιά τους...

Ωδή στο νέο Μεσολόγγι (μικρό απόσπασμα) / Γκάντζης Αντώνης

Μικρό κορίτσι με τα μαύρα μάτια



Μικρό κορίτσι με τα μαύρα μάτια και τα σγουρά
μαλλιά   ξέρω τον φόβο που σαν αράχνη γνέθει
το νήμα του σφιχτά στα χέρια    στα πόδια   στον
λαιμό   σαν βγάζει ο ουρανός νύχια γαμψά και με φωτιές
τον ύπνο μας στοιχειώνει   Θυμάμαι κάμαρες μ' όλα τα
φώτα τους σβηστά   μπλε κόλλες τετραδίου στα παρά-
θυρα   κι ένα κερί στη μέση να το κοιτάζουν οι μεγάλοι
σκεφτικοί   σαν την ελπίδα που πεθαίνει τελευταία

Θα μεγαλώσεις κι οι δάσκαλοι θα σου τα πουν   σ' άλλους
καιρούς καλύτερους της νέας σου πατρίδας  
Οι εφιάλτες θα διπλώσουν τα φτερά τις Χίλιες και
μιά Νύχτες πια να ζήσεις   κι έτσι ν' ανθίζεις (μ' όλα
τα παιδιά)   σαν ακριβό λουλούδι της ερήμου   Είθε
λοιπόν   τούτα τα λόγια μου να δεις στης γλώσσας σου
ζωγραφισμένα τα πλουμιστά πουλιά και χάρτινα
βαρκάκια   που   μια φορά κι έναν καιρό   στον ουρανό
μ' ανέβαζαν   ή   πέρα στου Νείλου με φέρναν τα
νερά   κει που κοιμούνται οι βασιλιάδες   Τούτα τα λό-
για κάποτε να φθάσουν ώς εσένα   (τάχα πως έπραξα
κάτι κι εγώ στις ώρες της οδύνης)   Μα   τώρα
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.