Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Ελλήνων Δημιουργών.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Γιώργος Δ. Μπίμης (βιογραφικό σημείωμα)

Ο Γιώργος Δ. Μπίμης γεννήθηκε στον Άγιο Γεώργιο Βοιωτίας. 
Έχει φοιτήσει στην Πρότυπη Σχολή Εργοδηγών Μηχανολόγων της ΣΕΛΕΤΕ, στα ΤΕΙ του Πειραιά και στην Παιδαγωγική Σχολή της ΣΕΛΕΤΕ. Είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός.

Έχει διακριθεί σε αρκετούς ποιητικούς διαγωνισμούς.
  • Πρώτο Βραβείο σε Πανελλαδικό Διαγωνισμό από τους "Φίλους του Ξενία" με το ποίημα: το Ποτάμι (Έρκυνα).
  • Έπαινος για το ποίημα: "Οδυσσέας", σε Παγκόσμιο διαγωνισμό ποίησης από την OUNESCO Κεφαλονιάς - Ιθάκης.
  • Έπαινος για το ποίημα: "Σαν Ευχή" από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
  • Έπαινος για το διήγημα: "Τυχαία Συνάντηση", από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.
  • Γ' Βραβείο για το ποίημα: από τη Λογοτεχνική Συντροφιά Λεμεσού Κύπρου.
  • Έπαινος από την ομοσπονδία Πολιτιστικών συλλόγων Αρτέμιδας-Σπάτων.
  • Σε Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό που πραγματοποίησε η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ απέσπασε:
    • έπαινο για το διήγημα ''τυχαία συνάντηση''.
    • έπαινο για το ποίημα ''Σαν ευχή''…
Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα cd του συνθέτη και τραγουδιστή Παντελή Θαλασσινού με τίτλο "Χίλια Καραβάκια", όπου συγκαταλέγονται σε στίχους του Γιώργου Μπίμη τα τραγούδια "Καράβια πάνε κι έρχονται" και το "Σ' είδε απόψε το φεγγάρι"
Για το ποίημα ''Μέντα και Βασιλικός'' έχει γράψει μουσική ο συνθέτης Δημήτρης Κογιάννης.

Ποιητικές Συλλογές:

 "Μνήμες της πέτρας και της Σιωπής…" (2015)

ΠΗΓΗ: http://viotikoskosmos.wikidot.com/mpimis-giorgos

ΑΠΟΛΗΞΗ / Γιώργος Μπίμης

ΕΠΑΙΝΟΣ από ΒΡΑΥΡΩΝΙΑ 2015

Αν λησμονήσουμετην ποίηση της Σαπφούς και του Ομήρου, την γνώση
του Ηράκλειτου και του Δημόκριτου, την Δόξα του Λεωνίδα και του Περικλή,
Αν λησμονήσουμετην Αθήνα, το Βυζάντιο και τη Βεργίνα, τα λευκά ξωκλήσια
της Παναγιάς, την οικειότητα του ατείχιστου ουρανού,
το κάλεσμα της πάναγνης βροχής,
Αν λησμονήσουμεΤα τραγούδια, τα ανδραγαθήματα και το αίμα
και τις αφόρητες πληγές του Μακρυγιάννη,
τότε τίποτα δε μπορεί να αναστηθεί σε τούτο
τον αμνημόνευτο τόπο…
Άπορη κι αποθαρρυμένη η πατρίδα δεν θα έχει μήτε
μια μπουκιά ψωμί να μας δώσει ν’ αποζήσουμε,
μήτε μια σταγόνα βρόχινου νερού να σβήσουμε τη δίψα μας…
Τα κάστρα και οι δρόμοι θ’ αδειάσουν από φωνές
και θα διαβούνε οι βάρβαροι…
Για να λεηλατήσουν του ήλιου το φως, για να τρυγήσουν
τα λιόδεντρα και τ’ αμπέλια, για να εξορίσουν την ελπίδα
και τα όνειρα…
Και δε θα υπάρχει μάνα, αδερφός ή σύντροφος
ν’ αντισταθεί… Και τα παιδιά, γυμνά, θα τριγυρνάνε
μέσα στα χαλάσματα γυρεύοντας μια σπίθα αληθινής φωτιάς…
Και θα ‘ναι δούλοι αλευτέρωτοι σε μια παρηκμασμένη πολιτεία,
Αν λησμονήσουμε…

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ / Γιώργος Μπίμης

 Γ΄ Βραβείο
από την Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού (2014)


Τα θολά μάτια, στυλωμένα στ’ άπειρο –πνιγμένα στη σιωπή-
γυρεύουν απελπισμένα λίγο φως ή ένα σινιάλο,
ένα ελάχιστο στίγμα ελπίδας ή προσμονής…
Μα που χάθηκαν οι παλιοί μας φίλοι;
Ποια καράβια ταξιδεύουν τη ζωή τους σε αρμυρές θάλασσες;
Ποιες νύχτες τυραννούν τον ύπνο τους και ποια ξενιτιά ματώνει αλύπητα τη γλυκιά ελπίδα του γυρισμού;
Και εκείνο τ’ αστέρι που φώτισε κάποτε τη μοναξιά μας
και μας έδωσε ζωή, νόημα και συνέχεια, τώρα πια είναι
για πάντα χαμένο…
Κι όταν θωρώ τον καιρό που καμπυλώνει όλες μου οι λέξεις γίνονται μια στιγμή…
Πόσο ακόμα θα λιγοστέψει ο καιρός;
Εδώ, ανάμεσα στην πέτρα και στη σκόνη, ανάμεσα στο χρόνο και στη φθορά,
βυθίστηκα στα σπλάχνα της πέτρας, έκλεψα τη σπίθα
κι άναψα την πανάρχαια φωτιά…
Τώρα κάθομαι αντικριστά στο φως κι οι φλόγες μεγαλώνουν μέσα μου…
Όταν είσαι μακριά, μ’ αβάσταχτη οδύνη
μετρώ την απουσία σου… Να φτιάξεις μια μεγάλη στιγμή ποθώ!… Με μια απλή χειρονομία –σαν τον Θεό-
Να ζωγραφίσεις την αγάπη στη γη μου,
άφθαρτη κι ανώλεθρη!…

ΣΑΝ ΕΥΧΗ / Μπίμης Γιώργος

ΕΠΑΙΝΟΣ
από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών (2014).


Μην αφήσεις τούτη τη μέρα να βουλιάξει σα σταλαγματιά στον άνεμο…
Σημάδεψε την ανεξάντλητη στιγμή, θρυμμάτισε την κλειδαριά του ήλιου κι άνοιξε διάπλατα τις πύλες της αυγής…
Μην αφήσεις τη σημερινή μέρα να κυκλωθεί άκοπα
απ’ τους λαβύρινθους του χτες…
Αγνόησε το ταπεινό φως του οίκτου κι άπλωσε τα χέρια σου στο άπειρο που σε καλεί…
Το μυστικό σου από χώμα και νερό, σα φλόγα ξεσηκωμένη απ’ τον άνεμο
να λυγίσει τα σίδερα με φωτιά και καπνούς κι η βεβαιότητα να φτερουγίσει σαν λεύτερο πουλί στον πορφυρό ουρανό
των ελπίδων σου…
Σήμερα που η μέρα προσδοκά να κρίνει τα όνειρα
των ανθρώπων ύψωσε τ’ ατσαλάκωτα φτερά σου στο φως
και προφήτευσε: Θα μεταμορφωθεί ο καιρός και μια φωτιά
θα λευτερώσει τα όνειρα!…
Πράσινο χορτάρι στη γη, η στρωτή θάλασσα τύλιξε
τον κήπο του Θεού κι η μέρα ακροβατεί στη λεπτή καμπύλη
του εχέμυθου γαλάζιου…
Μην αφήσεις αυτή τη μέρα να σε προσπεράσει…
Μην πάρει πίσω τα λευκά σύννεφα και την αυγή,
τους αιμάτινους σφυγμούς των προσμονών…
Αγωνίσου σαν το Θεό και προστάτεψε το θαύμα!…
Με το κοπίδι του μόχτου θρυμμάτισε τη φλέβα του ουρανού, ν’ αναβλύσει αίμα, έρωτας και ζωή, να ξαναγεννηθεί
απ’ την αρχή ο κόσμος!…

Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής: Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Δ. Μπίμη (απόσπασμα)

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ

Στα μάτια σου γεννήθηκε της λευτεριάς το βλέμμα
κι ένας θυμός για τ’ άδικο,
το ξοδεμένο αίμα…

Νιάτα στο κύμα κι άνεμος τα ζωντανά σου στήθια,
κάμπος που θάλλει ο έρωτας,
χώμα που ανθεί η αλήθεια…

Στην παιδεμένο σου λαό το κήρυγμά σου μπόρα:
φτάνει στη γη η λευτεριά
με του Χριστού τα δώρα!…

Σε μιαν αθέατη γιορτή σπονδή του εργάτη το αίμα,
νιόβγαλτο αστέρι, νέα γη,
παραδεισένιο στέμμα…

Λάμπει το βλέμμα σου ουρανός και πελαγίσιο κύμα,
λόγχη στην πλάτη του φονιά
κι ελπίδα για το θύμα…
....

Ήλιε, η δικαιοσύνη σου πέτρα πικρή που καίει…
Αυγή που δεν ξημέρωσε
κι από μαράζι κλαίει…

ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ…

Μέσα στη μάχη, στον καπνό και στη φωτιά
μεταξωτό μου χάρισες μαντίλι
κι εγώ σ’ ένα χαράκωμα μ’ ένα σουγιά,
στην πέτρα χάραξα τα κόκκινά σου χείλη…

Ξανθό φεγγάρι που ξυπνάς την ξαστεριά
φέξε στη στράτα μου τον πόνο να νικήσω,
να πολεμήσω με της νύχτας τα θεριά,
μια λευτεριά στον κόσμο να χαρίσω…

Τρύπιες σημαίες χαμηλώνουνε στη γη
όταν νυχτώνει στ’ άδεια σπίτια, τα καμένα,
κι ένα μαχαίρι που ματώνει την πληγή
κείνο το γράμμα που ‘γραψες για μένα…

Χορεύει ο θάνατος ζεϊμπέκικο βαρύ
ματώνει τ’ όνειρο στης γης τη βλεφαρίδα,
κύμα ο κόσμος σε μια θάλασσα πικρή,
κι ο έρωτάς σου μία λεύτερη πατρίδα…


Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

 Στη μνήμη του αδικοχαμένου Παύλου Φύσσα

Ήσουνα ο γιος της άνοιξης κι αρχάγγελος του Απρίλη
και φυλαχτό σου κρέμασα
μια Κυριακή το δείλη….

Νιότη λιτή κι απέριττη, μ’ οράματα και πάθος,
ποιος ρήγας σου ‘δειξε το φως
ποια μάγισσα το λάθος…

Η ψυχή ξυπνά τη λευτεριά, κι ο νους την περηφάνια,
νους και ψυχή σου χάρισαν
της δόξας τα στεφάνια…

Πνοή, του ήλιου απάνθισμα και τρυφερό κλωνάρι,
η νύχτα σ’ ερωτεύτηκε
κι ήρθε για να σε πάρει…

Το φως ζητώ π’ αναγεννά τον ουρανό στα μάτια,
γυαλί ο κόσμος, ράγισε,
κι ο ήλιος σου κομμάτια…

Κι εγώ που πύργους έχτισα, της μοναξιάς μου αστέρι,
στη νύχτα κάνω τάματα
πίσω για να σε φέρει…



ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

(Απλώνω τα χέρια
κι απελευθερώνω το διάστημα…)


Κοχύλια, κύματα, φτερά του αφρού,
δέντρα αμίλητα και βράχια όλο φως,
μέσα στο ζεστό σου γέλιο, καλοκαίρι!…
Φωνές, κραυγές, ανασασμοί,
κρυφά χαμόγελα στον πιο ψηλό σου βράχο,
όταν τα χέρια γνέφουνε στα σύννεφα,
όταν τα φύλλα τρέμουνε
στην πιο ψηλή φωτιά!…
Ήχοι που θρέψανε τη νοσταλγία,
Μάτια που ξόδεψαν το δάκρυ!…


Κάτω από τους ίσκιους
των κυπαρισσιών αποκοιμήθηκα…
Κι ήταν ο ύπνος μου σαν πέλαγο βαθύς…
Και σε γύρεψα!…
Κι ήμουν εγώ το χρυσοπράσινο φύλλο
που ταξίδευε στις φλόγες του μεσημεριού
κι εσύ ψηλά στον ουρανό το ασημένιο σύννεφο…

Κι ανάμεσά μας το όνειρο!…

ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΥΔΙΚΗ / Μπίμης Γιώργος


Στου κάτω κόσμου θα κατέβω τα παλάτια
Να φέρω δάκρυ της ψυχής να δροσιστείς,.
Να φέρω φως για τα γαλάζια σου τα μάτια,..
Μια χούφτα θάλασσα τη γη να ονειρευτείς.
Ένα καράβι θ' αρματώσω να σαλπάρω
Με καλοκαίρια και μ' ανέμου λευτεριά,.
Στον κάτω κόσμο να κατέβω να σε πάρω
Να βρεις λιμάνι στη ζεστή μου αγκαλιά.
Στα μύρια χρώματα που καιν την οικουμένη
Θα κόψω κόκκινο βαθύ της χαραυγής,.
Και μ' ένα αστέρι που ματώνει και προσμένει
Θα στείλω μήνυμα στα πέρατα της γης.
Κρυφό φανέρωμα, η γη σε περιμένει,
Κάστρο να χτίσεις μ' ουρανό και ξαστεριά,
Να 'χω ελπίδα στο κατάρτι σου δεμένη
Να κυματίζει στη δική σου λευτεριά.
Στα βλέφαρά σου ανασκίρτησαν οι ώρες.
Σκόρπα τη λήθη,. τις φωτιές να θυμηθείς,.
Γαλάζια άνοιξη που σ' έκλεψαν οι μπόρες
Γύρε στο πλάι μου, στο φως να κοιμηθείς.

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ (ΕΡΚΥΝΑ) / Μπίμης Γιώργος


Όταν μεσουρανήσει το φεγγάρι και σκύψεις
πάνω απ' την επίπεδη επιφάνεια του νερού
θα ιδείς την εικόνα σου να παραμορφώνεται και να σβήνει.
Κι ύστερα, μια δύνη θ' απλωθεί για να ξαναγεννήσει τα μάτια,
η φορά του χρόνου θα αντιστραφεί
κι ένας άλλος ξεχασμένος κόσμος θα φανερωθεί.
Και θ' αντικρίσεις ξανά στη διαύγεια του βυθού
την παιδούλα που σήκωσε την κρυμμένη πέτρα
για να γεννηθεί μια υδάτινη πολιτεία στο φως.
Κι εκεί, ανάμεσα στα πλατάνια και στις ιτιές,
θ' ανασάνεις το άρωμα της μέντας και του βασιλικού.
Και θ' ακούσεις ξανά τους αρχαίους χρησμούς.
Και θα ιδείς το χρυσό θησαυρό στο κοίλωμα της πέτρας
και τ' ασημένια νομίσματα που πέφτουν στο νερό.
Στην άκρη του βράχου που καίει η ιερή φωτιά,
θ' αφουγκραστείς τις οιμωγές και την οδύνη της ιέρειας…
Κι αντίκρυ, στους στροβίλους του νερού που γκρεμίζεται,
θ' αντηχήσει το γέλιο των νυμφών
και ο ήχος του αυλού των Σειληνών και των Σατύρων…
Τότε, ο ασκίαστος ουρανός θα ξεφτίσει και θα πέσουν άστρα χρυσά
και κομμάτια πάλλευκου φωτός στη γη που αδημονεί…
Και θα φανερωθεί στη νύχτια σιγαλιά
η φλύαρη ορχήστρα των αρχαίων πουλιών.
Για να μεθύσει ο νους και να στοχαστεί την αίγλη και τη φθορά,
για να δέσει η νύχτα στο κατάρτι της τα δάκρυα
και τους στεναγμούς του έρωτα.
Εδώ σε τούτο το καμίνι σμιλεύονται οι ψυχές,
εδώ αναγεννιέται η μέρα,
εδώ βασιλεύει ο ήλιος της χαράς και της στοργής.
Βαθύ ποτάμι ο κόσμος, υμνεί τις αυγές και τα δειλινά
κι εξαϋλώνεται σα ζωντανό νερό στο εωθινό διάστημα.
Για να σμίξει με το αληθινό φως και να γίνει πάλι
στον ουρανό σύννεφο και μπόρα,
για να ξυπνήσει ο ίλιγγος της εξομολόγησης,
για να λαγαριστούν απ' την αμαρτία το αίμα και τα δάκρια .
Για ν' αγαπήσουν τ' αγάλματα στο φως
κι ο έρωτας να σκιρτήσει στο χώμα και στον άνεμο.
Κι ο μάντης,. να προφέρει τον τελευταίο χρησμό:''
Ο Ζέφυρος της ψυχής θα κλονίσει
τη σιωπή της αιωνιότητας!…

ΣΑΝ ΕΥΧΗ / Γιώργος Μπίμης


Μην αφήσεις τούτη τη μέρα να βουλιάξει
Σα σταλαγματιά στον άνεμο.
Σημάδεψε την ανεξάντλητη στιγμή,
Θρυμμάτισε την κλειδαριά του ήλιου
Κι άνοιξε διάπλατα τις πύλες της αυγής.
Μην αφήσεις τη σημερινή μέρα να κυκλωθεί
Άκοπα απ' τους λαβύρινθους του χτες.
Αγνόησε το ταπεινό φως του οίκτου
Κι άπλωσε τα χέρια σου στο άπειρο που σε καλεί.
Το μυστικό σου από χώμα και νερό,
Σα φλόγα ξεσηκωμένη απ' τον άνεμο
Να λυγίσει τα σίδερα με φωτιά και καπνούς
Κι η βεβαιότητα
Να φτερουγίσει σαν λεύτερο πουλί
Στον πορφυρό ουρανό των ελπίδων σου.
Σήμερα που η μέρα προσδοκά να κρίνει
Τα όνειρα των ανθρώπων
Ύψωσε τ' ατσαλάκωτα φτερά σου στο φως
Και προφήτευσε:
"Θα μεταμορφωθεί ο καιρός,..
Και μια φωτιά θα λευτερώσει τα όνειρα!…
Πράσινο χορτάρι στη γη, η στρωτή θάλασσα
Τύλιξε τον κήπο του Θεού κι η μέρα ακροβατεί
Στη λεπτή καμπύλη του εχέμυθου γαλάζιου…
Μην αφήσεις αυτή τη μέρα να σε προσπεράσει…
Μην πάρει πίσω τα λευκά σύννεφα και την αυγή,
Τους αιμάτινους σφυγμούς των προσμονών.
Αγωνίσου σαν το Θεό και προστάτεψε το θαύμα!…
Με το κοπίδι του μόχτου θρυμμάτισε τη φλέβα
Του ουρανού, ν' αναβλύσει αίμα, έρωτας και ζωή
Να ξαναγεννηθεί απ' την αρχή ο κόσμος!…

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

ΑΛΛΑΓΗ / Αιμιλία Πανταζή


Ζητά λάμψεις να πετροβολά με φλογοβόλα
Aνάσες βήχει πυρακτωμένη
Υφές ακοίμητες αντλεί από τα έγκατα
Λάφυρα τσαμπιά ανούσια
Δόξες παλιές από γιορντάνια θρύψαλα.
Αλλαγή τη βάφτισαν μια νύχτα
Την λεν ακόμη έτσι στα υψώματα.
Κόβει σαν λεπίδα.
Ενώνει με βελονιές τις μύτες των βράχων.
Κουμαντάρει αερικά λαιμητόμους.
Αδημονεί για απόηχους ταξίμια.
Πολλαπλασιάζει το σώμα της.
Σκηνικά στήνει σε πολλαπλούς καθρέφτες.
Σε θυσιαστήριο ολάκερο ενώνεται.
Καραδοκεί πλάι σου σα σκιά.
Έχεις ακούσει για κείνην;
Την ψάχνεις άραγε;
Τη μελετάς ίσως;
Τη χαστουκίζεις έστω;
Κάτι θα ήταν κι αυτό για τα σκιερά της χνάρια.
Μα εσύ,
πλάτες φευγιά της δείχνεις.
Το μετανιώνεις.
Επιστρέφεις.
Στροβιλίζεσαι σαν δίνη στο πευκοδάσος της.
Πουλιά της αφουγκράζεσαι για μερόνυχτα
σαν γίνονται πειρατές με άκρα γάντζους.
Τραβούν κοφτά, με δύναμη,
παρασέρνουν κάτω από φωτιές.
Συνέχισε.
Μη σταματάς.
Μάζευε χούφτες τα άγια στάγματά της.
Ανάσες και βαφές τα περβόλια των λέξεων.
Υδάτινους πίδακες πορφύρας τα αποκαΐδια.
Συνέχισε.
Κι ας πονάς.
Λάξευσε γι αυτήν τα δάχτυλά σου.
Βούτηξέ τα σε αρμύρα.
Άκουσε τη φωνή της.
Τι είσαι στ’ αλήθεια συ που την κοιτάς;
Δον Κιχώτης,
Ζητιάνος,
ή κοιμισμένο φυλλοκάρδι γύρω από πυρά;

Η ΠΑΝΟΠΛΙΑ / Πανταζή Αιμιλία


Πανοπλία φοράς
Κάγχασε…


Κι όρμησαν οι ποταμοί
Ανέβηκαν στο άγνωστο σώμα της
Τα σιδερικά της έσκισαν
Από το παράθυρο τα ʽριξαν
Ξεδίπλωσαν τη νύχτα απʼ τα μαλλιά της
Κύλησαν τα άστρα στο πάτωμα
Ακούμπησαν στις φτέρνες
Πήραν το σχήμα των τακουνιών
Ζούληξαν τα χείλια
Τα χώρισαν με πορφύρα.


Κι όταν στο βλέμμα της άστραψε λίγος δυόσμος
Δεν κάγχασε ξανά…

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Legato : Πατρικαλάκις Φαίδων (Ποιητική Συλλογή 2004)

Η ομίχλη της μοναξιάς


Οι χάλκινες λεοπαρδάλεις μέσα μου
έπαψα πια να ηχούν
Εγώ που υπήρξα ο μοναδικός θεατής
της γέννησης της Αφροδίτης καθώς
αναδυόταν μέσα από τ' αφρισμένα
κύματα των ονείρων μου.
Δεν με παιδεύει τίποτα πια
παρά μόνο η περιέργεια, πώς τάχα
θα νιώθω όταν δεν θα υπάρχω.
Γνωρίζω ότι με δυσκολία
με παίρνει τα βράδια ο ύπνος
χωρίς λίγο διάβασμα και το χειρότερο
είναι που βασανίζομαι πώς τάχα θα μου φανούν
όλες αυτές οι καινούριες μυρωδιές
εγώ που δεν ανέχομαι
παρά μόνο τη δική σου, θριαμβική
αίσθηση από αμύγδαλο και γιασεμί.
Προς το παρόν νιώθω να μπάζει
από παντού η ομίχλη της μοναξιάς.


 

Στην Κόψη Της Μέρας: Φαίδων Πατρικαλάκις (2008) (Εκδόσεις Μανδραγόρας)

Να πούμε άραγε
για το τοπίο καπέλο
το ρούχο φυτό
τη θάλασσα γάντι
τον πίνακα ψυγείο
το όνειρο ποδήλατο
το εστιατόριο κουμπότρυπα
το φρούτο mon oncle
το γιατρό κονδυλοφόρο
το πλοίο αντιβιοτικό
το μολύβι απόγνωση
το δέντρο quelle dommage
τη Βίκυ του Βίκου
τα σπαρτά της Σπάρτης
την πόρπη της πόρνης
την Ερέντιρα που βαπτίστηκε στα σύννεφα
Τι άλλο να πούμε, τι άλλο;
Τώρα που δεν μας βασανίζει
τυρρανικά ο έρωτας
τι άλλο να πούμε;


Φαίδων Πατρικαλάκις ( βιογραφικό σημείωμα)

O Φαίδων Πατρικαλάκις γεννήθηκε στη Δράμα.
Σπούδασε ζωγραφική αρχικά στη Σχολή Bακαλό και στη συνέχεια στο Παρίσι, στην Académie Julian, στην Académie du Feu.. 
Tα έργα του από το 1960 παρουσιάζονται σε ατομικές και συλλογικές εκθέσεις στην Eλλάδα και το εξωτερικό. 
Παράλληλα με τη ζωγραφική, ο Φαίδων Πατρικαλάκις ασχολήθηκε και με τη σκηνογραφία-ενδυματολογία και συγγραφή
 
Ποιητικές Συλλογές: :  (Από τις εκδόσεις Μανδραγόρας)  :

«Legato», ποιήματα, 2004
Εκ της Σιωπής
«Στην κόψη της μέρας», 2008

Άλλα βιβλία:

«Η αρπαγή του βελούδου», Σχέδια και λέξεις, 2001,
 «Το Μπαρόκ στις ηγεμονικές αυλές τον 17ο και 18ο αιώνα», 2006,
«Η ζωγραφική της μουσικής και η μουσική της ζωγραφικής», 2009,

«Χάρμα οφθαλμών» Μυθιστόρημα, 2011


Εκ της Σιωπής: Πατρικαλάκις Φαίδων (απόσπασμα)

«Το θέατρο υπερασπίζεται την πολύπλοκη ανθρώπινη φύση.
Έπαψα να πηγαίνω στο θέατρο, από τότε που το θέατρο
άρχισε να μ' επισκέπτεται σπίτι μου.
Έτσι έγινα ξαφνικά θεατρικός ήρωας
Δίχως καν να το αντιληφθώ.»

***

Βρήκα στον Πόντο
ένα μικρό χελωνάκι.
Καθώς νύχτωνε
 τ' ονόμασα δειλινό.

***


Δεν ξέρω πώς γίνονται τα ποιήματα,
τι ακριβώς μεσολαβεί για να μετατραπεί η ασκήμια
ξαφνικά σε ωραιότητα.
Πώς διαπερνά ο ποιητής τους ήχους και το φως
για να φτάσει στο ανεξερεύνητο χάος;
Η ποίηση δηλώνει την παρηγοριά του ποιητή,
την σοφία του, αποφεύγοντας να την κρατά για
τον εαυτό του, πασχίζοντας να τη μεταφέρει
στους ανθρώπους, να της δώσει φτερά,
να την ανεβάσει στους ουρανούς
να ξαναγίνει πηγή ζωής.
Ό,τι υπάρχει βαθύτατα
κρυμμένο πίσω από το ερμητικό αδιόρατο
είναι η ποίηση.

***

Τελετές θεών και δαιμόνων


Η ζωή μου ολόκληρη
υπήρξε μια εκθαμβωτική
ιεροτελεστία του Θιβέτ.
Φόρεσα τα ρούχα των θεών,
των ιερέων, των μυστηριακών
πνευμάτων και δαιμόνων,
καταπιάστηκα με τεράστια
τύμπανα, με εκκωφαντικά
τρομπόνια.
Κατασκεύασα υπέροχες μάσκες
ζώων και φανταστικών αρπακτικών.
Δικαόσμησα αίθουσες με πολύχρωμα
πανιά και σημαίες.
Χόρεψα τελετουργικούς χορούς
και επιχείρησα επικίνδυνα
θεαματικά ακροβατικά.
Βάφτηκα με χρώματα μαγικά
και πραγματοποίησα συμβολικές
κινήσεις αδιόρατων υπάρξεων.
Επιχείρησα όλα αυτά σχεδόν
υπνωτισμένος από την επίδραση
μεθυστικών αρωμάτων, αισθησιακών καπνών
χωρίς να είμαι ικανός να γνωρίζω αν το έζησα
πραγματικά ή απλώς
τα φαντάστηκα από την αστείρευτη επιθυμία μου,
έστω για λίγο, να γίνω ένα με τα κοσμογονικά
παιχνίδια θεών και δαιμόνων

***

Αυτός είναι ο πραγματικός θάνατος. 
Όταν χάνεις τον άνθρωπο που αγαπάς
ενώ παραμένεις υποτίθεται ζωντανός
για να υφίστασαι τον ισόβιο χαμό του. 
Αυτός είναι ο πραγματικός σου θάνατος
που σε κάνει να πονάς, όπως θα πονέσουν
με τη σειρά τους οι αγαπημένοι σου
για το δικό σου θάνατο. 
Τόσο πένθος δεν υποφέρεται, δεν μπορείς
να το αντέξεις ούτε να το μοιραστείς με άλλους, 
σηματοδοτεί τον δικό σου θάνατο,
τον πραγματικό σου θάνατο.
Κανένας δεν έχει τη δύναμη να σε παρηγορήσει
νομίζοντας ότι είσαι ήδη νεκρός. 

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΠΑΡΚΟΥΡ: Ποιητική Συλλογή της Ελένης Γαλάνη (απόσπασμα)



Messieurs, Mesdames, faites vous jeux!
Ο χρόνος σας τελείωσε
Ότι χάσατε έχει κερδηθεί
 κι ότι ρισκάρατε σας ανήκει
είναι το έπαθλο του θριάμβου η άλλη όψη μιας παλιάς οφειλής
 κι οι ζωντανοί αυτό το γνωρίζουν
στο παιχνίδι μιζάρεις μόνο τα ακριβά
το κεφάλι σου κάθε λεπτό
θάνατο γνωρίζουν μόνο οι εν ζωή
ο κύβος ερρίφθη

***

ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ

Απόψε ο ουρανός μοιράζει ρόπτρα στις πύλες της άνοιξης
σταγόνες επαιτούν στα παραθυρόφυλλα
άπατρεις και αμνήμονες
προέλευσης
προορισμού
το χώμα ξεπλένει ηδονές
μοσχοβολά ο κόσμος λαιμός γυναίκας που σε προκαλεί
να την κοιμηθείς
ο θάνατος κραταιός
τα γήινα σάρκινα
ακόμα και οι φωτοφόρες αστραπές
σκύβουν με θρίαμβο και βροντή
να αποκαλύψουν πανηγυρικά
δίκην θουρίου
στους άπιστους
ρίζες ουρανού.


***
Παραμύθια χτίσαν τα παραμύθια

κι εγώ κατασκευάζω
πουλιά

ή

ιδεόγραμμα ικεσίας
ακατανόητο
που εκλιπαρούσε την άνοιξη
χαράσσοντας με νύχια
και νύχια
το φως

στου χάρτινου ουρανού το παράθυρο

***

ανάσκελη ανασαίνοντας
φάρμακα υγρά νεφελοποιητές
καταπίνω καλειδοσκόπια
προσμένοντας το θαυμάσιο
στα σημεία συνάντησης των γκρεμών

στα σώματα τα ριψοκίνδυνα της πτώσης.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.