Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (μικρή αναφορά)

Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1971. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (στο τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας) 
Διευθύνει το ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση Bookstand.gr. 


Έργα του: 

  • (2013)   Μια λεπτομέρεια που κανείς δεν την παρατηρεί, Free Thinking Zone
  • (2012)   Γράμματα σ' έναν πολύ νέο ποιητή, Πόλις
  • (2005)   Μικρά Ικαρία, Ηλέκτρα

Όσα ποτέ δεν έκανα


 του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου


Ποίηση είναι τα κορίτσια που αγάπησα
και δεν τα φίλησα στα δεκαεπτά μου χρόνια,
τα ποιήματα που δεν έγραψα
τότε που έπρεπε να γράψω,
οι πόλεις που ποτέ δεν επισκέφθηκα μαζί σου.


Ποίηση είναι όσα ποτέ δεν έγινα.

Η ποίηση συμβαίνει καθημερινά

του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Η ποίηση είναι κάτι απλό,
ένα από τα πράγματα
που συμβαίνουν καθημερινά:

μια νοικοκυρά που ακουμπάει το χέρι της
στο καυτό μάτι, ένα μικρό παιδί
που βάζει το δάχτυλό του στην πρίζα,
ένας έφηβος που είναι έφηβος.

Με τη διαφορά ότι ο ποιητής
τα κάνει όλα αυτά επίτηδες.

Ποίηση

 του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου


Η κίνηση που κάνει ένας άντρας
μες στο αυτοκίνητο
να βάλει το αναμμένο τσιγάρο
στα χείλη του φίλου του που οδηγεί


είναι ποίηση

Γράμματα σ' έναν πολύ νέο ποιητή (απόσπασμα)



του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου


Ι.


      Όλοι στο σπίτι πήγαν να κοιμηθούν, αφήνοντάς με
στη μοναξιά εκείνη που αρμόζει σε σκέψεις πιο
στρυφνές· και μόνο πλάι μου γαλήνια στην κούνια του
κοιμάται το νεογέννητο παιδί μου. Πόσο ήσυχα είναι!
S.T. Coleridge


Τις νύχτες πάντα αργώ να κοιμηθώ,
που εσύ κοιμάσαι γερμένος στο δεξί σου το πλευρό
και με τα χέρια έξω απ’ τα σκεπάσματα
και την ανάσα σου ζεστή ανάμεσα στα χείλη.

Μπαίνω αθόρυβα μες στο δωμάτιο,
φιλάω το μάγουλό σου απαλά
και σε σκεπάζω να μην ξυπνήσεις
από την παγωνιά που κυριεύει, κοντά στα ξημερώματα,
τον ύπνο των αθώων και τον ύπνο των παιδιών.

Τις νύχτες πάντα αργώ να κοιμηθώ,
μένω ξύπνιος καθισμένος στο γραφείο μου
μ’ ένα ποτήρι πλάι μου
και προσπαθώ να βρω την αρχή και την κατάληξη
δεκάδων αφηγήσεων που κρύβει το μυαλό μου
και τη συνέχεια φράσεων σκοτεινών
που ηχούν παράξενα μέσα στον νου
κι εγώ ο ίδιος απορώ με την επιμονή τους.

Κοιτάζω τη μαύρη θάλασσα κάτω απ’ τον μαύρο ουρανό,
και ονειρεύομαι ταξίδια στο Παρίσι και στη Νέα Ορλεάνη,
στη Βαρκελώνη και στην Καλλιδρομίου,
στη Λισαβόνα και στην Αγία Παρασκευή·

ή αγκαλιάζω τρυφερά και φιλώ τα χείλη
Εκείνης που, άλλες τόσες νύχτες, με τα μάτια
και τα χάδια της, με τους γυμνούς της ώμους
και το απαλό της δέρμα
με κάνει ευφρόσυνα στο πλάι της να αγρυπνώ.

Σπρώχνω στην άκρη το πληκτρολόγιο
και διαβάζω ξανά την Ιλιάδα
και τα αέρινα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη
(πάλι ο ήσυχος ο αχώριστος της σιωπής
βρίσκομαι στη φωλιά μου), καθαρίζω ένα μήλο
και πίνω δροσερό κρασί από τη Μαντινεία.

Και δεν κοιμάμαι τις πιο πολλές φορές
προτού να πάει η ώρα δύο ή τρεις τα ξημερώματα –
για να τρέξεις εσύ και να χωθείς στο κρεβάτι μου
γελώντας, κατά τις επτά το πρωί,
και ν’ αρχίσει η καινούρια μέρα.  

Τις νύχτες πάντα αργώ να κοιμηθώ,
που εσύ κοιμάσαι όμορφα
γερμένος στο δεξί σου το πλευρό
και ονειρεύεσαι, κάτω από τα κλειστά σου βλέφαρα,
σοκολάτες και πλεούμενα με κόκκινα πανιά,
Coney Island of the mind και ιπτάμενα χαλιά
αναίμακτους πολέμους με τα ξύλινα σπαθιά
ή προβάρεις μέσα στο όνειρο
το οργισμένο βλέμμα των δεκαεπτά χρονών
που ακόμη δεν έχεις στρέψει κατά πάνω μου.



 

ΙΙ.


Μια φορά μήπως δεν είχα νιότη αξιαγάπητη,
ηρωική, μυθική, γραμμένη σε φύλλα χρυσού,
περίσσια τύχη!
Arthur Rimbaud


Απόψε όμως ξεφυλλίζω, μετά από χρόνια,
το ίδιο εκείνο αντίτυπο των ποιημάτων του Ρεμπώ
που έχω απ’ τα δικά μου δεκαεφτά
(ονειρεύτηκα σταυροφορίες, άγραφες
εξερευνήσεις, δημοκρατίες χωρίς ιστορία,
θρησκευτικούς πολέμους αποσοβημένους, επαναστάσεις
ηθών, αποκοπές φυλών και ηπείρων. Πίστεψα
σε κάθε δυνατή μαγεία. Ανακάλυψα
το χρώμα των φωνηέντων) 
παρατάω, για μια μακριά στιγμή, το διάβασμα
για να κοιτάξω το λεπτό εξώφυλλο,
που είναι μεριές-μεριές τσαλακωμένο
και μεριές-μεριές λερωμένο
από τότε που όλη την ώρα το κουβαλούσα
στην τσέπη του μπουφάν μου και στην τσάντα μου
όπως, λίγους μήνες νωρίτερα
λίγους μήνες αργότερα, τη Νάντια
του Μπρετόν ή τα ποιήματα του Εμπειρίκου
και του Μπουκόφσκι τα λεκιασμένα σημειωματάρια.

Έτσι μεγάλωσα κι αναρωτιέμαι,
κοιτάζοντας απ’ το παράθυρό μου
το φλύαρο σκοτάδι και τα σιγαλέα φώτα του δρόμου,
αναρωτιέμαι αν θα είναι τα ίδια αυτά βιβλία
που και εσύ θα χώνεις βιαστικά μέσα στην τσάντα σου
προτού να βγεις από το σπίτι.

Μα όχι, δεν θα ‘μαι εγώ που θα σ’ τα δώσω·
θα είναι κάποιος σύντροφος δικός σου,
ένα κορίτσι απ’ το υπόγειο ή ένα αγόρι από τον κήπο,
μιας ηλικίας σου που ακόμη δεν έχει φτάσει
και που ίσως εγώ ποτέ να μη γνωρίσω,
που θα σου ανοίξει την πόρτα για τη μεγάλη μέθη.

Όπως ήταν ο Κοσμάς για μένα που, έναν καιρό,
με έξαψη και ενθουσιασμό,
μου πρωτομίλησε αυτός για τα βιβλία του Κέρουακ
και η Μαρία μού τραγούδησε, πρώτη φορά,
τις θλιμμένες μελωδίες του Leonard Cohen
και την αγκάλιαζα εγώ τρυφερά.

Ποιο θα ‘ναι το βιβλίο, ποιο θα είναι άραγε
το τραγούδι που θα σε σπρώξει, άξαφνα μα τρυφερά,
να πάρεις την πρώτη της ζωής σου απότομη στροφή;

Όπως οι Doors έκαναν για μένα,
όταν τους άκουσα πρώτη φορά
από μια κακογραμμένη κασέτα του αδελφού μου
και άκουσα ύστερα, μέσα σε λίγες μόνο μέρες,
όλες μαζί τις κασέτες και τα βινύλια τού αδελφού μου
και ο κόσμος όλος γύρισε ανάποδα
και άναψα το πρώτο μου τσιγάρο για να ισορροπήσω.

Ήταν οι Led Zeppelin τότε και ο Σαββόπουλος,
οι Rolling Stones και ο Rory Gallagher,
αυτοί που έβαζαν φωτιά στα όνειρα και στις κουβέντες μας,
μα ήταν πάντα το όνομα του Jim Morrison
που με τον κόκκινο ή με τον μαύρο μαρκαδόρο
γράφαμε εμείς πάνω στις τσάντες μας
και στα χακί αμπέχονα: Jim Morrison is our father
και έτσι ήτανε στ’ αλήθεια.

Ποιος θα σταθεί για σένα αληθινός πατέρας,
όταν δεν θα θέλεις πια να είμαι εγώ;

Ποιος θα σου ψιθυρίσει στο αφτί
την ώρα του πιο πληκτικού μαθήματος,
σαν να ‘ναι το σύνθημα και το παρασύνθημα
για ν’ ανοιχτούν όλες οι πόρτες,
το όνομα του Guy Debord
και το όνομα του Ανδρέα Μπρετόν
ή τους συνταρακτικούς στίχους του Άλεν
Γκίνσμπεργκ και του Nick Cave;

Θα ‘θελα, σκέφτομαι, να είμαι εγώ που κάποια
πρώτη του Μαρτίου θα πλέξω τις τρεις κλωστές
που θα σε φυλάξουνε από τον τρόμο και την ακινησία,
από την πλήξη και την απελπισία
(τη γαλάζια, την κόκκινη και τη λευκή κλωστή),
για να σου τις φορέσω στον αριστερό καρπό:
Ποίηση Έρωτας Ελευθερία, Ποίηση Έρωτας
Ελευθερία, Ποίηση Έρωτας Ελευθερία.

Μα ξέρω πως το μόνο που εγώ μπορώ είναι ποτέ
να μη βγάλω από το δικό μου χέρι την ποίηση,
τον έρωτα, την ελευθερία,
το μόνο που εγώ μπορώ
είναι να μην πάψω ποτέ ν’ αρνούμαι
ό,τι δεν είναι ποίηση κι ό,τι δεν είναι έρωτας
κι ό,τι δεν είναι ελευθερία.

Και να μην πάψω ποτέ να αγαπάω παράφορα
και να ονειρεύομαι εξαίσια
και να περιπλανιέμαι απερίσκεπτα
και να σε ακούω ακούραστα.






Η μουσική των εικοσιτετραώρων

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος



1.

Είμαι κιόλας στο κρεβάτι
και σ’ ακούω μες στο μπάνιο
να πλένεις τα δόντια σου.

Τι ποικιλία ήχων που έχει η ευτυχία!

2.

Τη βραδύτητα των μουσείων αγαπώ,
όταν βαδίζεις αργά στους διαδρόμους
και στις αίθουσες με τα εκθέματα
κοιτάζοντας τους παλιούς δασκάλους
και τους σύγχρονους σαμάνους

κι όταν αίφνης μένεις θαμπωμένος
μπροστά σ’ ένα κορίτσι (του Gerhard
Richter) που διαβάζει εφημερίδα.

3.

Ποίηση απ’ το τίποτα
που είναι το παν μου
ονειρεύομαι να κάνω.

4.

Ανοίγεις το παντζούρι το πρωί και έξω
είναι τα πάντα κάτασπρα, τ’ αυτοκίνητα
φορτωμένα χιόνι, σχεδόν αόρατα
και στη μέση του δρόμου
οι πατημασιές κάποιου σκύλου. 

5.

Με κάθε βήμα που κάνουμε
τα πόδια μας χώνονται
στο άσπιλο χιόνι του πρωινού
και βρίσκουνε
τη λάσπη που κρύβεται από κάτω.

Ώσπου να φτάσουμε στην καφετέρια
και να πιούμε έναν καφέ
διαβάζοντας του κόσμου τις ειδήσεις
νέο χιόνι θα ‘χει καλύψει
τα παλιά μας ίχνη.

6.

Πέρασα ένα μέρος του πρωινού μου
ανασυνθέτοντας το χαμένο έργο της Ήριννας.

7.

Ανοίγεις το παντζούρι το πρωί
και η αμυγδαλιά του κήπου σου
έχει γεμίσει άνθη.

Ο παγωμένος αέρας σε κάνει
γρήγορα να κλείσεις το παράθυρο.

Μένεις όμως πίσω απ’ το τζάμι και κοιτάζεις.

8.

Διαβάζω απόψε σαν κάποιος που παραιτείται
(Fernando Pessoa διαβάζω απόψε)

και ξέρει πως η παραίτησή του
ούτε αυτή τη φορά δεν πρόκειται
να γίνει αποδεκτή.

9.

Πέρασα μιάμιση ώρα σήμερα τ’ απόγευμα
ακούγοντας Leonard Cohen
και σχίζοντας παλιά μου ποιήματα. 

Τι ωραία που σβήνει ο χρόνος τα σημάδια μας!

10.

Καμία κατάνυξη, καμία ανάταση, 
καμία νοσταλγία του απολύτου,

μόνο ενόχληση μού προκαλεί
ο ήχος της καμπάνας τα πρωινά της Κυριακής,

πριν πιω έναν καφέ και διαβάσω
δύο τουλάχιστον απ’ τις εφημερίδες της ημέρας. 

11.

Πρώτες μέρες της άνοιξης, στις τρεις
τα ξημερώματα• τόσο αφαιρέθηκα
κοιτάζοντας τη λιγοστή κίνηση του δρόμου
και τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών,
τόσο αφαιρέθηκα από τη μυρωδιά
του νυχτολούλουδου και τη χλομή λάμψη των άστρων,

που δεν σήκωνα πια το χέρι μου
στα ταξί που περνούσαν, δεν κοιτούσα καν
στη σωστή κατεύθυνση της λεωφόρου.

12.

Τα νύχια των ποδιών σου
που τα ‘χεις βάψει γαλάζια

τα προτιμώ

απ’ όλα τα γαλάζια μάτια
που έχουν ψάλει οι ποιητές.

13.

Ακούμπησες στο πλάι το βιβλίο που διάβαζες
και έσβησες το φως στο κομοδίνο σου,
έφερες το σώμα σου λίγο πιο κοντά στο δικό μου
και διάβασέ μου λίγο Πρεβέρ, είπες,
για να με πάρει ο ύπνος επάνω στη φωνή σου
και να ονειρευτώ πως βρίσκομαι
στον κήπο του Λουξεμβούργου με τους ερωτευμένους
που ανάβουνε μικρές φωτιές να δουν το πρόσωπό τους.

14.

Μ’ αρέσει στη θάλασσα να πιάνω πέτρες
και να τις ρίχνω στα νερά, να τις κοιτάζω
που βυθίζονται και χάνονται.

Όταν όμως είναι η θάλασσα ακύμαντη,
αχάραγη σαν τον καθρέφτη,
διαλέγω μόνο τις μικρές, φοβάμαι
να μην ταράξω τη γαλήνη των νερών
και άθελά μου προκαλέσω
καμιά καινούρια συμφορά.

15.

Το ασανσέρ που ανεβοκατεβαίνει,
μια βρύση που τρέχει στο διπλανό διαμέρισμα,
αυτοκίνητα που διασχίζουν τον βρεγμένο δρόμο,
φωνές απόμακρες και ήχοι ακατάληπτοι,
γαυγίσματα σκύλων που δεν γνωρίζω

είναι οι σύντροφοι της αϋπνίας μου απόψε, ώσπου
να προσηλώσω τις αισθήσεις μου στου κορμιού σου
τη μυρωδιά για ν’ αποκοιμηθώ ξανά.

16.

Βγήκε ήλιος μετά την πρωινή βροχή,
διασχίζω τη φρεσκοσφουγγαρισμένη πόλη
προσέχοντας να μη χωθεί το πόδι μου
σε καμιά τρύπα με νερό.

Κι αυτή είναι η μόνη μου έγνοια σήμερα το πρωί.

Κι αυτό το κάνω μερικές φορές όμως


του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Κι αυτό το κάνω μερικές φορές:
εκεί που μαγειρεύω ή δουλεύω
ή βάφω τα κάγκελα της βεράντας

 σηκώνομαι,

διαλέγω ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη
και διαβάζω,όρθιος και μεγαλόφωνα,
ενα ποίημα ή λίγους στίχους μόνο.


Ύστερα επιστρέφω σε ό,τι έκανα.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


 του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου


Σ'ένα μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα,
στο βάθος η Ίος ,η Σίκινος ,η Αμοργός,
λίγο πιο πέρα ο Ατλαντικός Ωκεανός,

 μ'έναν μεγενθυντικό φακό στο χέρι
εξετάζει ένα κουτί με γραμματόσημα,
τ'αφήνει στην άκρη ,πιάνει τα κιάλια
και τα στρέφει προς τη θάλασσα όπου μια μελαχρινή,
άσπρο μαγιό ,κοντά μαλλιά,μεγάλο στήθος,
εδώ και τώρα κολυμπάει στα βαθιά.


Δεν γράφει ποιήματα καπνίζει.

Το βράδυ.



Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
να βγω μεταμεσονύχτια στους έρημους κήπους
και να τρυγώ ανθούς που στάζουνε τις κρύες σταγόνες θλίψης,
εκεί όπου μυρίζει σάπιο, και θάνατος υγρός απ’ τα πεσμένα φύλλα,
κι ο άνεμος, νεκρών κουβέντες κουβαλάει,
μάταια με τον χρόνο κανείς αναμετριέται, λένε,
γιατί η ζωή σταγόνα είναι και κυλάει,
γίνεται κρυστάλλινη λεπίδα και σε προσπερνάει.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ,
σαν φίλος ν’ ανταμώσω με το φεγγάρι, να του μιλώ,
να το θωρώ, στο κυπαρίσσι σαν καθίσει,
πόσο όμορφο είναι, μελαγχολικό, ωχρό
μαυροντυμένο με ένα κλωνί βασιλικό
στο πέτο, μαραμένο.

Το βράδυ αχ! Και πως το καρτερώ
δεν έχω τίποτε άλλο πια να περιμένω
έγινε η καρδιά μου φίλος με το πόνο.

ΘΑΝΑΤΟΣ


Που να φανταζόταν κανείς
πως κάποτε θα γινόταν τόσο απλό!
Να σηματοδοτείται
με τη μεταποίηση των τεθλασμένων γραμμών
σε μια αδυσώπητη ευθεία
πάνω στην κρύα γυάλινη οθόνη
κάποιου κεντρικού ή συνοικιακού νοσοκομείου.

[Απόψε σ΄ αποθύμησα πολύ]


Απόψε σ΄ αποθύμησα πολύ, έλα,
Στη γωνιά μας τη μικρή θα ‘μαι, και θα σε περιμένω
Στίχους για σένα εγώ θα γράφω απάνω στο κορμί σου
μόνο εσύ θα τους ακούς, μόνο εσύ θα τους καταλαβαίνεις
Κάθε δικό σου κύτταρο, ένας ολάκερος κόσμος είν’ για μένα
Και τα μάτια σου, αχ! αυτοί οι ατέλειωτοι ωκεανοί σου,
Πόσο ποθώ, για πάντα, μέσα τους να ναυαγήσω
Έλα απόψε, θα σε περιμένω,
Καντήλι είμαι μικρό και τελευμένο,
Μ' ένα σου χάδι, σπινθηροβολώ
και μένω μέχρι το επόμενο σου, αναμμένο

Και συ!


Και συ!
Εσύ μου μιλούσες, κι εγώ
ταξίδευα μέσα στα σπλάχνα σου,
άκουγα το αίμα σου καθώς κυλούσε
ποτισμένο με τις ακραίες και αδίστακτες ορμές σου,
και σ’ έπινα σταλιά – σταλιά , και συ
με αιχμαλώτιζες με δεσμά που δεν θα λύνονταν ποτέ,
το ήξερες, και συ γελούσες,
μα εγώ δεν σ’ άκουγα, δεν μ’ ένοιαζε
ότι δικό σου για πάντα εσύ θα με κρατούσες,
σε φυλακή που θα είχε το σχήμα του κορμιού σου
και ποτέ μου δεν θα χόρταινα, και σαν επαίτης,
υποταγμένος στην ηδονή που υπόσχεται
η γλύκα του φιλιού σου, θα σ’ αποζητούσα.

Κι όμως εσύ αγαπημένη μου


Κι όμως εσύ αγαπημένη μου
κάθε μέρα λούζεσαι, κτενίζεσαι
και μου δίνεσαι σαν όστια
βουτηγμένη σ’ απόσταγμα παπαρούνας
Βασανιστικά σε γεύομαι
ηδονικά, νωχελικά, αργά
σαν θάνατος γεμίζεις τα σπλάχνα μου,
κι ένα δίχτυ βαρύ με αγκαλιάζει
μια πρωτόγνωρη γλυκιά ακινησία
λύνονται τα κόκαλα μου
κλείνουν τα μάτια μου από μια νύστα ασύνορη
κι εγώ εξακολουθώ να σ’ αποζητώ ακόμα περισσότερο

ΟΙ ΛΑΘΕΜΕΝΟΙ


Μέσα στις γραμμές
των δεμένων φρυδιών τους.
Εκεί κρύψανε τις μέρες
που δεν ήθελαν να θυμούνται
εκεί μέσα τις θωράκισνα όλες.
Τους διέφυγε πως τα φρύδια
δε μένουν πάντα στην ίδια θέση.

Ο ΑΔΟΚΗΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ




Ο αδόκητος θάνατος του έρωτά τους
σε τόσο νεαρή ηλικία
δε συγκλόνισε κανένα δεν έντυσε στα μαύρα το λαό. Οι σημαίες δεν κυμάτισαν μεσίστιες
δεν κηρύχθηκε τριήμερο πένθος.
Η κηδεία του δεν έγινε "δημοσία δαπάνη"
δεν παρέστησαν
εκπρόσωποι της Πολιτείας και πλήθος κόσμου
δεν κατέθεσαν στεφάνους
κόμματα, σωματεία και οργανώσεις
ούτε καν εκφωνήθηκε επικήδειος
από κάποιο επίσημο
ή έστω από κάποιο φίλο ή συμφοιτητή.
Ούτε όμως κι εκείνοι τον πενθήσανε όπως του άρμοζε
με μαύρα γυαλιά και με την πρέπουσα αποχή
από τις μικροχαρές της καθημερινής ζωής

Κίτρινες Κορδέλες (απόσπασμα)


Εκείνη: Πώς είναι δυνατόν
να διατηρεί
τις ίδιες ακριβώς διαστάσεις
η καρδιά
κι όμως
τα ίδια πράγματα
να μην χωράνε μέσα της πια!

Εκείνος: Ένα από τα δύο
θα πρέπει να συμβαίνει.
Ή τα πράγματα
θα έχουν αλλάξει
ή η καρδιά.

***

Εκείνη: Θα ταράξω κι απόψε
τον ύπνο σου.
Η νύχτα
δε μετράει τις ώρες
όπως τότε.
Μα εκείνες
επιμένουν να στέκουν εκεί
όρθιες
αγαλματώδεις
με πρησμένα
κόκκινα μάτια.

Εκείνος: ’πλωσε το σώμα σου
στο πυρακτωμένο σώμα
της αναμονής
κι άφησε τη ζέστα της
να κυκλοφορήσει στους ιστούς σου
να φτάσει στα βλέφαρά σου
και να τ' αποκοιμίσει.

***

Εκείνος: Κι ενώ σε ονειρευόμουν
Μ' έσπρωξε τ' όνειρο και μου 'πε:
"Κοιμάσαι, εε κοιμάσαι!"
Γυρίζω απ' τ' άλλο πλευρό
Μου δίνει άλλη μια και ξαναλέει:
"Κοιμάσαι, σου λέω!"
Και με κτυπά δυνατά.

Εκείνη: Χρόνια τώρα
τα όνειρα ασελγούν στον ύπνο μου.
Ωστόσο
Έχω πάντοτε έτοιμη την απάντηση:
"Λέτε να μην το ξέρω
Πως κοιμάμαι!"

ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ



Οι αιώνες γονατίζουν και τους τάφους προσκυνούν
των ηρώων του αγώνα, του σκοπού του ιερού.


Οι καιροί στεφάνια σας πλέκουν
και τραγούδια για σας τραγουδούν,
και στο κάλλος της νιότης που 'χάθη
οι ουρανοί φως αιθέριο σκορπούν.

Του αγώνα μας το Έπος, τρόπαιο ελληνικό,
γράφτηκε(ν) από τα νιάτα στης ΕΟΚΑ τον παλμό.

Η πατρίδα μας ακούει τη φωνή τους ν' αντηχεί
και τον κάθε κραδασμό της τόνε κάνει προσευχή.

Οι αιώνες γονατίζουν και τη γη σου προσκυνούν
Κύπρος, νήσος των αγίων, της χαράς και του καημού.

Εποχές με Χαϊκού της Ρούλας Ιωαννίδου Σταύρου




γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας


Δώδεκα χρόνια από την έκδοσή του είχα την τιμή να κρατήσω στα χέρια μου το Βιβλίο της Κύπριας Λογοτέχνιδας Ρούλας Ιωαννίδου - Σταύρου: ΕΠΟΧΕΣ ΜΕ ΧΑΙΚΟΥ. Το βιβλίο αποτελείται από πέντε ενότητες ποιημάτων Χαϊκού με μικρές αρωματικές υπο-ενότητες, μικρά κελαρήσματα, ήχοι πουλιών, μικρές φωνές ζωής.




1. ΑΝΟΙΞΗ

    α. ΚΑΛΟΣΩΡΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
    β. ΑΥΛΗ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ
    γ. ΠΕΝΤΕ ΧΑΙΚΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΟ

2. ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

    α. [Το Καλοκαίρι]
    β. ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ
    γ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

3. ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

    α. ΚΑΛΟΣΩΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΜΕ ΔΥΟ ΧΑΙΚΟΥ
    β. Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
    γ. ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΜΕ ΤΡΙΑ ΧΑΙΚΟΥ
    δ. ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ
    ε. ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
    στ. ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

4. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

     α. [ Άνεμος πήρε]
     β. ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ "Σ΄ ΑΓΑΠΩ"
     γ. ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ
         (1) ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
         (2) ΕΠΩΔΟΣ

5. ΕΠΟΧΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

     α. [Φεύγει ο χρόνο]
     β. ΤΡΕΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΙΩΠΗ
     γ. ΔΥΟ ΜΙΚΡΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΤΟΠΙΑ
     δ. ΣΚΕΨΗ
     ε. ΞΕΝΙΤΕΙΑ
     στ. ΧΑΡΑ
     ζ. Ο ΧΡΟΝΟΣ
     η. ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
     θ. ΓΥΡΙΣΜΟΣ
     ι. ΔΥΟ ΧΑΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ
     κ. ΣΗΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
     κα. ΑΠΟΛΥΣΗ ΜΕ ΤΡΙΑ ΧΑΙΚΟΥ

         
    Η γραφή της κας Ιωαννίδου Σταύρου Ρούλας ηχεί με θαυμαστή γλυκύτητα και μας παρασέρνει σε ήρεμους και γαλήνιους τόπους, μέσω των εικόνων που δημιουργούν οι μικροκαμωμένοι στίχοι. Είναι φορές που θεώρησα πως οι λέξεις ανέδυαν ένα αχαλίνωτο ερωτισμό, ενώ άλλοτε γίνονταν ένας ορμητικός ποιητικός χείμαρρος που με παρέσερνε στον ονειρεμένο χορό που κατάλληλα στήνει η ποιήτρια μέσα στις αγκύλες της φόρμας των Χάικου. Το έργο δεν  οδηγεί σε δύσβατα μονοπάτια σκέψης. Το αντίθετο. Και είναι τούτο που την κάνει ακόμα πιο ξεχωριστό. Οι σκέψεις της είναι ένα απόσταγμα συναισθημάτων που αποδίδονται μέσα από ένα διαρκή  ξεχωριστό λυρισμό.


Το βιβλίο της κας Ιωαννίδου, εκδόθηκε πριν από 12 χρόνια. Το 2003. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις LITERATURA ET ARTES με την ευκαιρία της παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης που καθιέρωσε η UNESKO.  Με την ποιητική αυτή συλλογή,η Ποιήτρια άνοιξε ένα νέο δρόμο στα ποιητικά δρώμενα της Μεγαλονήσου, αφού αποτελεί και την πρώτη έκδοση Χαικου.

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Δικαιοσύνη….

Χρήστος Κουκουσούρης 
Το μεγαλείο της λέξης
η δύναμη της ψυχής
το ελιξίριο της ζωής
η ελπίδα του κατατρεγμένου,
του αδικημένου,
του κατακερματισμένου ανθρώπου,
η ελπίδα του άμοιρου
που πολλές φορές αργεί…
Εγώ ακόμα υπάρχω…

[Μη μου μιλάς άλλο γι' αγάπες]

του Χρήστου Κουκουσούρη 


Μη μου μιλάς άλλο γι' αγάπες, κουράστηκα.
Μίλα μου για τα όνειρα που θα ήθελες να ζήσεις.

Είμαι ξεναγός...

ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΣΤΟ ΑΙΣΧΟΣ…!

 …του ΠΕΤΡΟΥ Β. ΚΟΥΡΤΗ

Ακόμα στο λήθαργο
Στο λήθαργο της συμφοράς
Της κτηνωδίας
Κοιμούνται…!
Πέρσι είχε τη σειρά του ο φίλος μου
Και ο φίλος του φίλου μου
Όπως και η παρέα τους
Η άπληστη στην τρέλα
Η ακόρεστη
Στην απληστία της μετάλλαξης
Της μετάλλαξης σε κτήνη
Σε ζώα
Κι μαζί τους κι εγώ
Ο αδιάφορος
Ο αρμόδιος να ψηφίζω νόμους
Σε κωλόχαρτα
Νόμους θωπευτικούς
Θωπευτικούς για τη βρωμιά
Στο όνομα της δημοκρατίας
Ενώ εσύ διάβαζε «αναρχίας»
Να πουλάνε τα παιδιά τους
Οι μέγαιρες της εποχής μας
Με τους πατεράδες να τα βιάζουν
Ενώ εσύ, διάβαζε κτήνη
Φίλε μου
Νόμοι του εωσφόρου
Να κλέβουν και να εξαφανίζουν το παιδί σου
Όπως τον Ά Λ Ε Ξ
Να παντρεύεται η φίλη, τη φίλη της
Να παντρεύεσαι το φίλο σου
Τη βρωμιά του
Τη δυσωδία του
Και ας είναι αφύσικο
Να υποχρεώνει το παιδί σου να υποκύψει
Να παραδοθεί
Στα κτήνη
Με τους νόμους της ΝΕΑΣ ΤΑΞΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
Να πλένονται στα δάκρυα
Των άμοιρων παιδιών
Εκεί στα φανάρια της συμφοράς
Αυτών που κάποτε
Ναι, κάποτε
Θα τους προετοιμάσουν τα φέρετρα
Της ευτυχίας.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.