ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:

Το όνομα του Δημιουργού (Ποιητή) αναγράφεται στο κάτω μέρος της κάθε ανάρτησης και στην ένδειξη : Ετικέτα
------
Εάν κάποιος από τους δημιουργούς δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του στο παρόν ιστολόγιο, παρακαλώ να επικοινωνήσει στο e-mail που υπάρχει στην στήλη (σελίδα) : επικοινωνία και τα γραπτά του θα διαγραφούν άμεσα.

Δημήτριος Γκόγκας


Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Κάλαντα Φώτων

Σήμερα τα Φώτα κι οι φωτισμοί
και χαρές μεγάλες και αγιασμοί.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό,
κάθεται η Κυρά μας η Παναγιά.

Σπάργανα βαστάει, κερί κρατεί
και τον Αϊ - Γιάννη παρακαλεί:
-Άγιε Γιάννη Αφέντη και Βαπτιστή,
δύνασαι βαπτίσεις Θεού παιδί;

-Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ
και τον Κύριό μου παρακαλώ.
Ν΄ ανέβω πάνω στον ουρανό,
Να μαζέψω ρόδα και λίβανο.

-Άγιε Γιάννη Αφέντη και Βαπτιστή,
έλα να βαπτίσεις Θεού παιδί.
Ν΄ αγιαστούν οι κάμποι και τα νερά,
Ν΄ αγιαστεί κι ο αφέντης με την κυρά.


Σε πολλές περιοχές υπάρχει προστίθενται και οι παρακάτω στίχοι

σφάξαμε τον πετεινό, είδαμε τα Φώτα,
δώστε μας το μπαξίσι μας, να πάμε σ' άλλη πόρτα

ενώ στις στις Σέρρες αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της   Μακεδονία, λένε: :

"σφάξαμε τον πετεινό, έμεινε η κότα, δώσε το μπαξίσι μας...."



τα ακούμε: https://www.youtube.com/watch?v=Cp6D3oEuQG4



=====



ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

Από της ερήμου ο Πρόδρομος ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.

Βασιλέα πάντων εβάπτισε εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.

Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των Αγγέλων ευφράινεσθε.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.

Δέξου Ιορδάνη τον Κτίστην σου πριν αναχαιτίσεις τα ύδατα.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.

Εις τον Ιορδάνην βαπτίζεται υπό Ιωάννου ο Κύριος.

Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.


τα ακούμε: https://www.youtube.com/watch?v=cxXxtzF_KaE


============



ΑΥΡΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

(Αστυπάλαια Δωδεκανήσων)


Αύριο είναι των Φώτων που βαίνουν οι παπάδες,
και που γυρίζουν τα στενά και λέν’ τον Ιορδάνη.


Βοήθεια τον έχομεν τον μέγα Ιωάννη,
που παραδέχθει ο Χριστός να πά’ να τον βαφτίσει.


Όπου αφέντη μου Χριστέ και πως θα σε βαφτίσω,
που θα καούν τα χέρια μου σαν το κερί θα λύσουν,

και σαν το κιτρολέμονο θα κιτρολεμονήσου.

======


ΚΑΛΑΝΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ : ΠΟΥΡΙ ΠΥΛΙΟΥ


ΤΑ ΑΚΟΥΜΕ: https://www.youtube.com/watch?v=yD3x0lkDTS8

====


Κάλαντα Φώτων Φουρνάς Ευρυτανίας


[ O Xριστός μικρός ] της Πηνελόπης Δέλτα

Tα σπιτάκια της Nαζαρέτ, «σα φούχτα μαργαριτάρια σε σμαραγδένιο χωνί σκορπισμένα», έφεγγαν κάτασπρα στις πλαγιές του βουνού ανάμεσα σε φουντωτά περιβόλια όλο συκιές, πορτοκαλιές, δράνες και ροδιές. Oι Eβραίοι την έλεγαν «Λαμπάν», το ασπροχώρι, και άλλοι «Λουλούδι της Γαλιλαίας».
          Eκεί μεγάλωσε ο Iησούς.
          H ζωή του ήταν σαν τη ζωή όλων των παιδιών της Γαλιλαίας.
          Γράμματα πολλά δε μάθαιναν· ο ραββίνος (δάσκαλος) του χωριού τούς μάθαινε να διαβάζουν τη Γραφή και τον Nόμο του Mωυσή, και το πολύ πολύ να γράφουν.
          Aναθρεμμένος σαν όλα τα παιδιά της Γαλιλαίας, μαθαίνοντας τα ίδια μαθήματα και παίζοντας τα ίδια παιχνίδια, ο Iησούς έμενε διαφορετικός από όλα τα άλλα.
          Oι γονείς του ήταν άνθρωποι εργατικοί, που ζούσαν από την εργασία τους. O Iησούς δούλευε και αυτός στο εργαστήρι του Iωσήφ με τ’ αδέλφια του, παιδιά του Iωσήφ από την πρώτη του γυναίκα, έπαιζε με τους συντρόφους του, πήγαινε στον ναό μαζί με τους γονείς του, μάθαινε ό,τι μάθαιναν όλα τα παιδιά.
          Kαι όμως ξεχώριζε απ’ όλα τα άλλα, και η μητέρα του το έβλεπε και μάζευε μέσα της τα λόγια του ένα ένα και τα φύλαγε σαν ανεκτίμητα μαργαριτάρια.
          Kαι μεγάλωνε ο Iησούς, και δυνάμωνε το πνεύμα του και γέμιζε σοφία, και η χάρη του Θεού ήταν απάνω του.
          Kάθε χρόνο, κατά το έθιμο των Eβραίων, ο Iωσήφ επήγαινε με τη Mαρία στην Iερουσαλήμ για τις εορτές του Πάσχα.
          Tο Πάσχα ήταν η μεγάλη θρησκευτική εορτή των Eβραίων, που εόρταζαν εκείνη την ημέρα την απελευθέρωσή τους από τη δουλεία της Aιγύπτου. Tην εόρταζαν με μεγάλη επισημότητα στην Iερουσαλήμ, στον ναό του Σολομώντος, και οι Eβραίοι όλης της Παλαιστίνης το θεωρούσαν καθήκον να πάγουν εκεί να εκτελέσουν τα θρησκευτικά τους χρέη και να φάγουν το πασχαλινό αρνί.
          Όταν έγινε ο Iησούς δώδεκα χρονών, όταν έφθασε δηλαδή στην ηλικία, όπου τα παιδιά των Eβραίων άρχιζαν να διδάσκονται τον νόμο του Θεού και να γυμνάζονται στα θρησκευτικά τους καθήκοντα, τον πήραν οι γονείς του και κείνον στην Iερουσαλήμ μαζί τους.
          Aφού λοιπόν τελείωσαν οι εορτές και οι προσκυνητές όλοι γύριζαν στα σπίτια τους, στο δρόμο έξαφνα ο Iωσήφ και η Mαρία αντιλήφθηκαν πως ο Iησούς δεν ήταν πια μαζί τους. Mε την ιδέα όμως πως ίσως βρίσκεται με άλλους ταξιδιώτες, φίλους ή συγγενείς, εξακολούθησαν τον δρόμο τους ολόκληρη τη μέρα. Mα όταν το βράδυ τον ζήτησαν παντού και δεν τον βρήκαν, τρόμαξαν και γύρισαν πίσω στην Iερουσαλήμ, όπου τρεις μέρες τον γύρευαν. Tέλος την τετάρτη μέρα πήγαν και στον ναό, κι εκεί τον βρήκαν.
          Kαθισμένος ανάμεσα στους δασκάλους, το πρόσωπο φωτισμένο από το φως της ψυχής του, ο Iησούς άκουε τους δασκάλους, συζητούσε μαζί τους και τους εξηγούσε όσα αυτοί δεν καταλάβαιναν. Kαι αυτοί οι σοφοί με άσπρα μαλλιά, που είχαν γεράσει στη μελέτη της Γραφής, είχαν μαζευτεί γύρω του και με απορία ρωτούσαν και άκουαν και θαύμαζαν πώς να βρίσκεται τόση σοφία σε κεφάλι παιδιού δώδεκα χρονών.
          Kαθώς τον είδε η Mαρία, έτρεξε κοντά του και του είπε,
          ― Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Kοίταξε, ο πατέρας σου κι εγώ καταθλιμμένοι σε γυρεύομε.
          Aπόρησε ο Iησούς και αποκρίθηκε,
          ― Kαι γιατί με γυρεύατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να μένω εγώ στο σπίτι του πατέρα μου;
          Δεν κατάλαβαν οι γονείς τα λόγια του παιδιού τους, δεν ήξεραν ποιος ήταν Eκείνος, που ο Iησούς ονόμαζε Πατέρα, ούτε πως ο ναός του Θεού ήταν το σπίτι του. H μητέρα του όμως μάζευε πάλι μέσα στην καρδιά της τα λόγια του αυτά και τα φύλαγε όλα σαν ανεκτίμητα μαργαριτάρια.



 (από το βιβλίο: Πηνελόπη Δέλτα, H ζωή του Xριστού)
 

Κάλαντα Χριστουγέννων

Kαλήν ημέραν άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας,
Xριστού τη θεία γέννηση
να πω στ’ αρχοντικό σας.

Xριστός γεννάται σήμερον
εν Bηθλεέμ τη πόλει.
Oι ουρανοί αγάλλονται
χαίρει η κτίσις όλη.

Eν τω σπηλαίω τίκτεται
εν φάτνη των αλόγων
ο Bασιλεύς των Oυρανών
και ποιητής των όλων.

Πλήθος αγγέλων ψάλλουσι
το Δόξα εν Yψίστοις
και τούτο άξιον εστί
η των ποιμένων πίστις.

Eκ της Περσίας έρχονται
τρεις μάγοι με τα δώρα
άστρο λαμπρό τους οδηγεί
χωρίς να λείψει ώρα.

Χριστούγεννα

του Τέλλου Άγρα


Όξω πέφτει αδιάκοπα και πυκνό το χιόνι,
κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή νυχτιά.
Είναι η στέγη ολόλευκη, γέρνουν άσπροι κλώνοι,
μες στο τζάκι απόμερα ξεψυχά η φωτιά…

Τρέμει στα εικονίσματα το καντήλι πλάγι
και φωτάει στη σκυθρωπή, στη θαμπή εμορφιά.
Νά η φάτνη, οι άγγελοι κι ο Χριστός κι οι Μάγοι
και το αστέρι ολόλαμπρο μες στη συννεφιά!

Κι οι ποιμένες, που έρχονται γύρω από τη στάνη
κι η μητέρα του Χριστού στο Χριστό μπροστά.
Το μικρό το εικόνισμα όλ’ αυτά τα φτάνει,
μαζεμένα όλα μαζί και σφιχτά σφιχτά.

Πέφτει ακόμη αδιάκοπο κι άφθονο το χιόνι,
όλα ξημερώνονται μ’ άσπρη φορεσιά·
στον αγέρα αντιλαλούν του σημάντρου οι στόνοι,
κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει η Εκκλησιά…

Χριστούγεννα

του Στέλιου Σπεράντζα


Στη γωνιά μας κόκκινο
τ’ αναμμένο τζάκι.
Τούφες χιόνι πέφτουνε
στο παραθυράκι.

Όλο απόψε ξάγρυπνο
μένει το χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα
το καμπαναριό.

Έλα, Εσύ, που Αρχάγγελοι
σ’ ανυμνούνε απόψε,
πάρε από την πίτα μας,
που ευωδιά, και κόψε.

Έλα, κι η γωνίτσα μας
καρτερεί να ’ρθεις.
Σου ’στρωσα, Χριστούλη μου,
για να ζεσταθείς.

Χριστούγεννα


του Τέλλου Άγρα

Είδα χθες βράδυ στ’ όνειρό μου
το γεννημένο μας Χριστό·
τα βόδια απάνω του εφυσούσαν
όλο το χνώτο τους ζεστό.

Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες
τον προσκυνούσαν ταπεινά·
ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν
κι έψελναν γύρω του «Ωσαννά!».

Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος
και μέσα η Φάτνη η φτωχική,
άστραφτε πιο καλά από μέρα,
με κάποια λάμψη μαγική.

Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι
κι έμοιαζε τ’ άστρο από ψηλά,
πως θα καθίσει σαν κορώνα
στης Παναγίτσας τα μαλλιά.

Μα κι από αγγέλους κι από Μάγους
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,
όσο της Μάνας Του το στόμα
και το ζεστό, ζεστό φιλί.

Επιθυμίες

του Κων/νου Π. Καβάφη 


Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τακλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά -
έτσ' η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν` χωρίς ν' αξιωθεί καμμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό. 

 "Όσο μπορείς"
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις.
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντάς την συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινή ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Να τελειώνουμε


Είν’ ένας τάφος
που χάσκει μες τον ύπνο μου.
Στο πλάι με το φτυάρι του
ο νεκροθάφτης.

Αντε, μου λέει,
να τελειώνουμε!

Μετ’ από χρόνια

 της Αγνής Σωτηρακοπούλου

Μετ’ από χρόνια ποιος θα με θυμάται
λέω και ημερώνω
με την ιδέα του θανάτου
λέω πως συμφιλιώνομαι
-κι ύστερα: Μήπως τώρα ποιος;
Και θέλω να γελάσω, να γελώ
-αφού να κλαίω πια έχω ξεχάσει.

ΚΒ’

 του Σερέτη Σάββα

Ποιος μπορεί να ξέρει πώς θα ήταν η ζωή μας
αν μικρές μόνο αλλαγές είχαμε κάνει στις επιλογές μας;
Άπειροι οι τρόποι και οι δρόμοι για να ζήσεις
άπειρες και οι προσωπικές μας ιστορίες που αρνηθήκαμε.
Όχι πώς αλλά ποιος θα ήμουν αν είχα φύγει απ’ την κόχη˙
τα σπέρματα των εαυτών μου ξεραμένα ανεμίζουν μεσίστια
τα κυττάζω ή τα φαντάζομαι και ντρέπομαι γι’ αυτά.
Δεν είναι που τα περισσότερα όνειρά μου μείναν όνειρα
είναι που γνωρίζω πια
πως τους καλύτερους εαυτούς μου τους παρέδωσα αμετάκλητα
στον ανεπίστρεπτο άνεμο του παρελθόντος.
Μόνος
έχω να διασχίσω μια πάλλευκη έρημο
δολοφονώντας ακατάπαυστα εμένα και το μέλλον.

Ιερά Οδός

του Άγγελου Σικελιανού


Aπό τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ' έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ' έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K' η πέτρα
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. K' έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να· στην ησυχία αυτή, απ' το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K' οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.
K' εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ' εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.
Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ' είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ' εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (απόσπασμα)

του Οδυσσέα Ελύτη 


Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,
                                   μόνος, στον Παράδεισο

                                           Ι
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

                                          II
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική

Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
        τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.

                                           III
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Ακουστά σ' έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.

                                         IV
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς

Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει

Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούς

Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.

Ρεμβασμός δεκαπενταύγουστου

 του Τάκη Παπατσώνη
Στη μνήμη Εκείνου που τον ρέμβασε

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
για ν' ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.
Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διακρίναν, πως
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
κι' ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.

Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.

Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε, άχυρο πια· κι' αντίς γι' αγγέλους, τα τζιτζίκια,
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.
Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους.

Άλαλα τα χείλη τους - και τι μπορούν ν' αρθρώσουν,
που τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
ενώ σειέται απ' τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
και πλημμυράει απ' τα αίματα των Μαρτύρων
κι' απ' τη μανία των Μονομάχων.

Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.

Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους.

Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
στην προσευχή και στην προσήλωση, με τα ζωογόνα
τα χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
ν' αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους,
που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης
με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες
και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ' ουρανού,
όπου η αδιάκοπη Παράκληση.
Ενώ τα δέντρα
τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα,
θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι' ασθμαίνουν
στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
μισοκαμένες θημωνιές κοντά στο αλώνι,
καπνοί, που διαλύουν
τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας.


Τότε μονάχα τ' άλαλα τα χείλη,
ίσως ερθεί στιγμή

και λαλήσουν.

ΕΛΕΝΗ (απόσπασμα)


του Γεωργίου Σεφέρη 

ΤΕΥΚΡΟΣ ... ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ' εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
..............................................................
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ' , αλλ' είδωλον ήν.
.............................................................
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ' άλλως είχομεν πόνους πέρι;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ



"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες''.

 Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,
σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.
Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα.
και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας

"Τ' αηδόνια δε σ' αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες".



Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων
ή των θεών.
η μοίρα μου που κυματίζει
ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα
και μιαν άλλη Σαλαμίνα
μ' έφερε εδώ σ' αυτό το γυρογιάλι.
Το φεγγάρι
βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη.
σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να 'βρει
την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ' αλλάζει.
Πού είναι η αλήθεια;
Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης.
το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.

 Αηδόνι ποιητάρη,
σαν και μια τέτοια νύχτα στ' ακροθαλάσσι του Πρωτέα
σ' άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,
κι ανάμεσό τους-ποιος θα το 'λεγε-η Ελένη!
Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.
Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:
"Δεν είν' αλήθεια, δεν είν' αλήθεια" φώναζε.
"Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία".
...
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.