Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρατζόγλου Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρατζόγλου Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025

ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ / Καρατζόγλου Γιάννης

 

Καιρός για σύνταξη του τελικού Ισολογισμού. Ημερολόγια και συναλλαγές με
επιμέλεια να καταχωρηθούν, να συνταχθεί πραγματική Απογραφή για όλα τα
αποκτήματα (μακρινές αγάπες, ξαφνικοί έρωτες, χείλια ενωμένα σ’ ένα
ατέλειωτο adagio, απρόσμενοι χωρισμοί, ανεξίτηλες φιλίες, μεθύσια
ξημερώματα σε λάγνες αμμουδιές), να τακτοποιηθούν έτσι τα έσοδα και έξοδα
μιας ολόκληρης ζωής, να επανεξεταστούν οι Αποσβέσεις της (λέξεις που έγιναν
λόγια, φράσεις που καταλήξανε ποιήματα), να συλλεχθούν τα απραγματοποίητα
όνειρα, να υπολογιστούνε έτσι με λεπτομέρεια τα Αποτελέσματα Χρήσεως, οι
τελευταίες υποχρεώσεις και απαιτήσεις, κάτι λιγοστές προβλέψεις να εγγραφούν
με τίτλο «Εγγραφές προσαρμογής», να υπολογιστεί επακριβώς το Υπόλοιπο
Ταμείου – αν υπάρχει- καθώς και τα εναπομείναντα Αποθέματα και τέλος όλα
αυτά να αποτελέσουν πλέον τις Εγγραφές Κλεισίματος, χωρίς να προσδοκάται
άνοιγμα Νέας Χρήσης….

PRINT ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΑΠ’ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ / Καρατζόγλου Γιάννης

 

Ξύπνησα μες στη μαύρη νύχτα από ένα υπέροχο όνειρο. Στον ύπνο μου είχα
γράψει, λέει, ένα τέλειο ποίημα που το διάβαζα ανεβασμένος σε μεγάλη εξέδρα
μέσω μικροφώνου σε χιλιάδες ακροατές κι ο κόσμος το χειροκροτούσε ώρα
πολλή ζητωκραυγάζοντας. Λίγο πριν να ξυπνήσω το επαναλάμβανα από μέσα
μου διαρκώς ,ανάμεσα σε ύπνο και σε ξύπνιο, μην το ξεχάσω. Όμως σαν
ξύπνησα, το ποίημα και το όνειρο είχανε γίνει αγέρας. Και τότε άρχισε να με
βασανίζει η απορία, γιατί να μην μπορεί να κάνω print ή έστω save κατευθείαν
μέσα απ’ το όνειρο, να σώσω ότι μπορεί να απομείνει…

ΕΡΩΤΑΣ ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ / Καρατζόγλου Γιάννης

 

Μουσαφιραίοι ερχόμαστε παιδί μου,
μουσαφιραίοι φεύγουμε από τον ντουνιά
έλεγε η μάνα για τη ζωή κι εγώ δεν καταλάβαινα.
Ερχόμαστε και φεύγουμε για έναν λόγο
μου εκμυστηρεύονταν όταν μεγάλωσα,
για το ένα και μοναδικό τρατάρισμα της ζωής,
τον μέγα έρωτα, τον εξοντωτικό,
τον ανάριθμο, τον μέγα αμαρτωλό.
εκείνον που, θρύψαλα απ’ τον πόθο προσκυνάμε
τον χουβαρντά, τον ασίκη, το αλάνι,
αλλά κι αυτός, δεν είναι παρά ένας ακόμα μουσαφίρης.

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

Η Παληομάνα



Δυο τρία μίλια ευθεία μπροστά απ' το Όλυμπος-Νάουσα
βαθαίνει απότομα η θάλασσα και δέκα οργιές σαπίζουνε
χιλιόχρονα φύκια, βυθισμένες γαλέρες, τόνοι οργανικά
και το Φετχί Μπουλέντ ακόμη, οξειδωμένο.

Εκεί ακριβώς αναδύονταν μέσα στη νύχτα κάθε νύχτα ύφαλος
που μεγεθύνονταν κατόπι και γίνονταν νησί επιπέδου, πλατύ,
ύστερα άλλοι ύφαλοι φυτρώνανε ο ένας μετά τον άλλο
και σχηματίζαν μια λεπτή λωρίδα γης με γκρέμια γύρω τους και βράχια.

Κι εγώ ξεκίναγα από κει και περπατούσα επάνω τους
ισορροπώντας με μικρές παραλλαγές του τρόμου
πάντα στις τέσσερις, ποτέ αργότερα ή νωρίτερα
πότε με κίνδυνο να πέσω στις καταβόθρες του ονείρου
μα προχωρώντας ίσια μαγνητισμένος απ' των κυμάτων τις σκιές.
Ώσπου μια χαραυγή μετά από χρόνια αφού βάδισα ώρες πολλές,
και προφανώς κουράστηκα, ξυπνώντας με μια κράμπα βασανιστική
είδα στο φως ξεκάθαρα τι όλα τούτα σημαίναν.

(Πώς στην αρχή, τον πρώτο καιρό δεν το ένιωθα, πώς
βαθμιαία εισέρχονταν η αρρώστια μες στο αίμα και κατέστρεφε το σπέρμα,
αλλοίωνε τους ιστούς, διέλυε το συκώτι το στομάχι και τη σπλήνα
σαπίζοντας τα γάγγλια τους αδένες και τις υποφύσεις.
Πώς βαθμιαία τα εύκολα γέλια κατρακύλησαν σε δύσμορφα χαμόγελα
και γρήγορα φεύγαν οι γιορτές χωρίς να γιορτάζω τίποτα,
δίχως σκοπό επέτειοι, αμήχανα καρναβάλια, χαράμια πάσχα
και πέρναγε η άνοιξη χωρίς τις φουσκοθαλασσιές
τα καλοκαίρια πέφτοντας διαρκώς μια γκρίζα μουσική.)

Ήταν που εσύ χρόνο με χρόνο απομακρυνόσουν αλλά εδώ ήταν πάντα ο νους σου:
μικρό νησάκι σκαιής εκδίκησης στις εκβολές του ποταμού, στην Παληομάνα,
που μια στενή στεριά το ενώνει με τη μήτρα του, την πόλη και εμένα,
ώστε να φεύγουν βάναυσα οι εποχές αφήνοντας διάλυση και όζους.
Όχι μόνο με χάλασες
αλλά έφτιαξες και μια υπόγεια ενύπνια γραμμή να μας ενώνει
για να γεμίζει τη ζωή μου αρές και αναθέματα, ως το τέλος.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Φθινόπωρο

Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν.

Δηλαδή, πάντα τα φύλλα πέφτανε τούτη την εποχή,
οι μέρες μικρές, το φως λιγοστεύει, πρωί σκοτάδι ακόμη,
αρνιέσαι να φορέσεις μάλλινα, ελπίζεις σε μέρες γλυκές,
αλλά, φθινόπωρο. Τα φύλλα πάντα πέφτουν.


Αδήριτα φθινόπωρο. Κι αν δεν το λέγανε οι όψεις και τα χρώματα
το λέει το βάσανο της καθημερινής επιστροφής στα περασμένα
τους μίτους που πας να διασώσεις κι αυτοί ξεφτίζουν βαθμιαία
πέφτοντας με τις γκρι βροχές σε λασπωμένες μνήμες.


Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν. Σαπίζουνε τα φύλλα
στις μακρινές αλέες των βόρειων πόλεων που συνήθισες
κι ένας κρύος αέρας τα παρασέρνει στα χαντάκια.


Φθινοπωριάζει. Η λέξη αγάπη σε έκπτωση.
Το μόνο μέλλον σου, χειμώνας.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Θεσσαλονίκη, Παναγία


Τι όμορφη που ήσουν Σαλονίκη, μα δεν το' βλεπα ...

Κλέβοντας ώρες απ' το Χαρμάνκιοϊ στο Αγγελοχώρι,
Λαδάδικα, Ταμπάκικα, Μαρτίου, Αρσακλή,
χειμώνες πέντε διαδρομή στην ευλογημένη Αρετσού
ανοίξεις πέντε στα Ξυλάδικα, στους γερανούς Ματράκα,
Σάββατα ταβερνιάρικα σε κόχες στο Καπάνι
και Κυριακές αφράτα χιόνια στους προσκόπους στον Χορτιάτη
ή σε γρασίδια ήμερα πίσω απ' τους Χορτατζήδες,
γεμάτοι τύψεις στις μπουκαδούρες πέντε καλοκαίρια
πέντε ένοχους βαρδάρηδες χειμώνες, παγωμένους.

Μετά από τόσες στάσεις, τόσα χιλιόμετρα, σφηνώθηκε ο χειμώνας
μακριά η πατρίδα, λίγα τα ποιήματα κι αυτά προσφυγικά
και πίσω τους ο χώρος που ήτανε ο θόλος της ιστορίας
κι εγώ δεν το' χα καταλάβει.

Πατρίδα Σαλονίκη, πέντε χρόνους μας προστάτεψες, παναγία
και ύστερα έκρυψες τη φοβερή σελήνη σου για άλλα ζευγάρια.

Ξέμεινε πάλι νύχτα


Ξέμεινε πάλι νύχτα παίζοντας πιάνο ένα πόθο κίβδηλο,
νυχτερινές φαντασιώσεις για μια ανύπαρκτη κόρη κερασιάς
εκλέγοντας συγχορδίες ελάσσονες και φαντασίες impromptus
ολόγιομη να δίνεται σε χρώμα μωβ στους κουρασμένους του αστραγάλους
και να κατάγεται, λέει, από φθινοπωρινούς ονειρικούς αμμόλοφους
με καταρράχτες της σιωπής που γυμνή τη λούζει έρωτα...

Άσ' τα να πάνε. Γεροντο-έρωτες γεροντο-αγκαλιές ψιμύθια του χρόνου.
Και μόνο το ονειρικό της χαμόγελο διαιρεί τα χρόνια του
Κι αυτό του φθάνει.

Οι πλασιέδες



Δευτέρα πρωί ξεκινάνε οι πλασιέδες για τη Μακεδονία
στο πίσω κάθισμα κρεμάστρες με κουστούμια,
το παλικάρι ο Μαργαρίτης σε κασέτες,
φοράν τη ζώνη ασφαλείας πριν απ' την εθνική οδό
ανεβαίνουν Κέλλη, κατεβαίνουν Βεύη,
λαχανιαστά για να προλάβουν τους πελάτες στην Κοζάνη,
μηn κλείσει η αγορά στη Σιάτιστα,
μη φύγει ο μεγαλέμπορας στα Βοδενά.

Και κει κατά τις δέκα κλείνονται όλοι,
εχθροί, αντίπαλοι, ανταγωνιστές και φίλοι,
πλασιέδες φαρμάκων, απορρυπαντικών, βιβλίων και σερβίτσιων
μαζεύονται στο μπαρ και περιμένουν
να 'ρθεί κι ο τελευταίος για να ξεκινήσουν
να πιουν τον άμπακο σε μια ταβέρνα κοντινή
μακριά από φάρμακα, απορρυπαντικά, γραμμάτια και πιστώσεις,
ίσαμε να 'ρθει η Παρασκευή.

Νύχτα του χειμώνα


Νύχτα του χειμώνα που γερνούν και πεθαίνουν τα βουνά
που κατεβαίνουν λάσπες από την Παιονία έρχεσαι
και βίαια σταματάς την άργιλο του ύπνου σαν ταξίδι
που στέρεψε: αντίο, ποτάμι.

Περασμένα Χριστούγεννα, πηγαίνοντας για Πρωτοχρονιά
άλλων εποχών -όχι μακριά- που ολόκληρες ακτές
σηκώθηκαν σε μια παλίρροια και φάνηκαν ξανά
υποθαλάσσιες πόλεις βουλιάζοντας, τρομαγμένα πλοιάρια,
κι εγώ έβρισκα μόνη καταφυγή τον κόλπο σου,
το ελατό και όλκιμο κορμί σου.

Νυχτερινή μου υψικάμινε, τι κρίμα
τα σκουριασμένα ορυκτά του ονείρου μας
να θάβονται τώρα βαθιά στις πιο απόκρυφές μου ώρες
και να μη γίνονται νομίσματα χρυσά μιας τέλειας ανταλλαγής
στην πιο ποιητική αυτοκρατορία.

Άνθρωπος από μάρμαρο



Επειδή πρέπει
ν' αρχίσω να παίρνω χαμπάρι πως
πάνε μάλλον οριστικά εκείνοι που ανυστερόβουλα συντρόφεψαν
τα βασικά χρόνια - τότε που το δεκάρικο ήταν δεκάρικο ακόμα -
και πάνε εξίσου οριστικά τα πρόσωπα της λευκότητας,
που, έστω, τραγουδούσαν ως το βράδυ τα ιταλικά,
οι γονείς όπου να 'ναι πάντα έρχονταν,
που περιμέναμε η παρέα ως αργά στο ινστιτούτο,

επειδή τώρα πρέπει
να πάρω πια χαμπάρι πως η οριζόντια ιδιοχτησία
επιβάλλει μιαν ημερήσια ατζέντα-φωτοαντίγραφο
των καθημερινών αγορών, των πιστώσεων, της αντοχής
της παραγωγικής διαδικασίας, του νόμου ακινήτου περιουσίας,
της ανόδου του κόστους και της τιμής
της χοληστερίνης,
μικρά παχουλά νησάκια που κατακλύζουν το αίμα,

γι' αυτό κι εγώ γίνομαι μάρμαρο
και από δω και μπρος σωπαίνω.

Ανάδραση


Λειτουργία ιδιοποίησης ή ψήγματα:
κι άλλοι λοιπόν μιλούνε κριτικά για το φιλί σου
ενώ αδρεναλίνη εκχύεται εντός μου.

Μήνες πολλούς, μετά τη διαγώνια έπαρσή σου:
έπρεπε νάχω πάρει από καιρό χαμπάρι την κοινωνικοποίηση
άλλος σου τα κατέβασε μα συ μικροαναστολίτσες
μ΄άλλον ξεκίνησες για το Ποσείδι μια αυγή
κι εγώ σε μακρινά νησιά κοίταγα για οικόπεδα.

Η ανάδραση της πληροφορίας:
λένε πως είσαι ακόμα και κλεψίτυπο
κι εγώ θυμάμαι ακόμα εκείνο το κοπιράιτ.

Το λεξικό


Αυτό το ξεχαρβαλωμένο λεξικό δεν πετιέται, κόρη μου,
το κουβαλούσα όλα αυτά τα χρόνια μες στο μαύρο χιόνι
για να μου αποδίδει στα αγγλικά την τέλεια μοναξιά,
τα σαββατόβραδα βουνά που μόνος εκφωνούσα
σπάνια ουρλιαχτά κραυγάζοντας προς άγνωστες κορφές
κι αυτές καλόγνωμες μου ανταπέδιδαν αρώματα
πορτοκαλιών και κίτρων απ' τις ευσπλαχνικές χαράδρες
ή όταν βάδιζα στην άμμο σε σιωπηλές ακρογιαλιές
ίχνη ταιριάζοντας πάνω σε άγνωστα βήματα για να περάσει η ώρα.

Αυτό το μαύρο διαλυμένο λεξικάκι θα σου αφήσω, κόρη μου,
κι όταν θα φύγω οι υπογραμμισμένες λέξεις του
θα σου θυμίζουνε τις δύσμορφες τις ώρες του πατέρα.

Νόμιμος δικαιούχος



Αλλιώτικες οι Κυριακές μας τότε.

Από το βράδυ πριν ευωδίαζε ο ερχομός σου
μέσα στον ύπνο μας πετούσαν αυριανά ανθάκια
κι όλο το πρωί λουζόταν μ' ένα φως αναμονής.

Κι εκεί, κοντά στο μεσημέρι, φιλιά καμένα, γκολ μες σε κουβέρτες
τοίχοι που τρίζαν, γάλα το κορμί σου, κρινοδάχτυλα,
φύσαγε πάντοτε νοτιάς βαθιά στο πάπλωμα
τα στήθη σου πρώιμο χιόνι, μουσική στο κραγιόν σου,
ύστερα πάστες που παχαίνουν, πιο γρήγορα φιλιά,
η ώρα χάθηκε.

Το σούρουπο βαραίνοντας στα κραυγαλέα μάτια σου
σε παρέδιδα ευτυχή και πλήρη στον νόμιμο δικαιούχο.

Η απόσυρση



Δεν έχω να πω πια τίποτα.

Σιγά σιγά απομακρύνομαι και απ' το φως και απ' το λόγο
έφυγαν όλα μες στο μισοσκόταδο και τις νεροφαγιές
η επανάσταση πουλήθηκε στα δυτικά κομφόρ
το έργο-απάτη παίχτηκε σε όλα τα θέατρα του κόσμου
στα σινεμά και στα πορνεία και τη διαφθορά.

Δεν έχω να μιλήσω πια για τίποτα.

Βλέμματα κοιτάζουν αδιάφορα πνιγμένα στα αγχολυτικά
στιγμές κατασκευάζουν δολοφόνους στη σκηνή
ζούμε πια τρώγοντας τα περιττώματα της ιστορίας
αλήθειες συμπεριφέρονται σαν ψέματα, η βία σαν βροχή.

Δεν έχω τίποτα να θυμηθώ τίποτα πια να γράψω.

Φεύγουμε δίχως να νιώθουμε πως το καράβι έχει σαλπάρει
χρόνια γεμάτα απογοήτευση, νεκρές φαντασιώσεις και σιωπές
τίποτα δεν έχει διασωθεί ούτε συγκίνηση ούτε πάθος
παγιδευμένοι αρουραίοι προσπαθούν να βγουν απ' το οχυρό...

Γι' αυτό κι εγώ, δεν έχω τίποτα να πω
σ' ένα παγκόσμιο τίποτα δηλώνω άφθογγος αρούρης
και αποσύρομαι.

Ελληνική ιστορία



Ελιά, ελιά, κόντρα στον κερασφόρο.
Οίκαδε. Πρόσφυγγες...

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;
Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια.

Ζήτω το ΕΑΜ, ζήτω το ΕΛΑΣ.
Πας μη Εαμίτης, Γκεσταπίτης.
Ανασυγκρότησις... Κύπρος - Ένωσις...


Έναν λοχία... Έναν λοχία επιτέλους...
Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών...
ΝΑΤΟ - ΣΙΑ - Προδοσία


Αλλαγή, αλλαγή, λαϊκή συμμετοχή.
Νέα τζάκια.
Η Μακεδονία είναι ελληνική...


Εκσυγχρονισμός. Επανίδρυση.

Ελλάδα της Τασκένδης, Ελλάδα της Πλατείας Σκεντέρμπεη
Ελλάδα των Εξαρχείων και των Σαράντα Εκκλησιών
της ξενιτιάς, του Ντίσελντορφ και του Ντιτρόιτ
με κώδικες μικροαστικούς πορεύεται στο επέκεινα
ντυμένη για αιώνες εμπράγματα όνειρα...

Φθινόπωρο



Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν.

Δηλαδή, πάντα τα φύλλα πέφτανε τούτη την εποχή,
οι μέρες μικρές, το φως λιγοστεύει, πρωί σκοτάδι ακόμη,
αρνιέσαι να φορέσεις μάλλινα, ελπίζεις σε μέρες γλυκές,
αλλά, φθινόπωρο. Τα φύλλα πάντα πέφτουν.

Αδήριτα φθινόπωρο. Κι αν δεν το λέγανε οι όψεις και τα χρώματα
το λέει το βάσανο της καθημερινής επιστροφής στα περασμένα
τους μίτους που πας να διασώσεις κι αυτοί ξεφτίζουν βαθμιαία
πέφτοντας με τις γκρι βροχές σε λασπωμένες μνήμες.

Φθινόπωρο. Τα φύλλα πέφτουν. Σαπίζουνε τα φύλλα
στις μακρινές αλέες των βόρειων πόλεων που συνήθισες
κι ένας κρύος αέρας τα παρασέρνει στα χαντάκια.

Φθινοπωριάζει. Η λέξη αγάπη σε έκπτωση.
Το μόνο μέλλον σου, χειμώνας.
  

Συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006)

Ημερήσια διαταγή



Με χαράν σας καλωσορίζομεν
δραττόμεθα της ευκαιρίας να
σας υποσχόμεθα δε βεβαίως
η γαλανόλευκος η τετιμημένη τα καθή-
κοντά σας ως γνήσιοι εξ αίματος
προειδοποιούμεν όλους όσους
θα πατάξωμεν συντρίψωμεν εκμηδενίσωμεν
δια την ειρήνην
την ευτυχίαν
και ίνα αποφευχθούν άλλα
ούτω πάσαν ψυχικήν αρετήν
αρμόζει χριστιανικών ελληνικών
ζήτω ζήτω ζήτω.

Το βίντεο



Όλο το απόγευμα έβλεπα σε βίντεο τη ζωή μου.

Χριστουγεννιάτικες γιορτές, αηβασίληδες φέρνουν δώρα,
παιδάκια κρέμονται απ' τα χείλη μου στο πάλκο
εργάτες και υπάλληλοι αναμένουν ένα νεύμα,
ακόμα κι οι εχθροί λουφάζουν μ' ένα στυφό χαμόγελο...

Πρωτομαγιές μοιράζοντας βραβεία στην άνοιξη
όλοι πίνουν στην υγειά μου, γλεντούν ευτυχισμένοι,
εύφορο το γρασίδι, θρεμμένα λουλούδια, φίλοι χορεύουν,
ο κήπος μια αγκαλιά μακεδονίτικα τραγούδια...

Ποιος τότε θα μου το 'λεγε πως, όλες οι χαρές, τα πανηγύρια,
τ' αγέρια κι οι πρωτομαγιές, οι φίλοι, τα φιλιά κι οι ρεβεράντζες,
σκόνη θα γίνονταν στα τέσσερα σημεία των οριζόντων
καπνός τσιγάρου οι εξουσίες και τα νεύματα κι οι προσταγές

αποκαΐδια και στάχτη πως θα γινόταν η ζωή, κοντά τα λόγια,
λιγοστές οι καλημέρες, ασέληνες όλες οι γιορτές, αιματηρά Χριστούγεννα,
προσφυγιά η ψυχή κι εγώ κάθε χαράματα να κάνω καταμέτρηση
κάτι μετζίτια που έσωσα κρυμμένα κολλητά πάνω στις σάρκες. 

Σκαλομαρία στη μνήμη

 

Μία η ώρα Κυριακή είχε κοκκινίσει στο φούρνο το ψητό.
Δυο φράγκα ψηστικά ένα η «Μακεδονία» ρέστα από τάλιρο δικά του
κατέβηκε δυο δυο τις σκάλες για να προκάνει το ταψί
να πει στο μεταξύ ένα γεια στον Γιάγια, στον Καλαμπαλίκη.
Τρέχοντας στο λιθόστρωτο γιατί θα άρχιζε του Μαμάκη η εκπομπή
σήμερα θα 'χε Πεγκ, καρδούλα μου με τη Λαμπέτη.

Όλη η χωμάτινη πλατεία λουζόταν φως και ακινησία
η Κόκκινη Εκκλησία σχόλασε νωρίς χωρίς βαφτίσια.
Κόκκινος Σεπτέμβρης της πόλης μας γλυκός, Κυριακή κοντή γιορτή,
το βράδυ θα παγαίναμε όλοι Έκθεση είχε πει ο πατέρας.

Πενήντα χρόνια αργότερα ποιητής μεσήλικας ανασύρει γεύσεις
οσμές ανάσες και τοπία άλλης εποχής που έρχονται και φεύγουν
σαν τραμ ορμητικά της Εγνατίας σε μια σκαλομαρία στη μνήμη.

Η θάλασσα



Σ' όλη μου τη ζωή ήθελα ένα σπίτι
που να βλέπει στη θάλασσα, έλεγε∙
να βλέπω θάλασσα, να κοιτώ να φεύγω.

Και σκύβει απ' το μπαλκόνι, ανάμεσα σε κάτι
φυλλωσιές και δυο πελώρια μέγαρα, φαίνεται ένα κομμάτι θάλασσα,
δύο επί τρία στην όρασή του,
αγορασμένο με το εφάπαξ και χιλιάδες συντάξιμα ημερομίσθια.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.