Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Το φως της Ολυμπίας

Απ’ τα ποταμίσια χείλη του Αλφειού
απ’ τον ασπρογάλανο κόρφο της Αρέθουσας
κι απ’ του Δία το πέτρινο μάτι,
μέσ’ απ’ τα πληγωμένα μάρμαρα
που φέγγει του Ίωνα και του Δωριέα η ψυχή,
κι απ’ τα κιονόκρανα
που δένει ο ήλιος τα κουρασμένα του άλογα,
απ’ τα πλεγμένα δάχτυλα του πεύκου και της δάφνης
εδώ,
σε τούτη την παρθενική μήτρα της Ολυμπίας
που δεν άλλαξε, δε μολεύτηκε, δε θα πεθάνει ποτέ,
εδώ θα ξαναγεννηθεί το Φως.
Σπίθα του Θεού
κρυμμένη στη στάχτη της καρδιάς του Κουμπερτέν
που θα τη θεριέψει με την ανάσα της η Καλλιπάτειρα
η Ελληνίδα μάνα
Μάνα κάθε ανθρώπου.
Λαμπάδα απ’ το κερί του χρόνου και του μύθου
στιλπνό είδωλο στιλπνός Χριστός
που μυρίζει μοσχολίβανο κι αίμα αθώου ζώου,
το φως μεστό χρυσό σταφύλι
παραδομένο στα χέρια του Ερμή.
Από δω θα φύγει ο Άγγελος.
Θα λύσει τα πέδιλά του τα σπηρούνια του τα πάθη του
θα ρωτήσει ποιοι αγωνίστηκαν τελευταίοι στο Στάδιο
ποιοι πήραν τον κότινο απ’ τους ευπατρίδες της νίκης
και θα τρέξει.
Έξω απ’ το ιερό στήθος της Άλτης
έξω απ’ την Ολυμπία και την Ελλάδα
σ’ όλη τη γη σ’ όλη τη θάλασσα
παντού όπου υπάρχει αγάπη
παντού όπου υπάρχει πόνος
παντού όπου υπάρχει υποκρισία
παντού όπου υπάρχει μίσος
παντού όπου υπάρχει φωτιά
στο χρυσάφι στη φτώχια στα μέτωπα στη ζωή στα νεκροταφεία
για να φέρει το μεγάλο μήνυμα…
Ερμή,
μη σε τρομάξουν οι θύελλες οι σαρκασμοί οι σκληρές μνήμες
οι απειλές με τα βούκινα
οι πόλεμοι που ήρθαν ή που κονταροδείχνουν,
Ερμή
μη σε τρομάξουν οι άνθρωποι!
Μάζεψε κάτου απ’ τη σάλπιγγά σου τους λαούς
όπου κι αν είναι όποιοι κι αν είναι
ήρωες νικημένοι κακούργοι σκιές κόκκαλα
και τάισέ τους με το σταφύλι σου
ρόγα τη ρόγα μέθυσέ τους με την αγάπη
κι όπως θα γίνουν ξέγνοιαστοι κι ονειροπαρμένοι,
όπως θα γυρίσουν πρώτη φορά όλοι μαζί
να κοιτάξουν κατάματα τον ουρανό
σκύψε στην καρδιά τους και πες τους
Πες τους
να ξεκινήσουν όλοι για την Ολυμπία.
Χιλιάδες χιλιάδες χιλιάδες έφηβοι
σμάρια από κορμιά άσπρα μαύρα κίτρινα,
να πάνε να ξεπλυθούν κοντά στην Παλαίστρα
απ’ το χτες απ’ το σήμερα απ’ το αύριο,
ν’ αλείψουν με λάδι την ψυχή και το νου τους
κι ύστερα
να μπουν απ’ την ορθάνοιχτη πύλη στο Στάδιο
για να πολεμήσουν.
Όχι στη σφαγή και στην πυρκαγιά
όχι με το μαχαίρι και το σίδερο που καίει
όχι με τον ξολοθρεμό του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο
όχι για νέους νεκρούς νέους σακάτηδες νέους δυστυχισμένους,
μα για την πυγμή και το ακόντιο
για το πήδημα το δίσκο το δρόμο την πάλη
για το τέθριππο
για την Αρετή,
δίπλα στον Κάστορα ή τον Αντίπατρο
το Διαγόρα ή τον Αλκιβιάδη
που θα σμίξει τον αρχαίο κόσμο με τον τωρινό με τον αυριανό
με τον αιώνιο
και θα νικήσει τον Άρη άλλη μια φορά
την τελευταία.
Πέρα στο ξέφωτο η Ολυμπία
ξάγρυπνη μερόνυχτα πλέκει για τον καθένα τους
κι από ‘να στεφάνι αγριλιά
Ελληνικής ειρήνης
Ειρήνης όλου του κόσμου.

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Τάκης Δόξας

O Τάκης Δόξας (19131976) ήταν ποιητής, πεζογράφος, και θεατρικός συγγραφέας. Το πραγματικό όνομα του ήταν Παναγιώτης Λαμπρινόπουλος.

 

Βιογραφικά στοιχεία

O 'Τάκης Δόξας' γεννήθηκε στον Πύργο και σπούδασε στη Σχολή Συνεταιριστών στην Αθήνα. Υπηρέτησε στο πρωτοδικείο του Πύργου ενώ το 1954 διορίστηκε διευθυντής της δημόσιας βιβλιοθήκης της ίδιας πόλης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του. Το 1957 τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο Πελοποννησιακής Πεζογραφίας από την Ακαδημία Αθηνών. Με την διαθήκη του κληροδότησε 6.466 τόμους βιβλίων στη δημόσια βιβλιοθήκη.

Τα έργα του

Από τα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να γράφει διηγήματα σε εφημερίδες και περιοδικά. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, έγραψε 25 βιβλία από τα οποία τα τρία ποιητικά. Το ποίημα «Φως της Ολυμπίας» απαγγέλλεται στη έναρξη των εορτών για την μεταφορά της ιερής φλόγας από την Ολυμπία, στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ποιητικές συλλογές

  • «Λευκοί δρόμοι», 1938
  • «Φώς της Ολυμπίας», 1960
  • «Επαρχία σ'αγαπώ», 197
 Συλλογές διηγημάτων
  • «Οι ίδιες πάντα ιστορίες», 1932
  • «Η απολογία του Καμπούρη», 1935
  • «Η σονάτα των ίσκιων», 1949
  • «Πικρή ιστορία», 1950
  • «Ταξίδια χωρίς ήλιο», 1953
  • «Ροδοσταμιά», 1957
  • «Μικροζωές», 1965
  • «Λούνα Παρκ», 1972

 Μυθιστορήματα

  • «Οι ναυαγοί», 1955
  • «Στη χώρα του Αυγεία», 1973

Δοκίμια

  • «Μαρία Πολυδούρη», 1937
  • «Η εσωτερική τέχνη», 1940
  • «Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής του Νόμπελ», 1964
  • «Το χρονικό του Πύργου», 1965
  • «Επιστροφή στην Ελλάδα», 1967
  • «Βαλαωρίτης, ο Ελευθερωτής και ο Ποιητής», 1967
  • «Σύγχρονοι ναυαγοί», 1969
  • «Λόρδος Βύρων, ο ήρωας και ο ποιητής», 1971
  • «Το αίμα της Πατρίδας», 1972
  • «Άνθρωποι και ανθρωπιά», 1976

Μελέτες

  • «Η Πάτρα στον Αγώνα του 21», 1971
 Ανθολογίες
  • «Ηλειακή γραμματολογία», 1963
  • «Δοκίμια», 1981

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ (1899 - 1944)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου) γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, γιος του σχολάρχη Γεωργίου Ιωάννου και της Ειρήνης Βλάχου. Είχε ένα μικρότερο αδερφό το Χρήστο. Το 1899 η οικογένειά του ήρθε στην Αθήνα και το 1906 μετακόμισε στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τέλειωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο. Το 1907 έγινε συνδρομητής στη Διάπλαση των Παίδων, όπου πρωτοεμφανίστηκε σε ηλικία έντεκα μόλις ετών, στη στήλη της αλληλογραφίας. Τον ίδιο χρόνο πραγματοποίησε και τα δυο μοναδικά ταξίδια της ζωής του, ένα στην Κάρυστο και ένα στη Χαλκίδα. Από το 1911 άρχισε να γράφει τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών της Διάπλασης με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας. Η πρώτη του ποιητική δημοσίευση ήταν ο Βράχος. Το 1912 γράφτηκε στο Γυμνάσιο στην Αθήνα, μένοντας στο σπίτι της αδερφής της μητέρας του Αριστέας Βλάχου ως το 1925 που η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο της θείας του ο Άγρας κράτησε το μικρό σπίτι της ως ερημητήριο. Η συνεργασία του με τη Διάπλαση των Παίδων συνεχίστηκε συστηματικά και ο συνολικός όγκος των νεανικών δημοσιευμάτων του υπήρξε πολύ μεγάλος. Το 1914 ο Ξενόπουλος σχεδίαζε να κάνει τον Άγρα τακτικό συνεργάτη του περιοδικού, τα σχέδιά του αναβλήθηκαν όμως με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (πραγματοποιήθηκαν τελικά το 1916). Το 1916 τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (αποφοίτησε το 1923). Η πρώτη επίσημη παρουσία του στις στήλες της Διάπλασης σημειώθηκε το Μάη του ίδιου χρόνου με το πεζογράφημα Αποχαιρετισμός. Ακολούθησαν συνεργασίες του με τα περιοδικά Λύρα, Βωμός, Νέοι κ.α. Το 1918 βραβεύτηκε στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό και στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Λονδίνου Εσπερία. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου και εξέδωσε τη μετάφραση των Στροφών του Jean Moreas, ενώ το 1926 πραγματοποίησε και δεύτερη έκδοση μεταφράσεων από το έργο του Moreas με μια μελέτη για την ποίηση του γαλλόφωνου έλληνα ποιητή και μια για τη λογοτεχνική μετάφραση. Από το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του. Έγραφε στη Νέα Εστία από τον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της και έγινε γρήγορα αρχισυντάκτης της (παραιτήθηκε από την αρχισυνταξία το 1932 και το 1936 ανέλαβε τη στήλη της αλληλογραφίας), ενώ δημοσίευσε επίσης κείμενά του στα Γράμματα, τη Νέα Ζωή, την Αλεξανδρινή Τέχνη (και τα τρία περιοδικά της Αλεξάνδρειας), το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου και σε πολλά άλλα έντυπα. Το 1928 έγινε συνεργάτης της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού. Το 1934 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων του, με τίτλο Τα βουκολικά και τα εγκώμια. Ακολούθησε (1939) η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Καθημερινές (1923-1930), που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο ενώ τα Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας (1929-1944) εκδόθηκαν μόλις το 1966. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και ο Άγρας μετακόμισε με τη μητέρα του στην οδό Αγαθουπόλεως, όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Οι κακουχίες της γερμανικής κατοχής αποδυνάμωσαν περισσότερο την ήδη ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Τη μέρα της Απελευθέρωσης χτυπήθηκε από μια αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο. Μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό όπου πέθανε το Νοέμβρη του 1944. Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (Καρυωτάκης, Κλέων Παράσχος, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κώστας Ουράνης κ.α.). Το ποιητικό του έργο είναι αποτέλεσμα δημιουργικής αφομοίωσης του πνεύματος του γαλλικού συμβολισμού και αισθητισμού ( Moreas, Laforgue, Verlain, Mallarme, Baudelaire κ.α.) αλλά και της ελληνικής ποιητικής παράδοσης από το δημοτικό τραγούδι ως τον Ιωάννη Πολέμη, τον Κωστή Παλαμά, το Μιλτιάδη Μαλακάση και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Κινήθηκε στα πλαίσια της εσωτερικότητας, της μελαγχολίας, της νοσηρότητας και της απαισιοδοξίας των συγχρόνων του, υιοθέτησε την ειδυλλιακή ενατένιση του παρελθόντος, ωστόσο παράλληλα χάρη στη βαθιά πνευματική του καλλιέργεια αρνήθηκε να παραδοθεί στην απελπισία και αγωνίστηκε να κρατηθεί από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Πρέπει τέλος να σημειωθεί η αξία του κριτικού του έργου που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη οξυδέρκεια, ευαισθησία, βαθιά γνώση της φιλοσοφίας και επαρκή ενημέρωση για τις σύγχρονές του ευρωπαϊκές θεωρίες της λογοτεχνίας και τον τοποθετεί στην πρωτοπορία της νεοελληνικής κριτικής σκέψης. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Τέλλου Άγρα βλ. Ζήρας Αλέξης, «Άγρας Τέλλος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983 και Στασινοπούλου Μαρία, «Χρονολόγιο Τέλλου Άγρα», Διαβάζω104, 17/10/1984, σ.14-21.

από την ιστοσελίδα: http://www.ekebi.gr/


η ταυτότητα του Τέλλου Άγρα

Χειρόγραφο του Τέλλου Αγρα

Πᾶν

Σώπα! Ὧρες-ὧρες, δὲν ἀκοῦς, βαθιὰ ἀπ᾿ τὸ περβόλι;
Θρηνοῦν οἱ ἀγροτικοὶ θεοὶ τὴν πράσινή τους σκόλη,
γιὰ εἶν᾿ οἱ φλογέρες ποῦ γλυκὰ λαλοῦν ἡ μιὰ στὴν ἄλλη;

(Στὶς στέρνες εἶναι ἡ ὄψη σου, Χινόπωρο, καὶ πάλι!)

Ὡστόσο χτὲς -ἡ ξαστεριὰ δὲ μ᾿ εἶχε ξεπλανέσει-
τὸν εἶδα: δρόμο γύρευε στῶν ἀμπελιῶν τὴ μέση:
τὸ μαδημένο του ἔτρεμε στὴ ράχη τὸ τομάρι,

κι ἐστάθη· ἀπάνω χάραζε καλόβουλο φεγγάρι.

Ξάφνω, τ᾿ αὐτὶ ἔστησε μακριά, στὴν αὔρα ποὺ διαβαίνει,
μ᾿ ἀκοὴ καὶ μάτια μίαν ἠχὼ ζητώντας νεκρωμένη.
Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ νυχτιὰ στὴν παγωνιὰ μουδιάζει.

Κι εὐτὺς τὴ σύριγγά του ἁρπάει, στὰ χείλη του τὴ βάζει...

Παράτονος, μὰ γλυκερός, μῖσος πνιχτὸ στὰ γέλια,
ὁ ξωτικὸς σκοπὸς κακὸ φυσοῦσε ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια,
γοερὸς σκοπός, καὶ σκόρπισεν ἄγνωρη ἀνατριχίλα...

Μὰ νὰ χορέψουν σήκωσε τὰ πεθαμένα φύλλα!

Τῆς ζωῆς τὰ ρόδα

Νά το, ἀψηλὰ κι ἀπὸ μακρυά,
τὸ παραμύθι τοῦ βορριᾶ!
μὲς τὰ τετράγωνα τὰ μόνα
τὸ παραμύθι τοῦ χειμῶνα.

Κι ἐγὼ τοῦ δρόμου τὸ θολὸ
τὸ μαῦρο σύννεφο φιλῶ
κι εἶμαι, στὰ τρίστρατα τὰ μόνα
τὸ παραμύθι τοῦ χειμῶνα.

Νά το ἀψηλά, νά το μακρυὰ
τὸ παραμύθι τοῦ βορριᾶ!
Ποῦ θά ῾βρω ἐδῶθε, ἄχ! πές μου ξένε,
τὴ ζέστα, ἀγάπη ποὺ τὴ λένε;

Ἐγὼ ποὺ χρόνια κατοικῶ
τὸν δρόμο τὸν ἀγερικό,
πρώτη φορὰ εἶναι ποὺ φοβᾶμαι
μὲ τὸ χειμῶνα ἀπόψε νά ῾μαι...

πρώτη νά φορὰ νὰ πιστευτῶ
τέτοιο ἀκριβό, τέτοιο γραφτὸ
τὸ πῶς ἡ μοῖρα μ᾿ ἔχει κάμει
μιὰ πεταλούδα γιὰ τὸ τζάμι.

Μὰ ἰδές: Γοργὸ κι ἀληθινὸ
κορίτσι βγῆκε ἀπ᾿ τὸ στενὸ
μὲς τὸ φουστάνι ὁποῦ ἀναδεύει
τὰ δυό της πόδια ἀνακατεύει,

γυμνὰ δυὸ πόδια καὶ χυτὰ
καὶ μὲ τί τέχνη εἶναι χτιστά,
καθὼς ὁ ἀγέρας τὰ ξεντύνει,
μὲ τί χαρὰ κι ἐμπιστοσύνη!

Σὰν τὸ πουλὶ ποὺ ἀναπηδᾷ
ἀπὸ κλαδὶ σ᾿ ἄλλα κλαδιά,
ἐχάθηκε ὡς νὰ ξεπροβάλλει
ἀπὸ μία θύρα σὲ μίαν ἄλλη!

-Σκέτο χαρούμενο παιδί,
ποῦ σ᾿ ἔχω βρεῖ; ποῦ σ᾿ ἔχω ἰδεῖ;
δὲν εἶσαι ἡ ἀσταχτομαλλοῦσα
ποὺ χλώμιαζα ὅταν σοῦ μιλοῦσα;

Ῥόδα καὶ μῆλα μάγουλα,
μάγουλα ἀκέρια καὶ καλά,
πῶς σᾶς λαχτάρησεν ὁ τόπος
κι ὁ γερασμένος στρατοκόπος!

Γέλασε ὁ τόπος μονομιᾶς
ὡς τὴν καρδιὰ τῆς ἐρημιᾶς
κι ἀκέρια φούντωσε ἡ μαυρίλα
τῆς ζωῆς τὰ ρόδα καὶ τὰ μῆλα!

Τριαντάφυλλα μιανῆς μέρας

Τριαντάφυλλα μιανῆς ἡμέρας τ᾿ Ἅη Γιωργιοῦ,
στὰ κοριτσίστικα τὰ χέρια ἑνὸς παιδιοῦ,
τριαντάφυλλα δικά σου καὶ νὰ τὰ κρατεῖς,
σὰν ἀναπάντεχο καλὸ μεσοστρατίς!

Τὰ πολυδουλεμένα, τριπλοσκαλιστά,
πολύδιπλα, πολύφυλλα, ἀνοιχτά!
τ᾿ ἀγέρι τὰ συγκρούει, τ᾿ ἀγέρι τὸ ψιλό,
καὶ γιὰ ξεφύλλισμα τ᾿ ἀνοίγει ἀπατηλό...

Ἄνοιξη ἡ γειτονιὰ κι ἡ μέρα ζωγραφιά!
Πολὺ ἦταν ν᾿ ἀξιωθῶ παρόμοιαν ὀμορφιά,
-τριαντάφυλλο τὸ στόμα μου τριανταφυλλὶ
τ᾿ ἄνθια τ᾿ ἁμαρτωλὰ στὸ στόμα νὰ φιλεῖ.

(Γίνεται νὰ χωρεῖς τριαντάφυλλο, χωρὶς
τριαντάφυλλο καὶ σὺ στὸ στόμα νὰ φορεῖς;
Κι ἂν γεύτηκες ποτὲ πιοτὸ δροσιστικό,
γιὰ στόμα εἶχες κι ἐσὺ τριαντάφυλλο γλυκό).

Ποτὲς τὰ μάτια μου στὰ μάτια σου μπροστὰ
δὲ μὲ μαρτύρησαν ὅσο στὰ ρόδα αὐτά,
-γιατί ἤσουν ἕνα ἐσύ, μ᾿ αὐτά, κι ἐσὺ μαζί,
καὶ γιατί ἀπάνω τους μεγάλωνες κι ἐσύ.

Γιατὶ τὸ μάντεψα ποιὰν εἶχαν ἀφορμὴ
στὸ δρόμο οἱ πηγαιμοί, στὸ δρόμο κι οἱ ἐρχομοί,
τὰ εὔκαιρα γόνατα-γιὰ τρέξιμο γοργά-
τὰ εὔκαιρα ποὺ ἔπαιζαν τὰ γόνατα ζυγά,

στὸ δρόμο ἢ σ᾿ ἀψηλὸ μπαλκόνι ἀντικρυνό-
-ὢ ἀγάπη τῶν δεκάξι μου χρονῶ.

Καθημερινές

Φτωχογειτονιές, ἔρημες γωνιές,
ἔρημες καρδιές, ψύχρες, παγωνιές,
πού, σὲ μουδιασμένη Κυριακή,
στέκει καὶ σᾶς κλαίει θλιμμένη μουσική!

Προσωπάκια ποὺ ἔφεξαν, δειλὰ
στόματα ποὺ ἡ πίκρα τὰ σφαλᾷ,
ποὺ δὲν ξέρουνε ποτὲς φιλὶ θερμὸ
ἄλλο ἀπὸ τὸν ὕστατο ἀσπασμό,

χέρια κέρινα, παρακαλεστικὰ
ζητιανεύοντας ἀνάξια ψυχικά,
καὶ κομμένα μάτια κι ἰσκιερά-
ὢ σκουντήματα ὡς θανάτου θλιβερά!

Θάνατο κι ἐσὺ ζωσμένο, μοναχό,
ἄμοιρο, ἀψηλὸ Τριαντάφυλλο φτωχό,
ποὺ ἀντὶς νά ῾φεγγες τὴ ρόδινη χαρά,
μοιάζει ν᾿ ἅγιασες ἀπὸ τὴ συμφορά,

γέρνει ἡ ὄψη σου, γέρνει καὶ προσκυνᾷ
τὰ Ἐπιτάφια τὰ καθημερινά...
Φτωχογειτονιές, ἔρημες γωνιές,
καμωμένες γιὰ τὶς μαῦρες παγωνιές,

καμωμένες γιὰ τὶς ἄταφες ψυχές,
καθημερινὲς ψυχὲς καὶ μοναχές,
γιὰ τὰ λείψανα καὶ γιὰ τὶς Κυριακὲς
τῆς ψυχῆς μου, ἐσεῖς πατρίδες μυστικές!

Τῆς ψυχῆς μου ποὺ εἶναι κρύα, καὶ μοιάζει σὰ
δίσκος μὲ σταυρὸ καὶ κόλλυβα χρυσὰ
καὶ στὴ μέση ἕν᾿ ἁγιοκέρι, ταπεινά,
στῆς Ἀγάπης τὰ μνημόσυνα ἀγρυπνᾷ.

Λουλούδια κατὰ γῆς

Ἦταν στὶς δόξες τῶν περιβολιῶν
κι ἡ ὥρα τῶν ταξιδιάρικων πουλιῶν,
κι οἱ ἄξαφνες οἱ ἀνάσες, οἱ μισές,
ποὺ εὐκολοκατελοῦν τὶς φυλλωσιές.
Στὸ ἄφραχτο χαμοκάλυβο μπροστά,
λουλούδια ἐσυγκομίζαν σωριατά,
λουλούδια σωρευτά, λογῆς-λογῆς,
χυμένα ἀπὸ πανέρια κατὰ γῆς.

Μὲ τὰ μάτια τὰ φίλησα, πολύ...
Ψυχὴ σιμά μου. Μόνο στὴν αὐλὴ
περιδιάβαζε ἀργὴ περπατησιὰ
καὶ τὴν τύλιγε ἡ ἄκρα μοναξιά.
Κι ἔτσι ἤθελα ἡ θωριά τους μοναχὴ
ν᾿ ἀφήσω νὰ μοῦ πιεῖ ἀπ᾿ τὴν ψυχή...
Μὰ οἱ μνῆμες ἀναζήσανε σ᾿ αὐτὰ
τὰ λουλούδια τὰ χρωματιστά...

Ἔγνοιες, ἀδημονίες, μεταγνωμοί,
μελίσσι ὅλα προστρέξαν στὴ στιγμή,
σὰ νἆταν μαγεμένα ἀπ᾿ τὸν Καιρό,
καθόταν στὰ λουλούδια, ἕνα σωρό.
Τοῦ περβολιοῦ τὸ κέντημα σπαρτὸ
πίκρα καὶ συννεφιὰ ἔγινε μεστό,
κι ἔγιναν τὰ κοτσάνια του σκληρὲς
μύτες, καρφιά, πληγὲς αἱματηρές.

Ἀναποδογυρίστηκε ἡ χαρὰ
βγῆκε ἡ θλίψη, ἀκόμα μιὰ φορά.
Κι ἐστάθηκαν, μακρότατη γραμμή,
θλιμμένα ρόδα διάφανοι καημοί.
Μὰ ἂς εἶναι, ὅταν, στὸν κάμπο τὸ βαθύ,
βουρκώσει ἀστραποβρόχι καὶ χυθεῖ,
κι ὅταν οἱ ἀνέμοι κλάψουνε γοερά,
ποιὸς θὰ μοῦ κλέψει τότε ἀπ᾿ τὴ χαρά;

Φεγγαράκι

Φεγγαράκι ἀληθινὸ
βγαίνει πίσω ἀπ᾿ τὸ βουνό.
Μιὰ φωνὴ τραγουδιστὴ
στὰ σοκάκια κελαηδεῖ,
κάποιο ἀγόρι περπατεῖ,
καὶ γλυκὰ τὸ τραγουδεῖ.
«Φεγγαράκι μου λαμπρό,
φέγγε μου νὰ περπατῶ.
Φεγγαράκι μου καλό,
χαϊδεμένο κι ἁπαλὸ
φέγγε μέσα στὴν αὐλή,
φέγγε στ᾿ ἄσπρα μας σκαλιά,
τοῦ τζαμιοῦ μας τὸ γυαλί,
στοῦ παπποῦ τ᾿ ἄσπρα μαλλιά,
φεγγαράκι μου λαμπρό,
χαρωπό, λυπητερό».
Φεγγαράκι ἀληθινό,
συργιανᾶ στὸν οὐρανό.
Τὸ τραγούδι τὸ γλυκὸ
σβήνει μὲς τὴ γειτονιά.
Τὸ παιδί, περαστικό,
θἄχει στρίψει ἀπ᾿ τὴ γωνιά.
Φεγγαράκι μου λαμπρό,
σ᾿ ἀγαπῶ σὰ θησαυρό.

Ἁμάξι στὴ βροχή

Ὧρα προσμένει μοναχὴ
ἡ ἅμαξα κάτω ἀπ᾿ τὴ βροχή,
καὶ δὲν τὴ μέλει,
κι εἶναι σὰ νὰ τὴν τυραννᾶ
πιότερη ἡ ξένη γειτονιὰ
ποὺ δὲν τὴ θέλει.

Τ᾿ ἀλογατάκια της, σιμά,
κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴδιο μουσαμὰ
κάνουν καρτέρι,
στὸν τόπο αὐτόν, τὸν θλιβερό,
πρᾶμα δὲ μένει ἀπὸ καιρό,
νὰ τὄχουν ταίρι.

Γρίλιες δὲν εἶναι, μήτε αὐλὲς
περικοκλάδες βαθουλές,
δὲν ἔμειν᾿ ἕνα
ἀπ᾿ τὰ φανάρια στὴ σειρὰ
μὲ τὰ δυὸ μπρούτζινα φτερά,
τὰ σταυρωμένα.

Τ᾿ ἀνώφλια ἐπέσαν κι οἱ ἀγκωνιὲς
κι οἱ ἀνεμοπέραστες, στενές,
οἱ γαλαρίες
κι ἔφυγαν ἔντρομες, πολλὲς
κι οἱ θύμησες, σὰν τὶς καλές,
σεμνὲς κυρίες.

Ἄδεια βιτόρια καὶ φτωχή,
πάρε μου ἐμένα τὴν ψυχή,
πάρε με ἐμένα
γιὰ ταξιδιώτη σου, κι εὐθὺς
πᾶμε, ὅθε κίνησες νὰ ῾ρθεῖς:
στὰ Περασμένα.

Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου

Εἶδα χθὲς βράδυ στ᾿ ὄνειρό μου,
τὸ γεννημένο μας Χριστό,
τὰ βόδια ἐπάνω Του ἐφυσοῦσαν,
ὅλο τὸ χνῶτο τους ζεστό.

Τὸ μέτωπό Του ἦταν σὰν ἥλιος,
καὶ μέσα ἡ φάτνη φτωχική,
ἄστραφτε πιὸ καλὰ ἀπὸ μέρα,
μὲ κάποια λάμψη μαγική.

Στὰ πόδια Του ἔσκυβαν οἱ Μάγοι,
κι ἔμοιαζε τ᾿ ἄστρο ἀπὸ ψηλά,
πὼς θὰ καθήσει σὰν κορώνα,
στῆς Παναγίτσας τὰ μαλλιά.

Βοσκοὶ πολλοὶ καὶ βοσκοποῦλες,
τὸν προσκυνοῦσαν ταπεινά,
ξανθόμαλλοι Ἄγγελοι ἐστεκόνταν,
κι ἔψελναν γύρω του «ὠσαννά».

Μὰ κι ἀπὸ Ἀγγέλους κι ἀπὸ Μάγους,
δὲ ζήλεψα ἄλλο πιὸ πολύ,
ὅσο τῆς Μάννας Του τὸ στόμα,
καὶ τὸ ζεστὸ-ζεστὸ φιλί.

Χριστούγεννα

Ὄξω πέφτει ἀδιάκοπα καὶ πυκνὸ τὸ χιόνι,
κρύα καὶ κατασκότεινη κι ἀγριωπὴ ἡ νυχτιά.
Εἶναι ἡ στέγη ὁλόλευκη, γέρνουν ἄσπροι κλῶνοι,
μὲς τὸ τζάκι ἀπόμερα ξεψυχᾶ ἡ φωτιά...

Τρέμει στὰ εἰκονίσματα τὸ καντήλι πλάγι
καὶ φωτάει στὴ σκυθρωπή, στὴ θαμπὴ ἐμορφιά.
Νὰ ἡ φάτνη, οἱ ἄγγελοι κι ὁ Χριστὸς κι οἱ Μάγοι
καὶ τὸ ἀστέρι ὁλόλαμπρο μὲς στὴ συννεφιά!

Κι οἱ ποιμένες, ποὺ ἔρχονται γύρω ἀπὸ τὴ στάνη
κι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ στὸ Χριστὸ μπροστά.
Τὸ μικρὸ τὸ εἰκόνισμα ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ φτάνει,
μαζεμένα ὅλα μαζὶ καὶ σφιχτὰ-σφιχτά.

Πέφτει ἀκόμη ἀδιάκοπο κι ἄφθονο τὸ χιόνι,
ὅλα ξημερώνονται μ᾿ ἄσπρη φορεσιὰ
στὸν ἀγέρα ἀντιλαλοῦν τοῦ σημάντρου οἱ στόνοι,
κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει ἡ ἐκκλησιά...

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Νεκρὸς ταξιδιώτης

Ὅταν εὑρέθη ὁ πνιγμένος, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιμητηρίου, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄμμον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανᾶν, ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, ἢ μᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ. Τότε αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου - ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου, κι ὁ Νωματάρχης ὁ ἀστυνομεύων - ἀπεφάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁλονυχτὶς ἄταφος, ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸν σχίσουν οἱ γιατροί, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτον πνιγμένος ἢ δὲν ἦτον.
Κ᾿ ἦτον καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος, ὁ συχωρεμένος ὁ Κώστας τοῦ Σταματάκη. Φαίνεται, εἶχε τάξει εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς μικρᾶς νήσου του - ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν θαλασσόπληκτον βράχον, ὅπου τὰ κύματα φαίνονται νὰ τραγουδοῦν μυστηριῶδες νανούρισμα εἰς τοὺς νεκροὺς - κ᾿ ἡ Παναγία ἡ Κ᾿νιστριώτισσα τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημα, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἔπλευσε ναυαγὸς εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἀπέδωκε τὴν ἁπλοϊκὴν ψυχήν του πελαγωμένος εἰς τὴν πάλην μὲ τὸν Χάρον τὸν θαλάσσιον, δὲν ἔπαυσε ν᾿ ἀντικρύζῃ τὸν ἔρημον ναΐσκον τῆς πέραν, εἰς τὸ δυτικὸν πλάγι τοῦ χαριτωμένου νησιοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀγνάντευε, κ᾿ ἐκεῖ ἦτον προσκολλημένος ὁ πόθος του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς του. Κ᾿ ἐκεῖ ἄσπριζεν ἀκόμη τὸ παλαιὸν ἔρημον μοναστηράκι, προκῦπτον μέσα ἀπὸ βαθεῖαν χλόην ἀνάμεσα εἰς τὰς πίτυς καὶ τὰς καστανέας, ὀλίγον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ὡραίαν θαλασσίαν ἀγκάλην τοῦ Ἀσέληνου, ὅπου ἐβασίλευε γλυκὰ σιγὰ ὁ ἥλιος, ὡς νὰ ἔκρυπτεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον τὰ χρυσὰ καὶ στίλβοντα στολίδια του μέσα εἰς τὸν θησαυρόν του.
Κι ὅταν ἡ μικρὰ καμπάνα ἐκάλει τοὺς ἀγροίκους βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ εἰς τὴν προσευχὴν - οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπήγαιναν, ἀλλ᾿ ἴσως νὰ ἔκαναν μακρόθεν ἕνα σταυρόν, ἂν ἤξευραν ἀκόμη νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους - κ᾿ ἐδιάβαζεν ὁ πάτερ Ἐφραὶμ ὁ πνευματικὸς τὸν Ἑσπερινόν, μαζὶ μὲ τὸν Μιχαίαν τὸν ὑποτακτικόν του, κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια ὁ γέρων ἕως τὴν βρύσιν, διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ καὶ ἅπαξ ἀκόμη τὴν γλυκεῖαν μελαγχολίαν τῆς μοναξιᾶς μέσα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὀνομάσει «γωνίαν τοῦ Παραδείσου». Καὶ τῆς βρύσης τὸ μάρμαρον, τὸν κρουνὸν καὶ τὴν λεκάνην, τὰ εἶχε φάγει τὸ νερόν. Καὶ μόλις ἠμποροῦσε νὰ διαβάσῃ τις, μισοσβησμένους, τοὺς ἰαμβικοὺς στίχους, τοὺς ὁποίους εἶχε γράψει ποτε ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς πηγῆς, ὁ διάσημος ἀσκητής, ὁ ἀββᾶς Διονύσιος: «Χεῖρας, πρόσωπα καὶ πόδας νίπτων ἀβρῶς, ὁμοῦ δὲ καὶ διαυγὲς νῦν ὕδωρ πίνων, τῆς καλλιρείθρου τῆσδε τῆς κρήνης, ξένε, ψυχῆς, τότε μνήσθητι Διονυσίου».
Καὶ ψηλὰ εἰς τὸ πλάγι, σιμὰ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, ἵστατο ἀκόμη ὀρθὸς ὁ χιλιετὴς πεῦκος, ὁποὺ εἰς τοὺς κλάδους ἐπάνω, ἀνάμεσα στοὺς κλώνας του, εἶχεν εὑρεθῆ ἕνα καιρὸν αἰωρουμένη ἡ λαμπρὰ Εἰκὼν τῆς Παναγίας. Ὁ πεῦκος ὁμοιάζει μὲ ἄνθρωπον ὁποὺ δὲν ἐκάρη τὴν κόμην εἰς ὅλην τὴν ζωήν του. Ἀπὸ τριακοσίων χρόνων καὶ πλέον κανεὶς δὲν ἐξάμωσε νὰ κόψῃ φύλλον ἀπὸ τὸ γιγαντιαῖον δένδρον. Ὅλοι οἱ κωνίσκοι, οἱ καρποὶ τοῦ πεύκου, μυριάδες ἀναρίθμητοι, ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐκρέμαντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κλώνας του. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκεῖ ἐπάνω εὑρέθη μίαν πρωίαν, εἰς τὰ χίλια ἑξακόσια τόσα, ἡ Εἰκὼν τῆς Παναγίας. Ἦτο ζωγραφισμένη ὡς προτομὴ παιδίσκης, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸν Χριστὸν βρέφος εἰς τὰ ἀγκάλας της, καὶ διὰ τοῦτο ἐσχετίσθη μὲ τὰ Εἰσόδια, ὅταν προσεφέρθη «ὡς τριετίζουσα δάμαλις» εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ ναΐσκος τοῦ μικροῦ ἀσκητηρίου, ὅπως ἦτο τότε τὸ ὕστερον κτισθὲν μοναστήριον, ἐτιμᾶτο ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν Εἰσοδίων. Ἡ εὑρεθεῖσα παραδόξως τότε εἰκών, ἐφάνη εἰς τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς τότε ὡς νὰ ἦτο ἀθῴα κόρη εὐαίσθητος, ἥτις ἐνέδωκεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κάμῃ κούνια, νὰ λικνισθῇ αἰωρουμένη ἐπὶ τῶν κλάδων τοῦ δένδρου· καὶ διὰ τοῦτο ἐπωνομάσθη Παναγία ἡ Κουνίστρα ἢ Κ᾿νιστριώτισσα.
Ἐκεῖνο τὸ παλαιὸν ἀσκητήριον, τὸ ὁποῖον ἀσπροβολᾶ ἀνάμεσα εἰς τὴν βαθεῖαν πρασινάδαν τῆς κοιλάδος, εἰς ὅλην τὴν παραθαλασσίαν φάραγγα τὴν πολυσχιδῆ ἀπὸ τὶς ράχες καὶ τὶς ρεματιές, ἀντίκρυζεν ὁ πνιγμένος νεκρός, ὅταν ἀρμένιζαν ἐπὶ ἡμέρας διὰ νὰ πλεύσῃ ἀπὸ τοὺς κρημνώδεις αἰγιαλοὺς τῶν ὑπωρειῶν τῆς Ὄσσης καὶ τοῦ Πηλίου εἰς τὴν βάσιν τοῦ θαλασσίου λόφου, ὅπου λευκάζουν τὰ Μνημούρια τῆς μικρᾶς πατρίδος του, ἐκεῖ ὅπου προσκυνεῖ τοὺς βράχους τὸ μόλις δαμασθὲν μετὰ γογγυσμῶν καὶ ὑλακτοῦν κῦμα. Καὶ τὸ μικρὸν πλοῖον του, βάρκα μεγάλη, σκαμπαβία φορτηγός, ἔπλεεν ἀπὸ Σαλονίκης εἰς Ζαγορᾶν καὶ ἔμπαλιν, φορτωμένον καὶ ξαναφορτωμένον. Ἦσαν οἱ δυὸ ἀδελφοί, ὁ Γιάννης κι ὁ Κωσταντῆς τοῦ Σταματάκη, καὶ μαζί των ἐπέβαιναν ὁ ἔμπορός των. Μῆλα καὶ πατάτες καὶ κάστανα ἐκόμιζον πρὸς τοὺς Ἑβραίους τῆς Σαλονίκης, διὰ νὰ τοὺς ξαναφορτώσουν οἱ Ἑβραῖοι ἐκεῖθεν ἄλλα εἴδη, λ.χ. ὄσπρια ἀνακατωμένα, ὀλίγα πρόσφατα τῆς χρονιᾶς, ὅσον διὰ δεῖγμα, καὶ πολλὰ περυσινὰ ἢ προπέρσινα σαπρακωμένα.
Ἡ βάρκα ἦτον ἰδιοκτησία τοῦ Γιάννη, τοῦ νεωτέρου ἀδελφοῦ, ὅστις καὶ ἐπλοιάρχει. Αὐτὴ ἦτον ἡ περιουσία του εἰς τὸν κόσμον. Ὅσον διὰ τὸν Κώσταν, οὗτος δὲν εἶχεν ἀποκτήσει ποτὲ τίποτε. Εἶχε λάβει γυναίκα ποτε, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει ἓν παιδίον. Εἶτα τὸ παιδίον ἀπέθανεν εἰς τὸν μαζὸν τῆς μητρός του, ἡ δὲ γυνὴ ἐφονεύθη, νομίζω, πεσοῦσα, ἀπὸ τοῦ ἐξώστου, ἐν ἐκστάσει φρενῶν. Ἔκτοτε ἔμεινεν ἐλεύθερος, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του, καὶ νὰ μὴ τὴν ἀπεμπολήσῃ πλέον. Ἔκυπτε τὴν κεφαλήν, ἐκάπνιζεν, ἔπινε καφέ, καὶ δὲν ὠμίλει. Ποτὲ δὲν ἔβγαζε λόγον ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἦτο πλέον ἢ πενήντα ἐτῶν, κ᾿ ἐσυντρόφευε τὸν νεώτερον ἀδελφόν του, κ᾿ ἐθαλασσοπνίγετο προθύμως μαζί του, ἐν ἄκρᾳ ὑπακοῇ. Ὁ Γιάννης ἦτο ὀλιγώτερον τῶν πενήντα ἐτῶν τὴν ἡλικίαν, εἶχε δὲ οἰκογένειαν, σχεδὸν μισὴν δουζίνα παιδιά.
Ἦσαν καὶ αὐτοὶ θύματα τῆς τοκογλυφίας τῶν 36 τοῖς ἑκατόν, καὶ «τὸ διάφορο κεφάλι», ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι. (Τὸ ὁμοιοτέλευτον δὲν τὸ ἔκαμα ἐκ προθέσεως). Ὁ τοκογλύφος, βίαιος ἐπαίτης, (καὶ ἐνίοτε ὁ ἐπαίτης, ὕπουλος τοκογλύφος· - ποῖον ἐκ τῶν δυὸ θηρίων εἶναι τὸ χαλεπώτερον!) μὲ τὰ «θαλασσοδάνεια», καὶ μὲ τὸ 36 τοῖς %, εἶχε καταστρέψει, πρὸ πολλοῦ τὸ ναυτικὸν τοῦ τόπου των, καὶ εἶχεν ἐξανδραποδίσει ὅλον τὸν λαόν. Κλῆρος καὶ μοῖρα καὶ προορισμὸς τῶν δυὸ ἀδελφῶν, ὅπως καὶ τόσων ἄλλων, ἦτο νὰ θαλασσώνουν, νὰ παραδέρνουν, νὰ βασανίζωνται χειμῶνα καιρὸν μὲ τὴν ψυχὴν στὰ δόντια, νὰ «θανατοῦνται ὅλην τὴν ἡμέραν, ὡς πρόβατα σφαγῆς». Τέλος... ἐσώθηκαν τὰ βάσανά του. Μίαν νύκτα, τὴν προτελευταῖαν τοῦ Νοεμβρίου, ἡμέραν τοῦ φεγγαριοῦ, ὁποὺ ἦτο φοβερὰ ταραχὴ καὶ τρικυμία... καὶ τὸ μὲν πρώτον κῦμα ἐσάλευσεν ἐκ βάθρων, δηλ. ἐκ τῆς τρόπιδος, τὴν βάρκαν, τὸ δεύτερον κῦμα τὴν ἐγέμισε νερά, διὰ νὰ πλέῃ ἴσα μὲ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης, τὸ δὲ τρίτον κῦμα, τὸ σφοδρότερον, τὴν ἐσπλαγχνίσθη, καὶ τῆς ἔδωκεν τὸν τελειωτικὸν κτύπον, τὴν κατεπόντισε.
Δὲν ἀπεῖχε μίλια ἀπὸ τὴν στεριὰν τὸ μέρος ὅπου κατεποντίσθησαν. Ὁ Γιάννης ἦτο δεινὸς κολυμβητής. Μὲ τὸ ὑποκάμισον καὶ μὲ τὴν «σκελέαν» ἔπλευσεν, ἔπλευσε, κ᾿ ἔφθασεν εἰς τοὺς βράχους τοῦ γιαλοῦ, εἰς μίαν ἀπότομον ἀκτὴν τῆς Ἀγυιᾶς. Ἐκτύπησεν, ἐμωλωπίσθη, ἐπρήσθη, καὶ μισοπνιγμένος, παγωμένος, ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Ἦτο λυκαυγὲς ἤδη. Ἀφοῦ ἐβυθίσθη ἡ βάρκα, ὕστερον ἤρχισε νὰ γλυκοχαράζῃ ὁ οὐρανός, διὰ νὰ «μετανοήσῃ ὅποιος ἐπνίγη», ἢ ἴσως, διὰ νὰ φωτισθοῦν τὰ ναυάγια. Ὁ Γιάννης ἐκοίταξε παντοῦ, δεξιά, ἀριστερά, πρὸς τ᾿ ἄνω, πρὸς τὰ κάτω· δὲν εἶδε πουθενὰ καλύβην, οὔτε ἄνθρωπον. Μισοπαγωμένος, ζαλισμένος ὅπως ἦτον, ὡς ἀλλόκοτον ὄνειρον αἰσθανόμενος τὴν ζωήν, μὴ βλέπων ἀλλοῦ ποὺ δρόμον οὔτε μονοπάτι, ἤρχισε ν᾿ ἀναρριχᾶται τὴν κρημνώδη ἀκτήν. Ἐγλίστρα, ἐπιάνετο μανιωδῶς ἀπὸ τοὺς θάμνους, ἔπιπτεν, ἐσηκώνετο. Τέλος ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἀκτῆς. Οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι εἶδαν ὕστερον τὰ ἴχνη του, διὰ νὰ πιστεύσουν ὀφθαλμοφανῶς εἰς τὴν ἀπεγνωσμένην ἀναρρίχησίν του, ἔκαμναν τὸν σταυρόν των. Εἷς δὲ νεαρὸς διδάσκαλος τοῦ γείτονος χωρίου, συγκινηθεῖς, ἔκλαιε μετὰ λυγμῶν. Ὁ ἴδιος ὁ σωθεὶς ναυτίλος ἔβλεπε τὰ ἴχνη τοῦ ἰδίου ἐαυτοῦ του καὶ δὲν ἐπίστευεν.
Εὗρε φιλανθρώπους βοσκοὺς καὶ ξενίαν πρόθυμον εἰς τὴν καλύβην των. Τὸν ἔθαλψαν, τὸν ἀνεζωογόνησαν, τοῦ ἔδωκαν μίαν κάπαν καὶ βλαχόκαλτσες καὶ τσαρούχια. Οἱ καλοὶ ἄνθρωποι ἔψαξαν εἰς ὅλους τοὺς γείτονας αἰγιαλούς, μήπως εὕρωσι πτῶμα ναυαγοῦ ἢ ναυάγιον, ἢ ἄνθρωπον ζῶντα ἀκόμη. Πουθενὰ τίποτε. Ὁ ἔμπορος τοῦ φορτίου, ὁ κὺρ Στάθης, ὁ πραματευτής, «οὔτε ἦτον, οὔτ᾿ ἐφάνη». Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γιάννη, ὁ Κώστας, ἦτο καλὸς ναύτης, σχεδὸν ὅσον καὶ ὁ ἀδελφός του, κ᾿ ἐκολύμβα ἐξ ἴσου καλά. Πῶς δὲν ἐφάνη; Κατὰ ποῦ ἔβαλε πλώρην τάχα; Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, ἂν τυχὸν ἐπνίγη, κ᾿ ἐσώθη αὐτὸς (διελογίζετο ἀκουσίως, θρηνῶν μέσα του, ὁ Γιάννης ὁ διασωθεῖς) ἡ θάλασσα φαίνεται νὰ ἔκαμεν ἐπιεικῶς καλὴν κρίσιν τὴν φορὰν αὐτήν· διότι αὐτὸς εἶχε γυναῖκα καὶ πέντε ἢ ἓξ παιδιά, κ᾿ ἐκεῖνος δὲν εἶχε «κανένα στὸν κόσμο!»... Τὸν συλλογισμὸν δὲ τοῦτον ἔκαμαν μεγαλοφώνως πλέον ἢ χίλιοι ἄνθρωποι, ὕστερον, ὅσοι ἤκουσαν τὸ δρᾶμα, κ᾿ ἐγνώριζον τὰς περιστάσεις τῶν προσώπων.
Ὅταν, μετὰ ἐννέα ἢ δέκα ἡμέρας, ἐπέστρεψεν ὁ ναυαγὸς εἰς τὴν πατρίδα του, καὶ ἀπήλαυσεν, ὡς «ὑστερόποτμος», οἰονεὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμον ἐρχόμενος, τὸ θάλπος τῆς πτωχικῆς του ἑστίας, τὴν ἰδίαν ἡμέραν, πρὸς ἑσπέραν, πρᾶγμα ὁπωσοῦν παράδοξον συνέβη.
Ὁδοιπόροι διαβᾶται, ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς ἐπανερχόμενοι, περνῶντες τὴν μακρὰν ἄμμον, πέραν τοῦ δυτικοῦ ναυπηγείου, καὶ κάτω ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦ Κοιμητηρίου τῆς πολίχνης, εἶδαν νεκρὸν πνιγμένον, πτῶμα φουσκωμένον, μισοσφιγμένον ἀπὸ τὴν ἅλμην, καὶ ὄχι πολὺ ὀδωδός. Ποῖος ἦτο; Ξένος τις, ἄγνωστος; Ὄχι. Ἦτο πατριώτης, γνωστός· ὅλοι οἱ ἰδόντες τὸν ἀνεγνώρισαν. Ἦτον ὁ Κωσταντής, υἱὸς τοῦ Σταματάκη, ἀπὸ τὸν Ἐπάνω Μαχαλᾶν.
Ἐπῆγαν καὶ εἶπαν τὴν εἴδησιν εἰς τοῦ ἀδελφούς του· εἰς τὸν Γιάννην, τὸν μόλις ἀνασωθέντα ναυαγόν, κ᾿ εἰς τὸν νεώτερον Γιώργην, τὸν ἐσχάτως παλιννοστήσαντα ἐκ τῆς Ἀμερικῆς. Οἱ ἄνθρωποι ἔτρεξαν, τὸν ἀνεγνώρισαν, τὸν ἔκλαυσαν. Ἐκειτο ἐπὶ τοῦ ρηχοῦ αἰγιαλοῦ, σιμὰ εἰς τοὺς χαμηλοὺς βράχους τῆς ἀκτῆς· οἱ πόδες του εἶχον ἀναπαυθῆ ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ στῆθος του ἐλικνίζοντο ἀκόμη εἰς τὸ κῦμα. Ἔστειλαν εἴδησιν εἰς τὰς ἀρχάς, πρὶν τὸ θίξουν, παρήγγειλαν εἰς τοὺς οἰκείους των νὰ φέρωσι σινδόνια καὶ φορέματα διὰ νὰ συστείλωσι τὸν νεκρόν.
Τέλος ᾖλθαν ὁ Νωματάρχης τῆς ἀστυνομίας, κι ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου. Καὶ πλῆθος περιέργων, ἢ καὶ ἐνδιαφερομένων ἠκολούθησε τοὺς ἐν τέλει. Τότε ἤρχισεν ἕκαστος νὰ ἐκφέρει τὰς εἰκασίας του. Μήπως ὁ Γιάννης ὁ ἀδελφός του εἶχε φέρει τὸν νεκρὸν μαζί του, ὅταν ἔφθασε χθὲς πρωί, μὲ τὸ βαποράκι τὸν «Καφηρέα», καὶ τὸν εἶχε ρίψει λάθρα ἐκεῖ εἰς τὸν αἰγιαλόν; Πρώτη ἄτοπος ὑπόθεσις. Δευτέρα πιθανὴ ὑποψία· κάποιος ναυβάτης, ἁλιεὺς ἢ πορθμεύς, μὲ πέραμα ἢ μὲ βάρκαν, κάποιαν ψαροπούλα ἢ τράτα, θὰ εὖρεν ἴσως τὸν πνιγμένον πλέοντα εἰς τὸ πέλαγος, μίλια μακράν, τὸν ὤκτειρε, καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν φέρῃ ἕως ἐδῶ, διὰ νὰ τύχῃ χριστιανικῆς ταφῆς ὁ ἀτυχὴς ποντοπόρος. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔφερεν ἕως ἐδῶ, τὸν ἄφησε σιμὰ εἰς τὸν γιαλόν, ἔκθετον. Ἰδοὺ καὶ νεκρὸς ἔκθετος, ὡς νὰ ἔλεγε τις, βρέφος νόθον διὰ τὸν ἄλλον κόσμον
Καὶ διατὶ νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ τὸν φέρῃ ἕως ἐδῶ, κ᾿ ὕστερα νὰ τὸν ἀφήσῃ λαθραίως καὶ νὰ φύγῃ; Τί εἴδους λαθρεμπόριον ἦτον αὐτό; Προφανῶς, κατὰ τὴν συλλογιστικὴ μέθοδον τῶν οὕτω σκεπτομένων, διότι ἐφοβεῖτο μὴν εὕρη ὁ ἄνθρωπος τὸν μπελᾶ του μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας ποὺ ἔχομεν εἰς τὸν τόπον αὐτόν· «Ἔλα δῶ, βρέ. Καὶ ποῦ τὸν ηὖρες αὐτόν; Καὶ πῶς τὸν ἔφερες ἐδῶ; Καὶ τί ξέρεις νὰ μᾶς πῇς; Καὶ ἀπὸ τί θάνατον πάει; Καὶ εἰς ποιὸν μέρος τὸν εἶδες, ἀκριβῶς; Δὲν ηὖρες ἄλλο τίποτε; Καὶ μὴν τὸν ἔψαξες; Τί ηὖρες ἐπάνω του; Δὲν εἶδες ἄλλον ἄνθρωπον ἐκεῖ κοντά; Μήπως τὸν ἐσκότωσε κανείς; Ἄλλο τίποτε ξέρεις;... Μὰ πῶς τὸν ἔφερες, ἐδῶ, ἐπὶ τέλους;» Ὀλαι αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐρωτήσεις θὰ ἐφαίνοντο νὰ κρύπτουν περίπου τὴν ἐνδόμυχον σκέψιν· «Μὴν τὸν ἐσκότωσες, ἢ μὴν τὸν ἔπνιξες;... καὶ τώρα μας τὸν ἐκουβάλησες ἐδῶ διὰ νὰ βγῇς λάδι;... Κοίταξε καλά. Μὴ θαρρῇς πὼς θὰ μᾶς γελάσης. Ὅλοι Ρωμιοὶ εἴμαστε», κτλ.
Ἡ ἀπορία δὲν ἐλύθη. Ὅλοι οἱ πονηρευόμενοι δὲν ἐπείσθησαν. Τὸ γνησιώτερον μέρος τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ ἐπίστευσεν εἰς τὸ θαῦμα. «Καλὸς ἄνθρωπος ἦτον. Μέγα πρᾶγμα δὲν ἐζήτησε. Καθὼς ἐπνίγετο, παρεκάλεσε μόνον τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς πατρίδος του, καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν φᾶν τὰ ψάρια. Κ᾿ ἡ Παναγία, ἡ θαματουργιά, ὁποὺ ἀντίκρυζεν ὁ πνιγμένος τὸ παλαιὸν μοναστηράκι της, καὶ τὸν βαθυπράσινον λόφον μὲ τὰ πεῦκα τὰ γιγαντιαία ὅπου τὴν εὗρον ποτε ἐπὶ αἰώρας, νὰ λικνίζεται ὡς ἀθῴα παιδίσκη, τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημά του».
Ὁ ἄνθρωπος ἀφῆκε τὴν τελευταίαν πνοὴν ὑπὸ τὸ κῦμα, ὅπου ἐβυθίσθη κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα τὸ νεκρὸν σῶμα ἀνέδυ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, κ᾿ ἔβαλε πλώρην, καθὼς εἶπεν ὁ ἀδελφός του, φερόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, κατὰ τὴν νοτιάν· καὶ ἀρμένισεν, ἀρμένισε πολλὰ μίλια ἐωσότου ἔφθασεν εἰς τὸ θαλάσσιον τρίστρατον, τὸν πλατὺν πορθμόν, τὸν μεταξὺ τοῦ Ἀρτεμισίου, τῆς Σηπιάδος, ἄκρας του Παγασαίου κόλπου, καὶ τῶν Σποράδων. Ἐκεῖ ἐταλαντεύθη πολύ, συρόμενον πότε ἀπὸ τὰ ρεύματα, πότε ὠθούμενον ἀπὸ τ᾿ ἀπόγεια τῆς ξηρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς θαλασσίας αὔρας, τέλος ἔβαλε πλώρην κατὰ τὸν λεβάντην καὶ τὸν σορόκον. Διαπόντιος νεκρός, χωρὶς ποτὲ νὰ γίνῃ ὑποβρύχιος. Τὰ κύματα ὡς νὰ ὤκτειρον τόν ποτε ναύτην, μαλακὰ μαλακὰ τὸν προέπεμπτον εἰς τὸν πένθιμον δρόμον του. Τὰ ψάρια τοῦ ἀφροῦ ἐπήδων τριγύρω του, ἐδοκίμαζον νὰ τὸν πλησιάσουν, καὶ πάλιν, ὡς νὰ ἠλαύνοντο ἀπὸ ἀόρατον δύναμιν, ἔφευγον μακράν του. Τὰ δελφίνια τὸν παρέκαμπτον εὐλαβῶς, αἱ φώκαι ἐκρύπτοντο εἰς τὰ ὑποβρύχια ἄντρα των, τὰ σκυλόψαρα ὑπεχώρουν εἰς τὴν διάβασίν του. Ὁ θαλασσοπόρος νεκρός, ὡς νὰ εἶχεν ἀκόμη πυξίδα καὶ πηδάλιον εἰς αὐτὸ τὸ σκέλεθρόν του, δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν κατεύθυνσίν του. Διέπλευσεν ἀκόμη ὀκτὼ ἢ δέκα μίλια, ὅλον τὸ νότιον πλάτος τῆς μικρᾶς νήσου του, καὶ εἶτα ἐστράφη πάλιν. Ἔβαλε πλώρην κατὰ τὸν βορρᾶν, καὶ ἤρχισε νὰ εἰσπλέῃ τὸν λιμένα τῆς πατρίδος του...
Εἶχε διανύσει περὶ τὰ σαράντα μίλια, εἰς τόσας πολλὰς ἡμέρας. Δὲν ἦτο ταχύς, ἀλλὰ βραδὺς εἰς τὸν πλοῦν του. Δὲν ἐβάδιζεν εἰς τὴν χαράν του, ἔβαινεν εἰς τὴν κηδείαν του. Καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ προσεγγίσῃ εἰς καμμίαν μεμακρυσμένην θαλασσίαν ἀγκάλην, δὲν ἐπῆγε νὰ σταματήσῃ εἰς κανένα ἀπόκεντρον ὅρμον, εἰς κανένα ἔρημον αἰγιαλὸν τῆς νήσου του. Δὲν ἐστάθη ν᾿ ἀναπαυθῇ εἰς καμμίαν ὕφαλον, εἰς καμμίαν σύρτιν ἢ ἄμμον. Ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν πρὸς τὸν θαλάσσιον λόφον τοῦ Κοιμητηρίου εἰς τὰ δυτικὰ τῆς πολίχνης, καὶ προσωρμίσθη εἰς τὴν μικρὰν ἀκτήν, κ᾿ ἐκεῖ ἔμεινε. Ἡ ζωή του ἀθόρυβος, ταπεινὴ καὶ μετριόφρων. Εἰς τὸν θάνατόν του δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ κόπον εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Πρὸς τί νὰ τὸν κουβαλοῦν εἰς οἰκίαν, εἰς ἐκκλησίαν, καὶ νὰ τὸν πομπεύουν διὰ τῆς ἀγορᾶς; Ἀγοραίαν κηδείαν δὲν ἤθελεν. Ἤρκει νὰ εὑρεθοῦν δυὸ χριστιανοὶ νὰ τὸν ἀνεβάσουν ὀλίγα βήματα παραπάνω, ἤρκει νὰ σκάψουν δυὸ τρεῖς σπιθαμὰς εἰς τὸ χῶμα νὰ τὸν καλύψουν, καὶ θὰ εὕρισκον τὸ ἔλεος εἰς τὴν ψυχήν των. Ἂν ὁ παπα-Στάμος ἢ ὁ παπα-Γληόρης ἢ καὶ ὁ πάτερ Ἰωακεὶμ ἀκόμη, ὁ μοναχὸς ὁ περιπλανώμενος, ἤρχετο νὰ εἴπῃ τὸ Μετὰ πνευμάτων, καλῶς θὰ εἶχεν· ἄλλως ὁ Θεὸς τὰ ἤξευρε.
Ἐντούτοις, ἀφοῦ μετεφέρθη ὁ νεκρὸς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῶν Μνημάτων, αἱ ἀρχαὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο περὶ δύσιν ἡλίου, δὲν ἦτο καιρὸς νὰ γίνῃ νεκροψία, διὰ νὰ βεβαιωθῆ ἂν ἦτο πράγματι πνιγμένος ὁ νεκρός. Ὅθεν ἔπρεπε νὰ μείνη ὅλην τὴν νύκτα ἄταφος μέχρι τῆς πρωίας.
Τὴν νύκτα, εἰς τὸ καφενεδάκι τοῦ Ἀλέξη τοῦ Μπαρμπαδήμου μία παρέα εὔθυμος συνεζήτει περὶ τάφων καὶ νεκρῶν. Ὁ Ντάκης τοῦ Ἀγγούδη ἔβαλε στοίχημα μὲ τὸν Τάκην τοῦ Πατάκη, ἂν ὁ πρῶτος ἦτο ἱκανὸς νὰ ὑπάγῃ περὶ τὰ μεσάνυκτα εἰς τὸ Νεκροταφεῖον, νὰ εἰσέλθῃ ὁλομόναχος, καὶ νὰ μείνῃ, ἐπὶ μίαν ὥραν εἰς τὸ ὕπαιθρον, πλησίον τοῦ πνιγμένου, τοῦ ἀτάφου νεκροῦ. Διότι ὁ ἄτυχος εἶχε, βλέπετε, μετὰ θάνατον τὴν μοῖραν τοῦ Αἴαντος τοῦ Μαστιγοφόρου. Μετὰ τὸ δρᾶμα τοῦ θανάτου, νέον δρᾶμα ἐπλέκετο περὶ τῆς ταφῆς. Εὐτυχῶς ἡ παρέα ἦτο ἀπὸ ἐκείνας ὁποὺ μέχρι λόγων φθάνουσιν, ἀλλὰ καὶ δὲν νοοῦσιν ὀπόση ἀσέβεια ἐνυπάρχει εἰς τοὺς λόγους.
Τέλος ἀνέτειλεν ἡ πρωία, κ᾿ ἐπήγαν οἱ ἰατροί... «Μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι;» Μάτην διεμαρτύροντο οἱ οἰκεῖοι τοῦ νεκροῦ, ὅτι ἡ αἰτία τοῦ θανάτου ἦτο ἐδῶ φανερά, αὐταπόδεικτος καὶ μεμαρτυρημένη.
Μετὰ δυὸ ὥρας ἔλαβε τέλος τὸ ἀνωφελὲς βάσανον, καὶ ὁ νεκρὸς ἀπεδόθη εἰς τὴν γῆν. Ἐτάφη εἰς τὴν ἐσχάτην γωνίαν τοῦ περιβόλου, τὴν πλησιεστέραν πρὸς τὴν θάλασσαν.
Μὴ μ᾿ ἄκλαυτον, ἄθαπτον ἰῶν ὄπιθεν καταλείπειν...
σῆμα τε μοι χεύαι πολιῆς ἐπὶ θινὶ θαλάσσης.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Ο Σημαδιακός

Ἀπὸ τῆς σμικροτάτης νήσου Δασκαλειοῦ ἢ ἀπὸ λέμβου ἐν τῷ λιμένι θεώμενός τις, τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 186…, θὰ ἔβλεπε ποικίλα φῶτα διασχίζοντα καθ᾿ ὄλας τὰς διεθύνσεις τὰς ὁδοὺς τῆς πολίχνης Σ…
Δὲν ἦτο τίποτε ἔκτακτον. Ζεύγη παιδίων μετὰ φανῶν καὶ δᾴδων περιερχόμενα τὰς οἰκίας, τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς, ἔψαλλον τὰ φῶτα.
Δυὸ μειράκια, πρωτεξάδελφοι ἐκ μητρός, ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος, ἀνέβαινον τὸ λιθόστρωτον τῆς παραθαλάσσιας ὁδοῦ, τὸ ὑπερκείμενον ἀποτόμου κρημνώδους βράχου καὶ φέρον εἰς τὴν ἄνω ἐνορίαν.
Ὁ Σωτῆρος ἦτο δωδεκαετής, ὁ Ἀλέκος δεκαετής. Ὁ πρῶτος ἔφερε τὸ νησιώτικον ἔνδυμα, ὁ δεύτερος ἦτο «φράγκος», δηλαδὴ ἐφόρει κακόζηλα στενὰ ἐξ ἐγχωρίου ὑφάσματος, καὶ κασκέτον. Οὗτος ἐκράτει μόνον λεπτὴν ράβδον, ὁ δὲ Σωτῆρος ἦτο κάσσα, ἐκράτει δὲ καὶ τὸν φανόν.
Καθ᾿ ὅλον τὸ ἔτος οἱ δυὸ ἐξάδελφοι ἦσαν πάντοτε μαλωμένοι μεταξύ των. Τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων ὅμως ἐπήρχετο ἡ συνδιαλλαγή, περιῆρχοντο κατὰ τὰς τρεῖς ἐορτὰς «τὰς συγγενικὸς οἰκίας», ἐτραγώδουν τὰ συνήθη ᾄσματα, ἐμάζευον ὀλίγα λεπτά, ἔκαμνον μερίδιον… καὶ πάλιν μετὰ τὰ Φῶτα ἐμάλωναν.
Καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχον περιέλθει ὄλας τὰς «συγγενικὰς οἰκίας», δηλ. τὸ ἥμισυ τῆς πολίχνης, ὡς τελευταίαν δὲ ἐκδρομὴν ἐπεφύλαττον πάντοτε τὴν διὰ τοῦ ὀλισθηροῦ λιθοστρώτου ἄνοδον. Ἦτο ἤδη ὀγδόη ὥρα τῆς ἑσπέρας. Ἐκ τῆς ἀνόδου ἐκείνης κατήρχοντο πάντοτε μὲ βαρύτερα τὰ θυλάκια. Διότι ὁ καπετάν-Θανασός, ὁ θεῖος των, ἦτο μὲν ἀπαιτητικός, ἰδιότροπος ἀλλὰ καὶ λίαν ἐλευθέριος.
Ὁ καπετάν-Θανασός, εὔπορος ναυτικός, πεντήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν, ἀπολαύων ἤδη τὰ θέλγητρα τῆς ἑστίας, παραχωρήσας τὴν πλοιαρχίαν εἰς τοὺς δυὸ πρεσβυτέρους υἱούς του, κατώκει τὴν μεγάλην σχετικῶς οἰκίαν, μετ᾿ εὐρυχώρου προαυλίου καὶ κήπου, εἰς ἣν ἔμελλον νὰ εἰσέλθωσιν ἤδη οἱ δυὸ νέοι.
Μόλις ἀπεῖχον δέκα βήματα τῆς αὐλείου θύρας, καὶ σκιά τις προβαίνει ἐκ τίνος κόγχης τῆς γείτονος οἰκίας, τῆς συνεχομένης μὲ τὸ προαύλιον τῆς οἰκίας τοῦ καπετᾶν-Θανασοῦ.
Μία χεὶρ ἤρπασε τὸν Σωτῆρον ἀπὸ τοῦ βραχίονος.
Τί θέλεις, μπάρμπα; ἔκραξεν ἔντρομος ὁ νέος. Τὰ λεπτά μας… πάρε τα…
Δὲν θέλω λεπτά, βρὲ ἄτιμε!… ἀπήντησε βραχνὴ καὶ λαρυγγώδης φωνή.
Ὁ Ἀλέκος μετὰ τῆς ράβδου του εἶχε τραπῆ, ἐννοεῖται, εἰς φυγήν.
Ἀλλὰ μόλις ἀπεμακρύνθη ὀλίγα βήματα, καὶ ἐστάθη ἐνδοιάζων ἂν ἔπρεπε νὰ βάλη φωνὰς ἢ νὰ λάβῃ μᾶλλον λίθους νὰ ρίψῃ κατὰ τοῦ ἐπιδρομέως.
- Στόπ! μωρέ… τῷ ἐφώνει ὁ παράδοξος ἄνθρωπος, ὅταν εἶχε σταματήσει ἤδη.
- Ἄφσέ τον, μπάρμπα! τί σοῦ κάνει;… ἐφώνει μακρόθεν ὁ Ἀλέκος.

Ὁ ἀλλόκοτος ἄνθρωπος ἐφόρει ἰδιόρρυθμον ὅλως κόκκινον σαρίκιον περὶ τὴν κεφαλήν, ὅπερ ἐτρόμαξε τοὺς δυὸ νέους καὶ δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν κατ᾿ ἀρχάς. Οὕτω τοῦ κατέβη τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ φορέσῃ τὸ ζωνάρι του σαρίκι. Ἄλλοτε πάλιν εἶχεν ἄλλας ἰδιοτροπίας. Ἐφόρει ταὶς κάλτσαις ὡς χειρόκτια.
Ἐκ τῆς φωνῆς ὅμως τὸν ἀνεγνώρισαν παρευθὺς καὶ οἱ δυό. Ἦτο «Ἐλόγου του».
Τοιοῦτον ἔφερε σκωπτικὸν ἐπίθετον ὁ εἰκοσαέτης νέος Μανουὴλ Προυσαλῆς, ἐθελόκομψος ἀντιπαθητικὸς ἐργολάβος εἰς τὴν μικρὰν ἐκείνην φιλοσκώμμονα κοινωνίαν, ὅπου πᾶς ἄνθρωπος πρὸς τῷ οἰκογενειακῷ ὀνόματι, ὅπερ μόνον εἰς τοὺς ἐπισήμους καταλόγους τῆς δημαρχίας ἀπαντᾶται, προικίζεται τουλάχιστον μὲ δυὸ ἢ τρία προσωνύμια.
- Δὲν θέλω τὰ λεπτά σου, βρέ… ἐπανέλαβεν Ἐλόγου του, στρίβων ὑπερηφάνως τὸν μικρὸν πυρρὸν μύστακά του… Μὴ φοβᾶσαι, ἄκουσε… νά, τί θέλω.
Καὶ τῷ ἔτεινε μικρὸν ἐπιστόλιον, ἐντὸς χρυσίζοντος διηνθισμένου φακέλλου.
- Νὰ τὸ δώσῃς, ἐπάνω ποὺ θὰ πᾶς, εἶπε. – Τίνος νὰ τὸ δώσω;
- Στὸ Μπραϊνάκι, βρέ… δὲν ξέρεις ποὺ μ᾿ ἀγαπάει;
- Ἀλήθεια; εἶπε μετὰ προσποιητοῦ θαυμασμοῦ ὁ Ἀλέκος, ὅστις εἶχε πλησιάσει ἐν τῷ μεταξύ.
- Σένα δὲν σοῦ μιλῶ, εἶπεν αὐστηρῶς Ἐλόγου του.
- Καλά, τὸ δίνω, ἀπήντησεν ὁ Σωτῆρος εὐχαριστημένος διότι θὰ ἐγλύτωνε.
- Μὰ θέλω νὰ μοῦ φέρῃς καὶ σημάδι, προσέθηκεν Ἐλόγου του.
- Τί σημάδι;
- Αὐτὴ ξέρει.
Καὶ ἐπανέλαβε:
-Τὸ διαβάσῃ δὲν τὸ διαβάσῃ, θέλω νὰ μοῦ φέρῃς σημάδι ἀπόψε.
Καλά.
Κρατῶ ἀμανάτι τὸ φέσι σου, καὶ σὲ περιμένω ἐδῶ τριγύρω. Ἀκοῦς;
Καὶ ἀπέσπασεν αὐθαιρέτως τὸ φέσι ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σωτήρου.
- Δός του τὸ φέσι του! ἀνέκραξεν ὁ Ἀλέκος.
- Σούτ, ἐσύ!…
Ὁ Σωτῆρος δὲν παρεπονέθη τίποτε καὶ ἔνευσε πρὸς τὸν σύντροφόν του νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἔσω τοῦ προαυλίου.
- Τώρα πῶς θὰ πάω ἀπάνου χωρὶς φέσι; εἶπεν ὁ Σωτῆρος ἐντὸς τῆς αὐλῆς.
- Φορεῖ ὁ Σπύρος φέσι; παρετήρησεν ὁ Ἀλέκος.
Ὁ Σπύρος ἦτο συνηλικιώτης καὶ ἀχώριστος φίλος τοῦ Σωτήρου, φιλομαθέστατος, εὐφυής, πρωτόσχολος τῆς ἐποχῆς του, ὅστις ἠρέσκετο τότε νὰ μὴ ἔχη ἄλλο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς εἰμὴ τὴν πλουσίαν λινόχρουν καὶ φαιὰν κόμην του.
Φεῦ! οἱ δυὸ ἐκεῖνοι συμμαθηταί, τοὺς ὁποίους οὐχὶ ἄνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν οὕτως ὁ Ἀλέκος, ἔμελλον μετὰ δεκαετίαν νὰ κατέλθωσιν ἐκ Γερμανίας μὲ ὑψηλοὺς πίλους καὶ μὲ ξένα ἔξοδα doctores philosophiae et omnium rerum… καὶ ὁ πτωχὸς Ἀλέκος, ὅστις οὔτε διδάσκαλος κατώρθωσε νὰ γίνη, ἂν καὶ ἐνεγράφη ποτὲ εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν σχολήν, ἔμελλε νὰ μείνη ξεσκούφωτος καὶ ἄσημος… συρράπτης ἐπιφυλλίδων!…
- Ὁ Σπύρος, ἀπήντησε ὁ Σωτῆρος, δὲν φορεῖ πάντοτε.
- Καὶ σὺ μὴ φορὴς μιὰ φορά.
Εἶτα εὐθὺς τῷ ἦλθεν ἄλλη ἰδέα.
- Στάσου, βάζω κ᾿ ἐγὼ τὸ κασκέτο μου στὴν τσέπη, καὶ παρουσιαζόμεθα καὶ οἱ δυὸ ξεσκούφωτοι. Καὶ ἔκαμεν ὡς εἶπε.
- Τώρα, θὰ τὸ δώσης τὸ ραβασάκι; ἠρώτησε καὶ πάλιν ὁ Ἀλέκος.
- Αυτό δὲν τὸ κάνω ἐγὼ ποτέ, ἀπήντησεν ὁ φρόνιμος Σωτῆρος.
- Αυτό ἤθελα νὰ σοῦ πῶ κ᾿ ἐγὼ γιὰ νὰ διαβάσουμε τί γράφει μέσα.
- Ὄχι δά… κι αὐτὸ δὲν πρέπει… εἶπεν αὐστηρῶς ὁ Σωτῆρος.
- Γιατί;
- Καὶ τί θὰ διαβάσης; δὲν ξέρεις τί γράφει μέσα; Δὲν διάβασες ποτέ σου τὸν «Σκανδαλώδη Ἔρωτα» καὶ τὴν «Φιλομειδὴ Ἀφροδίτην»;
-Ναί.
- Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τί θὰ γράψη. «Ψυχή μου, μάτια μου, καρδιά μου, συκώτι μου», καὶ ὕστερα θὰ ἔχη κάτι στίχους ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ σοῦ εἶπα: «Εἶσαι καρπὸς τοῦ Ἔρωτος, παιδὶ τῆς Ἀφροδίτης», ἢ «Ἔχεις ἀνάστημα μικρόν, ἀλλὰ ψυχὴν μεγάλην, ὡς ἄρωμα πολύτιμον εἰς πάγχρυσον φιάλην», καὶ ὕστερα θὰ λέγη: «Ἀπὸ τὰ μπεντένια πέφτω, πέφτω γιὰ νὰ σκοτωθῶ, κ᾿ ἡ ἀγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον, γιὰ τὸ Θεό!» Αὐτὰ θὰ γράφη.
Ὁ Σωτῆρος ἐμνημόνευσεν ἀνωτέρω δυὸ συλλογὰς τοῦ Γαλατᾶ, ἐξ ἐκείνων αἵτινες τοιαῦτα δίστιχα περιέχουν τῷ ὄντι, ὧν πολλὰ μὲν κακόζηλα, πλεῖστα δὲ ἀνόητα καὶ ὅλα γελοῖα.
Καὶ ὅμως ἡ περιέργεια τοῦ Ἀλέκου δὲν ἀνεπαύετο. Παρὰ τὴν ἑστίαν πατριαρχικῶς καθήμενος ὁ μπάρμπα-Θανασός, ἔχων ἀντικρὺ τὴν πιστὴν συμβίαν του, καὶ περιστοιχούμενος ὑπὸ τῶν τεσσάρων θυγατέρων του καὶ τῶν τεσσάρων νεωτέρων υἱῶν του, διότι οἱ δυὸ πρεσβύτεροι ἔλειπον μὲ τὸ καράβι, ὡς ἀνωτέρω εἶπομεν, ἀπήλαυε τῆς μακάριας ἡδονῆς τοῦ οἴκου, ἣν μόνος ὁ ἐπὶ μακρὸν στερηθεὶς αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιμήσῃ.
Ὁ καπετάν-Θανασὸς δὲν εἶχε μετρίας ἀπαιτήσεις. Ἤθελε πλὴν τοῦ κοινοῦ ᾄσματος τῶν Φώτων, ἓν δι᾿ ἑαυτόν, ἓν διὰ τὴν σύζυγόν του, ἓν διὰ τὸ καράβι, ἀνὰ ἓν διὰ τοὺς ἓξ υἱούς του, ἀνὰ ἓν διὰ τὰς τρεῖς θυγατέρας του, καὶ δυὸ διὰ τὴν τρίτην κόρην του, τὸ Μπραϊνάκι, τὸ ὅλον δεκαπέντε ᾄσματα.
Ποῦ νὰ τὰ ὀρμαθιάσουν τόσα οἱ δυὸ αὐτοσχέδιοι μελῳδοί;
Ἐφέτος εἶχον ἀντλήσει ἐκ τῶν ἀκένωτων πηγῶν τῆς μνήμης τῆς γηραιᾶς μάμμης, καὶ κατώρθωσαν σχεδὸν νὰ φθάσωσι τὸν ἀριθμόν.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ καπετάν-Θανασὸς παρέτασσεν ἐπὶ τῆς ἑστίας τόσα εἰκοσιπενταράκια τούρκικα ἢ ἑλληνικὰ τοῦ Ὄθωνος, ὅσα ἦταν καὶ τὰ παρ᾿ αὐτοῦ ἀπαιτούμενα ᾄσματα, καὶ ἔλεγεν: «Αὐτὸ γιὰ μένα, αὐτὸ γιὰ τὴν καπετάνισσα, αὐτὸ γιὰ τὸ καράβι… αὐτὸ γιὰ τὸν Κωνσταντῆ, γιὰ τὸν Γιάννη, γιὰ τὸν Παναγῆ, γιὰ τὸ Βασίλη, γιὰ τὸν Ἀνδρέα, γιὰ τὸν Γιωργῆ… αὐτὸ γιὰ τὴν Φλωροῦ, γιὰ τὴ Σινιωρίτσα… αὐτὰ τὰ δυὸ γιὰ τὸ Μπραϊνάκι… κι αὐτὸ γιὰ τὸ Γηρακώ…»
Ἡ σύζυγος τοῦ καπετάν-Θανασοῦ ἐρρέμβαζε παρὰ τὸ πτερύγιον τῆς ἑστίας. Οἱ λογισμοί της ἴπταντο πρὸς τοὺς δυὸ υἱούς της, οἵτινες ἐταξίδευον ἐφέτος «χειμωνιάτικα». Ὅλα σχεδὸν τὰ πλοῖα ἦσαν δεδεμένα, περιμένοντα τὴν αὔριον «νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά» καὶ εἶτα ν᾿ ἀποπλεύσωσι. Τὸ ἰδικόν των τὸ πλοῖον ἦτο «πρωτο-τάξειδο», εἶχε καθελκυσθῆ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, τὸν Σεπτέμβριον εἶχεν ἐκπλεύσει, καὶ φυσικῶς δὲν ἠδύνατο νὰ παραχειμάση εἰς τὸν λιμένα «πρώτη χρονιά».
Ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ὅπερ ἔφερεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς της δάκρυα ἦτο τὸ ἑξῆς ᾄσμα, ὀφειλόμενον εἰς τὴν μνήμην τῆς μάμμης, καὶ ὅπερ ἐτραγούδησαν οἱ δυὸ νέοι:
Κυρά μου, τὰ παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ἀκριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στὸ πέλαγο ἀρμενίζουν
καὶ μὲ τ᾿ ἀφέντη τὴν εὐχὴ γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν·
Κι ὁ κὺρ Βορρηᾶς τὰ κύματα φυσάει καὶ τὰ σπρώχνει.
Σπρῶχνε, Βορρηά, τὰ κύματα, νὰ μὤρθῃ τὸ παιδί μου,
τἀγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,
ἀνάθρεμμα τῆς ἀγκαλιᾶς, τῆς ξενητειᾶς λουλούδι!

Ἐνθουσιῶν ὁ καπετάν-Θανασὸς ἠγέρθη αὐτομάτως καὶ ἐλθὼν προσεκόλλησε σφάντζικον ἐπὶ τοῦ μετώπου τοῦ Σωτήρου, μειδιῶντος καὶ ἀνεχομένου· τὸ αὐτὸ ἠθέλησε νὰ κάμη καὶ εἰς τὸν Ἀλέκον, ἀλλ᾿ οὗτος φοβερῶς μορφάσας, ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον καὶ εἶπε:
- Δὲν εἶμ᾿ ἐγὼ βιολιτζῆς, μπάρμπα.
Ἀφοῦ ἐκαλονύκτισαν τὴν οἰκογένειαν, τὸ Μπραϊνάκι ἔλαβε λυχνίαν καὶ ἠθέλησε νὰ προπέμψη μέχρι τῆς αὐλείου θύρας τοὺς δυὸ ἐξαδέλφους της. Κατόπιν αὐτῶν ἔτρεχεν καὶ ἡ ὀκταέτις Γηρακώ.
- Μὴ μᾶς πᾶς ἀπ᾿ τὴν ἔξω σκάλα, τῇ εἶπε τότε μυστηριωδῶς ὁ Σωτῆρος, μὴ μᾶς πᾶς ἀπ᾿ τὴ μεγάλη πόρτα.
- Γιατί;
- Άνοιξε τὴν κλαβανὴ ποὺ σοῦ λέγω.
Εἶχον ἐξέλθει εἰς τὸν πρόδομον. Τὸ Γηρακώ, εἰς ἓν νεῦμᾳ τῆς ἀδελφῆς της, ἤνοιξε τὴν καταπακτὴν καὶ κατῆλθον εἰς τὸ ἰσόγειον.
- Τί τρέχει; γιατί ἀλήθεια, εἶσαι χωρὶς φέσι;…
- Τ᾿ ἄφησα στὸ σπίτι.
- Τοῦ ἐπῆραν τὸ φέσι του! ἀνέκραξε μὴ κρατηθεὶς ὁ Ἀλέκος.
Ὁ Σωτῆρος συνωφρυώθη.
- Γηρακώ, εἶπε, ξέχασα νὰ ρωτήσω τὸν πατέρα σου· σύρε μία στιγμή… νὰ τὸν ρωτήσης τί ὥρα συνεννοήθηκαν οἱ ῾πίτροποι μὲ τοὺς παππᾶδες νὰ σημάνουν τὸ πρωί.
- Καὶ τί ὥρα θ᾿ ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία… καὶ τί ὥρα θὰ ψαλῆ ὁ ἁγιασμός… καὶ τί ὥρα θὰ ρίξουν τὸ Σταυρὸ στὴ θάλασσα… εἶπεν ὁ Ἀλέκος.
Ὅλα ταῦτα τὰ «τί ὥρα» ἦσαν τόσον δυσμήχανα διὰ τὴν μικρὰν Γηρακώ, ὅσον καὶ τὰ δεκαπέντε ᾄσματα διὰ τοὺς δυὸ νέους…
- Πῶς νὰ πῶ; πῶς νὰ πῶ; ἠρώτησε τὸ Γηρακώ.
- Τρέξε γλήγορα! Ἐπανέλαβε κτυποῦσα διὰ τοῦ ποδὸς τὸ ἔδαφος ἡ ἀδελφή της.
Ἡ Γηρακὼ ἀνῆλθε τὴν κλίμακα.
Τὸ Μπραϊνάκι ἔμεινε μόνη μὲ τοὺς δυὸ νέους.
Τὸ Μπραϊνάκι ἦτο δεκατετραέτις κόρη, ἀρκετὰ ἀνεπτυγμένη ἤδη τὸ ἀνάστημα, ξανθή, ὕπωχρος καὶ λεπτοφυής. Οἱ δυὸ μακροὶ πλόκαμοί της, κρεμάμενοι ἐπὶ τῶν νώτων, ἔφθανον κάτω τῆς ὀσφύος. Ἐφόρει λευκοτάτην πάντοτε ἐσθῆτα, μετὰ τοσαύτης ἰδιορρύθμου χάριτος, ὥστε δὲν ὑπῆρχε ναύτης ἐπιστρέφων ἐκ μακροῦ ταξειδίου, ὅστις νὰ μὴ τῆς κάμη πατινάδα, καὶ δὲν ὑπῆρχε μαθητὴς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ὅστις ἐν μέσῳ τῶν τετραδίων καὶ τῶν βιβλίων του νὰ μὴ ἀναπολῆ τὴν εἰκόνα της.
- Θὰ μοῦ πῆς τί τρέχει; ἐπανέλαβεν αὕτη.
- Νά, μᾶς ηὖρεν Ἐλόγου του, εἶπεν ὁ Σωτῆρος.
- Ποιός; ὁ Διπλοκαϋμός;
Διπλοκαϋμὸς ἦτο τὸ δεύτερον παρωνύμιόν του Ἐλόγου του, ὅπερ τῷ εἶχον δώσει τὰ κοράσια, διότι αὐτὸς πάντοτε ὤρθριζε μέχρι τοῦ λυκαυγοῦς τραγουδῶν ὑπὸ τὰ παράθυρά των τὴν γνωστὴν ἐπῳδόν: «Ξύπνα, ποὺ δὲν ἐχόρτασες -διπλὸς καϋμός- ἄχ! τὸν ὕπνο νὰ κοιμᾶσαι», καὶ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τὰς ἐξυπνᾷ ἀείποτε τὸ πρωὶ διὰ τῆς παραπλησίας μὲ γκάϊδα φωνῆς του…
- Καὶ τί σᾶς εἶπε; ἐπανέλαβε τὸ Μπραϊνάκι.
Ὁ Σωτῆρος διηγήθη ἐν ὀλίγοις τὴν σκηνήν, ἐφυλάχθη μόνον νὰ μὴ ἀναφέρῃ τι περὶ τῆς ἐρωτικῆς ἐπιστολῆς.
- Μᾶς εἶπεν ὅτι καίεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ σένα.
Ἐκάγχασαν καὶ οἱ τρεῖς.
- Καὶ μᾶς εἶπε νὰ τοῦ στείλης καὶ σημάδι, προσέθηκεν ὁ Σωτῆρος.
- Σημάδι; Γουού!
Καὶ εἶτα ἐπανέλαβε:
- Σημάδι ἔχει ἀπ᾿ τὸ θεό, καὶ σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.
Ἠνίσσετο τὴν βλάβην, ἣν εἶχεν ἐκ γενετῆς ὁ Ἐλόγου του εἰς τὸν ἀριστερὸν ὀφθαλμόν.
Καὶ πάλιν προσέθηκε μὲ τόσην χάριν, ὥστε δὲν ἐφαίνετο κἂν τὸ χυδαῖον τῆς εἰκόνος:
- Δὲν ἔχω δῶ τὸ γάϊδαρό μου νὰ βγάλω καμπόσαις τρίχες ἀπ᾿ τὴν οὐρά του, νὰ τοῦ στείλω σημάδι.
- Ἐκεῖνος δὲν χρειάζεται τρίχες, χρειάζεται τριχιές, εἶπεν ὁ Ἀλέκος, ὅστις θὰ εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ πρεσβυτέρους τὸ δημῶδες τοῦτο λογοπαίγνιον.
- Γι᾿ αὐτὸ ἤθελα νὰ τοῦ στείλω τρίχες, γιὰ νὰ κάμη τριχιές, ἀπήντησε μεθ᾿ ἑτοιμότητος ἡ παιδίσκη.
- Μᾶς εἶπεν πῶς τὸν ἀγαπᾶς, εἶπεν πάλιν ὁ Ἀλέκος.
- Πά νὰ χαθῆ! ὁ στερεμένος, ὁ λοχεμένος, ἤρχισε νὰ καταρᾶται τὸ Μπραϊνάκι εἰς τὸ γυναικεῖον ἰδίωμα. Κακὸ χρό ῾νἄχῃ, δυὸ νἆν᾿ οἱ ὥραις του!..
Ἀποτεινομένη δὲ πρὸς τὸν Σωτῆρον ἠρώτησε:
- Τώρα πῶς θὰ πᾶς, ἀρέ, στὴν ἐκκλησιὰ χωρὶς φέσι;
- Στὴν ἐκκλησιὰ θὰ εἶναι χωρὶς φέσι, εἶπεν ὁ Ἀλέκος.
- Νὰ σοῦ φέρω ἕνα παληὸ τοῦ Παναγῆ, σοῦ κάνει τάχα;
Ὁ Σωτῆρος ἀπεποιήθη.
Ἐπέστρεψε τότε καὶ τὸ Γηρακώ. Κανεὶς δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἐκόμιζε.
- Νὰ σᾶς βγάλω ἀπ᾿ τὴ μικρὴ πόρτα.
Ἐξῆλθον διὰ τοῦ ἰσογείου ἀθορύβως, ἀφοῦ τὸ Μπραϊνάκι ἔσβεσε τὸν λύχνον, καὶ ὁ Σωτῆρος ἐκράτει τὸν φανὸν ὑπὸ τὸ ἐπανωφόρι του. Τοῦτο διὰ νὰ εἶναι ἀπαρατήρητος ἔξωθεν.
Ἡ νέα κόρη ἤνοιξεν ἀψοφητὶ τὴν μικρὰν θύραν τῆς αὐλῆς.
- Ἥσυχα κάμετε, νὰ κοιτάζω, μὴν τὸ πῆρε πονηρὰ ὁ Διπλοκαϋμὸς καὶ κάνει καρτέρι ἀπὸ κάτω.
Οἱ δυὸ δρομίσκοι ἔφερον τῷ ὄντι πρὸς μικρὸν ὄχθον γῆς, κάτωθεν τοῦ ὁποίου ἐσχηματίζετο ἀποτόμως κατωφερὴς χείμαρρος. Περιπατῶν τίς ἐπὶ τοῦ μέρους ἐκείνου ἠδύνατο νὰ ἐπιτηρῆ καὶ τὰς δυὸ θύρας.
- Νὰ σᾶς δώσω συνοδεία; εἶπε τὸ Μπραϊνάκι.
Θέλετε νἄρθουν μαζὺ καὶ τ᾿ ἀδέρφια μου;
- Δὲν εἶν᾿ ἀνάγκη, εἶπεν ὁ Σωτῆρος. Δὲν πρέπει νὰ γείνη λόγος στὸ σπίτι. Καὶ ποιὸς τὸν φοβᾶται!
Τὸ Μπραϊνάκι προέβαλε τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς θύρας, μόλις διανοιγείσης.
Πράγματι Ἐλόγου του τὸ ἐπῆρε πονηρά, καθὼς εἶπεν ἡ νέα.
Ἐσουλατσάριζεν Ἐλόγου του ὑπὸ τοὺς τοίχους τῆς παρακείμενης οἰκίας, ἐπιβλέπων ἀμφοτέρας τὰς θύρας τῆς αὐλῆς.
- Γηρακώ, εἶπε τότε τὸ Μπραϊνάκι, πάρε τὸ φανάρι, σήκωσε το ψηλά, νὰ πᾶς νὰ χτυπήσης μὲ βρόντο τὴ μεγάλη πόρτα, καὶ νὰ φωνάξης τρεῖς φοραίς: Καληνύχτα, καληνύχτα, καληνύχτα σας!
Τὸ Γηρακώ, χωρὶς νὰ ἐννοῆ τίποτε, ἐξετέλεσε πιστῶς τὴν παντομίμαν καὶ τὸ λογύδριον.
Ἐλόγου του ἐξαπατηθεῖς, ἔτρεξε πρὸς τὴν μεγάλην θύραν, βέβαιος περὶ τοῦ θηράματος.
- Τώρα ἄμοιρος νὰ γένης, ἀρέ! εἶπεν εἰς τὸ γυναικεῖον ἰδίωμα τὸ Μπραϊνάκι.
Οἱ δυὸ νέοι ἐτράπησαν διὰ τῆς μικρᾶς θύρας εἰς φυγήν, κερδήσαντες ἑκατὸν βήματα τουλάχιστον διὰ τοῦ στρατηγήματος τούτου, καὶ ἔχοντες ἀσυγκρίτως ἐλαφρότερους τοὺς πόδας ἀπὸ τὸν Ἐλόγου του.
Τὴν πρωίαν ὁ Ἀλέκος, ὅστις ἦτο ὑπνοφάγος, ἀργὰ ὑπῆγεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀλλ᾿ ὁ Σωτῆρος, «τῆς εὐχῆς τὸ παιδί», ὡς τὸν ἐκάλει ἡ μήτηρ του, ὑπῆγε, συγχρόνως μετὰ τοῦ νεωκόρου πρὸ τῶν ψαλτῶν καὶ τοῦ καπετᾶν-Θανασοῦ, ὅστις ἦτο ἐπίτροπος.
Μετά τὴν λειτουργίαν καὶ τὸν ἁγιασμόν, ἡ ἱερὰ πομπὴ ἐξῆλθε πρὸς τὴν ἀποβάθραν, ὅπου ἔμελλε νὰ τελεσθῆ ἡ κατάδυσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Μέγα ἐνέπνεεν ἐνδιαφέρον ἡ ἑορτὴ αὕτη. Ὄχι τόσον διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς ἱερᾶς πομπῆς, ὄχι τόσον διὰ τὸ τὶς θ᾿ ἀναλάβη τὸν Σταυρὸν ἀπὸ τοῦ κύματος, ὅσον διὰ τό… τὶς θ᾿ ἁρπάση τὸν Σταυρὸν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ πρώτου λαβόντος, διότι οὖτος μὲν ἀπεκλείετο, ἐκεῖνος δέ, ὁ εὐτυχής, ἔμελλε ν᾿ ἀργυρολογήση καὶ νὰ μεθοκοπήση ἐπὶ δυὸ ἡμέρας.
Δυὸ ἦσαν οἱ ἥρωες τῆς ἡμέρας. Ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς. Οὗτοι διηγωνίζοντο κατ᾿ ἔτος περὶ τοῦ γέρατος.
Καὶ ἔφερον πασίδηλα τὰ ἴχνη τῆς μακροετοῦς ταύτης πάλης. Ὁ μὲν Φτίκας εἶχεν ἑπτὰ δακτύλους εἰς τὰς δύο χεῖρας του, ὁ δὲ Σοροκᾶς ἕνα ὀφθαλμὸν ὀλιγώτερον τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων.
Δωδεκὰς λέμβων ἵστατο πλησίον τῆς ἀποβάθρας. Αὗται περιεῖχον τὸ πλήρωμα τῶν δυὸ μπουλουκιῶν, διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχαν μπουλούκια, σχεδὸν πολεμάρχαι.
Ἄλλαι πολυάριθμοι λέμβοι ἵσταντο ἀπωτέρω, φέρουσαι μόνον θεατάς. Καὶ ὅλη ἡ ἀποβάθρα, καὶ ὅλη ἡ παραθαλάσσιος ἀγορά, καὶ ὅλοι οἱ ἐξῶσται καὶ τὰ παράθυρα πλήρη κόσμου. Ὁμιλοῦμεν σχετικῶς, διότι ἡ πολίχνη μας δὲν ἔχει πλείονας ἢ τεσσάρας χιλιάδας κατοίκων.
Ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος ἵσταντο πλησίον τοῦ ἱερέως καὶ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ τὸν Ἐλόγου του.
Ὁ Τίμιος Σταυρὸς ἔπεσε τέλος εἰς τὸ κύμα καὶ ἡ μάχη ἤρχισεν.
Εὐτυχῶς ὑπῆρξε σύντομος κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο.
Ὁ μπουλουκτσῆς τοῦ Φτίκα, ὅστις ἤρπασε πρῶτος τὸν Σταυρόν, εὐρίσκετο ἀρκετὰ πλησίον τῆς λέμβου του, καὶ εἶχεν ἀρκετὴν ἐπιδεξιότητα, ὥστε οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων τοῦ Σοροκᾶ ἐπρόφθανε νὰ τοῦ κόψη τὰ δάκτυλα ἢ νὰ τοῦ δοκιμάση τὸν γρόνθον, διὰ νὰ τοῦ τὸν ἀποσπάση.
Ἅμα πατήσας εἰς λέμβον, εὐρίσκετο εἰς οὐδέτερον ἔδαφος ἢ μᾶλλον εὐρίσκετο εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ δὲν ἐπετρέπετο πλέον μάχη.
Τὸ μπουλούκι τοῦ Φτίκα ἠλάλαξεν ἐν θριάμβῳ. Ἦτο τέταρτον ἔτος τοῦτο ἀφότου κατὰ σειρὰν ἑνίκα. Ὁ Φτίκας ἦτο ἄνθρωπος εὐτυχὴς τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
Καὶ ὅμως ἦτο τὶς εὐτυχέστερός του Φτίκα, ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας τουλάχιστον. Ἦτον Ἐλόγου του.
Ὅταν ἐπέστρεφεν εἰς τὸν ναὸν ἡ πομπή, ὁ Σωτῆρος, ὅσον καὶ ἂν ἐβάδιζε πλησίον τοῦ ἱερέως, εὑρέθη ἀντιμέτωπος τοῦ νυκτερινοῦ ἐπιδρομέως του.
Ὁ Σωτῆρος εἶχε σχεδιάσει νὰ κλείση τὸ ἐπιστόλιον τοῦ Ἐλόγου του, τὸ ὁποῖον δὲν κατεδέχθη ν᾿ ἀνοίξη, εἰς ἄλλον φάκελλον, νὰ κάμη ἐπιγραφὴν πρὸς τὸν Διπλοκαϋμόν, διὰ λεπτῆς ἐπιτηδευμένης γραφῆς, ἥτις νὰ φαίνεται ὡς γραφὴ κορασίου, νὰ τὸν ἐξαπατήση δίδων αὐτῷ τὸν φάκελλον ὡς ἀπάντησιν τάχα τῆς νεαρᾶς κόρης, καὶ νὰ λάβη ὀπίσω τὸ φέσι του.
Ταῦτα ἐσκέπτετο νὰ πράξη μετὰ τὸ τέλος τῆς ἱερᾶς πομπῆς.
Όταν ὅμως εὑρέθησαν ἤδη πλησίον ἀλλήλων, ὁ Ἀλέκος, ὅστις ἔβλεπε τὴν τσέπην τοῦ μικροῦ μασσαλιωτικοῦ ἐπενδύτου τοῦ Ἐλόγου του κάπως φουσκωμένην, ὑπεψιθύρισε πρὸς τὸν Σωτῆρον:
- Στὴν τσέπη τὸ ἔχει τὸ φέσι του.
Ὁ Σωτῆρος ἐσκέφθη ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ καλλίτερα εὐκαιρία, καὶ ἂς ἔλειπεν ὁ δεύτερος φάκελλος, διότι ἐν μέσῳ τόσου κόσμου ὁ Διπλοκαϋμὸς δὲν θὰ ἤνοιγεν ἀμέσως τὸ γράμμα.
Ἐλόγου του ἐκοίταζε προκλητικῶς τὸν Σωτῆρον. Ἐφαίνετο περιμένων ἀκόμη τὸ σημάδι.
Ὁ Σωτῆρος ἐξήγαγε τοῦ κόλπου του τὸν ἐρωτικὸν ἐπιστόλιον, τὸ ἐδίπλωσε μὲ τέχνην, μὲ τὴν ἐπιγραφὴν ἔσωθεν, τὸ ἐσκέπασε καλῶς μὲ τὴν παλάμην καὶ εἶπε εἰς τὸν Ἐλόγου του:
- Νά, πάρε τὴν ἀπάντησι. Δός μου τὸ φέσι μου.
Ἐλόγου του ἤρπασε τὸ ἐπιστόλιον, τὸ ὤθησεν ἀμέσως εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ περιστηθίου καὶ τῷ ἔδωκε τὸ φέσι.
Καὶ οὕτως ἔλαβεν ἑκάτερος τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ πράγμα. Ὁ Σωτῆρος τὸ φέσι του, καὶ ὁ Διπλοκαϋμὸς τὴν ἐπιστολήν του.
Μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας, τώρα μετὰ τὴν κατάδυσιν τοῦ Σταυροῦ, θ᾿ ἀπέπλεεν Ἐλόγου του, καὶ ὁ Σωτῆρος δὲν τὸν ἐφοβεῖτο πλέον.

Το ενιαύσιον θύμα

Εμβαρκάρισαν και οι τρεις, από την παλαιάν ξυλίνην θαλασσοφαγωμένην αποβάθραν, κάτω από το κυματόπληκτον σπιτάκι της Μορφούλαινας, ο Καλούμπας, ο Νιόγαμβρος και ο Μπαμπούκος. Το παλαιόν θαλασσόπληκτον σπιτάκι είχε δοθή ένα καιρόν ως προιξ εις την Μορφούλαιναν, ακολούθως είχε μεταβή ως κληρονομία εις την θυγατέρα της και τέλος είχε δοθή εις την θυγατέρα της θυγατρός της.
Μίαν Κυριακήν, περί τα μέσα Νοεμβρίου, είχε τελεσθεί ο γάμος. Όλη η γειτονιά και άλλοι καλεσμένοι είχον διασκεδάσει ολονυχτίς με άσματα και χορούς και με βιολιά και λαγούτα. Και μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω από το παλαιόν σπιτάκι, από την σκάλαν την θαλασσοφαγωμένην, από τα γρίφια και τας πέτρας τας τραχείας και παραμερισμένας, εμβήκαν εις την φελούκαν ο Καλούμπας, ο Νιόγαμβρος και ο Μπαμπούκος, διά να υπάγουν προς αλιείαν.
Ο Καλούμπας ήτον ο εξακουστός ψαράς με το ένα χέρι – το άλλο τού το είχε φάγει η δυναμίτις – οπού ηλίευε τους περιφήμους ορφούς, από 5 έως 12 οκάδων το βάρος, τους οποίους έδενεν ως βόδια από την πρύμνην της βάρκας, και τους έσυρεν εις το κύμα ζωντανούς, με το τεράστιον άγκιστρον εις το ρύγχος, ετοίμους προς σφαγήν άμα δύο ή τρεις αγορασταί προσήρχοντο. Ο Μπαμπούκος ήτον γηραιός θαλασσινός, ο οποίος επί σαράντα χρόνους είχε γυρίσει όλην την Μαύρην και την Άσπρην θάλασσαν, την Μεσόγειον και μέρος του Ωκεανού, ως λοστρόμος με τα καράβια. Είτα είχε ζητήσει να λάβει σύνταξιν, αλλά «τα χαρτιά του δεν ήσαν καλά», του είπαν. Τώρα επήγαινεν ως σύντροφος με μισό μερίδιον, με τας λέμβους τας αλιευτικάς και πορθμευτικάς. Ο Νιόγαμβρος είχε στεφανωθεί την προ πέντε εβδομάδων Κυριακήν, και ο γάμος δεν είχε σαραντίσει ακόμη.
Επί δύο ώρας ο Καλούμπας και ο Νιόγαμβρος επερίμεναν τον Μπαμπούκον πότε να έλθη, διά να λύσουν την μπαρούμαν και αποπλεύσουν. Επί δύο ώρας ο Μπαμπούκος έτρεχεν από βράχον εις βράχον, από μονοπάτι εις κρημνόν, κυνηγών τον υιόν του, τον Πάπον. Οι άλλοι δύο υιοί του γερο-Μπαμπούκου έλειπαν. Ο ένας εταξίδευε με τα καράβια· ο άλλος υπηρέτει εις τα βασιλικά. Εκ των θυγατέρων του άλλη είχεν αποθάνει, άλλη υπανδρεύθη εις τα ξένα, άλλη ευρίσκετο εις ξένον σπίτι. Βάκτρον του γήρατός του, διά να υποβαστάζει τα ρευματισμένα και ξεπαγιασμένα γόνατά του, ο γέρων θαλασσινός δεν είχε παρά τον υιόν του τον Παναγιώτην, παιδίον δώδεκα ετών, τον οποίον είχε παρονοματίσει με γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» η μακαρίτισσα η Αργυρώ, η σύζυγος του Μπαμπούκου.
Αλλ’ ο Πάπος τού έφευγεν. Επηδούσεν από βράχον εις βράχον, από ακρογιαλιάν εις ακρογιαλιάν. Αγαπούσε πολύ να τρέχει, να χαζεύει και να μην υπακούει. Όταν δεν ευρίσκετο εις τους αιγιαλούς, κυνηγών καβούρια εις τα θαλάμια, ή μικρά χταποδάκια εν καιρώ γαλήνης εις τα ρηχά, έτρεχεν εις τα Κοτρώνια, άνωθεν της συνοικίας, επί του βραχώδους λόφου, όπου ήτο κτισμένον, σιμά εις τον ναΐσκον του Αγ. Νικολάου, υψηλά εν απόπτω, το σπιτάκι των. Εκυνηγούσε τας φωλεάς. Δεν άφηνε μικράν κουκουβάγιαν να μεγαλώσει, διά να μη λαλούν απαισίως την νύκτα εις τους βράχους. Αν έπεφτε μικρός γλάρος εις τα χέρια του, του έκοφτε τα φτερά, κι εζητούσε να μάθει απ’ αυτόν την τέχνην, πώς να καταπίνει χωρίς να μασά τα μικρά γλυκά, όσα κατώρθωνε να κλέπτει από τον Βασίλην τον Καραμελάν.
Η θαλασσία εκδρομή έμελλε να διαρκέσει 48 ώρας ή το πολύ τρεις ημέρας. Ο Μπαμπούκος δεν ήθελε ν’ αφήσει τον υιόν του να «ξεμπουρδαλιάζει», και εζήτει να τον πάρει μαζί. Αλλ’ ο Πάπος αγαπούσε, ναι, τις βάρκες, αγαπούσε και την θάλασσαν, αλλά δεν έστεργε την πειθαρχίαν. Η βάρκα εκείνη, επί της οποίας θα έπλεε με δύο άλλους ακόμη ο πατήρ του, θα ήτο ως πλωτή φυλακή δι’ αυτόν. Και άμα εμυρίσθη, ότι ο πατήρ του εσκέπτετο να το πάρει μαζί, εφρόντισε να γίνη άφαντος.
Ο γέρων τον εκυνήγησε. Μίαν ή δύο φοράς είδε τον «διακαμό του», τον φεύγοντα ίσκιον του, όπισθεν των βράχων. Ο Πάπος ήξευρε πολλά «κατσαμάκια», ήτοι ελικοειδείς κινήσεις, και τα ποδάρια του «τον άκουαν». Δεν έπασχεν από ρευματισμούς. Ο γερο-Μπαμπούκος πού να τον φθάση!
Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, επέστρεψεν ο Μπαμπούκος άπρακτος, πλησίον των δύο συντρόφων του, οι οποίοι ανυπομόνουν.
                             Μα έλα δα! Έκραξε προς αυτόν ο Καλούμπας, άμα τον είδε να έρχεται χωρίς τον υιόν του· έλα, κι ας κουρεύεται!
                             Καλύτερα, λείπει κι ο μπελάς του, παρετήρησεν ο Νιόγαμπρος.
Ο γέρων θαλασσινός έκυψεν, έλυσε την μπαρούμα, κι επήδησε στην βάρκα. Ομοίως και οι άλλοι δύο.
— Μου έβγαλε την ψυχή ανάποδα, το διαολόσκυλο, είπεν ο Μπαμπούκος, να τρέχω να τον κυνηγώ.
Ήτον πράγματι πολύ ωργισμένος. Άμα εμβήκεν εις την βάρκαν, εξέχασε να κάμει τον σταυρόν του, μόνον είπεν αυτομάτως, χωρίς να σκεφθεί:
                             Καλό πνίξιμο, παιδιά!
Ο Καλούμπας εκάγχασεν· ο Νιόγαμπρος εσιώπησεν. Η Νιόνυφη, η σύζυγός του, ήτις τους εκοίταζεν από το παράθυρον, ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν, το λευκόν μέτωπόν της συνωφρυώθη, και στεναγμός εφούσκωσε το εύκολπον στήθος της.
— Αστοχιά στο λόγο σου, εψιθύρισε.
Της ήλθε τότε η παράξενος ιδέα να φωνάξει οπίσω τον σύζυγόν της, να τον κρατήσει, να μη τον αφήσει να υπάγη. Αλλ’ η τόλμη τής έλειπε και θάρρος αρκετόν δεν είχεν αποκτήσει. Ήξευρεν ότι εκείνος θα την έσκωπτεν ίσως και ποτέ δεν θα επείθετο.
Μόνον όταν απεμακρύνθη η βάρκα, της ήλθον εις την μνήμην άλλαι τινές περιστάσεις και οι φόβοι της κατέστησαν τυραννικοί. Ο γαμπρός αυτός, με τον οποίον προ πέντε εβδομάδων είχε στεφανωθεί, ήτο «ταβατζίδικος», ήτοι διαφιλονικούμενος, βλασφημημένος, είχεν άλλον αρραβώνα, τον οποίον διέλυσε προ μικρού, εις την γειτονεύουσαν νήσον, οπόθεν κατήγετο. Της έλεγαν ότι η πρώην πεθερά του ήξευρε μάγια, ότι θα τον εμάγευε και θα τους έκαμνε κακόν. Πού ήξευρε κι αυτή η κακομοίρα; Αυτόν της έδωκαν, αυτόν επήρε.
Αλλά και τα χρυσοκέντητα ρούχα, τα νυφιάτικα, τα οποία είχε φορέσει διά να στεφανωθεί, κι αυτά επίσης ήσαν βλασφημημένα.
Οι γονείς της τής τα είχαν αγοράσει έτοιμα από μίαν μητέρα, της οποίας η κόρη είχε καταβεί εις τον τάφον, πριν γίνει νύφη διά να τα φορέσει. Ώ, κακοσημαδιά.
Και η Νιόνυφη έκλαυσε.
Εν τοσούτω η θαλασσία ηχώ ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν του γέροντος ναύτου, και από κύμα εις κύμα τον μετεβίβασεν όχι εις την αντιπέραν ακρογιαλιάν, εκεί όπου απλώνονται φιλοπαίγμονα τα ήμερα γαλανά κύματα, αλλ’ εις το κέντρον του πόντου, όπου ο βυθός ο αμέτρητος, η άβυσσος η τρομακτική· αλλ’ εις την εσχατιάν του πελάγους παρά τας ακτάς τα απορρώγας και τιτανείους, όπου δεν υπάρχει αγάπη και έλεος, αλλά μανία και φρίκη.
Άλλος θεατής της απομακρυνομένης λέμβου, εκτός της Νιόνυφης, δεν ήτον, ειμή η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι. Ευθύς μετ’ ολίγον, ο Πάπος, φαγκρίζων και γελών, ως προσωπίς αποκριάτικη, κάτισχνος, μελαψός, και ηλιοψημένος, ήλθε πλησίον εκεί, άμα η λέμβος εμακρύνθη  ως πενήντα οργυιές, κι εκοίταζε τους ναυβάτας, καθ’ ήν στιγμήν άφηναν τα κουπιά, και ητοιμάζοντο να κάμουν πανιά προς το πέλαγος.
                             Καλό κατευόδιο, πατέρα μου, είπε.
                             Γιατί, παλιόπαιδο, δεν πήγες μαζί; τον ηρώτησεν η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι.
                             Για να ρωτάς εσύ, απήντησε θρασύς  Πάπος.
                             Και που θα ερμοκατιάσεις το βράδυ να ψοφολοήσεις; Ο πατέρας θα πήρε μαζί το κλειδί του σπιτιού σας.
                             Έρχομαι στο σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, που έχει τους τρεις τοίχους και τη μισή σκεπή, απήντησε πανούργως ο μάγκας.
                             Αν θέλεις, έλα, είπεν η πτωχή γραία.
Η Σειραϊνώ εκουβαλούσε στάμνες στα σπίτια από τα πηγάδια και τας βρύσεις του χωριού. Ερρόφα ταμβάκον, ήτο συμπαθεστάτη προς τους πάσχοντας, κι επαρηγόρει τον γερο-Γατζίνον και τον γερο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αυτούς πώς να υποφέρωσι τα γηρατεία, οίτινες είχον κοινωνικήν υπόστασιν και είχον υιούς και θυγατέρας. Κι αυτή ήτον έρημη και μοναχή εις τον κόσμον.
Είχε χαρίσει το σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εις μίαν γειτονοπούλαν, προς την οποίαν εσυμπάθησε, χωρίς να γνωρίζει διατί. Με την δωρεάν ταύτην ως προίκα υπανδρεύθη η πτωχή γειτονοπούλα. Η Σειραϊνώ είχε ξεχειμωνιάσει δύο χρονιές εις το μισοχαλασμένον σπίτι τής Σκυριανίνας, της μακαρίτισσας. Το σπίτι είχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ένα ξυλότοιχον και μισήν  στέγην, ανοικτόν, χωρίς χώρισμα. Ο τέταρτος τοίχος είχε καταρρεύσει προ πολλού.
Καθ’ όλας τας πιθανότητας, έμελλε κι εφέτος να ξεχειμωνιάσει εις το ίδιον οίκημα. Εάν η κόρη, την οποίαν είχε προικίσει, δεν εύρισκε τύχην τόσον γρήγορα να υπανδρευθεί, θα είχεν η Σειραϊνώ καταφύγιον μένουσα υπό την αυτήν στέγην μ’ εκείνην. Αλλ’ ηθέλησε να κάμη το καλόν σωστόν και την απήλλαξε της παρουσίας της.
Εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους επήγε πράγματι να κοιμηθεί την νύκτα ο Πάπος. Το κενόν το οποίον άφηνεν ο τέταρτος τοίχος εφράττετο εν μέρει με έν παλαιόν καραβόπανον, το οποίον της είχε χαρίσει άλλος πάλι γείτων.
٭٭٭٭٭
Το φεγγάρι είχε «πιασθεί χειμωνιάτικο», και όλοι έλεγαν, «δίπλα φεγγάρι, ολόρθος καραβοκύρης». Την πρώτην ημέραν ήτο ευδία, και την δευτέραν ως το δειλινόν. Προς το βράδυ ο καιρός εχάλασεν. Απειλητικά σύννεφα είχον σωρευθεί προς βορράν και προς ανατολάς, την νύκτα ο καιρός εχειροτέρευσε πολύ, και προς το πρωί αγρίεψε. Βροχή, άνεμος, τρικυμία.
Καιρός δι’ οψάρευμα δεν ήτο πλέον. Η βάρκα δεν εφάνη να γυρίσει. Οι ναυτικοί έλεγον, ότι ο άνεμος δεν θα επέτρεπε να πλησιάσουν οι τρεις αλιείς εις την απέναντι στερεάν, αλλ’ ή θα ευρίσκοντο τρυπωμένοι είς τινα μικράν αγκάλην της ακτής της νήσου, ή έπρεπε να ερριψοκινδύνευσαν να επαναπλεύσουν εις τον λιμένα. Πιθανόν να ήσαν εις το πέλαγος. Βεβαίως η βάρκα θα έπλεε ξυλάρμενη· εντός ολίγου έπρεπε να έλθουν. «Όπου είναι, θα φανούν».
Την δευτέραν νύκτα ο Πάπος «εκάτιασε» πάλιν ή «εκούρνιασε», καθώς αι όρνιθες και τα περιστέρια, εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους και την μισήν στέγην. Καθώς είχεν αρχίσει να βρέχει χιονόνερον, και να βοΐζει ο άνεμος σείων το καραβόπανον, το οποίον εφαίνετο πασχίζον να φράξει το φοβερόν χάσμα του τοίχου και της οροφής, όπως τα ράκη καλύπτουσι την γύμνωσιν της πτωχείας, κι εγίνετο βοή, κι εκρότουν από το ψύχος τα ολίγα δόντια που έμενον εις το στόμα της Σειραϊνώς, ο Πάπος έτριζε τα δόντια τα ιδικά του, παρόμοια με μουτσούνας Αράπη, την αποκριά, κι έτριβε τας χείρας και εφώναζε:
                             Κοίτα, θεια-Σειραϊνώ, θεια-Σειραϊνώ… Δεν σου φαίνεται σαν ν’ αρμενίζουμε στο πέλαγο τώρα, μαζί με τον πατέρα μου, με τη βάρκα του Καλούμπα; Όλο το ίδιο δεν είναι; Ακούς, θεια-Σειραϊνώ, πώς πέφτει η βροχή, πώς βοΐζει ο αέρας, βρρρρ! … κρρρρ!.... μπρρρ!... θεια-Σειραϊνώ.
Την τρίτην νύκτα, ήτοι μετά νυχθήμερον και εξάωρον από της δείλης της Δευτέρας, ο Πάπος δεν εφάνη πλέον εκεί. Η  θεια-Σειραϊνώ τον επερίμενεν αργά, έως τα μεσάνυκτα, κι ηρώτα όλας τας γυναίκας της γειτονιάς εάν τον είδαν. Αλλά μάτην. Ο Πάπος δεν ήλθε.
٭٭٭٭٭
Επί της ερήμου ακτής, επί της προβλήτος άκρας, εξ ής σχηματίζεται ο λιμήν εν μίλιον αντικρύ της πολίχνης, ενύκτωνεν ήδη και κάτι ζωντανόν εσάλευεν εκεί, πλησίον εις μίαν σπηλιάν, κάτω από ένα υψηλόν απόκρημνον βράχον. Είχεν έλθει εκεί περί την δύσιν του ηλίου. Με την αμφιλύκην της νυκτός, υπό τον συννεφιασμένον ουρανόν της τρικυμίας, δεν εφαίνετο πλέον αν ήτο αγρίμιον ή παιδίον το ζωντανόν, το οποίον εκινείτο εκεί εις το σκότος.
Ο Πάπος είχεν αρχίσει να εντρέπεται, διότι δεν είχεν υπάγει μαζί με τον πατέρα του. Όλοι οι θαλασσινοί έλεγον, τους ήκουεν αυτός να λέγουν, ότι διά να γίνει τις καλός ναυτικός, πρέπει να περάση από φουρτούναν, από πολλές μάλιστα φουρτούνες. Κ’ έπειτα να «κατιάζει» τις, απαράλλακτα όπως οι κόττες, στο σπιτάκι της θεια-Σειραϊνώς με τους τρεις τοίχους και την μισήν στέγην και με το καραβόπανον, δοκιμάζει όλα τα δυσάρεστα της τρικυμίας — χωρίς να μπορεί ποτέ να γίνη καλός ναυτικός.
Ως είδεν ο Πάπος ότι παρήλθον σαρανταοκτώ ώραι, και η βάρκα δεν εφάνη πουθενά, και οι θαλασσινοί έλεγαν, ότι δεν ηδύνατο να είναι εις την αντιπέραν ακτήν, αλλά κάπου περί την νήσον θα ευρίσκεται, και πιθανόν να φανεί οσονούπω — το κακοκέφαλον παιδίον ανησύχησεν, όσον μπορούσε ν’ ανησυχήσει, κι έφερεν όλον τον γύρον του λιμένος, κι έφθασεν αντικρύ προς το μέρος όπου είχεν εκπλεύσει η βάρκα. Εκεί έμενε, κι εκοίταζε το πέλαγος, το χορεύον από αγρίαν τρικυμίαν, κι αγνάντευε, ζητούν να ξανοίξει πουθενά την βάρκαν. Κι έκλαιεν η ψυχή του μέσα βαθιά, κι εδάκνετο η καρδιά του, διότι είχε κάμει παρακοήν και δεν επήγε μαζί με τον πατέρα του.
Η χιονώδης βροχή είχε διακοπή, και πάλιν επανελήφθη, και πάλιν έπαυσε. Και ο άνεμος, βορειανατολικός, Γραίος, εφύσα δυνατά, με όλην την δύναμιν οπού μπορούσεν ο Γραίος να έχει, και την οποίαν ο Πάπος ησθάνετο ότι δεν μπορούσεν αυτός να έχει ποτέ, μόλις δε το τρίτον ή το τέταρτον της δυνάμεως αυτής επίστευεν ότι μπορούσε να έχει.
— Κάμε, Θε μου, έλεγεν ο Πάπος, να ’ρθ ει ο πατέρας μου, και να μη με καταριέται που δεν επήγα μαζί του. Άι μ’ Νικόλα μ’, που σ’ έχω γείτονα, ούτε σου έφερα ποτέ κερί και λιβάνι…. Άχ! καμμιά φορά έκλεψα κανένα σπίρτο ή κανέν’ απόκερο από μέσ’ απ’ το εκκλησιδάκι σου, μπροστά στο κόνισμά σου, οπού συ έκανες πως δε με γλέπεις… για να κυνηγώ τις νυχτερίδες και τα κουκουβαϊόπουλα τη νύχτα… μη με ξεσυνερίζεσαι, και φέρε γλήγορα τον πατέρα μου πίσω… και να μη βαρυγνωμά που δεν πήγα μαζί του… κι εγώ να σου φέρω άλλα τόσα κι άλλα τόσα κι άλλα τόσα, όσα σπίρτα και κεριά σου έκλεψα.
٭٭٭٭٭
Με την αμφιλύκην της εσπέρας είχεν ιδεί ο Πάπος, πέραν εκεί, ανοικτά, εις το πέλαγος, ένα πράγμα ωσάν φελλόν, ωσάν κέλυφος καρυδίου, να παραδέρνει και να κατέρχεται εις τον αφρόν των κυμάτων. Λευκόν ιστίον όχι, αλλά μαύρον πράγμα ως μίαν κηλίδα. Ύστερον επυκνώθη η αμφιλύκη και έγινε νυξ. Και αφού παρήλθεν ώρα αρκετή, πόση δεν ήξευρεν, αλλά «μια ώρα, μια ωρίτσα», του εφάνη ν’ ακούσει βρόντον, είτα συγκεχυμένας κραυγάς, είτα πάλιν συριγμούς οξείς και φοβερόν ροίβδον, είτα τον ρόχθον του κύματος, όστις τα συνεκάλυπτεν όλα και τον οξύν γογγυσμόν του ανέμου, όστις τα έπνιγε όλα.
Ο Πάπος ήλπισεν, επίστευσεν, ότι εκείνο το μελανόν σημείον ήτο, χωρίς άλλο, η βάρκα, η φέρουσα τον πατέρα του. Και ήκουσε τον ρόχθον εκείνον και την κραυγήν, τα οποία ηπείλει να συγχέει ο άνεμος, και δυνατόν να μην ήσαν άλλο τι ειμή ιδιότροποι ήχοι της τρικυμίας˙ και όμως ο μικρός θαλασσινός μάγκας ήτο βέβαιος, ότι οι θόρυβοι εκείνοι ήσαν χωριστοί, ότι ο κρότος ήτο προσαράξαντος σώματος και η κραυγή, κραυγή αγωνίας.
Εις την κραυγήν ταύτην απήντησεν ο Πάπος διά σπαρακτικού ολολυγμού. Ήρχισε να κλαίει μετά λυγμών. Ο πατήρ του βεβαίως επνίγετο. Και αυτός δεν ηδύνατο να τον βοηθήσει. Ω, να είχε τόσην δύναμιν, τόσην, όσην ο άνεμος και η θάλασσα!
Αστραπή διέσχισε το σκότος. Ως εκατόν οργυιάς ανοικτά εις το πέλαγος, είδεν ο Πάπος εν ακαρεί μαύρα τινα σώματα προεξέχοντα άνω <του> κύματος.
                             Τ’ Αραπάκια! επρόφερεν εν μέσω των λυγμών του ο νέος. Απάνω στ’ Αραπάκια έπεσαν. Ω, κι εγώ που δεν επήγα μαζί τους.
Η πρώτη ιδέα του ήτο ότι, αν είχε πάγει μαζί, θα τους εγλύτωνε. Η δευτέρα ορμή του ήτο να γδυθεί να πέσει εις την θάλασσαν, ή χωρίς να γδυθεί να κολυμβήσει να τρέξει εις βοήθειαν του πατρός του. Αλλά πώς! Πού να πάγει; Πώς να φθάσει εκεί; Μήπως ήτο πλησίον; Ησθάνθη, ότι θα εγίνετο ασφαλώς λεία του κύματος ή σύντριμμα των βράχων.
Η τρίτη σκέψις του υπήρξε να φωνάξει προς την πολίχνην, εις τους κατοίκους, εις τους φίλους και τους γείτονας, να τρέξουν με βάρκες να σώσουν τους πνιγομένους. Αλλ’ έπρεπε να τρέξει χίλια βήματα τον ανήφορον διά να φθάσει εις την κορυφήν της ακτής, οπόθεν αντίκρυζεν η πολίχνη. Και αι φωναί του, όσον οξείαι, όσον διαπεραστικαί και αν ήσαν, δεν θα ηκούοντο πέραν· θα επνίγοντο και θα εβωβαίνοντο εν μέσω του φοβερού βόμβου της τρικυμίας.
٭٭٭٭٭
Τ’ Αραπάκια ήσαν ύφαλοι, ή μάλλον σκόπελοι, ολίγον ανέχοντες άνω του κύματος μαύρας οξείας κορυφάς. Ο Πάπος ενθυμήθη ακουσίως την στιγμήν εκείνην εν αυστριακόν θωρηκτόν, το οποίον, κατά τον αποκλεισμόν του 1886, εφάνη ότι εκινδύνευσε να πέσει επάνω στ’ Αραπάκια, αλλά δεν έπεσε. Τότε αυτός ήτο επτά ετών, και το ενθυμείτο καλά.
                             Ήταν μαζωμένοι (έλεγεν ακουσίως μέσα του) πέρα στο Μεγάλο Λιμάνι, ο μπαρμπα-Λουκάς ο Κοτίμπας, ο Διολέττας, και τόσοι άλλοι θαλασσινοί, κι εκοίταζαν τ’ Αυστριακό, κοτζάμ βουνό, που γύριζε κατά τα νησιά, και λιγάκι ήθελε ακόμη να πέσει στα ρηχά, κοντά στ’ Αραπάκια, κι επαρακαλούσαν κι έλεγαν: «Παναϊά μ’, να πέσ’ απάν’ στ’ Αραπάκια, Παναϊά μ’, να πέσ’ απάν’». Και με μια βόλτα, έστριψε πάλι, κι έφτασε κατά τα Μυρμήγκια, κι ο μπαρμπα-Λουκάς είπε: «Γλύτωσε απ’ τ’ Αραπάκια, απ’ τα Μυρμηγκάκια να μη γλυτώσ’». Μα κι από κει γλύτωσε.
Και τ’ Αραπάκια, τα οποία εφείσθησαν των Αυστριακών, συνέτριβον σήμερον την βάρκαν του πατρός του, και τον έπνιγον, αυτόν και δύο άλλους δικούς μας! Ω, κάμετε έλεος, καλά Αραπάκια, γλυτώστε τους και μην τους αφήνετε να πνιγούν! Έλεος, Αραπάκια, έλεος!
˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙˙

Λίαν πρωί, τα εξημερώματα της Πέμπτης, δύο μεγάλαι και δυναταί λέμβοι επήγαν κ’ έψαξαν τριγύρω εις τ’ Αραπάκια, μεταξύ της Ασπρονήσου και της Άρκτου, και κατά μήκος της Πούντας ακτής, και πλησίον εις τα «Μυρμήγκια», τους άλλους σκοπέλους, προς τον λιμένα. Αλλά δεν εύρον σώμα, ούτε ανθρώπου ούτε λέμβου.
Δύο ή τρεις ημέρας ύστερον, όταν έγινε γαλήνη, μία βρατσέρα ξένη εύρε κωπίον επιπλέον εις το κύμα, προς το μέρος το αντίθετον του πελάγους. Και άλλος πάλιν αλιεύς εύρεν αλιευτικά σύνεργα, τα οποία είχον εξοκείλει εις την άμμον.
Και αν ήτο πραγματική η όψις την οποίαν είχεν ιδεί ο Πάπος, σώματα προσκεκολλημένα επάνω εις τας υφάλους Αραπάκια, και αν πράγματι είχεν ακούσει αγωνίας κραυγάς και αν η φαντασία τον είχεν απατήσει, οι άνθρωποι εθεωρούντο χαμένοι πλέον. Μετά τόσας ημέρας δεν ανεφάνησαν. Είτε εις τ’ Αραπάκια είτε αλλού ενομίζοντο πνιγμένοι.
Την ογδόην ημέραν από της εκδρομής των, τα πτώματα των δύο πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν ευρέθη.
Ω, τις θα διηγηθεί τα συναξάρια των θαλασσομαρτύρων τούτων, των βιοπαλαιστών, των αξίων παντός οίκτου και συμπαθείας; Κατά παν έτος η θάλασσα μάς ζητεί το θύμα της. Φρίκη και πένθος διαχύνεται ανά την μικράν μας νήσον.
Όταν μετά την συμφοράν επανείδε τον Πάπον, όστις εφαίνετο τόσον σύννους και σοβαρός ώστε εφάνη ότι διά της συμφοράς είχε γίνει διά μιας ανήρ, η πτωχή Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι, κλαίουσα όσα δάκρυα της είχαν μείνει από τα ιδικά της παθήματα, η πρώτη λέξις την οποίαν εύρε να του είπει ήτον:
                             Καλά που δεν επήγες μαζί, παιδάκι μου.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.