Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαλτέζος Ιωάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαλτέζος Ιωάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

ποίημα χωρίς τίτλο (Άλαλα λόγια...)

του Ιωάννη Μαλτέζου

(3o Βραβείο Α' Πανελλήνιου 
Ποιητικού Διαγωνισμού
"Καισάριος Δαπόντες")

Άλαλα λόγια ψέλλισαν, οι άνεμοι κι οι ίσκιοι
κι η πίσω της Πανσέληνου, απόκρυφη πλευρά της,
εκείνην π’ Ήλιου φώτισμα, ποτέ της δεν την βρίσκει
και σέρνει τα μυστήρια, των άστρων στην φορά της

και το βαθύ του πέλαγους, γαλάζιο των κυμάτων,
μαζί με τις χρυσόπνοες, ακτίνες με το φως τους,
στα μάτια που λαμπύριζε, αρχαίων αγαλμάτων,
θαρρείς και μες το μάρμαρο, κτυπούσε ο παλμός τους

κι αυτά τα λόγια σμίγανε μ’ ανάσες που παλλόταν
σε σκορπισμένα μάρμαρα κι ερημικά ξωκλήσια
και σε ναούς Ρωμαίικους, π’ ακόμα ορθωνόταν,
σε χώματ’ αλησμόνητα, στου Γένους την Οδύσσεια

και γένναγαν την πρόκληση και την Αγία φλόγα
ενός ονείρου που ‘χαμε από πολλού ξεχάσει
Θείου κι αρχαίου Έρωτα που πρόσφερε την ρόγα
απ’ τον μαστό που έπρεπε το Γένος να θηλάσει

και ήταν οι αγώνες του κι η πίστη Στον Χριστό του
κι η δύναμη της τρέλας του για την Ελευθερία
παρά με πλούτη ανήθικα, δούλος στον εαυτό του
και σ’ άλλους ξένους άρχοντες με δίχως Ιστορία…..

Όνειρο του Ιωάννη Μαλτέζου

Σ’ ένοιωσα αναδεύτηκες κάτω από το στρώμα
κι είπες δειλά : ξημέρωσε, θα πρέπει πια να φύγω,
στα βιαστικά χαϊδεύτηκες, με το δικό μου σώμα
που προς στιγμή φανέρωσε, τον παθιασμένο τρύγο,

αυτόν εκειού του έρωτα της νύχτας που ‘χε φύγει
κι είπα μόνον: Αγάπη μου, ψιθυριστά στο στόμα,
με πάθεια ανημέρωτα, που το φιλί τυλίγει,
ώ θηλυκέ Σατράπη μου, δεν χόρτασα ακόμα……

Κι εσύ γλυκά ναζιάρικα, μου ‘πες: ξανά το βράδυ,
κι άφησες πίσω τ’ άρωμα, της κοσμικής σου αύρας,
μαζί μου παιχνιδιάρικα, να μ’ ακουμπά σα χάδι,
ερωτικό καπάρωμα, των πάθειων μας της λαύρας…..

Κι ως έφυγες απόμεινα, μονάχος με την σκέψη,
πως ήσουν μόνον όνειρο, η μέρα που ‘χε διώξει,
κι όσο κι αν σε θυμόμουνα, σε είχε ήδη κλέψει,
μα η καρδιά μου κι όνειρο, πάλι θα σε μαζώξει…

Απρίλης του Ιωάννη Μαλτέζου

Του Απριλιού τα μάτια της τα μπλε με σεργιανάνε
με τις μαβιές ανάσες της στα πορφυρά της πλάνα
και μυστικά του κόσμου της σαν χάδια τραγουδάνε
με ξέπνοα αγγίγματα σε νυφική αλάνα

και σμίγει με τα όνειρα που πίνει 'π' τα φιλιά μου
και γίνεται οι πόθοι μου και τα κρυφά μου θέλω
μοσχοβολά λικνίζεται γελά στην αγκαλιά μου
κι έχει τον ήλιο πρόσωπο στο βλέμμα της για βέλο

κι όπως μετρά τον έρωτα αδιάφορα περνώντας
και ρίχνοντας ανέμελα ματιές που ξεσηκώνουν
μες την καρδιά μου θάλασσες το είναι μου μεθώντας
μέσα στο μπλε το βλέμμα της πεθύμιες ζευγαρώνουν

και χίλια δυο σκιρτήματα ξυπνούν τα κύτταρά μου
και γίνεται η Άνοιξη πυρπολημένος Ήλιος
στον Ουρανό χαράζοντας τροχιά για τα φτερά μου
ενώ στα στήθη μέσα μου πάθους ξεσπά εμφύλιος

και γίνεται ο Έρωτας ο καλπασμός στο αίμα
που κλείνει μες την φούστα της τα μυστικά της ζήσης
κι ανάλαφρα βελούδινα το διάβα της σαν κρέμα
αφήνει στα ξοπίσω της, της αύρας της προκλήσεις….

Το ξέρεις πως οι Έλληνες

Το ξέρεις πως οι Έλληνες, ήταν Θεοί μονάχοι,
σε μία γη που έσφυζε, από λαούς χιλιάδες,
που ‘ταν θνητοί τους, όλοι τους, φοβούμενοι αμάχη
και κόντρα με τον θάνατο, νεκροί ζωής ραγιάδες,

γιατ’ όσο τον ξορκίζανε, πάντα τον κουβαλούσαν,
μες τις ψυχές τους κι ήτανε, η ζήση τους αρρώστια
κι ο φόβος τροφοδόταγε, το τέλος που μισούσαν
κι εκείνο τους κατέτρωγε, ως μέσα στα εντόστια,

ενώ αυτοί οι Έλληνες, τον Θάνατο πνοή τους,
τον κάνανε και ζούσανε, φόβου απαλλαγμένοι
κι απλά τον θεωρούσανε, κομμάτι στην ζωή τους
και ξέρανε πως ήτανε, μαζί του γεννημένοι

κι αυτό Θεούς τους έκανε και ζούσαν με λαχτάρα,
παρέα με τον Θάνατο και την Αθανασία
κι ήταν αυτό που έκανε, την των Ελλήνων φάρα,
να ζει πάντα ελεύθερη κι έτοιμη για θυσία….

Αυτούς λοιπόν τους Έλληνες, τους ζήλεψαν οι άλλοι
κι ωσάν κι εκείνους βάλθηκαν κι αυτούς να μετατρέψουν
και βλέπεις το κατόρθωσαν, δίχως πολύ μεγάλη,
από αυτούς αντίσταση κι αυτούς να καταστρέψουν

και πια το βλέπεις, άθλιους, θνητούς κι αυτούς εκάναν
και είδανε τον Θάνατο, τώρα, σαν τον εχτρό τους
κι εκείνων που ελέγαμε, τον φόβο τους εβάναν
κι αυτοί μέσα στο είναι τους, νέο αφεντικό τους

και τούτο το κατόρθωσαν, με ψεύτικα στολίδια,
που σαν αυτοί τα δέχτηκαν, τους πήραν τις ψυχές τους,
κι οι αρετές κι η πίστη τους, όπως κι ο νους τους ίδια,
βουλιάξανε και χάθηκαν, στις ανασφάλειές τους…..

Βασίλισσα γονάτισε ἡ Πόλη του Ιωάννη Μαλτέζου

Βασίλισσα γονάτισε, πού ζοῦσε χίλια χρόνια
καί κυβερνήτης ἔστεκε καί σέ λαούς καί πόλεις,
ἐμπρός στόν Τοῦρκο βάρβαρο καί πίκρας καταφρόνια,
τήν λάμψη της σκοτείνιασε καί Τύραννος ἐφ’ ὅλης,

τῆς Ἅγιας της κληρονομιᾶς, ἔγινεν ἡ χατζάρα
κι ἡ βία καί ἡ κόλαση καί τό βαθύ σκοτάδι,
κάθε Ρωμηοῦ, κάθε Ρωμηᾶς, σκλαβιᾶς πικρῆς, τρομάρα
καί σύρθηκε τό Γένος της, μέ τό στανιό στόν Ἄδη.

Πικρή ἠ μέρα σήμερα, πικρή ἦταν καί τότες,
πού πέρασαν τά τείχη της, τῆς συμφορᾶς τά κτήνη,
ἀνόσιοι καί βέβηλοι, μυριάδες στρατιῶτες
καί σκόρπισαν τόν θάνατο καί φρίκης σκοτοδίνη.

Κι ἀπέμειν’ ἡ Ἁγιά Σοφιά, γυμνή καί δηωμένη,
σάν θλιβερό κατάλοιπο, τῆς Αὐτοκρατορίας
καί ἡ Κυρά μας Παναγιά, μόνη καί βουρκωμένη,
νά καρτερᾶ τήν λύτρωση, δεσμῶν καί Ἱστορίας.

Ἑάλω ἡ πόλις Ιωάννης Μαλτέζος


’Αγγέλου χέρι ἒκτισε, θεμέλιο μαρμαρένιο
καί κάστρο πού προστάτευε, τοῦ Μέγα Κωνσταντίνου,
τήν πόλη καί τόν κόσμο της, ψηλό καί γρανιτένιο,
ἐνῶ ψηλά ἀχνόφεγγε, σκιά ἡμισελήνου

κι ἡ σμαραγδιά της ὂψη της, δέν ἒμοιαζε θανάτου,
μόνον ἀρχή πανσέληνου κι ἀρχή χιλίων χρόνων,
Βασίλειου γῆς Ρωμαίικου κι ‘Ελλήνων ’Αθανάτου,
στό διάβα τῶν ἑπόμενων, τῶν ἒνδεκα αἰώνων

κι ὁ χρόνος ὃταν τέλειωσε καί ἦρθε τῆς κατάρας,
ἡ ὣρα γιά τό πάρσιμο, τῆς Αἰωνίας πόλης,
χίλια φουσάτα διάβηκαν, τῆς πιό χυδαίας φάρας,
τά κάστρα σάν ἀνάθεμα, ἀπαίσιας πανώλης

και γίνανε οἱ πῦλες της, οἱ δρόμοι κι οἱ πλατεῖες,
τῆς κόλασης προθάλαμος καί τῆς ζωῆς σφαγεῖο,
μιᾶς Μοίρας ἀναπόφευκτης, ἀπό γνωστές αἰτίες,
πού ‘χ(ε) ἀπογίνει εὒθραυστη, σάν πήλιν(ο) ἐκμαγεῖο.

Ἲδια ψυχή καί μάχητα κι ἲδιου λαοῦ τό αἶμα,
καί στήν Κωνσταντινούπολη, ὃπως στίς Θερμοπῦλες
καί ἡ θυσία ἒγινε, ἲδιο τοῦ θρύλου ρέμα,
π’ ἀφρίζοντας ξεπήδησε, στοῦ Ρωμανοῦ τίς πῦλες,

τούς Ἓλληνες ποτίζοντας, γιά πάντα στούς αἰῶνες,
ἀπό τό νάμα τ’ Ἃγιο τους, μήν καί ποτέ ξεχάσουν,
τό χρέος τους στούς πρόγονους, γιά πίστη καί ἀγῶνες,
τήν Πόλη πρίν λυτρώσουνε, ποτέ μήν ξαποστάσουν.

Κι ὁ Κωνσταντῖνος ἒπεσε, σάν νέος Λεωνίδας,
«πιστός τοῖς κείνων ρήμασι», ὡς Ἓλληνας ὁπλίτης
ἀκόμη ἓνας μάρτυρας, γιά χάρη τῆς Πατρίδας,
καί Βασιλεύς ταυτόχρονα κι ἐλεύθερος πολίτης…
.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.