Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρανάς Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρανάς Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

καμιά άλλη καραμέλα

Σου ύφαιναν οι ορίζοντες στην πλώρα μια κατάρα
με γλάρου οίκτο έγδερνε το τζάμι η βροχή.
Σαν χθες δεν θα ταν άραγε που σήκωνες αντάρα
σε πόνου αχαλίνωτο κ αβάστακτο κορμί.

Ξεπέζευαν τα δάκρια καθώς μονολογούσες
μια νύχτα που στην άγκυρα φουντάριζες σιωπή.
Στην ρότα που πια έσερνες δεν πέθαινες δεν ζούσες
σβηστό καραβοφάναρο σ ανέμων κουπαστή

Με στίγματα ανορθόγραφα και λέξεις κουρασμένες
την μάνα στο ανάθεμα σκορπούσες με ποτό.
Η ζάλη ελοχεύσιμη σ εικόνες μπερδεμένες
σου έγνεφε γυρνώντας σου το βλέμμα στο κενό.

Το μέτωπο ρυτίδωνε στα χείλη ισάλου η πλήξη
γυμνού φορούσε η ανάσα σου κολόνια πυρετου.
Απέριπτες περήφανα αυτά που χες βαπτίξει
καθώς στη βάρδια αμίλητη σε κοίταζε η μαιμού.

Λεπτό στιγμής παρέμεινες σ υπόγεια ξηρασίας
μιας νύχτας η ανάνηψη σε σκεύη ουρανου.
Τα κύμματα σου χάραξαν πειστήρια σκευωρίας
για χίλια χρόνια ένοχος,φονιάς υγρός του νου

Ο φάρος λύπες έπαιζε μα η πίπα σκονισμένη
οι γάτες στο κατάστρωμα φολιάζαν τον καπνό.
Αλήτη μου οι φόβοι σου μικροί μα γερασμένοι
μιας φάκας το υπόλειμα με θύτη τον εχθρό.

ο γλάρος και το φίδι

Αυλάκωνε την νιότη μας ο πόνος με ρυτίδες
με λάθη η νύχτα έριζε της μέρας τη φθορά.
Ταξίδι με ανάποδες και κάτω τις ασπίδες
τα φώτα σπίρτα καίγονταν σαν κόβαν τα σχοινιά.


Σκουριά είχες στο χάρτη σου για εξάντα το ψαλίδι

μποτζάριζες σε τέμπερες ξεβάφοντας μπογιά.
Ενώθηκαν στο στήθος σου ο γλάρος με το φίδι
τα μάτια καθώς σφάλιζες ασθμαίνοντας στεριά.


Αφήνοντας στο δέρμα σου καπνούς να ελλοχεύουν

επέπλευσες σ απάτητους πλανήτες αποχής.
Με ξόρκια λύπης κύματος σε βράχους που χορεύουν
με σμίλεψες ροζ χάος σου σαν δάκρυ προτομής.


Νερό του δρόμου φώλιαζες στις φλέβες μπολιασμένο

με λάσπη απαστράπτουσα στων άστρων τη σκιά.
Δυο ψύχρες ανατέλλουσες σε δύσης πεπρωμένο
παρέλυαν με σύννεφα τον ήλιο στ ανοικτά.


Η λόγχη που δεν τράβηξες με φόβο για να ρίξεις

σ ερώτων σανατόρια κρεμάστηκε με φως.
Με νεύματα απροσάρμοστα σε λέξεις δίχως στίξεις
στη νέμεση της ρότας σου προσφέρθηκα αμνός.

απελπιδρομα

Μιας ψεύδους λύσης αίνιγμα σε μπάρκο λάθους πλοίο
με πέννας το κακόφημο σκιτσάρισμα ρετρό.
Ληστής ήσουν που κούρσεψες θεού ντροπής φορτίο
με όρντινα φουντάροντας χρυσάφι στο βυθό .

Χωρίς να στάξει η μέθη σου φθαρμένο αίμα δράκου
με δίχως κουρελότσουφλων την δύνη για πανιά.
Με βρώμα στύσης εύθραυστη στην τσάκιση του φράκου
σε ύπνους τόσο ευαίσθητους με γυάλινα κουπιά..

Αφέθηκες ασάλευτος σε κόσμους τρομοφθόνους
τρικλίζοντας σε άνυδρους θανάτους μοναξιά.
Χαρίστηκαν οι σκέψεις σου, φυλλάδες σ υπονόμους
δειλά κάθε που κύρτωνες τα χείλη στη φωτιά.

Δεν ήταν ότι έζησες στημένη ουτοπία
κ ας έπεφτες στο μπλόκο τους σαν πιόνι μπαλαντέρ.
Αδέκαστα σ απέλασαν σε μαύρη φαντασία
να σ έχουν τόσο απρόθυμα παλιάτσο και ζογκλέρ.

Κ αν νόημα δεν άδραξες σ αυτά που χες πιστέψει
κ αν μάταια πια χάθηκες στην ίδια διαδρομή.
Θα πρέπεις νέφος στ όνειρο προς θέαμα και τέρψη
φυγάς πια αναλώσιμος σ οθόνης κουπαστή.

Θα σπάνε οι νυχτόψυχες θλιμμένες λεβαντίνες
σαν γόησσες ιππόκαμπες με διάσκορπα φτερά.
Οι γόπες σου καθάριες θα πέφτουν σε σεντίνες
υπέργεια θα καίγονται σε πόνου αστροφεγγιά..

Θα γράφουν οι ορίζοντες στημένα λάσπης μίλια
ο πόνος θ αναλώνεται σε πένθιμα πορνό.
Υδρόβια στα κύματα με στέρφα από κοχύλια
θα πέφτεις στο αλέγρο τους πεσκέσι στο χορό.

Θα στάζει το σινιάλο σου ιδρώτα κ ίσως δάκρυ
χιλιάδες μες τις χούφτες σου γοργόνες θα πενθούν.
Κρατώντας όπως πρώιμα ανάποδα την άκρη
θ αφήσεις στ άδεια μάτια σου τους φάρους να σβηστούν.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΑ ΟΡΓΚΑΘ


Βασισμένο στον πίνακα του Δομίνικου  Θεοτοκόπουλου

“EL ENTIERRO DEL CONDE ORGAZ 1586-1588 μ.χ.”

Αχοί αειμακάριστοι απλώθηκαν στην πόλη
τα σήμαντρα αλυχτούσανε  βαριά στη Σαν Τομέ.
Σαν τότε που αρρώσταινε στους δρόμους  με πανώλη
η σάρκα κακοφόρμισε, verdar para pique.



Κατέβαινε ο θάνατος, ομίχλη στο Τολέδο


μ αργόσυρτα τα βήματα στου χρόνου τα στερνά.

Σαν άσωτος επέστρεφε, σκιά ο Δον Παρέδο,

υπόλογος στην πίστη Της μισεύοντας κεριά.



Η μάνα που τον λάτρεψε κρατώντας τον διωγμένο


στις φλόγες τον ανέθρεψε με κέρινη θηλή.

Με θρίαμβο απ την πτώση του, θωρώντας τον πια ξένο

σκοτάδι τον στιγμάτισε πετώντας τον στη γη.



Ταξίδεψε ονείρωττα με σύννεφου μαντήλι


λαθραία στο μετάξι του,  λεκές στον τροπικό .

Ο άνεμος τον χτύπαγε γεμάτο στη σελήνη

σαν πρώιμο και ύστατο δυνάστη διαλεκτό.



Χωρίς πυξίδας λάθεμα, γκρεμίστηκε απ τ αστέρια


με λάσπη όπως του πρεπε βαπτίστηκε κορμί.

Την πείνα του ξεγέλασε με άσπρα  περιστέρια

διαλέγοντας δυσοίωνους τριγμούς να πορευτεί.



Στης γέφυρας το πέρασμα χαμήλωσε το βλέμμα


τον πρώτο σαν συνάντησε λιπόψυχο θνητό.

Τον φίλεψε μ υπόσχεση, στης ύπνωσης το ψέμα

σαν έβρισκε στα μάτια του  θυσία με σκοπό.



Ο κόσμος δάδες άναβε περνώντας το ποτάμι


τα σύννεφα ναυάγησαν σε όχθες σκυθρωπές.

Τα ρούχα φτώχειας σύμπλεγμα, φροντίδα μα χαράμι,

φθαρμένα μες τις φόδρες τους με σκόρου ενοχές.



Γυναίκες στα καζάνια τους σιγόβραζαν σιτάρι


οι δούλες περιφέρονταν σκυφτές στα πλυσταριά.

Ζευγάδες σκνίπα τρίκλιζαν κοιτώντας  το φεγγάρι

μποτίλιες μιας ονείρωξης σε λύπης καπηλειά.



Ο δον Γκονζάλο άχρωμος με μάτια  κουρασμένα


στο ξύλινο κρεβάτι του κειτότανε  βαθειά.

Τριγύρω του η ομήγυρη θρηνούσε υπνωμένα

καθώς ο ξένος γέλαγε ξωπίσω απ τη βαριά.





Οι μέρες του στριμώχθηκαν σε ξύλινο θηκάρι


τα φώτα χαμηλώσανε σαν άρχιζε η  πομπή.

Το σούρουπο ενάρετο, στην πλώρα του βαρκάρη

πυγμή ωστόσο ζήσιμη δεν είχε να σταθεί.



Το δέρμα δεν περίμενε πληγή  για να ματώσει


η ρόδα σαν στο λάσπινο κυλούσε βιαστικά.

Κατάστηθα δαμάσκηνα, του φόρεσε η Γιόσι

το πρόσωπο σαν κάλυπτε με πένθιμα πανιά.



Ο Χόρχε λιποψύχησε θλιμμένος να κοσμήσει

με κέρματα σπανιόλικα τα μάτια στο νεκρό.
Επέλεξε αλίμονο πινέλο να  βαστήξει
σμιλεύοντας το πρόσωπο με κίτρινο ωχρό.



Σ υπόγεια παραμόνευε μιας ρέμπελης πορείας

σουλάτσο σαν με ράθυμο γλιστρούσε σ εποχές.
Προσκόμιζε στ αθάνατο τελάρα οκνηρίας
νεκρών καθώς συνέχεια ,ζωγράφιζε γιορτές.


Κ ο πίνακας υπέφερε, ιδρώτας στην φανέλα
μ ασκόνιστα γεμίσματα και χρώματα  ψυχρά.
Με ζάχαρες που ζάλιζαν, πικρά μια καραμέλα
το φόντο είχε ένοχη, μιας τέρψης συνοχή.



Η μοίρα δεν προσπέλασε, στοργή στο κοιμητήρι,

σε πόρτα νιότης διάβηκε, κατάλοιπο ζωής.
Μιας λήθης η κατάνυξη σ αιώνων το ψαλτήρι
κομψά καημούς δυνάστευε στο  έλος της στιγμής.



Στα μάτια η απώλεια σκιρτούσε  λιμασμένη

η Γιόσι έπλεκε δάκρια, σε πίκρας υφαντό.
Τον έρωτα που έκρυβε σε πάθους οικουμένη
τον έδυσε στο δείλι του, φιλώντας το σταυρό.



Μα πάνω απ το σκέπαστρο που όλους διαφεντεύει

ξεπρόβαλε υπέρλαμπρη δυο άγγελων χροιά.
Με μύρο που απλώθηκε σ ευχής την παινεμένη
αγκάλιασε το σώμα του μ ολόλευκα φτερά.



Ευθύς ο κόσμος ρίγησε ορθώνοντας το βλέμμα

καθώς με θέρμη οι άγγελοι αγιάζαν τα φλουριά.
Στην αίγλη τους ευλόγησαν πληγών το κάθε ψέμα
σαν χάριζαν στην νύχτα του λαμπάδας φυλαχτά



Ο ξένος όμως έκπτωτος με λύσσα  μανιασμένη

πετώντας ίσκιος άρπαξε τον κόμη απ τα μαλλιά.
Στο μαύρο καλεντάρι του, τον είχε χρεωμένο
το σώμα σαν δεν στόχευε να κλέψει μυστικά.



Κατάρα τον κουβάλησε σωσμένο απ το μνήμα

με βλέμμα λύκου λαίμαργο τον  έπαιρνε απ τη γη.
Το χώμα θύτης έχασκε λιπόψυχα σαν  θύμα
δειλά σαν μέσα του έμπηγε μονάχα το κορμί.

Οι άγγελοι ξωπίσω του με δόντια γυαλισμένα
τον πήραν στο κατόπι του να σώσουν την ψυχή.
Ο ξένος όμως βάσταγε μ ευλάβεια τα καμένα,
γυμνά ενόχου ένοπλα του δρόμου τους φτερά.

Ο Χόρχε πέρα έστεκε με δάδα πια  σβησμένη
με χρώματα την έκρυψε γελώντας φθονερά.
Στο νου του αλληγόρησε μια βλέψη λαθεμένη
δειλά καθώς του έργου του, τελείωνε δουλειά.


Στην γη ο κόσμος έμεινε χωρίς  παλμό και σθένος
ορώντας κάποιον ύπουλα να κλέβει τον νεκρό.
Οι λόγχες των δυο άγγελων μακριά απ τ άγιο μένος
δειλά κ απαρηγόρητα σκουριάσαν στον κλαυθμό.


Γυμνοί στο περιθώριο σίγησαν  νικημένοι
προσμένοντας του ύπνου τους την ύστατη φυγή .
Την θλίψη μες το αίμα τους νοθεύσαν δακρυσμένοι
με οίκτο σαν τους κοίμιζε  γαλήνιο η ντροπή.

Μιας στέψης τρόμου αγάλματα μαρμάρωσαν χαμένοι
προσφέροντας την πίστη τους μ επίφοβη σιωπή.
Στη πόλη δεν απέμεινε, θνητός που να προσμένει
του κόμη νεκρανάσταση, ελπίδα στην αυγή.

Κ ο ξένος πήγε έκρυψε  φωτιά τον πεθαμένο
σε κρύπτη απαστράπτουσα του  πόνου πορφυρή.
Τον έστεψε στ αθάνατο χωρίς πια πεπρωμένο
να ζήσει πρωτογέννητος, ξανά απ την αρχή.104

Οι δείκτες χρόνια νίκησαν κ ο Χόρχε ξεχασμένος
στον πίνακα πειστήριο δεν βρήκε να σωθεί .
Δεν έμαθε πώς θα πρεπε αν ήταν διαλεγμένος
τον ξένο αν στις μέρες του ,τον φίλευε πυγμή.108



Το πρόσωπο πια σβήστηκε αδέξια με νέφτι

στην μνήμη μύθος στάθηκε  θλιμμένη προσμονή.
Θλιμμένος καθώς έφευγε κοιτώντας τον καθρέπτη
νανούρισε τα λάθη του γυρνώντας το κλειδί.



Το γέρικο στον ίσκιο του κουφάρι  πήρε βράδυ

τα βήματα τον έστελναν στο φως  της Αλκαντάρ.
Θηλιά στερνής μετάνοιας φορούσε  γι άγριο χάδι
χορδή μιας φάλτσης έσπασε μπαλάντας με σιτάρ.

Αθάνατη την τέχνη του δεν  έμελε να σώσει
προδίδοντας ακόμιστα, στον ξένο τον Θεό.
Κ αν μάταια ο πίνακας στον χρόνο θα σκεβρώσει,
το ξύλο απ την κορνίζα του, θα μένει στο Τολδόθ.

ΙΜΑΤΖΙΝΑΓΙΟΥΜ

«Σαν νύφη που δεν έπλευσε στ ατάραχα νερά μου
Σαν κύμα που κολύμπησε  στα μαύρα μου πανιά.
Σαν οίστρος που δεν  οίκησε στα πρώιμα στερνά μου
Σαν ό,τι δεν φαντάστηκα ντυμένο  στα λευκά.»

Γοήτευε με δέκατα, τα χρόνια μου ο δείκτης
χωρίς να πέφτει ξέπνοη στο χώμα σου η οσμή.
Χρησμός στης ζήσης τ άρρητο, το πάθος σου σα μύστης
θαμπό στην μεθερμήνευση,  ταξίδευε ρωγμή.

Τί τάχα από εμένα σου μου είχες  να θυμόμουν
μ  αρνιόσουν όσο πέθαινες, στριμώχνοντας ζωή.
Ουσία σκόνης κούρνιαζες σε φλέβες που ερχόμουν
λυγμός  λευκής παραίσθησης ,  βελόνας στην κραυγή.

Φτερά αναδιπλώθηκαν  στην πλάτη σου πανώρια
ωσάν  το πιο αμάρτημα της βλέψης σου κακό.
Τον έρωτα κηδεύοντας με δαίμονες στα στόρια
μου γάμαγες το θάνατο με σκιάχτρα «σ αγαπώ».



Κ αυτά του  φόβου μάτια σου που ζεύτηκαν του πόνου

με γότθους  που ανατέλλανε σε πανκ υπακοή.
Τ ακάνθινα ροζ  ίχνη σου, θυσία μαύρου δρόμου
τα πήρα στο κατόπι τους σαν δάκρυζε η  βροχή.



Περίσσευες  μα έλειπες σα ξόρκι απ τα μάγια

σε κάθε πάθους τόλμημα, μου ερχόσουν σκυθρωπή.
Οι νύχτες με ρωτούσανε μην είδα κάποια νάγια
δοσμένη μες το πένθος της, στο σώμα μου ψυχή.



Πηγή  γίνηκα κ έσταξες τυφλώνοντας τον θόλο

κ απέ στο καταγάλανο λερώθηκες νωρίς.
Του άστρου το παράπονο μ υπόνοια και δόλο
στην  άνοια το γέλασες με ίσκιους προσμονής.


Το αίμα στ ακροδάχτυλα να παίζει ηλεκτρισμένο
κ η μέθη δίψας πρόσχημα, ξεχείλιζε ν αρθείς.
Φθορά πέπλου σου έντρομη σ ευαίσθητο ηρμένο
ομίχλη  σε φυγάδευα στο μνήμα  μιας αρχής.



Μελάνωναν τα στίγματα σαν άπλωνες σκοτάδι

μαβιές ικμάδες κοίμιζαν τον ίσκιο μου με φως.
Κ εγώ  που δεν σου ζήτησα μονάχα οίκτου χάδι
στο κάποιο ιματζινάγιουμ το πιόρνη θα σαι γω.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.