Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορφύρας Λάμπρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πορφύρας Λάμπρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Τα ερημοκκλήσια / Λάμπρος Πορφύρας



Είναι στα ερημοκκλήσια που γκρεμίζονται
θλιμμένες Παναγίες, χλωμές εικόνες,
και μοναχά αγαπάνε τα αγριολούλουδα -
κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα, ανεμώνες.
Σα θυμιατήρια αγροτικά κ' εφήμερα,
σκόρπια ή δεμένα σ'άτεχνο στεφάνι,
την άνθινή τους την ψυχή σκορπίζουνε
ψυχομαχώντας σ' άυλο λιβάνι...
Αχ, όποιος πάει εκεί με τ' αγριολούλουδα,
στο πρώτον άγγιγμά του ανοίγει η πόρτα,
που ολόγυρα οι φωλιές την επλουμίσανε,
της λησμονιάς την κέντησαν τα χόρτα.
ανοίγει η πόρτα έτσι όπου συνήθισε
να την ανοίγη μόνον ο αγέρας -
σάμπως να την ανοίγη η Παναγιά
με την ανησυχία γλυκειάς μητέρας,
χαροκαμμένης γριάς, που τη λησμόνησαν
στο έρμο φτωχικό της και προσμένει
κάποιους ναρθούνε πέρ' από μια θάλασσα
αιώνια σκοτεινή, φουρτουνιασμένη...

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Δέηση για την ψυχή του Παπαδιαμάντη

Χριστέ μου, δώσε΄ του τη χαρά, τη μόνη που μπορούσε
να σου ζητήσει απάνω  εκεί νοσταλγικά η ψυχή του, 
κάνε το θάμα κι άσε τον να ζήσει όπως εζούσε
σε μια μεριά που τάχατες να μοιάζει το νησί του. 

Να΄ ναι τα βράχια στο γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα, 
να ΄ χει σωριάσει η θαλασσα στην αμμουδιά τα φύκια, 
κι αράδα αράδα στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα, 
να σιγοτρίζουν τα φτωχά, σκιαθίτικα καίκια. 

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Θαλασσινό φθινόπωρο


Θαλασσινό φθινόπωρο
στον πάτο έχει σκεπάσει,
τις αστραπές των κοχυλιών
και των φυκιών τα δάση .

Και μια θολούρα αδιάκοπη
ποιος ξέρει που’ χει πάρει,
τις αστραπές των κοχυλιών
και των φυκιών το σμάρι

Σαν κάστρα που ρημάξανε
τα βράχια στο Λιμάνι,
μόνο ,της μπόρας έμειναν,
οι γλάροι καπετάνιοι.

Κι’ η χειμωνιάτικη νυχτιά
μονάχα αυτή το ρίχτει ,
στην κυματούσα θάλασσα
το σκοτεινό της δίχτυ.

Το στερνό παραμύθι


Πήραν στρατί στρατί το μονοπάτι
βασιλοπούλες και καλοκυράδες,
από τις ξένες χώρες βασιλιάδες
και καβαλάρηδες απάνω στ' άτι.

Kαι γύρω στης γιαγιάς μου το κρεβάτι,
ανάμεσ' από δυο χλωμές λαμπάδες
περνούσανε και σαν τραγουδιστάδες
της τραγουδούσαν -ποιος το ξέρει;- κάτι.

Kανείς για της γιαγιάς μου την αγάπη
δε σκότωσε το Δράκο ή τον Aράπη
και να της φέρει αθάνατο νερό.

H μάνα μου είχε γονατίσει κάτου·
μ' απάνω -μια φορά κι έναν καιρό-
ο Aρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του.

φωνές της Θάλασσας

Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,

σε μι' άκρη, τώρα π' άρχισαν ξανά τα πρωτοβρόχια,

πιες το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,

μ' ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια.



Πιες το, η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει

που αν έρθ' η μοίρα σου η κακιά, να της χαμογελάσεις,

καημοί καινούργιοι αν έρθουνε, μαζί σου ας πιουν κι εκείνοι,

κι αν έρθει ο Χάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.

Το στερνό παραμύθι

Το σονέτο του Λάμπρου Πορφύρα αναγωνσμένο από τον Γιάννη Βαρβέρη. Για τα "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας" της Α΄Γυμνασίου.


Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Μην κλαις

Μην κλαις, μη λες πως τίποτα δε σού’ μειν’ εδώ πέρα.
Σου μένει, απάνω στα βουνά, το πέρασμα της μπόρας,
σου μένει η χαραυγή μακριά στο πέλαγο κι η μέρα
κάτω στον κάμπο κι οι ελιές και το βουητό της χώρας.

Σου μένει ακόμα το φτωχό, τ’ απάνεμο ακρογιάλι,
που, σα βραδιάζει, μέσα του πέφτουν τα βράχια, οι μώλοι,
τα σπίτια, ο γέρος ο ψαράς που λάμνει αγάλι αγάλι.
Μην κλαις! Σου μένει εκεί -για ιδές!- όλ’ η ζωή μας. ‘Ολη.

Σου μένει εκεί με τη βουβή κι αθώα της γαλήνη,
με τη γλυκοχαμόγελη, την ξένοιαστη ομορφιά της,
με τη σκιά της, τη σκιά που αρχίζει να τη σβήνη
σιγά σιγά το σούρουπο και της νυχτιάς ο μπάτης…

Δέηση για την ψυχή του Παπαδιαμάντη

Χριστέ μου, δόστου τη χαρά, τη μόνη που μπορούσε
να σου ζητήση απάνω εκεί νοσταλγικά η ψυχή του.
κάνε το θάμμα κι άσε τον να ζήση όπως εζούσε
σε μια μεριά που, τάχατες, να μοιάζη το νησί του.
Νάναι τα βράχια στο γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα,
νάχη σωριάσει η θάλασσα στην αμμουδιά τα φύκια,
κι αράδα-αράδα στο γιαλό δεμένα, αποσταμένα,
να σιγοτρίζουν τα φτωχά σκιαθίτικα καΐκια.
Νάναι οι νησιώτισσες οι γριές, κ’ οι νιες, οι πεθαμένες
αυτές που τις θλιμμένες τους μας έλεγε ιστορίες -
να γνέθουν το λινάρι οι γριές στην πόρτα καθισμένες,
και δίπλα στα παράθυρα ν’ ανθίζουν οι γαζίες.
Κ’ ύστερα ακόμα νάναι ελιές, και νάναι κυπαρίσσια,
σκυμμένα νάναι και το φώς τ’ αχνό να προσκυνάνε,
να τονε περιμένουνε στον κάμπο τα ξωκκλήσια
Και την καμπάνα τους μακρυά οι αγγέλοι να χτυπάνε.
Δόστου, Χριστέ μου, τη στερνή χαρά να ιδή και πάλι
τη γνώριμή του τη ζωή κοντά στ’ ακροθαλάσσι !
Αχ, έτσι αθώα, κ’ έτσι απλά κι αγνά την είχε ψάλει,
που της αξίζει εκεί ψηλά μαζί μ’ αυτόν ν’ άγιάση!..

Το στερνό παραμύθι

Πήραν στρατί στρατί το μονοπάτι
βασιλοπούλες και καλοκυράδες,
από τις ξένες χώρες βασιλιάδες
και καβαλάρηδες απάνω στ’ άτι.

Kαι γύρω στης γιαγιάς μου το κρεβάτι,
ανάμεσ’ από δυο χλωμές λαμπάδες
περνούσανε και σαν τραγουδιστάδες
της τραγουδούσαν -ποιος το ξέρει;- κάτι.

Kανείς για της γιαγιάς μου την αγάπη
δε σκότωσε το Δράκο ή τον Aράπη
και να της φέρει αθάνατο νερό.

H μάνα μου είχε γονατίσει κάτου·
μ’ απάνω -μια φορά κι έναν καιρό-
ο Aρχάγγελος χτυπούσε τα φτερά του.

Lacrimae rerum

Ἄμοιρη! τὸ σπιτάκι μας ἐστοίχιωσεν
ἀπὸ τὴν ὀμορφιά σου τὴν θλιμμένη·
στοὺς τοίχους, στὸν καθρέφτη, στὰ εἰκονίσματα,
ἀπὸ τὴν ὀμορφιά σου κάτι μένει.
Κάτι σὰ μόσκου μυρωδιά, κι ἁπλώνεται
καὶ τὸ φτωχὸ σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σὰ φάντασμα, θολὸ κι ἀνέγγιχτο,
κι ὅπου περνᾷ σιγὰ τὸ κάθε ἀγγίζει.
Ὄξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τὴ στέγη μας· καὶ τότε ἀντάμα
τὰ πράματα ποὺ ἁγιάσανε τὰ χέρια σου
ἀρχίζουν ἕνα κλάμα… καὶ ἕνα κλάμα…
Κι ἀπ᾿ τὴ γωνιὰ ὁ καλὸς τῆς Λήθης σύντροφος,
τ᾿ ἀγαπημένο μας παλιὸ ρολόι,
τραγουδιστὴς τοῦ χρόνου, κι αὐτὸς κλαίοντας
ρυθμίζει ἀργά, φριχτά, τὸ μοιρολόι…

Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα

Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,
σε μι’ άκρη, τώρα π’ αρχίσαν ξανά τα πρωτοβρόχια,
πιε το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,
μ’ ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια.

Πιε το η ψυχή σου αξέννοιαστη τόσο πολύ να γίνει,
που αν έρθ’ η Mοίρα σου η κακιά να της χαμογελάσεις,
καημοί καινούργιοι αν έρθουνε μαζί σου ας πιουν κι εκείνοι,
κι αν έρθει ο Xάρος, ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.

Πορφύρας Λάμπρος (βιογραφία)

Γεννήθηκε το 1879 στη Χίο και λίγα χρόνια αργότερα μετακόμισε με την οικογένειά του πρώτα στη Σύρο και το 1884 στον Πειραιά. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών αλλά δεν πήρε το πτυχίο λόγω βαριάς ασθένειας. Από το 1900 αφοσιώθηκε στην ποίηση και ξεκίνησε να μελετά ελληνική και ξένη λογοτεχνία κυρίως δε τους Γάλλους και Άγγλους λυρικούς, τα έργα των οποίων διάβαζε από το πρωτότυπο. Έμεινε για μικρά χρονικά διαστήματα στο Παρίσι, στο Λονδίνο και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, πήρε μέρος στην κίνηση για τη δημοτική γλώσσα και υπήρξε από τους ιδρυτές της Σοσιαλιστικής Δημοτιστικής Ένωσης. Το 1923 τιμήθηκε με το Εθνικόν Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών. Πέθανε στον Πειραιά το 1932.

Ο Πορφύρας ήταν πρώτος εξάδελφος του αρχιτέκτονα και Ακαδημαϊκού Δημήτρη Πικιώνη και του δημοσιογράφου και συνιδρυτή της εφημερίδας Το Βήμα Γεωργίου Συριώτη.
Πρώτη φορά εμφανίστηκε στα γράμματα ενώ ήταν ακόμα μαθητής, με το ποίημα του Η θλίψη του μαρμάρου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Στάδιον το 1894 και από το 1895 συνδέθηκε με τους φιλολογικούς κύκλους στην Αθήνα. Το 1920 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Σκιές, που ήταν η μοναδική συλλογή του Πορφύρα που εκδόθηκε ενόσω ζούσε. Μετά το θάνατό του εκδόθηκε, με φροντίδα του αδερφού του, η ποιητική συλλογή Μουσικές φωνές (1934) που τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών την επόμενη χρονιά. Το 1956 εκδόθηκαν τα Άπαντα του, με εισαγωγή για τη ζωή και το έργο του, τα ποιήματα των δύο συλλογών του, την αλληλογραφία του, κριτικά υπομνήματα σχετικά με το έργο του κ.α.

Ο Πορφύρας ήταν άνθρωπος μελαγχολικός, και έζησε μοναχική ζωή μακριά από τους κοινωνικούς κύκλους. Ήταν θαμώνας της απλής λαϊκής ταβέρνας και στους στίχους του τραγούδησε τον έρωτα, τη θάλασσα και την ελληνική φύση, τα ταπεινά πράγματα και τα θλιμμένα ειδύλλια. Ακολούθησε μεν το συμβολισμό διαμόρφωσε όμως ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος. Η γλώσσα του είναι απλή και η διάρθρωση των στίχων του δε διακρίνεται από πρωτοτυπία. Όμως την ποίησή του τη χαρακτηρίζει η γλυκύτητα της έκφρασης, η μουσικότητα του τόνου και η αρμονία. Ποιήματα του μελοποιήθηκαν από Έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.

Ο Λάμπρος Πορφύρας συνεργάστηκε με διάφορα περιοδικά π.χ. το περιοδικό Τέχνη, το περιοδικό Διόνυσος, τα Παναθήναια κ.α.

Εἶδα

Εἶδα μία χώρα ξωτικιὰ στ᾿ ἀνήσυχο ὄνειρό μου:
πόσ᾿ ὄμορφη δὲ θὰ τὸ πεῖ ποτὲ καμιὰ ψυχή.
Τὸ νοῦ μου πῆρε κι ἄφησα τὸ φτωχικὸ χωριό μου
κι ἔκανα τάμα μόνο ἐκεῖ ν᾿ ἀράξω· μόνο ἐκεῖ.

Τρελλὸ παιδὶ ξεκίνησα δεμένο μὲ τὰ μάγια
τοῦ ὀνείρου μου, κι ἐγνώρισα τὶς χῶρες τοῦ γιαλοῦ,
εἶδα τὶς χῶρες π᾿ ἄστραφταν σὲ κάμπους καὶ σὲ πλάγια,
μὰ ἡ χώρα μου, ὅλο πήγαινα- κι ἤτανε πάντ᾿ ἀλλοῦ.

Διαβάτες μ᾿ ἀνταμώσανε καλοὶ καὶ μοῦ ῾παν: Μεῖνε
εἶν᾿ ὄμορφη κι ἡ χώρα μας· καιρὸς ν᾿ ἀράξεις πιά.
εἶν᾿ ὄμορφη κι ἡ χώρα σας, διαβάτες, μὰ δὲν εἶναι
ἐκείνη ποὺ ὀνειρεύτηκα καὶ μὲ τραβάει μακριά.

Ἔτσ᾿ εἶναι. Σῦρτε, κι ἄστε μὲ νὰ σιγοταξιδεύω
καὶ νὰ περνάω μονάχος μου καὶ κάμπους καὶ βουνά,
ἴσως τὴ βρῶ· μ᾿ ἂν δὲν τὴ βρῶ τὴ χώρα ποὺ γυρεύω
μὴ μοῦ ζητᾶτε, ἀδέρφια μου, ν᾿ ἀράξω πουθενά...

Ἀπόψε

Aπόψε, ἡ γῆ σου εἶν᾿ ὄμορφη -Θέ μου- ὅλη πέρα ὡς πέρα:
τὸ λόφο ρείκια κόκκινα τὸν ἔχουνε στολίσει,
σὰ νά ῾ναι μιὰ παραμονὴ γλυκιᾶς γιορτῆς, κι ἡ μέρα
σὰν ἀγαθὸ χαμόγελο κι ἐκείνη ἀργεῖ νὰ σβήσει.

Δεξιά, ζερβὰ στὴ μοναξιὰ τοῦ δρόμου οἱ λεῦκες μένουν
ἀκίνητες στὸ λίγο φῶς, δὲ σειέται ἕνα κλαδί τους,
δὲν τρέμει οὔτ᾿ ἕνα φύλλο τους· ὅπου κι ἂν δεῖς σωπαίνουν
καὶ σὰ μιὰ δέηση βουβή, θαρρεῖς, εἶν᾿ ἡ σιωπή τους.

Κάτω στὰ πλάγια τοῦ βουνοῦ, ποὺ γέρνει βυθισμένο
μέσα στοῦ ὀνείρου τὴ σκιά, μὲς στὴ θολὴ γαλήνη,
τὸ μακρινό, τὸ βραδινὸ χωριὸ τ᾿ ἀγαπημένο
σὰν ἄυλος τόπος γιὰ ψυχὲς πού ῾ν᾿ ἅγιες ἔχει γίνει.

Κι ἀπάνω ἐκεῖ δυὸ σύννεφα, λὲς κι εἶν᾿ ἀσπροντυμένοι
ἀγγέλοι, ποὺ μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερά τους σταματῆσαν
κι ηὗραν τὴ γῆ τόσ᾿ ὄμορφη καὶ τόσο εὐτυχισμένη,
ποὺ ἐμεῖναν καὶ τὸν οὐρανὸ γι᾿ ἀπόψ᾿ ἐλησμονῆσαν...

Ἡ Θαμπωμένη Χώρα

Πολλές φορὲς στοῦ δειλινοῦ τὴ μυστικὴ τὴν ὥρα,
ὅταν γυρνῶ μὲ τὴν ψυχὴ βαριὰ συλλογισμένη,
πολλὲς φορὲς στὴν ἐρημιὰ βγαίνει μίαν ἄυλη χώρα,
μιὰ χώρα πάντα σιωπηλὴ καὶ πάντα θαμπωμένη.

Τὰ σπίτια της εἶναι κλειστὰ κι εἶναι παλιά. Κλωνάρια
ξεβγαίνουν μέσ᾿ ἀπ᾿ τὶς φτωχὲς αὐλές, τὶς ρημαγμένες,
στοὺς τοίχους, στὰ κατώφλια τους, φυτρώνουνε χορτάρια
κι οἱ στέγες μὲς στὴν πράσινη τὴ μούχλα εἶναι ντυμένες.

Ἔτσι εἶναι. Κι ἄλλα τά ῾χω δεῖ -θαρρῶ- στὰ μαῦρα ξένα,
ἄλλα ἐδῶ πέρα στὸ χωριό, καὶ κάποια στὸ νησί μου,
κάποια στὸ δρόμο τοῦ γιαλοῦ, σὲ χρόνια εὐτυχισμένα,
κι ὅλα τους, κι ὅλη ἡ χώρ᾿ αὐτὴ μοῦ λέει γιὰ τὴ ζωή μου.

Ἄ! Καθὼς μπαίνω στ᾿ ἄχαρα τὰ βραδινὰ στενά της,
κανένας δὲν ὑπάρχει πιὰ νὰ βγεῖ νὰ μ᾿ ἀπαντήσει,
ἐγὼ εἶμαι ὁ μόνος κι ὁ στερνὸς ποὺ τὰ περνῶ διαβάτης·
θυμᾶμαι ἀγάπες· σβήνεται τὸ λίγο φῶς στὴ δύση·

Σβήνεται ἀγάλια ὁλότελα. Κι ἡ χώρα ἡ θαμπωμένη
μαζὶ μ᾿ ἐκεῖνο σιωπηλὴ βυθίζεται μακριά μου,
γυρνάω σκυφτός. Κι ἀλλοίμονο! τριγύρω μου δὲ μένει
παρὰ ἡ νυχτιά, κι ἡ σκοτεινιὰ κι ἡ ἀτέλειωτη ἐρημιά μου.

Χειμωνιάτικα Δέντρα

Τὰ σκοτεινὰ φυλλώματα τὰ πεῦκα ἀργοσαλεύουν,
σὰ ρασοφόροι στὸ βουνὸ ποὺ μάχονται ν᾿ ἀνέβουν,
κι ὁ θλιβερός τους ὁ ψαλμὸς στ᾿ ἄδεια βογγάει λαγκάδια
σὰ μουσικὸς ἀντίλαλος ἀπὸ βαθιὰ πηγάδια.

Μαζί τους κάτι ὁλόγυμνα κλαριὰ δὲν ἀποσταίνουν
τρελλὰ μιὰ χειμωνιάτικη καμπάνα νὰ σημαίνουν,
ὅπου τὰ γέρνει ὁ ἄνεμος γέρνουν, σημαίνουν, δίχως
ἀπ᾿ τὸ βουβό τους σήμαντρο ποτὲ νὰ βγαίνει ὁ ἦχος.

Καὶ στὸν καθρέφτη τοῦ νεροῦ, ποὺ σὰν τὴν καταχνιά,
κάποτε -τ᾿ ἀνοιξιάτικο τὸ λέει τὸ παραμύθι-
τὸν κῆπο τῆς Νεράιδας ἐστρῶναν τὰ κλωνιὰ
τίποτε τώρα στὰ θολὰ δὲν ἀπομένει βύθη.

Σὲ ραγισμένους γύρω αὐλοὺς οἱ καλαμιὲς φυσοῦνε
τὰ νυφικὰ μαλλάκια τους μαδοῦν μαδοῦν οἱ ἰτιές,
τὸν κῆπο τῆς Νεράιδας σβημένο νοσταλγοῦνε
καὶ κλαῖν τὶς ἀνοιξιάτικες ἐφήμερες σκιές,

Ὤ! κι ὅλο σκύβουν στὰ νεκρὰ νερὰ τὰ βουρκωμένα,
ὤ! κι ὅλο σειοῦνται κι ἔχουνε μὲς στὸν πικρὸ βοριᾶ
τὰ ἴδια τὰ κινήματα, τ᾿ ἀργὰ κι ἀπελπισμένα,
πού ῾χομε μὲς στὴ λύπη μας κι ἐμεῖς τὴν πιὸ βαριά.

Ἀπόψε

Aπόψε, ἡ γῆ σου εἶν᾿ ὄμορφη -Θέ μου- ὅλη πέρα ὡς πέρα:
τὸ λόφο ρείκια κόκκινα τὸν ἔχουνε στολίσει,
σὰ νά ῾ναι μιὰ παραμονὴ γλυκιᾶς γιορτῆς, κι ἡ μέρα
σὰν ἀγαθὸ χαμόγελο κι ἐκείνη ἀργεῖ νὰ σβήσει.

Δεξιά, ζερβὰ στὴ μοναξιὰ τοῦ δρόμου οἱ λεῦκες μένουν
ἀκίνητες στὸ λίγο φῶς, δὲ σειέται ἕνα κλαδί τους,
δὲν τρέμει οὔτ᾿ ἕνα φύλλο τους· ὅπου κι ἂν δεῖς σωπαίνουν
καὶ σὰ μιὰ δέηση βουβή, θαρρεῖς, εἶν᾿ ἡ σιωπή τους.

Κάτω στὰ πλάγια τοῦ βουνοῦ, ποὺ γέρνει βυθισμένο
μέσα στοῦ ὀνείρου τὴ σκιά, μὲς στὴ θολὴ γαλήνη,
τὸ μακρινό, τὸ βραδινὸ χωριὸ τ᾿ ἀγαπημένο
σὰν ἄυλος τόπος γιὰ ψυχὲς πού ῾ν᾿ ἅγιες ἔχει γίνει.

Κι ἀπάνω ἐκεῖ δυὸ σύννεφα, λὲς κι εἶν᾿ ἀσπροντυμένοι
ἀγγέλοι, ποὺ μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερά τους σταματῆσαν
κι ηὗραν τὴ γῆ τόσ᾿ ὄμορφη καὶ τόσο εὐτυχισμένη,
ποὺ ἐμεῖναν καὶ τὸν οὐρανὸ γι᾿ ἀπόψ᾿ ἐλησμονῆσαν...

Φωνὲς τῆς θάλασσας

Πιὲ στοῦ γιαλοῦ τὴ σκοτεινὴ ταβέρνα τὸ κρασί σου,
σὲ μι᾿ ἄκρη, τώρα π᾿ ἀρχίσαν ξανὰ τὰ πρωτοβρόχια,
πιέ το μὲ ναῦτες καὶ σκυφτοὺς ψαράδες ἀντικρύ σου,
μ᾿ ἀνθρώπους ποὺ βασάνισε κι ἡ θάλασσα κι ἡ φτώχεια.

Πιέ το ἡ ψυχή σου ἀξέννοιαστη τόσο πολὺ νὰ γίνει,
ποὺ ἂν ἔρθ᾿ ἡ Μοῖρα σου ἡ κακιὰ νὰ τῆς χαμογελάσεις,
καημοὶ καινούργιοι ἂν ἔρθουνε μαζί σου ἂς πιοῦν κι ἐκεῖνοι,
κι ἂν ἔρθει ὁ Χάρος, ἥσυχα κι αὐτὸν νὰ τὸν κεράσεις.

Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Τὸ Χαμόγελο

Ὡραία γυναῖκα, τὸ τρελλὸ τὸ γέλιο σου διαβαίνει,
σὰ μάταιος ἦχος καὶ σκορπᾷ, κι οὔτε μία ἠχὼ ξυπνᾷ
στὴν ἀκατάδεχτη καρδιά, ποὺ ἀγάπη τήνε δένει
μ᾿ ἀθῶα χαμόγελα βουβά.

M᾿ αὐτὰ ποὺ δείχνουνε χαρά, μὲ κάποια ποὺ σκεπάζουν
τὸν πόνο τους ἀμίλητον οἱ εὐγενικὲς ψυχές,
μ᾿ ἐκεῖνα ποὺ μαραίνονται κρυφὰ καὶ ξεθωριάζουν,
σ᾿ ἀρχαῖες εἰκόνες σκοτεινές,

Καὶ μ᾿ ὅσα ἀκόμα οὔτε ἁλαφρὰ δὲ σκίζουνε τὰ χείλη,
κι ἀστράφτουν μόνο στῶν ματιῶν βαθιὰ τὴ σιγαλιά,
ὡσὰν τ᾿ ἀντιφεγγίσματα ποὺ ἁπλώνονται τὸ δείλι
στὴν πελαγίσιαν ἐρημιά...

Τὰ ἐρημοκκλήσια

Εἶναι στὰ ἐρημοκκλήσια ποὺ γκρεμίζονται
θλιμμένες Παναγίες, χλωμὲς εἰκόνες,
καὶ μοναχὰ ἀγαπᾶνε τὰ ἀγριολούλουδα -
κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα, ἀνεμῶνες.

Σὰ θυμιατήρια ἀγροτικὰ κ᾿ ἐφήμερα,
σκόρπια ἢ δεμένα σ᾿ ἄτεχνο στεφάνι,
τὴν ἄνθινή τους τὴν ψυχὴ σκορπίζουνε
ψυχομαχώντας σ᾿ ἄυλο λιβάνι...

Ἄχ, ὅποιος πάει ἐκεῖ μὲ τ᾿ ἀγριολούλουδα,
στὸ πρῶτον ἄγγιγμά του ἀνοίγει ἡ πόρτα,
ποὺ ὁλόγυρα οἱ φωλιὲς τὴν ἐπλουμίσανε,
τῆς λησμονιᾶς τὴν κέντησαν τὰ χόρτα.

Ἀνοίγει ἡ πόρτα ἔτσι ὅπου συνήθισε
νὰ τὴν ἀνοίγῃ μόνον ὁ ἀγέρας -
σάμπως νὰ τὴν ἀνοίγῃ ἡ Παναγιὰ
μὲ τὴν ἀνησυχία γλυκειᾶς μητέρας,

χαροκαμμένης γριᾶς, ποὺ τὴ λησμόνησαν
στὸ ἔρμο φτωχικό της καὶ προσμένει
κάποιους νἀρθοῦνε πέρ᾿ ἀπὸ μία θάλασσα
αἰώνια σκοτεινή, φουρτουνιασμένη...

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.