Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζέρβας Αντώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζέρβας Αντώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

η σιωπή

Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει
Κι αυτή μ’ αγάπησε

Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί
Με πόσους και πόσους πλάγιασε

Κι ακούω τα ονόματα
Που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμουν

Σχόλιο στον ΠΛΑΤΩΝΑ

Έπαθα ό,τι ανέκαθεν φοβόμουν.
Φοβόμουν ότι θα γεράσω, και γέρασα.
Φοβόμουν ότι θα πεθάνει ο πατέρας μου και δεν θα τον ξαναδώ.
Φοβόμουν μήπως με βλέπουν στα σκοτεινά μου και όλα τυφλώθηκαν,
Φοβόμουν τους ανθρώπους της Νέας Ελλάδας με τα πολλά δικαστήρια και τα πολλά ιατρεία.
Φοβόμουν πως θα μου ζητούσαν ν’ αλλάξω συμπάθειες. Πως θα με απέφευγαν για την λατρεία του ήρωα και του χώματος.
Φοβόμουν μήπως ξεμείνω στα ξένα, και ξέμεινα.
Φοβόμουν πως θα γίνω δημόσιος υπάλληλος με προϊστάμενο και μπλἐηζερ.
Φοβόμουν το φθόνο των φίλων και τους φθόνησα.
Φοβόμουν τα χρέη κι έκτοτε δουλεύω για τις τράπεζες και τους τοκιστές.
Φοβόμουν τα θερμοκήπια της ηδονής και όσους φωτίζουν εν Θεώ τους κρύφιους δρόμους.
Φοβόμουν πως θα κρατάω στο χέρι μου το κλειδί και δεν θα το βρίσκω.
Φοβόμουν το μαύρο ναυάγιο κάτω από τη σκάλα της ζωής.

Η φράση του Πλάτωνα έχει ως εξής: ο άνθρωπος είναι σαν να τα ξέρει όλα στον ύπνο του και όλα να τα αγνοεί στον ξύπνιο του.

η απορία του γουστου

Στον παππού μου άρεσαν τα άλογα,
τα όπλα, τα γλέντια κι οι γυναίκες·
δεν κάθησε ποτέ στην τηλεόραση,
έφτυσε την εποχή του κι απέθανε παραμιλώντας.

Όλοι μου λεν πως μοιάζω του παππού μου
κι επειδή ταυτίζομαι με τον Διονύσιο Σολωμό
πασκίζω να γράψω στη γλώσσα της Ζακύνθου
Επειδή ταυτίζομαι με τον Παπαδιαμάντη
κολλάω κεριά και προσκυνάω τους αγίους
και τη μαυρομαντηλούσα ταπεινότητα
Επειδή ταυτίζομαι με τον Καβάφη
ανήκω τα βράδια στη Συγγρού
Κι ένα με τον Σικελιανό
ράβω το λυρικό μου μύθο
που ντύθηκε ο παππούς μου
Αλλά καθώς ταυτίζομαι προπάντων
με τον Καρυωτάκη
πώς γίνεται και δεν αυτοκτονώ;

Μονόχορδος ηδονή

Κι αν έπαυα να ‘μαι ο καλός, ο ευγενής
ο περιποιημένος στην κλασσική γραμμή
του country gentleman με τα συγκρατημένα χρώματα
Αν έδειχνα σε όλους
την ηδονή που παίρνω σκαλίζοντας τη μύτη
την τέρψη να μυρίζομαι τις κάλτσες και τα σώβρακα
τη γελοιότητα που νιώθω με τους φίλους
τις οικογένειες, τις μνήμες και τα σχέδια
Αν έφτυνα την πρώτης θέσεως κηδεία
που παραγγέλνω πάντα στη γλώσσα των αισθήσεων
κι έβγαινα θαρεττά στο μέσον
λέγοντας: έπαινος και τα κρυφά γουρούνια μου
Λες να χαιρόταν επιτέλους
ο άγιος του ονόματός μου
το δόλιο το βρωμόσκυλο του σώματός μου
που οσμίζεται όσα εγώ και οι αξίες μου δε νοιώθουν.

Μες στα πολλά ΝΑΙ

Όχι κύριε δεν μ’ αρέσουν τα τραγούδια σας
κι ας πουλάνε σαν πραλίνες Βρυξελλών.
Προτιμώ τις ψαλμωδίες μιας παλιάς θρησκείας
που σε κάνουν να λυγίζεις γόνατα και ράχη,
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί μέσα στα οστά σου.
Προτιμάω τους ενθουσιαστικούς παιάνες
μ’ όλες τις αιματοχυσίες που δεν βγάζουν πουθενά.
Προτιμάω την πασχαλινή στιγγλιά:
L’hanno ammazzato* και τον θρήνο του Ισπανού μες στην αρένα.
Προτιμώ αυτό το νυχτοπούλι, σαν ανοίγω λίγο
να ‘μπει ο αέρας και να μου θυμίσει
ότι πρέπει να ξανακαπνίσω, αν δεν θέλω να μου στρίψει
κάτω από τα μουσικά νταβάνια της αυτόματης ψυχής.


*”Τον χάλασαν”· με την κραυγή αυτή τελειώνει η Cavalleria Rusticana
του Pietro Mascagni.

Θα μετανιώσεις...


     Δεν ευτύχησα να ταξιδέψω στη Ν.Υ. στο Λος Άντζελες ή στο Σαν Φραντσίσκο όπου σαρκώθηκε ο νέος άνθρωπος, αυτό που αργά ή γρήγορα θα πρέπει όλοι να ενσαρκωθούμε, με το γλυκό ή το στανιό.
     Δεν ευδόκησα να μπω σε υπερατλαντικό αεροσκάφος και ίσως είμαι ο μόνος Έλληνας προσκεκλημένος που τελικώς δεν πάτησε το πόδι σ’ ένα πανεπιστήμιο των Ηνωμένων Πολιτειών.
     «Θα μετανιώσεις, μου ‘λεγαν, θα μετανιώσεις».
Άλλωστε ήμουν και είμαι καπνιστής. Και επιπλέον, ένας από τους παθιασμένους αναγνώστες των ποιητών της Βόρειας Αμερικής.
     «Θα μετανιώσεις, μου ‘λεγαν, θα μετανιώσεις».

     Για χίλια πράγματα έχω μετανοήσει στη ζωή μου, και όσο ζω, νομίζω πως θα μετανιώνω. Δεν κρύβω πως θα ‘θελα να είμαι πλούσιος, με κότερο και έπαυλη, σαν τους συμμαθητές μου που υποτιμούσα, γιατί εδραίωναν το παν στον Λένιν και τον Μαρξ.
     «Δεν γίνεσαι κομμουνιστής; Θα μετανιώσεις, μου ‘λεγαν, θα μετανιώσεις».

     Ναι, θα ‘θελα κι εγώ ν’ ασκώ επιρροή, να είμαι κάποιος, είχα ταλέντο και προσόντα, μόνο δεν τα κατάφερνα με τα πλακάκια της πολιτικής. Δεν καταλάβαινα τον εαυτό εκτός πολεμικής αξίας και προορισμού. Δεν τα ‘βρισκα με τις χριστιανικές ομάδες, τους γελαστούς αγγέλους του κατηχητικού κι αδιαφορούσα πλήρως για  τις τεχνολογίες και τα μεγάλα σάλτα της πληροφορικής. Οι μόνοι που με γοητεύαν, εκτός των αοιδών, των συγγραφέων και των μοναχών, ήταν οι ένοπλοι αντάρτες, κι ας ήταν όλοι μαρξιστές!
     «Θα μετανιώσεις, μου ‘λεγαν, θα μετανιώσεις».

     Για όλα μετανιώνω,
για το υπαλληλίκι στη γραφειοκρατία της βολής,
για την ακτημοσύνη στο όνομα της φήμης,
για τη μεγάλη ιδέα ενός εαυτού αντάξιου των πρώτων της φυλής,
για την αποτυχία ως προϋπόθεση μεγαλοσύνης,
για την αδυναμία στο σύμπαν της στρατηγικής.

Μα πάνω απ’ όλα μετανιώνω για κείνη τη μικρή,
μόλις 13 κι εγώ 45,
μ’ όλο το κάλλος της Άπω Ανατολής,
με τη λεπτότητα της χρυσαυγής
όταν σ’ αγγίζει χωρίς να σε βαραίνει
και σε δροσίζει μ’ όλο που αχνίζει
μια πορσελάνη άυπνου, καθώς χαράζει
μπροστά στην έπαυλη του παλαιού συμμαθητή
όπου ο Λένιν και ο Μαρξ είναι το κότερο φουνταρισμένο στον κολπίσκο
σαν μια προκήρυξη φρεκογραμμένη
μες στη σιγή του αδάμαστου λαού.
     «Θα μετανιώσεις, μου ‘λεγαν, θα μετανιώσεις».

     Μετανιώνω που φοβήθηκα, δεν ήμουν προετοιμασμένος για τίποτα εκτός φιλολογίας.
     Μετανιώνω που δεν την άφησα να γείρει και να βασιλέψει πάνω μου,
     άξεστος κι άπιστος μπροστά στο πανικό της κάλεσμα το θείο,
κι ας ξανοιγόταν μπρος μου ζώφυτη ολόκληρη η μυθολογία που έψαχνα γονατιστός ανάμεσα στα κεντημένα άνθη μιας ποδιάς.
     Μετανιώνω που αντί για το πραγματικό και την αρχαίαν αμεσότητα, παρέμεινα ένας καντιανός με το στραβό πλατωνικό του μάτι.
     Είχε σιμώσει και περίμενε, αμίλητη σ’ όλο το τρίωρο ταξίδι, όσο που βγήκε κι έφυγε χωρίς καν να χαιρετήσει.
     «Θα μετανιώσεις, σήμαινε, θα μετανιώσεις».

     Δεν πέταξα ποτέ στις πόλεις των ΗΠΑ όπου σαρκώθηκε η νέα αλήθεια και όλοι οφείλουν να συσχηματισθούν μετά θελήματος ή μαρτυρίου, όπως η Ρώμη θα σχημάτιζε τον νέον άνθρωπο που δεν φαντάσθηκαν ποτέ τους οι          Αρχαίοι
     «Θα μετανιώσεις, μου ‘λεγαν, θα μετανιώσεις».

     Και μετανιώνω για όσες φορές, αντί της αμεσότητας που κάνει τη ζωή αλήθεια, προέκρινα τη σύνεση, τη λογική, τουτέστι τον κόσμο της αναβολής και της συσσώρευσης,
     τον κόσμο που δικαίως αποστρέφεται το θαύμα.

     Μη μου μιλάτε για σκοπούς και κατοικήσιμα άστρα
     για τη λαμπρότητα της μέλλουσας ζωής στο επιχειρηματικό μας σύμπαν.
     Είμαι κι εγώ σαν τους αρχαίους που σκάσανε στα γέλια,
     και τι γέλια, σαν άκουσαν πως ήλθε ο αληθινός Θεός,

«Θα μετανιώσεις, μου ‘λεγαν, θα μετανιώσεις».
 
 
 http://pandoraperiodiko.blogspot.com/p/blog-page_2657.html

Ποιητικός βίος



Σαν ήταν νέος, τον επαινούσαν πολλοί σπουδαίοι άνδρες της εποχής του.
Σαν ωρίμασε, τον επαινούσαν οι μέτριοι και οι συγκαταβατικοί. 
Μετά την κηδεία του, όλοι κάθισαν να φάνε
και ορισμένοι, παραδόξως, έκαναν τον σταυρό τους.

Θυμήθηκαν και έλεγαν:

Όταν είχε αρχίσει πια να κατανοεί τη θεία λειτουργία λέξη προς λέξη,
ένοιωσε πως είχε χάσει πια την πίστη του.

Από τ’ άσβεστο μένος του προς τους Εβραίους,
ήθελε να ' ναι Εβραίος.

Παραπονιόταν πως σαν αρθρογραφούσε, κανείς δεν έλεγε τίποτα.
Σαν έπαψε ν’ αρθρογραφεί, όλοι τον ρωτούσαν πότε θα μπει το νέο του άρθρο.

Νέος κι επηρμένος, δήλωνε ότι δεν διάβαζε βιβλία που είχαν γραφεί
μετά το 1970. 
Στα πενήντα του, διάβαζε μόνο ό,τι είχε γραφεί μεταξύ ΄60 και ΄70
για να καταλάβει πώς ήταν νέος. 

Πίστευε ότι η ύπάρξη ήταν στη διάκρισή του,
κι έμεινε αδιάκριτος μέχρι τέλους. 

«Τον έχουν υπερεκτιμήσει» έλεγε, όταν ξανάβγαινε στη μόδα ένας κλασσικός.
«Υπερεκτιμήσαμε τη λογοτεχνία και τώρα δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε».

Όταν επαινούσαν κάποιον που δεν του άρεσε, έπαιρνε το ύφος υψηλής
αδιαφορίας:
«Ένα αδιάβαστο βιβλίο, είναι ένα βιβλίο που δεν υπάρχει.»
΄Η πάλι: «Ο ποιητής Κωστής Παλαμάς γράφει: Ό,τι δεν αγαπάμε, δεν υπάρχει.» 

Άλλη προσφιλής του φράση: Τα φυλακισμένα ερωτήματα στασιάζουν.

Μια μέρα, στον υπαινιγμό για τη βαρβατίλα που ανέδινε, είχε απαντήσει:
«Πριν από τον Καρτέσιο, δεν μπορούσες να είσαι ακάθαρτος ή ανήθικος και να γνωρίζεις την αλήθεια.»
«Τα λόγια μας φανερώνουν ό,τι κρύβουν οι πράξεις μας.»

Αν κι αδιάκριτος, πολύ του άρεσε να κάνει διακρίσεις.
Μια φορά είπε: Οι ενάρετοι δεν βλέπουν ενύπνια, μόνο όνειρα.

Άλλαζε δε τα ονόματα των συνομιλητών του, αποκαλώντας 
Δυσάγγελο τον Ευάγγελο, Αντύπα τον Αντώνη, Κόνη τον Νίκο, Αγροδίαιτο τον Γιώργο και ούτω καθεξής.

Ζούσε χωρίς να ξέρει τα ονόματα δρόμων, τόπων ή καταστημάτων.  Συχνά, το πρόσωπό του πρόδιδε μια κατάσταση διαρκούς εκστάσεως χωρίς περιεχόμενο. Και θα ‘λεγες πως κατοικούσε στον Παράδεισο, αν δεν τον είχες συναντήσει να περιφέρεται στους δρόμους όπου είναι οι βιτρίνες με τα κορίτσια.

Μια φορά τον άκουσαν να φιλοσοφεί, μεγαλοφώνως, προφέροντας με καυστικότητα:
«Εντιμότητα από συμφέρον, αρετή από μικροψυχία, πίστη από συνήθεια.
Αλλά μία η οδός και εις τον τάφον φέρει.»

Φαίνεται να είχε συμφιλιωθεί με τον θάνατο σαν τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο
Και σαν τον Ανδρέα Κάλβο έπαψε να γράφει ποιήματα.

Είχε περάσει η ώρα. Σηκωθήκαμε κι  αλληλοασπασθήκαμε θερμά, όπως συνήθως.

Η γραφειοκρατία...



Η γραφειοκρατία μπήκε μέσα στο αίμα μου
Το αίμα μου αρρώστησε κι αδειάζει.
Λυσσάω νοιώθοντας να τρέχει μέσα μου
το άδειο αίμα της γραφειοκρατίας,
Εγώ που λάτρεψα τον ταύρο και το μαύρο αίμα του,
σκυλιάζω πού σαν τα’ αδέσποτο σκυλί,
σκύβω και γλείφω το άδειο αίμα της γραφειοκρατίας.

΄Ω ασβεστωμένοι τοίχοι, παραθάλασσα και φρέσκοι ουρανοί
στον πάτο της οθόνης μου !

Είχα αυτιά και μάτια και το μαύρο αίμα μου
ένοιωθε πότε περνάει ο Βάκχος κι η πομπή του,
έτρεχα και προσκυνούσα

Χωρίς αυτιά και μάτια,
με τ’ άδειο αίμα  της γραφειοκρατίας
καταγής,
μέσα στο χιόνι της οθόνης.

Η σιωπή



Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει

Κι αυτή μ’ αγάπησε.

Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί
Με πόσους και πόσους πλάγιασε

Κι ακούω τα ονόματα
Που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμουν.

Τοπίο



Ποια ελαφρά οστά, ποιο λείο δέρμα
και Ποια φωνή μας έλεγαν:
«Κάντε με ό,τι θέλετε, είμαι η υπακοή σας»,
ενώ το βλέμμα μας ακολουθούσε το σκαυτό αυλάκι
που κατεβαίνει απ’ τον σβέρκο
και διασχίζοντας την πλάτη,
πάει και χάνεται μες στον πισινό της ;

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.