Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΟ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

Απόσπασμα από το βιβλίο:.Κρίνος και Όφις

2 του Μάη
Έχω πυρετό πάλι σήμερα. Ανατριχίλες διαβαίνουν το κορμί μου -κάτι τι σπαράσσει και τεντώνεται στο νου μου,- σαν να λύεται απότομα ένα ελατήριο, να σα ξετυλίσσεται μ’ορμή μια αμέρωτη σκέψη πίσω απο το μέτωπό μου.
Το άρωμα του κορμιού της σκορπιέται ακόμα και αργοπεθαίνει γύρω μου και μπαίνει μέσα και μέσα στη σάρκα μου και μεθά την ψυχή μου. Κάποιος με σπρώχνει να τρέξω και να την προφθάσω και να της πω να γυρίσει πάλι και να καθίσει απάνω στα γόνατά μου και να μου δώσει πάλι τα χείλη της.
Τα χείλη της τα κόκκινα μου φαίνονται σαν δυο μεγάλες σταλαγματιές αίμα κι όταν γέρνω απάνω των και τα φιλώ, ένας πόθος άγριος κι ένα ένστικτο πρωτογενούς εποχής ανθρωποφάγων κυλιούνται μεσ’ στις φλέβες μου κι ανατριχιάζω όλος – θαρρώ πως πιπιλίζω ανθρώπινη σάρκα που στάσσει αίμα.

Απόσπασμα από το Βιβλίο ΄: Κρίνος και Όφις

10 του Μάη
Έλα… κάποια νοσταλγία μυστική λυγίζει την ψυχή μου κι ένας πόθος λευκός φωληάζει στα μεγάλα μάρμαρα και με σέρνει. Έλα μαζί μου. Θα ξαπλωθούμε κάτω από τη μαρμαρωμένη αρμονία, θα σμίξομε τα χέρια μας, και θάναι κάτω μπροστά μας η πόλη αμαρτωλή και πέρ’ απάνω στα νερά θα βλέπομε πως μαδιούνται οι μενεξέδες στο ηλιόγερμα.
Μαδιούνται οι μενεξέδες στο ηλιόγερμα και τα χρώματα γιορτάζουν εκεί κάτω. Ώ Πολυαγαπημένη! λυγίζουν τα γόνατά μου από τον πόθο και στα χείλη μου γιορτάζουν τα φιλιά. Παντοδύναμη η χαρά της ζωής κυλιέται στα στήθη μου. Και την ψυχή μου κερνά η Αγάπη με το μυστικό κρασί των ανοίξεων και των παραληρημάτων.
Ώ Πολυαγαπημένη, γιορτάζει η αγάπη μου απόψε κι από τον Κεραμεικό, κύτταξε, ανεβαίνει κι έρχεαι η ιερά πομπή, φαιδρά και θορυβώδης – σαν κύμα που ανεβαίνει τραγουδώντας και φιλεί ερωτεμένο τους ώμορφους βράχους.
Ώ Πολυαγαπημένη και ώ Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Είνε τα μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου. Κ’ είνε τα όνειρά μου ντυμένα στα γιορτάσιμα που εξεκίνησαν απο το νεκροταφείο κι εδιάβηκαν το Δίπυλο, κι ανεβαίνουν σιγά, σιγά, τον Βράχο τον Ιερό. Κρατούν στα χέρια των ώμορφο και πολύτιμο και τεχνικά υφαμέν τον Πέπλο τον Ιερό. Μέρες και νύχτες έγερναν οι σκέψεις μου, -εργαστίνες ερωτεμένες,- απάνω του και τον κεντούσαν. Κάτω από τα μάγια του φεγγαριού τη νύχτα, μέσα στη φλογερήν αγάπη του ήλιου την ημέρα, έγερναν και τον κεντούσαν.
Ώ Αγαπημένη και ώ Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Η Νίκη κάθεται απάνω στο χέρι Σου. Το κορμί Σου είνε φιλντίσι και λαμποκοπά μέσα στη νύχτα. Και κάτω στα πόδια σου σωρειάζεται ο μεγάλος όφις -ο υποχθόνιος Θεός που σκορπίζει τ’ αγαθά από τα βάθη της γης. Οι στήλες ανορθώνονται περήφανες και ζωντανεύει η πάλλευκη άνθιση των μαρμάρων κι έρχονται πάλι στο διάζωμα όλοι οι Θεοί και κηρύσσεται πάλι στις μετόπες ο πόλεμος των Λαπθών και των Κενταύρων.
Ώ χαμογέλασε, Ώ Ζωή και ώ Αγάπη, στο ορφανεμένο αέτωμα και θα γυρίσουν πάλιν οι μαρμαρένιες σκέψεις του Φειδία και η Παρθένα Θεά θα γεννάται πάνοπλη και θάναι γύρω οι Θεοί και θα χαμογελούν.
Ξανανειώνουν τα τρίγλυφα και τα διαζώματα κι απλώνεται αποπάνω η στέγη και ξυπνούνε τα κοιμισμένα χρώματα κι έρχονται φαιδρά τα κοιμισμένα χρώματα κι έρχονται φαιδρά και πανώρηα τα ξενιτεμένα μας αγάλματα κι ανεβαίνουν τα βάθρα των με σιγαλές κινήσεις των πάλλευκων μεριών μέσα στις μαρμάρινες και τεχνικές γραμμές.
Ώ Αγαπημένη και ώ Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και ανυψώσου Ανέγγιχτη στο βάθος του σηκού και χαμογέλασε. Η πομπή ανεβαίνει τώρα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια κι έρχεται ν’ απλωθή στα πόδια Σου και να Σε προσκυνήσει. Τα μαύρα μου προαισθήματα και οι έκφυλοι πόθοι κι οι αγέλαστες σκέχεις όλες σέρνονται δεμένς στο βωμό Σου για να θυσιασθούν. Καββαλάρηδες τρέχουνε στο ναό Σου οι πόθοι μου, ώ Πολυαγαπημένη, κι οι επιθυμίες μου, αδάμαστες παρθένες, διαβαίνουν τα Προπύλαια -κανηφόροι- και Σου κρατούν λουλούδια κόκκινα και άγρια που τα μάζεψαν σωρούς από την ακόλαστη γονιμότητα της καρδιάς μου.
Συ είσαι η μόνη Θεά, Συ είσαι η Αλήθεια και η Νίκη! Στο μέτωπό Σου χαμογελά η Αθανασία κι ανάβει στα χείλη σου η λαχτάρα της ζωής και κοκκινίζουν απάνω στα μάγουλά Σου όλα τ’ απόκρυφα κι όλατα ντροπαλά της αγάπης. Συ είσαι η Ευρυθμία, Συ η Αλήθεια και η Ζωή. Ανεβαίνει σαν κύμα κι απλώνεται κάτω από τον Παρθενώνα η πομπή η ιερά της αγάπης μου και γονατίζουν οι επιθυμίες μου και μαδούν σιωπηλές στα πόδια Σου όλα των τα λουλούδια.
Έλα, ώ Λαχτάρα της ψυχής μου! κατέβα από τα μάρμαρα και δώσε μου τα χείλη Σου και δώσε μου το κορμί Σου. Οι ίμεροι των αιώνν χύνονται κάτω από τα κιονόκρανα και οι πόθοι των πεθαμένων γενεών πετιούνται από το χώμα. Μέσα στη νέκρα των λευκών μαρμάρων, ο πόθος της ζωής ολοκόκκινος ανάβει και με κυριαρχεί.
Κάτω από τα σκιόφωτα του δειλινού, πέρ’ από τα νερά της Σαλαμίνας, από το χώμα του Κεραμεικού, ανεβαίνουν μεγαλόπρεπες τον Βράχο τον Ιερόν οι αναμνήσεις οι μεγάλες. Έλα. Είνε τα Μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου απόψε.
Έλα να γεμίσομε τις καρδιές μας, σαν τα ποτήρια τα Παναθηναϊκά από το άδολο κρασί του Ιδανικού και θα λάμψουνε τα μάτια μας από το μεθύσι της ζωής και τα χείλη μας θα γεμίσουνε φιλιά. Κι έλα να ψάλομε μαζί από τον Βραχο τούτον την ωμορφιά του Απόλλωνα και τον κισσό του Διονύσου και το μέτωπο το ευρύ της Αθηνάς και την αιώνια νηότη της Ήβης και τα κόκκινα χείλη της Αφροδίτης τα αιωνίως φιλούμεντα και αιωνίως διψασμένα.
Ας μεθύσομε από το ατέλειωτο χαμόγελο του ουρανού μας κι από τις ερωτικές ενώσεις των χρωμάτων της γης μας, από τα άσματα των αηδονιών του Κολωνού κι από το μέλι του Υμηττού μας – το ξανθό ωσάν αχτίνες ήλιου πηγμένες.
Έλα. -Σαν τους αθανάτους Θεούς απάνω στη ζωφόρο, να ξαπλωθούμε κι εμείς απάνω στα μάρμαρα εδώ, στη Σαλαμίνα απέναντι που βγαίνει μέσα από τη θάλασσα ωσάν πελώριο τρόπαιο και μας χαμογελά… Ας ανοιχτούνε σαν κάλυκες ρόδων και σαν δοχεία αρωμάτων και σαν χείλη προσευχόμενα οι καρδιές μας, και ας ευχαριστήσουν τους μεγάλους θεούς γιατί έπλασαν τη ζωή τόσον ώμορφη και τα χείλη Σου τόσο κόκκινα και την αγάπη μου τόσο μεγάλη.
Ας αρχίσουνε το χορό και τα τραγούδια και τα λειτουργιά του Καλού, οι μεγάλοι ιερείς και οι ιέρειές του, ο Σωκράτης και ο Αλκιβιάδης, ο Φειδίας και η Διοτίμα, ο Περικλής και η Ασπασία. Και ο λαός ο Εκλεχτός των θεών – όλοι οι Αθηναίοι κι όλες οι Ατθίδες – ας ψάλλουν εύθυμοι όλοι μαζί την φαιδράν επωδόν των Ιερέων. Και όλα τα λουλούδια ας ανοιχοτύν τριγύρω και όλη η αρμονία και το μουρμουρητό της θάλασσας ας ανέβει ίσα μ’ εδώ και όλη η ηρεμία κι η χαρά του Ολύμπου η ξενητεμένη ας γυρίσει πάλιν εδώ και ας χυθεί κάτω από τα κιονόκρανα του Παρθενώνα και από τς εσθήτες των Καρυατίδων και ας περιπλεχτή στα μέλη τα τορνευτά των Ατθίδων και στο μέτωπο των ανδρών – η μεγάλη, η άγια, Ανατριχίλα της αγάπης

ΑΣΚΗΤΙΚΗ: Η ΡΑΤΣΑ

Η κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ . πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου.




Οι νεκροί σου δεν κείτουνται στο χώμα. Γενήκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνότο τους. Γενήκαν ιδέες και πάθη, κι ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη.



Οι μελλούμενες γενεές δε σαλεύουν μέσα στον αβέβαιο καιρό, μακριά από σένα. Ζουν, ενεργούν και θέλουν μέσα στα νεφρά και στην καρδιά σου.



Το πρώτο σου χρέος πλαταίνοντας το εγώ σου είναι, στην αστραπόχρονη τούτη στιγμή που περπατάς στη γης, να μπορέσεις να ζήσεις την απέραντη πορεία, την ορατή και την αόρατη του εαυτού σου.



Δεν είσαι ένας. είσαι ένα σώμα στρατού. Μια στιγμή κάτω από τον ήλιο φωτίζεται ένα από τα πρόσωπα σου. Κι ευτύς σβήνει κι ανάβει άλλο, νεώτερο σου, ξοπίσω σου.



Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό και το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας.



Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας πρόπαππος αφρίζει στο στόμα σου. όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται. όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου.



Ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου, και μαζώνονται κοπάδια κοπάδια οι γίσκοι των πεθαμένων και σε πίνουν να ζωντανέψουν.



«Μην πεθάνεις, για να μην πεθάνουμε!» φωνάζουν μέσα σου οι νεκροί. «Δεν προφτάσαμε να χαρούμε τις γυναίκες που πεθυμήσαμε. πρόφτασε εσύ, κοιμήσου μαζί τους! Δεν προφτάσαμε να κάμουμε έργα τις ιδέες. κάμε τις έργα εσύ! Δεν προφτάσαμε να συλλάβουμε και να στερεώσουμε το πρόσωπο της ελπίδας μας. στερέωσέ το εσύ!



«Τέλεψε το έργο μας! Τέλεψε το έργο μας! Μέρα νύχτα μπαινοβγαίνουμε στο κορμί σου και φωνάζουμε. Όχι, δε φύγαμε, δεν ξεκορμίσαμε από σένα, δεν κατεβήκαμε στη γης. Μέσα από τα σωθικά σου ξακλουθούμε στον αγώνα. Λύτρωσε μας!»



Δε φτάνει ν΄ ακούς μέσα σου τη βουή των προγόνων. Δε φτάνει να τους νιώθεις να παλεύουν μπροστά από το κατώφλι του νου σου. Όλοι χύνονται να πιαστούν από το ζεστό μυαλό σου, ν΄ ανεβούν πάλι στο φως της μέρας.



Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιός πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αιμάτου σου και ποιός ν΄ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα.



Μην τους λυπάσαι! Κάθου άγρυπνος στην καταβόθρα της καρδιάς σου και ξεδιάλεγε. Τούτος ο ίσκιος, να λες είναι ταπεινός, σκοτεινός, σα ζώο. να φύγει! Τούτος είναι σιωπηλός και φλεγόμενος, πιο ζωντανός από μένα. ας πιεί το αίμα μου όλο!



Φώτισε το σκοτεινό αίμα των προγόνων, σύνταξε τις κραυγές τους σε λόγο, καθάρισε τη βούλησή τους, πλάτυνε το στενό τους ανήλεο μέτωπο. αυτό είναι το δεύτερο χρέος.



Γιατί δεν είσαι μονάχα σκλάβος. Ευτύς ως γεννήθηκες, μια νέα πιθανότητα γεννήθηκε μαζί σου, ένας λεύτερος σκιρτημός τρικυμίζει τη μεγάλη ζοφερή καρδιά του σογιού σου.



Φέρνεις, θες δε θες, ένα νέο ρυθμό. Πως θ΄ αντικρίσεις τη ζωή και το θάνατο την αρετή και το φόβο; Όλη η γενεά καταφεύγει στο στήθος σου και ρωτάει και προσδοκάει με αγωνία.



Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξη σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου.



Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Ως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργάς την κοίτη όπου θα μπει και θα οδέψει ο ποταμός των απογόνων.



Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.



«Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!» Τ΄ όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει.



Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί. πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονικό ενεδρεύει. Τα πάθη σου κι οι ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά κι από το μυαλό σου.



Το σώμα του το αόρατο είναι οι πεθαμένοι πρόγονοι κι οι απόγονοι οι αγέννητοι. Το σώμα σου τ΄ ορατό είναι οι άντρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που ζουν της εδικής σου ράτσας.



Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται.



Όλα τούτα είναι μέλη του μεγάλου ορατού κορμιού σου. Πονάς και χαίρεσαι σκορπισμένος ως τα πέρατα της Γης μέσα σε χιλιάδες ομοαίματα κορμιά.



Όπως μάχεται για το μικρό σου σώμα, πολεμά και για το μεγάλο. Πολέμα όλα τούτα τα κορμιά σου να γίνουμε δυνατά, λιτά, πρόθυμα. Να φωτιστεί ο νους τους, να χτυπάει η καρδιά τους φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη.



Πώς μπορείς να ΄σαι δυνατός, φωτεινός, γενναίος, αν οι αρετές τούτες δεν τρικυμίζουν αλάκερο το μεγάλο σου το σώμα; Πώς μπορείς να σωθείς, αν δε σωθεί αλάκερο σου το αίμα; Ένας από τη ράτσα σου να χαθεί, σε συντραβάει στο χαμό του. Ένα μέλος του κορμιού και του νου σου σαπίζει.



Να ζεις βαθιά, όχι σαν ιδέα, παρά ως σάρκα κι αίμα, την ταυτότητα τούτη.



Είσαι ένα φύλλο στο μέγα δέντρο της ράτσας. Να νιώθεις το χώμα ν΄ ανεβαίνει από τις σκοτεινές ρίζες και ν΄απλοκαμιέται στα κλαριά και στα φύλλα.



Ποιός είναι ο σκοπός σου; Να μάχεσαι να πιαστείς στερεά από το κλαρί, κι είτε σα φύλλο είτε σαν άνθος είτε σαν καρπός να σαλεύει μέσα σου, ν΄ ανανεώνεται και ν΄ αναπνέει αλάκερο το δέντρο.



Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.



Αγωνία μέσα σου. Κάποιος παλεύει να φύγει, να ξεσκιστεί από τη σάρκα σου, να γλιτώσει από σένα. Ένας σπόρος στα νεφρά σου, ένας σπόρος στο μυαλό δε θέλει πια να ΄ναι μαζί σου, δε χωράει πια στο σπλάχνο σου, μάχεται για ελευτερία.



Πατέρα, δε χωρώ στην καρδία σου, θέλω να τη συντρίψω, να περάσω! Πατέρα, μισώ το σώμα σου, ντρέπουμαι που είμαι κολλημένος μαζί σου, θα φύγω!



«Κατάντησες άλογο οκνό, τα πόδια σου πια δεν μπορούν ν΄ ακολουθούν το ρυθμό της καρδιάς μου. Βιάζομαι. Θα πεζέψω, θα καβαλήσω άλλο κορμί και θα σε αφήσω στο δρόμο!»



Και συ, ο πατέρας, χαίρεσαι γρικώντας την καταφρονετικιά φωνή του παιδιού σου. «Όλα, όλα για το γιο μου!» φωνάζεις. «Εγώ δεν είμαι τίποτα. Εγώ είμαι ο πίθηκος, αυτός ο άνθρωπος. Εγώ είμαι ο άνθρωπος, αυτός ο γιος του ανθρώπου!»



Μια δύναμη μέσα σου, ανώτερη σου, διαπερνάει συντρίβοντας το κορμί σου και το νου σου και φωνάζει: «Παίξε το τωρινό και το σίγουρο, παίξε το για το μελλούμενο κι αβέβαιο!



«Μην κρατάς τίποτα για υστερνή. Μου αρέσει ο κίντυνος. Μπορεί να χαθούμε, μπορεί να σωθούμε. Μη ρωτάς! Απίθωνε κάθε στιγμή στα χέρια του κίντυνου τον κόσμον όλο! Εγώ, ο σπόρος του αγέννητου, τρώγω τα σωθικά της ράτσας σου και φωνάζω!»

ΑΣΚΗΤΙΚΗ ( ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Αποσπάσματα από την Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη
Πιστεύω σ' ένα θεό, ακρίτα, διγενή, στρατευμένο, πάσχοντα,

μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στ' ακροτατα σύνορα, στρατηγό
αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες.

Πιστεύω στ' αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο θεός στους αιώνες
και ξεκρίνω πίσω από την άπαυτη ροή του την ακατάλυτη ενότητα.

Πιστεύω στον άγρυπνο βαρυν αγώνα του, που δαμάζει και καρπίζει την υλη'
τη ζωοδόχα πηγή φυτών, ζώων κι ανθρώπων.

Πιστεύω στην καρδιά του ανθρώπου, το χωματένιο αλώνι, όπου μέρα και
νύχτα παλεύει ο ακρίτας με το θάνατο.

«Βοήθεια!» κράζεις, κύριε. «βοήθεια!» κράζεις, κύριε, κι ακούω.

Μέσα μου οι πρόγονοι κι απόγονοι κι οι ράτσες όλες, κι όλη η γης, ακούμε
με τρόμο, με χαρά, την κραυγή σου.

Μακάριοι όσοι ακούν και χυνουνται να σε λυτρώσουν, κύριε, και λεν: «εγώ
και συ μοναχά υπάρχουμε.»

Μακάριοι όσοι σε λύτρωσαν, σμίγουν μαζί σου, κύριε, και λεν: «εγώ και συ
είμαστε ένα.»

Και τρισμακαριοι όσοι κρατούν, και δε λυγούν, απάνω στους ώμους τους, το
μεγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό:

Και το ένα τούτο δεν υπάρχει!

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

Οδυσσέας

Δυο μήνες πάνε πια στης πλούσιας Πύλος
τ' αμμουδερά ακρογιάλια που περνούσα.
Νοτιάς φυσούσε, ξέσπασεν η μπόρα
κι από τα μαύρα νέφελα χυνόταν
βαριά νεροποντή – κι ολούθε ο μέγας
μας τρογυρνούσε κεραυνός του Δία...
Στο φως της αστραπής βιγλίζω απάντεχα
στη µέση του πελάγου το ∆υσσέα
γαλήνιος να κρατάει σφιχτά το δοιάκι,
κατάµατα στυλώνοντας τη µπόρα!
«– ∆υσσέα!», του κράζω, «πας για την πατρίδα;…
Πια µες στης θεάς την κλίνη δε χωρούσες;… »
Μ’ αυτός, µε το τιµόνι στην παλάµη
και τ’ αρµυρά δαγκώνοντας µουστάκια
τήραε µπροστά, σκυφτός, και δεν εστράφη!

Ο Καζαντζάκης και ο θεός

(Από την ομιλία του Δημήτρη Νικολόπουλου)

Ένας προβληματισμός πάνω στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη απαιτεί, οπωσδήποτε να εξεταστεί και το επιμέρους θέμα: «ο Καζαντζάκης και ο θεός». Αυτό κυρίως γιατί ο Καζαντζάκης σ΄ ‘όλα τα έργα, σε κικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, κάνει αναφορές στο θεό ή σους θεούς, το θείο γενικότερα, τη θρησκεία και το ιερατείο. Σε κάποια μάλιστα απ΄ τα έργα του αυτές οι αναφορές εξαγγέλονται ήδη από τους τίτλους τους. Τέτοιοι τίτλοι είναι: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «ο φτωχούλης του Θεού», «η Ασκητική» που έχει και δεύτερο τίτλο στα λατινικά “Salvatores Dei”, που μεταφράζεται «Σωτήρας του Θεού». Και ακόμη οι τίτλοι «ο τελευταίος πειρασμός» και ο λιγότερο γνωστός «Βούδας».

Πρέπει να διευκρινιστεί ότι αυτές οι αναφορές δεν περιορίζονται μόνο στον χριστιανικό θεό και στη χριστιανική θρησκεία, αλλά απλώνονται και σε πολλούς άλλους θεούς και άλλες θρησκείες. Έτσι απ΄ το έργο του Καζαντζάκη, πέρα βέβαια απ΄ τ΄ άλλα, αναδύεται μια ατμόσφαιρα, μια αύρα θρησκευτικού πλουραλισμού, μια θρησκευτική πολυμορφία ή ακόμη και ένας θρησκευτικός κοσμοπολιτισμός.

Γεννιέται όμως το ερώτημα: Ο Καζαντζάκης που είναι τόσο εγκωμιαστικός, που υμνολογεί όλους αυτούς τους ετερόκλητους, τους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους θεούς, πιστεύει ότι όλοι αυτοί οι θεοί είναι ζώντες; Ότι είναι αληθινοί θεοί; Ότι πράγματι υπάρχουν; Μήπως πιστεύει σε κάποιον από αυτούς και όχι στους άλλους;Μήπως δεν πιστεύει σε κανέναν; Μήπως τους εγκωμιάζει για κάποιον άλλο λόγο, που δεν έχει σχέση με την πίστη;

Όλα αυτά τα ερωτήματα μπορούν να διατυπωθούν, κάπως σχηματικά βέβαια, σε ένα: Πιστεύει ο Καζαντζάκης στο θεό;

Αρχικά θα θέσω το επιμέρους ερώτημα: Πιστεύει ο Καζαντζάκης στο χριστιανικό θεό; Απάντηση, ΟΧΙ. Η στήριξη της απάντησης μπορεί να ζητηθεί στην πρώτη παράγραφο της «Ασκητικής», που είναι το κατεξοχήν φιλοσοφικό έργο του:

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο, το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή.

Σύμφωνα όμως με τη χριστιανική διδασκαλία και το χριστιανικό δόγμα, «ερχόμαστε» απ΄ τη Δημιουργία του Θεού και θα «καταλήξουμε» στη Βασιλεία των Ουρανών, σε μια Δευτέρα Παρουσία. Άρα η άβυσσος του Καζαντζάκη, της Ασκητικής, αποκλείει τη χριστιανική πίστη και το χριστιανικό θεό. Ο Καζαντζάκης λοιπόν δεν πιστεύει στο χριστιανικό θεό.

Ερώτημα άλλο: Μήπως ο Καζαντζάκης πιστεύει σε κάποιον άλλο θεό μονοθεϊστικής θρησκείας; π.χ. στον Ιεχωβά των Εβραίων ή τον Αλλάχ των Μουσουλμάνων; Απάντηση, ΟΧΙ. Και στηρίζω αυτή την απάντηση λέγοντας πως όλοι οι θεοί των μονοθεϊστικών θρησκειών είναι ανάλογοι ως προς το θέμα της Δημιουργίας και της κατάληξης, της συντέλειας του κόσμου, με τον χριστιανικό θεό. Τους αποκλείει και αυτούς λοιπόν η άβυσσος και μάλιστα η σκοτεινή άβυσσος, που αναφέρει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική του.

Ερώτημα άλλο: Μήπως ο Καζαντζάκης είναι ειδωλολάτρης; Μήπως πιστεύει σε κάποια μορφή παγανισμού; Απάντηση, ΟΧΙ. Η στήριξη αυτής της απάντησης έχει ως εξής: Στην ειδωλολατρία υπάρχει κατακερματισμόςτης θεϊκής δύναμης. Οι θεοί είναι πολλοίκαι σκόρπιοι μέσα στη φύση – σύμπαν. Η μεταφυσική όμως αγωνία του Καζαντζάκη ψάχνει το θεό, ασχέτως αν τον βρίσκει ή όχι, στην Ενότητα, στο Ένα και Μοναδικό.

Κατά τον Καζαντζάκη οι άνθρωποι δημιούργησαν τον θεό. Στο «Ταξιδεύοντας» στο Κεφάλαιο «Σινά», γράφει:

Ο θεός δεν είναι απροσδόκητο ουράνιο φαινόμενο. Οι ρίζες του είναι βαθιά μέσα στις μάζες.

Και στην «Ασκητική»

Ο θεός δε μας σώζει, εμείς τον σώζουμε.

Και στον επίλογο του ίδιου έργου του

Πιστεύω σε ένα Θεό, Ακρίτα, Διγενή, στρατευόμενο, Μεγαλοδύναμο, όχι Πολυδύναμο

Όπου το «πιστεύω» έχει την έννοια του «προτείνω».

Ο Καζαντζάκης δεν αποκλείει την ύπαρξη ενός θεού, ανώτερης δύναμης αλλά δεν Τον πιστεύει, με την έννοια ότι δεν έχει επαρκή βεβαιότητα γι΄ αυτόν. Δηλαδή είναι ένας άθεος, ο οποίος όμως διατηρεί και κάποια επιφύλαξη απέναντι της αθεϊα του.

Νίκος Καζαντζάκης

Ο Νίκος ΚαζαντζάκηςΟ Νίκος Καζαντζάκης (18 Φεβρουαρίου 1883 - 26 Οκτωβρίου 1957) ήταν Έλληνας μυθιστοριογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Ένας απ' τους πιο σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα, γνωστότερος για τα έργα του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και Ο Τελευταίος Πειρασμός που έχουν γίνει και ταινίες. Είναι ο περισσότερο μεταφρασμένος σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας.
Βιογραφία
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, το οποίο εκείνη την εποχή αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις 18 Φεβρουαρίου του 1883. [1]. Ήταν γιος του Μιχάλη Καζαντζάκη (1856 - 1932), που γεννήθηκε στο χωριό Βαρβάροι (σημερινή Μυρτιά) και της Μαρίας (+1932) και είχε δύο αδελφές.Στο Ηράκλειο έβγαλε το γυμνάσιο και το 1902 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ξεκίνησε νομικές σπουδές. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, το 1906, δημοσιεύοντας το δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος και το πρώτο του μυθιστόρημα Όφις και Kρίνο (με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβάμη). Τον επόμενο χρόνο ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές, στο Παρίσι. Παράλληλα, σημαντική επίδραση στον Καζαντζάκη είχαν οι διαλέξεις του Ανρί Μπεργκσόν τις οποίες παρακολουθούσε. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, δημοσίευσε αρκετές κριτικές μελέτες σε διάφορα περιοδικά κι έκδωσε το 1909 τη διατριβή του επί υφηγεσία Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας. Το 1910 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1911 παντρεύεται τη Γαλάτεια Αλεξίου, στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, στο νεκροταφείο Ηρακλείου, κι αυτό γιατί φοβόταν τον πατέρα του, που δεν ήθελε για νύφη τη Γαλάτεια.Στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο το 1912 κατατάχτηκε εθελοντής, αποσπασμένος στο γραφείο του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη συνέχεια πρωτοστάτησε στην κίνηση για την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μέσω του οποίου συνδέθηκε φιλικά, το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας. Την περίοδο αυτή, ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγια του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπεργκσόν. Το 1915 άρχισε μια επιχείρηση ξυλείας, που απέτυχε, στο Άγιο Όρος, μαζί με τον Ιωάννη Σκορδίλη.

Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως, έχοντας ως αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Oι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα του Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται. Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη. Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τις Βουδιστικές γραφές. Επισκέφτηκε ακόμα τη Γερμανία ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία. Την περίοδο 1923-1926 πραγματοποίησε επίσης αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, την Παλαιστίνη, την Κύπρο και την Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα. Τον Οκτώβριο του 1926 πήγε στη Ρώμη και πήρε συνέντευξη από τον Μπενίτο Μουσολίνι. Επίσης εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων Ελεύθερος Τύπος και Η Καθημερινή. Είχε, βέβαια, γνωριστεί με την Ελένη Σαμίου, το 1924 - το διαζύγιο με την Γαλάτεια εκδόθηκε το 1926 - με την οποία έζησε 21 χρόνια χωρίς γάμο. Παντρεύτηκαν το 1945 κι αυτό γιατί με τον καλό του φίλο, τον Άγγελο Σικελιανό και τη δεύτερη γυναίκα του, θα πήγαιναν στις ΗΠΑ.Τον Αύγουστο του 1924, ο Καζαντζάκης φυλακίστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, επειδή είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μια κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων. Σ' αυτό το επεισόδιο αναφέρεται ο Παντελής Πρεβελάκης και η Έλλη Αλεξίου.

Το Μάιο του 1927 απομονώθηκε στην Αίγινα με σκοπό την ολοκλήρωση της Οδύσσειας. Τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου του Ταξιδεύοντας ενώ τοπεριοδικό Αναγέννηση, του Δημήτρη Γλυνού, δημοσίευσε την Aσκητική, το φιλοσοφικό του έργο. Τον Οκτώβριο του 1927, ο Καζαντζάκης, φεύγει για τη Μόσχα, προσκαλεσμένος από την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης, για να πάρει μέρος στις γιορτές για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Παναΐτ Ιστράτι, μαζί με τον οποίον επέστρεψε στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1928στο θέατρο «Αλάμπρα», στην Αθήνα, μιλάνε εξυμνώντας τη Σοβιετική Ένωση, ο Καζαντζάκης κι ο Ιστράτι. Στο τέλος της ομιλίας έγινε και διαδήλωση. Τόσο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής της εκδήλωσης ο Δημήτρης Γληνός διώχθηκαν δικαστικά. Η δίκη ορίζεται στις 3 Απριλίου, αναβάλλεται μερικές φορές χωρίς ποτέ να γίνει. Τον Απρίλιο, ο Καζαντζάκης, ξαναβρέθηκε στη Ρωσία όπου ολοκλήρωσε ένα κινηματογραφικό σενάριο με θέμα τη Ρωσική Επανάσταση. Τον Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα της Τσεχοσλοβακίας όπου ολοκλήρωσε στα γαλλικά τα μυθιστορήματα Toda-Raba (μετονομασία του αρχικού τίτλου Moscou a crie) και Kapetan Elia. Τα έργα αυτά, εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς ως συγγραφέας. Η γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος, Toda-Raba, έγινε με το ψευδώνυμο Νικολάι Καζάν.

Το 1930 θα δικαζόταν, πάλι, ο Καζαντζάκης γι' αθεϊσμό, για την «Ασκητική». Η δίκη ορίζεται για της 10 Ιουνίου, αλλά κι αυτή δεν έγινε ποτέ.

To 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού. Mετέφρασε ακόμα τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Επίσης, έγραψε ένα μέρος των ωδών, που τα ονόμασε κάντα. Αυτά ενσωματώθηκαν, αργότερα, σ' ένα τόμο με τον τίτλο Τερτσίνες (1960. Αργότερα ταξίδεψε στην Ισπανία ξεκινώντας παράλληλα τη μετάφραση έργων Ισπανών ποιητών. Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Το 1938 ολοκλήρωσε την Οδύσσεια, ένα επικό ποίημα στα πρότυπα της Οδύσσειας του Ομήρου, αποτελούμενο από συνολικά 33.333 στίχους και 24 ραψωδίες. Η «Οδύσσεια» είχε φτάσει τους 42.000 στίχους. Αφαίρεσε, όμως, μερικές χιλιάδες, ο Καζαντζάκης, γιατί θεωρούσε σα γούρικο αριθμό το 3. Για το έργο αυτό, ο Καζαντζάκης εργαζόταν για δεκατρία χρόνια και πριν την τελική του μορφή, προηγήθηκαν οκτώ αναθεωρημένες γραφές. Η πρώτη αυτοέκδοση της «Οδύσσειας» έγινε στην Αθήνα τον Οκτώβρη του 1938, με χρήματα της Αμερικανίδας Joe MacLeod. Το ίδιο διάστημα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά ενώ το μυθιστόρημά του Ο Βραχόκηπος, που το είχε γράψει στα Γαλλικά, εκδόθηκε στην Ολλανδία και τη Χιλή. Κατά την περίοδο της κατοχής, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για την μετάφραση της Ιλιάδας. Το 1943 ολοκλήρωσε το γράψιμο του μυθιστορήματός του «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπα».

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή, αναλαμβάνοντας την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη, από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου του 1946. Παραιτήθηκε από το αξίωμα του μετά από την ένωση των σοσιαλοδημοκρατικών κομμάτων. Το Μάρτιο του 1945 προσπαθεί να πάρει μια θέση στην Ακαδημία της Αθήνας, αλλά αποτυγχάνει για δυο ψήφους. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου παντρεύεται την Ελένη Σαμίου, στον Άι - Γιώργη τον Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Συκελιανού.

Τρεις φορές προτάθηκε ο Καζαντζάκης για το Βραβείο Νόμπελ. Την πρώτη απ' την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, που τον έχει Πρόεδρο, έχοντας συνυποψήφιό του τον Άγγελο Σικελιανό. Επίσης δυο φορές προτάθηκε, το 1952 και 1953, απ' τη Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών, ποτέ, όμως, απ' την Ακαδημία της Αθήνας. Τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στην UNESCO, αναλαμβάνοντας ως αποστολή, την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο την γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών. Παραιτήθηκε τελικά το 1948, προκειμένου να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό του έργο. Για το σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ, της Γαλλίας, όπου τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος κατά την οποία ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου.


Φωτογραφία από τον τάφο του Καζαντζάκη.Το 1953 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι. Τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει στην Αντίμπ, στην Ελλάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία επιχειρούσε τη δίωξη του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα του Kαπετάν Mιχάλη και ολόκληρου του Τελευταίου Πειρασμού (1953), ο οποίος δεν είχε ακόμα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του[2]. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ». Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας. Η Εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη και υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μόνο δογματικά. Επομένως, για τις οποιεσδήποτε ποινές που θα επιβάλλει δε χρειάζεται την έγκριση του Πατριαρχείου. Βέβαια, τελικά δεν αφορίστηκε ο Καζαντζάκης, αλλά η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδας τον καταράστηκε κι εξακολουθεί να είναι καταραμένος. Επίσης, ο Τελευταίος Πειρασμός καταγράφτηκε και στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum. Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index με τη φράση του χριστιανού απολογητή Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal apello», δηλαδή «στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση». Ο "Ζορμπάς" του Καζαντζάκη, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947. Με την επανέκδοση του, το 1954, βραβεύτηκε, σαν το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς. Το 1955, ο Καζαντζάκης, ανέλαβε μαζί με τον Κακριδή την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, με προσωπικά τους έξοδα ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο Τελευταίος Πειρασμός. Τον επόμενο χρόνο, τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης στη Βιέννη. Αυτό το Βραβείο προερχόταν απ' όλες τις τότε Σοσιαλιστικές Χώρες. Μετά από ένα δεύτερο ταξίδι στην Κίνα, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης τον Ιούνιο του 1957, αφού η Κίνα ήταν μια απ' τις χώρες που τον βράβευσαν, επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του προσβληθείς από λευχαιμία όπου και νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη της Δανίας και το Φράιμπουργκ (Freiburg im Breisgau) της Γερμανίας, όπου και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών. Εντούτοις, σύμφωνα με μαρτυρίες, η λευχαιμία εμφανίστηκε στον Καζαντζάκη 19 χρόνια πριν απ' το θανατό του, το χειμώνα του 1938 ενώ ο θάνατός του αποδίδεται σε βαριάς μορφής ασιατική γρίπη.[3] Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, αλλά ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Θεόκλητος αρνείται. Έτσι, η σορός μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Η κηδεία έγινε μετά από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου και 17 ακόμη ιερέων. Ο αρχιεπίσκοπος, όμως, Κρήτης, απηγόρευσε στους ιερείς να πάρουν μέρος στην ταφήν του Καζαντζάκη, που έγινε στην Τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα Βενετσάνικα τείχη. Τη σορό του συνόδευσαν ο τότε υπουργός Παιδείας Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος και ο ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, που αργότερα τιμωρήθηκε σαν αριστερός. Στον τάφο του Καζαντζάκη χαράχθηκε η επιγραφή: Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι [φοβούμαι] τίποτα, είμαι λέφτερος [ελεύθερος].

Έργα
Μυθιστορήματα και άλλα πεζά
1.Όφις και κρίνο (1906, με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή)
2.Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946)
3.Ο καπετάν Μιχάλης (1953)
4.Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1954)[4]
5.Ο τελευταίος πειρασμός (1955)[5]
6.Τόντα-Ράμπα (1956)[6]
7.Ο Φτωχούλης του Θεού (1956)
8.Ο βραχόκηπος (1960)[7]
9.Αναφορά στον Γκρέκο (1961)
10.Οι αδερφοφάδες. θέλει, λέει, να 'ναι λεύτερος, σκοτώστε τον! (1963)
11.Συμπόσιον (1971)
12.Στα παλάτια της Κνωσού (1981)
Θεατρικά
Θέατρο. Σε τρεις τόμους που περιλαμβάνουν τα έργα:
1.Προμηθέας
2.Κούρος
3.Οδυσσέας
4.Μέλισσα
5.Χριστός
6.Ιουλιανός ο Παραβάτης
7.Νικηφόρος Φωκάς
8.Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος
9.Καποδίστριας
10.Χριστόφορος Κολόμβος
11.Σόδομα και Γόμορα
12.Βούδας
Ταξιδιωτικά
1.Τι είδα στη Ρουσία - από τα ταξίδια μου
2.Τι είδα στη Ρουσία - από τα ταξίδια μου
3.Ταξιδεύοντας. Α΄, Ισπανία
4.Ταξιδεύοντας. Β΄, Ιαπωνία - Κίνα
5.Ταξιδεύοντας. Γ΄, Αγγλία
6.Ταξιδεύοντας. Ιταλία, Ισπανία, Αίγυπτος, Σινά
7.Ταξιδεύοντας. Ιταλία, Αίγυπτος, Σινά, Ιερουσαλήμ, Κύπρος
Φιλοσοφία
1.Ασκητική (1927) Το 1927 δεν εκδόθηκε η "Ασκητική", απλώς δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Δημήτρη Γληνού, "Αναγέννηση". Η πρώτη έκδοση της "Ασκητικής" έγινε το 1945, στην Αθήνα.
Επιστολές
1.Επιστολές προς τη Γαλάτεια
2.400 Γράμματα στον Παντελή Πρεβελάκη (Συνολικά ο Καζαντζάκης έστειλε κάπου 800 γράμματα: 446 στον Παντελή Πρεβελάκη, 200 στην πρώτη γυναίκα του, τη Γαλάτεια (Αλεξίου) Καζαντζάκη κι 150 στη δεύτερη γυναίκα του την Ελένη Σαμίου και σε μερικούς φίλους του).
Σημαντικές μεταφράσεις
1.Ιλιάδα
2.Οδύσσεια Ομήρου
3.Θεία Κωμωδία του Dante
4.Φάουστ του Γκαίτε
5.Αγιος Φραγκίσκος της Ασίζης του Joergensen
Κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές
Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες:

Αλέξης Ζορμπάς - πληροφορίες από το www.Cine.gr
Ο τελευταίος πειρασμός - πληροφορίες από το www.Cine.gr
Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1956 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται". Ο τίτλος της ταινίας που τη σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν, είναι, "Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει".

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται προβλήθηκε σαν σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976.

Οι ταινίες του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από φανατικά στοιχεία αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις[8].

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.