Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013

Μηδενική ακολουθία (απόσπασμα)



Γαληνεμένες νύχτες
Κάπου μακριά
με κόπο πλανιέται
μια θύμηση


Ταξίδια


Θαλασσοπούλια πήραν τα μάτια μου,
καράβια φόρτωσαν το κορμί μου,
λύγισε ο αέρας τον ίσκιο μου.


Όνειρο


Δε σκοτώνουν τους νεκρούς
μου ψιθύρισε.
Δε σκοτώνουν οι νεκροί
της ψιθύρισα.
Και κλάψαμε πολύ,
γελάσαμε πολύ
και φιληθήκαμε.
Κόκκινο δειλινό
Βρέχει.. πάλι βρέχει.
Δεν έχω αγάπη,
δεν έχω πίκρα,
δεν έχω θλίψη.
Άσκοπα πια βρέχει
Τσιμεντένια κοιλάδα


Στη λίμνη με τα νούφαρα,
σιδερένια πουλιά με σημάδεψαν.
Υποβρύχια ρούφηξαν
τη λαχτάρα μου.
Κουράστηκα παιδικέ μου μάγε,
στο πέτρινο δάσος
ολόλευκος τις νύχτες.
Γύρνα με πίσω
ν’ αλλάξω τα όνειρά μου.


Ας είναι
Είναι μπορετό και να σωπαίνεις.
Είναι η σιωπή ευλογία.
Λέξεις πολλές ακούστηκαν
άλλες σαν κραυγές, άλλες σαν κλάμα
κι άλλες με τη γαλήνη της κούρασης
με την αγάπη της ησυχασμένης θάλασσας.
Ας είναι.
Ένα χαμόγελο που γύρευα δεν θάρθει.
Θα ξανακατέβω στη μεγάλη πόλη
θα περπατήσω στους δρόμους
θα σταθώ στα παγκάκια
να ξαποστάσω.
Δεν θα σε γυρέψω.


Το κάστρο


Όταν γκρεμίστηκαν τα τείχη
που μας προστάτευαν,
τα τείχη που μας φυλάκιζαν,
βγήκε ξανά η ελπίδα.
Και τώρα, πώς να τη σηκώσω
στα κουρασμένα μου χέρια;


Τοπίο

Ο ήλιος φάνηκε πάλι.
Τα παιδιά στις αυλόπορτες των σχολειών…
Κι εγώ,
συνεχίζω τον ανήφορο του σκοταδιού.


Νυκτερινοί δρόμοι


Ήθελα να γυρίσω πίσω,
στη σιγουριά της παιδικής μου άγνοιας.


Στιγμές


Γύρευα στα τραγούδια μου ν’ αναστηθώ.
Και στις μικρές στιγμές.
Όταν βασίλευε το φεγγάρι
κι εγώ κλεφτά το κοιτούσα,
με φόβο.
Μη ξεχειλίσει το ποτάμι
και πώς να το κρατήσω,
μέσα στην κάμαρη με τα χαρτιά.
Γύρευα τις μνήμες
κι έρχονταν αυτές λευκοφορεμένες κοπέλες,
με την Άνοιξη.
Και πάσκιζα ελαφρά να την κρατήσω
στα χέρια μου,
παλεύοντας με την αόρατη δύναμη
του βιαστή που ’χε θεριέψει
βαθιά μέσα μου.


Ο ήλιος


Το πρωί είδε το λαμπερό του φίλο να του χαμογελάει πάνω από τα κλαδιά. Την άλλη μέρα ανέβηκε στο δέντρο, να τον καλωσορίσει. Εκείνος παιγνιδίζοντας, μέσα από τις φυλλωσιές, έφευγε πιο μακριά, τώρα. Ήθελε τόσο πολύ να τον αγκαλιάσει την ώρα που ξύπναγε. Έτσι πέρασαν μέρες πολλές και δέντρο το δέντρο, βρέθηκε στην κορφή του μεγάλου βουνού. Φαίνεται πως είχε φτάσει η ώρα. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε. Νωρίς το πρωί, πλύθηκε στο νερό της πηγής, χτένισε τα μαύρα του μαλλιά, καθρεφτίστηκε στη άσπρη πέτρα κι ανέβηκε στο βράχο. Κείνη τη μέρα ο ήλιος άργησε να ανατείλει στο χωριό. Είπανε πως τον είδαν ώρα πολλή κάτω στη ρεματιά να χύνει τα χρυσαφένια του δάκρυα σ’ ένα άψυχο κορμί.


Φως


Πέρασε από ώρα η καταιγίδα.
Όπου να ’ναι θα φανούν τ’ άσπρα καράβια
με τα χαμόγελα των παιδιών…


Λευκές νύχτες
Μείναμε γυμνοί
σαν αυγουστιάτικα όνειρα
ταξιδιώτες της βροχής
των δακρύων
σιωπηλοί εραστές
των λουλουδιών.
Φυσιολογικά


Ένα καρτέρεμα δίχως τελειωμό
αχρήστεψε τις στερνές ευαισθησίες.
Τώρα, όλα φαντάζουν φυσιολογικά,
χωρίς όρια.


Χωρίς επιστροφή


Έπεσε βαριά η πόρτα
από ένα χέρι σιδερένιο
που πρώτα σφράγισε τα αισθήματα.
Κι έκλεισε ο δρόμος του γυρισμού.


Αυτή


Κάθε βράδυ,
την ώρα που βάραιναν τα μάτια,
την ώρα που οι ληστές
έσμιγαν με τις πεταλούδες,
την ώρα που τα σκυλιά
κάνανε περιπολίες
και οι χωροφύλακες
πυροβολούσαν το φεγγάρι,
την ώρα που έβγαιναν τα φαντάσματα
από τους ερειπωμένους πύργους
και οι νεκροί σηκώνονταν από τους τάφους,
Αυτή
κατηφόριζε τραγουδώντας στη θάλασσα.


Θά ’ρθεις!


Έδιωξε τις αράχνες του.
Σήκωσε τα βιβλία.
Κούρντισε το ρολόι-
δεν ήξερε τι ώρα να το βάλει.
Ένα κυκλάμινο στο παράθυρο
του χαμογέλασε…
Στάθηκε στην πόρτα και περίμενε.
Ο ήλιος του είπε καλημέρα,
τον χαιρέτησε το μεσημέρι.
Τον καληνύχτισε.
Τον καλημέρισε πάλι…
Θά ’ρθεις!
Το ξέρω, θα ’ρθεις.


Ο θεματοφύλακας


Γύρισε πίσω. Γερασμένος. Είχε πιστέψει πως ήταν επιτρεπτό να ζητήσει δικαίωση. Στην καλύτερη περίπτωση μια επίσημη επιβράβευση.-Ποιος είσαι; τον ρώτησαν.- Ο θεματοφύλακας! Ψέλλισε.
Χαμογέλασαν πικρά. Ένας τον κέρασε κρασί, άλλος του χτύπησε την πλάτη. Κάποιος έπεσε στην αγκαλιά του κι έκλαψε ώρα πολλή. Ήταν η μόνη φωνή.-Δεν υπάρχουν πια Θερμοπύλες;-Όχι δεν είναι αυτό! του απάντησαν.
Τότε, κούνησε αυτός το κεφάλι και χύθηκαν τα μάτια του στο χώμα.
Οδός κενού
Μέτραγα την απόσταση που με χωρίζει από το ταβάνι, μέχρι που χάθηκε το παράθυρο και το μαρμαρένιο κτίριο ζωγραφίστηκε στο πάτωμα. Είχαμε πολλά να θυμηθούμε, πολλά να ξεχάσουμε στη φλεγόμενη ανυπαρξία των τοίχων.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.