Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο



O ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΟΥ, ἀ­γό­ρι μου, ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἄν­θρω­πος. Ἕ­νας γνή­σιος καὶ αὐ­θεν­τι­κὸς λα­ϊ­κὸς ἀ­γω­νι­στής, χρό­νια ἀν­τάρ­της στὰ βου­νά, στὶς φυ­λα­κὲς καὶ στὶς ἐ­ξο­ρί­ες, μάρ­τυ­ρας τῶν ἰ­δε­ῶν ποὺ πί­στευ­ε τό­σο ἀ­κρά­δαν­τα. Πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­χα ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ νιώ­θω ὑ­πε­ρή­φα­νος γι’ αὐ­τόν. Δὲν θὰ ξε­χά­σω πο­τὲ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα πού μᾶς τὸν φέ­ρα­νε στὸ σπί­τι σὲ κα­κὰ χά­λια κι ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι ποὺ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ ἔ­σβη­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σο δύ­σκο­λες καὶ τρα­γι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Βέ­βαι­α θὰ πρέ­πει ἐ­πί­σης νὰ σοῦ πῶ, ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ­μέ­ρα ὅ­ταν μᾶς τὸν φέ­ρα­νε, ἀλ­λὰ βρά­δυ, ἄ­γρια με­σά­νυ­χτα, καὶ μά­λι­στα ἔ­ξω ὁ βα­ρυ­χει­μω­νι­ά­τι­κος και­ρὸς ἔ­ρι­χνε τὶς ἀ­στρα­πὲς καὶ τὶς βρον­τές του. Ὅ­πως ἀ­κό­μη, ὅ­τι δὲν ἔ­πε­σε ἁ­πλὰ στὸ κρε­βά­τι, ἀλ­λὰ ὅ­τι οἱ δύο αὐ­τοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ συ­να­γω­νι­στές του, ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ μᾶς, τὸν ἐ­να­πό­θε­σαν ἁ­πα­λὰ καὶ πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πά­νω στὸ στρῶ­μα. Εἶ­σαι τώ­ρα πιὰ με­γά­λο παι­δὶ καὶ θὰ πρέ­πει ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του νὰ μά­θεις ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἔ­γι­ναν τό­τε, στὸ δι­ά­στη­μα δη­λα­δὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ὁ παπ­πούς σου ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Σὰν αὐ­τό­πτης λοι­πὸν μάρ­τυ­ρας αὐ­τῶν ποὺ θὰ σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τώ­ρα, θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι ἕ­να πρω­ι­νό, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­γι­νε ἀ­να­πάν­τε­χα μιὰ πρό­σκαι­ρη δι­α­κο­πὴ τῆς κα­τά­κλι­σής του. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε αὐ­τὴ ἡ δι­α­κο­πή: Ἔ­τυ­χε νὰ εἶ­μαι μό­νος στὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νες τὶς ὧ­ρες ποὺ εἶ­χα καὶ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ κα­τά­κοι­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ ζή­τη­σε, ψελ­λί­ζον­τας, ἀ­σθε­νι­κὰ νὰ τοῦ βά­λω ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἀ­πὸ τὸ κα­σε­τό­φω­νο. Δὲν εἶ­χε ξε­κι­νή­σει κα­λὰ-κα­λὰ ἡ ὀρ­γα­νι­κὴ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο ποὺ ἀ­κού­στη­κε ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἄ­νε­τα ἀ­να­ση­κώ­θη­κε, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ἑ­νὸς ὑ­γιοῦς ἀν­θρώ­που ποὺ ἀ­να­κλα­δί­ζε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο του. Τὰ εἶ­χα χα­μέ­να, ἀ­να­τρι­χιά­ζω σύγ­κορ­μα καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μη καὶ μό­νο ὅ­ταν ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὸ τί ἐ­πα­κο­λού­θη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἐ­κεί­νη κί­νη­ση τῆς ἔ­γερ­σής του. Ποῦ βρῆ­κε τὶς δυ­νά­μεις, τὸ κου­ρά­γιο, αὐ­τὸς ὁ πο­λύ­πα­θος ἄν­θρω­πος στὰ χά­λια ποὺ βρί­σκον­ταν ἔ­τσι μὲ τὸ μου­σι­κὸ κά­λε­σμα τοῦ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κου, νὰ σαλ­τά­ρει ἐ­πά­νω καὶ νὰ στή­σει τὸ χο­ρό. Χό­ρευ­ε σεβ­ντα­λί­δι­κα μὲ τὸν με­ρα­κλω­μέ­νο κα­η­μὸ ἑ­νὸς πρω­τό­γνω­ρου λα­ϊ­κοῦ με­γα­λεί­ου.
       Πό­σο κρά­τη­σε αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τοῦ προσ­δώ­σω τὶς πραγ­μα­τι­κὲς χρο­νι­κές του δι­α­στά­σεις. Τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θη­λω­μέ­νος μὲ κομ­μέ­νη τὴν ἀ­νά­σα πό­τε νὰ δι­ευ­θύ­νει μὲ μα­ε­στρί­α τὶς παλ­λό­με­νες κι­νή­σεις τῶν χε­ρι­ῶν ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν τὸν γύ­ρω χῶ­ρο, πό­τε μὲ τὶς πα­λά­μες του νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τρυ­φε­ρὰ τὸ πλα­κό­στρω­το ἢ νὰ κα­τα­φέρ­νει σ’ αὐ­τὸ βι­α­στι­κὰ καὶ νευ­ρι­κὰ χτυ­πη­μα­τά­κια. Τὸ με­τα­μορ­φω­μέ­νο σῶ­μα πάν­το­τε πρό­θυ­μο καὶ ἄ­ξιο νὰ δί­νει ἀ­ξί­α στὴ μορ­φὴ καὶ στὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς χο­ρευ­τι­κῆς του ἔκ­φρα­σης. Ἀ­κό­μη ἄ­κου­γε κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς φο­βε­ρὲς στιγ­μὲς καὶ ἰα­χὲς ἕ­να δη­λα­δὴ ξε­χεί­λι­σμα ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ πά­θους καὶ κε­φιοῦ μα­ζί. Μιὰ ἐκ βα­θέ­ων ἐ­πί­κλη­ση, προ­τρο­πὴ ἢ κραυ­γὴ κά­ποι­ου θρι­αμ­βευ­τι­κοῦ ἐ­πι­φω­νή­μα­τος. Τὸ πρω­ι­νὸ ἐ­κεῖ­νο ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­λει­παν, ἡ μη­τέ­ρα σου μὲ τὴ για­γιά σου καὶ οἱ δυ­ὸ ἀ­δελ­φές σου. Ὅ­ταν ὅ­μως τοὺς τὰ ἔ­λε­γα με­τὰ ποὺ ἤρ­θα­νε, κα­μιά τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ πι­στέ­ψει. Καὶ μά­λι­στα ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, μὲ τὸ δί­κιο τους για­τὶ κι ἐ­γὼ νὰ ἤ­μουν στὴ θέ­ση τους, ἴ­σως τὴν ἴ­δια στά­ση θὰ κρα­τοῦ­σα. Ἄ­σε ὅ­μως δυ­στυ­χῶς ποὺ ἄ­φη­ναν ἐμ­μέ­σως πλὴν σα­φῶς, αἰχ­μὲς καὶ ὑ­πο­νο­ού­με­να γιὰ τὴν ψυ­χι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κή μου κα­τά­στα­ση. Πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε καὶ κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα δί­νω καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἐ­ξη­γή­σεις γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο αὐ­τὸ μὲ τὸν παπ­πού σου. Ὅ­σο γιὰ σέ­να, νο­μί­ζω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα σοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ σὲ ἔ­χω προ­βλη­μα­τί­σει, ἂν ὄ­χι νὰ σὲ ἔ­χω πεί­σει. Δὲν τὸν γνώ­ρι­σες τὸν συ­νο­νό­μα­τό σου πρό­γο­νο ποὺ τοῦ μοιά­ζεις ὅ­μως τό­σο πο­λύ, ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς τὶς φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ ἔ­χουν τὴν ἴ­δια πά­νω-κά­τω, ἡ­λι­κί­α μὲ σέ­να­νε. Πάν­τως τε­λι­κὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου αὐ­το­θαυ­μα­τούρ­γη­σε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς με­γά­λης του πί­στης γιὰ τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὰ ἰ­δα­νι­κὰ ποὺ γι’ αὐ­τὰ μαρ­τύ­ρη­σε θυ­σι­α­ζό­με­νος. Κα­τόρ­θω­σε ἔ­τσι δη­λα­δὴ νὰ βρε­θεῖ σὲ κά­ποι­ες στιγ­μὲς τό­σο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ κόν­τρα μὲ τὸν ἴ­διο τὸν θά­να­το. Μὲ τὸ πά­λε­μα αὐ­τὸ μα­ζί του, ἔ­φε­ρε αὐ­τὸν τὸν θε­α­μα­τι­κὸ θρί­αμ­βο, μιὰ νί­κη ἔ­στω καὶ Πύρ­ρεια στὸ στί­βο -«Μαρ­μα­ρέ­νια Ἁ­λώ­νια», μιᾶς ἄ­νι­σης ἀ­θλη­τι­κῆς ἀ­να­μέ­τρη­σης.


πηγή:  http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.