που ακουμπούσε ανάερα στου γιαλού το ομόκεντρο ψηφιδωτό.
Ανέβαινε το μονοπάτι χρυσό
και τα μποστάνια που ωρίμαζαν πόθοι.
Κι’ εσύ έστεκες ξεχασμένο άγαλμα πολύτιμο παράξενης εποχής,
με τρυγημένους καρπούς και χυμούς νέους
που ανασταίνουν το φως και διαστέλλουν τη νύχτα.
Απ’ το σώμα σου το γερμένο στην άμμο,
το σωστό έπαιρναν κυμάτισμά τους οι λόφοι.
Διασταύρωνες με σπουδή τον άρτο της τετάρτης πρωινής
στη γέννηση του λυκαυγούς πουλιά να νανουρίσουνε άστρα.
Τα κυπαρίσσια αναγγέλλουν τη λύπη
της πάχνης το βελούδο τα διαστήματα ταιριάζει της μέρας
το φως μες στις καμπάνες σημαίνει τα χρώματα.
Πάνω στων κόκκινων βράχων τις παλιές πληγές
λικνίζεις το όνειρο.
βράχια κομμένα από χειρονομία κάποιου θεού,
εκεί η πηγή σου
που ξεδιψούσε τα τέσσερα δάχτυλα του ανέμου.
γλιστρούσα λαθραία και με ταξίδευες.
Με το πορφυρό σου φόρεμα στη μοτοσικλέτα να ανεμίζεις
κατά τη νύχτα με τα κίτρινα φώτα δακρυσμένη,
στις παρυφές οι παριές της άνοιξης μες από δάση,
και μια φυσαρμόνικα να χρωματίζει τα μονοπάτια.
Άπλωνες τα χέρια κι έσερνες το χορό των δελφινιών.
Μού ’δειχνες με έναν καρπό χαμόγελου το ξεκίνημα.
Άνεμος τα φιλιά σου στους σιωπηλούς
αραχνιασμένους της ψυχής μου αυλούς.
Μια εσύ η μέλισσα μια εγώ το λουλούδι,
Ο βόμβος του αίματος ως να γίνει τραγούδι.
Τα μάτια σου μελλοντικές αναλαμπές
Από ξανθά λιοπύρια στις Κυκλάδες.
αναποδογυρίζει φακέλους
κορδέλες λύνει απ’ τα μαλλιά των κοριτσιών
αποδιοργανώνει αρχεία και κατάστιχα.
Τα στυλό δεν συμπληρώνουν πια έντυπα
ζωγραφίζουν το άρωμα των χειλιών μας
τη μυστική διαδικασία των φιλιών.
Οι τοίχοι γκρεμίζονται αθόρυβα για να δεις
τις πράσινες συστάδες του παραδείσου
να μακραίνουν στης θάλασσας τον κόλπο γαλάζιο ρίγος,
ως να σε ανεβάσω στη διαύγεια του βόμβου της Άνοιξης
μακριά από τοίχους και χειμώνες που σε ζώνουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου