κυλάει σε κόρης καταπράσινη διάσταση.
Χάνεται…σε λυτρωμού λακκάκι,
γεύεται το αλάτι της ζωής.
Έφτιαξα μια θάλασσα με χρώματα,
γεμάτη όνειρα και πάθη.
Έγινα θεριό που κολυμπάει σε οράματα,
σαν αντικρίζει στην άλλη πλευρά
την παγωμένη έρημο της ψυχής.
Εκεί…συνάντησα, μια κόρη όμορφη,
γυμνή, μ’ ένα κατάλευκο κορμί,
που ντύνονταν με τη χλωμάδα της σελήνης,
και κόκκους άμμου
σε κατάμαυρα μαλλιά.
Άγγιξα την άϋλη υπόσταση,
με δάχτυλα που τρέμανε
και φόβο….
μέσα στη χούφτα μου απίθωσε κρυφά
το μυστικό κλειδί της ύπαρξής μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου