πόνος αβάσταχτος αυτήν διαδέχτει,
και μου σπαράζει βάναυσα τα σωθικά.
Γιατί ώρα πολύ δεν είναι που στο παλάτι ήρθα,
και το μαντάτο το φριχτό κατάστηθα με βρήκε.
Τώρα ο χαμός του εμέ βαραίνει,
γιατί η άρνησή μου γοργότερα αυτόν στέλνει στον Άδη.
Συνεργός χωρίς να θέλω έγινα του φονιά του!
Και πώς να επανορθώσει η μετάνοια'
γιατί η έπαρση απερίσκεφτα μ΄ άρπαξε το λογικό,
κι αρνήθηκα ζωή σε κείνον π΄ αγαπούσα.
Και στη δική μου όρισα όμοια καταδίκη.
Χρόνια αυτόν περίμενα μ΄ ελπίδα να γυρίσει,
της ευτυχίας αναθυμόμουν τις στιγμές, τα δάση,
που αντηχούσαν τις χαρωπές φωνές μας,
κι οι έρωτες παίζανε σ΄ όνειρο γαλανό.
Κι αυτό το γλυκό το σώμα τώρα τ΄ άψυχο, αυτό είναι,
που τη θεά θερμά παρακαλούσα να μου φέρει,
και πάνω του σαν πρώτα να με σφίξει.
Τα άχρηστα τώρα βότανα με θηλεία φαρμακερή θ΄ αλλάξω,
γιατί τη ζωή χωρίς αυτόν ν΄ αντέξω δεν μπορώ,
Κι΄ απ΄ τον λαιμό αυτόν κάθε πνοή θα πάρω,
π΄ άσπλαχνα κι΄ αστόχαστα λόγια βγήκαν,
που τον αγαπημένο έστειλαν στον Άδη,
και τώρα εμένα για ΄κει ετοιμάζουν.
Χαιρετώ σε πατέρα, πάνω στις σκιερές τις ρεματιές
εκεί που τα κρύα τα τραγουδιστά γκρεμίζεις τα νερά σου,
μην περιμένεις στην αγκαλιά σου ευτυχισμένος πάλι,
την αγαπημένη κόρη να δεχτείς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου