Συνήθισα τα βράδια.
Μέσα στ' αέρια του πυραύλου
που συμπιέζει το καρέ
να τιναχτεί στ' αστέρια.
Μέσα στη σκόνη της φωτογραφίας
από τις μάχες του Λιβάνου.
Δοκιμασμένος στους ρυθμούς της διαδήλωσης
που σκίζει κάθετα τις στήλες.
Στις ιαχές του κράτους που επελαύνει.
Ο ταξικός αγώνας
διεξάγεται στα κράσπεδα του νου μου
και ξεχειλίζει διάπυρος
καίγοντας το χαρτί.
Αυτό το ρεπορτάζ δε θ' ανασάνει.
Θα το στιμώξει ο νικητής
στην κάτω άκρη της σελίδας.
Στον τίτλο θ' αναρριχηθεί ξανά ο εφιάλτης.
Κατόπιν οι υστερικές κραυγές
από το έγκλημα τιμής για την παρθένα.
Οι προβολείς γρήγορα θα στραφούν
στα στάδια των μονομάχων
κι αμέσως προς τις νεαρές
μισόγυμνες στάρλετ.
Ετούτες έχουνε προαγωγούς με πείρα.
Όπως οι προδοσίες.
Μ' ένα μπικίνι τις πλασάρουν
και λίγο κοκκινάδι.
Που χρωματίζει
το λίγο χώμα
του διπλανού μονόστηλου
γι έναν φτωχόν αυτόχειρα.
*****
Εργάζομαι γραφιάς σ' εφημερίδες.
Την εποχή που ο Απόλλωνας
δουλεύει ακόμη σκλάβος
στην εύφορη κοιλάδα των Τεμπών
ο ασκητής της Αργυρούπολης
ο λαϊκός ζωγράφος Διαμαντής
μονήρης και μισότρελος
σείει το θυμιατό της κοινοκτημοσύνης
νυχτοπατώντας τα χαράματα
στις ελαφριές πλαγιές του Υμηττού
και ο τρελός πυρόξανθος ψαράς
με τη μοιραία απόγνωση του Άδωνη στα μάτια
ρίχνει την καθετή του
κάθε πρωί επίμονα στα δυο χιλιάδες χρόνια.
Θέλει να ανασύρει
την Αφροδίτη ζωντανή
και φέρνει στον αφρό της Μεσογείου
το άγαλμα της πέτρινο κι ακρωτηριασμένο...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου