τη Λευκή Πολιτεία.
και τη μαύρισα ολάκερη.
δέκα χρόνια μετά...
κι άρωμα ναφθαλίνης
νιότη πριονισμένη από νωρίς
μ' εξώφυλλα λιμπρέττο
χάρτες
χαρτιά παυσίπονα
ζωύφια χαρτοφάγα
δέκα χρονώνε μέρες
τ' άχρηστα συνωθούνται
όχι βροχή
μήτε φιλί
μήτε χειμώνα εφέτο
σκόνη Νοτιά
γνώση φωτιά
και λόγια τροχισμένα
παρωχημένα οχήματα
όνειρα πάλι καυστικά
για τον γραπτό διάκοσμο
και τα μεγάλα φέγγη
τον πόνο τον ευτράπελο
τον μόνο λιθοξόο
τα πάνω
και κακομελετάτε;
οικείος δεν υπάρχει
είρωνες μόνο πρόδρομοι
κι αυτοί αγγελοκρουσμένοι.
πολύ μεγάλο πένθος
σου λέει ξάφνου
κάτι σαν πρώιμο πρωί
ή
μιλημένο γιόμα.
φτερολογήματα του νου
η Ανάγκη εν πρώτοις
νιάτα που λες χαρακτικά
τα σύνεργα του πάθους οπωσδήποτε.
σκιαγμένα τα πουλιά
κουρνιάζουνε στης Άριας
ενώ το πάντιμο καφέ
κορτάρει με το μαύρο
κ' οι πέτρες λουλουδίζουνε.
η Αγάπη ξυλουργείται
με τέχνην ειρηνόχυτη νικάς τα κατά κόσμον
σανίδες καλοθύμητες
σχεδόν σχεδίες
Τό πολύ του νιπτήρα
κατάπιε τα δάχτυλα
τον ενικό της ευγενείας
ύστερα εσένανε.
του Μαρασμού προεκτύπωση
και τί χοροί
τί κύμβαλα
Στ' ανώι του νου
στα φωτανάμματα
ψυχανεμίζομαι βροχές
κι άλλα προσόμοια
λόφους λοφία
δωδεκάορτη
άγγελος με φύλο
η Ποίηση.
απ' τα νερόμαλλά της
πιάσου κι ανέβα.
όλα μαζί τα ορέγομαι
τα τιμαλφή του βίου
ενίοτε αργυραμοιβός
των αφορμών γνώστης βαθύς).
τα λοιπά σε αμοιβαία
για να κρύβεται η πεζότης
με τον ήλιο σου μάρτυρα
για να λάμψει αλήθεια.
όλα μαζί τα ορέγομαι
τ' ανωφελή του βίου
και μητριά μου
για Σέ τα λέω).
τα μέσα μας ολόδεντρα να σμπαραλιάζει
τα κεραμίδια να μάς παίρνει
με το μισό χωριό να παιδιαρίζει
κι ανεπάγγελτο τ' άλλο να γυρίζει πλευρό.
δεν μπορεί
παρά να συμμαχήσει με τους υπόλοιπους.
Ζήτω λοιπόν
η καλότατη ροπή μας πρός τον Φόβο
των μαθητών πρός τα γκράφφιτι οπουδήποτε
ή των φωτογράφων πεζοδρομίου
να σου εισπράττουν το αρνητικό του προσώπου
αντί μιάς πρόσκαιρης χαράς του θετικού
απλώνει επιτραπέζιο
και μεταθέτει πέρα-δώθε
τον Άλλον που του κρύβεται,
την Παραδίπλα εξάπαντος...
συντρόφοι ευ-
μνήμες κυανωμένες εξαρχής
τηλε-ρεζίλι ωστόσο
(ούτε πια να πεθάνουμε δεν βρίσκουμε ησυχία
σου μεταδίδουν απ' ευθείας τον ιερό σου ρόγχο
και πάει
να βρίσκει στην καρδιά μου
οι σαϊτες των φώτων επίσης
μα δεν μπορεί
κάποια λύση θα λύσει τα κομπιασμένα της μαλλιά
ή των αλόγων τις ουρές
στο στοιχειωμένο σπίτι.
σχέδιο για τον κόσμο απώτερο
κι όλο μου οικονομείς τα πράγματα;
Τί με κρατάς πανώριμο στα χέρια σου καρπό
και δεν με στίβεις;
Έλα μου, να σε μάθω να διαβάζεις.
έτσι σχεδόν και τους χάνεις:
με ωδίνες δημόσιες
και βόμβο μελισσών απ' τα παλιά
με τ' αγκωνάρια του σπιτιού
τα Μαραμένα φύλλα.
και πως απ' το ξημέρωμα φυσομανάνε
(Εφραίμ του Σύρου ανήμερα)
τόνοι λανθάνοντες
του παίρνω και περνώ
του γερνώ και του γέρνω
αργολογίας πνεύματα
ρόγες που τρών τα πετεινά
και κείνες πολυστεύουν.
κράτα ό,τι έχεις
κι άν καείς
νου να τηρείς
εόρτιο διάκοσμο
και μάτι απλό.
MATER DOLOROSA
με το χί και το σίγμα του
δόντια πονετικότερα
με το Φλεβάρη Κάλβο του
και το Μάρτη Σολωμό
με φωτισμόν ολόκορμο
από κείνον κυριακάτικα του Ονείρου.
πατρίδα ιδι-
μα βολικό μου έτσι κι αλλιώς
ωδοποιούς εξ αμελείας απόχτησες
περίπυστους
από νωρίς να ξε-
ή στα όμβρια χαμόγελα
και να περάσει μύρα χέουσα
ως είθισται
να δείς τα ποιά;
Τί να τα εισπράξεις θέλεις τα χρωστούμενα
που χορταριάζουν ολοένα οι αυλές
κ' οι μακρινοί σου εντέλει συγγενείς
καρφώνουν τα πορτοπαράθυρα
Βουρτσίζω τη ζωή μου απ' την αυγή
πάλι και πάλι
πυρίτιδα υγραμένη)
και σκουλαρίκια περιωπής
βρέφη της παραφίνης ευτραφή
χρυσά ματάκια
πρωινός παγετός του Μαρτίου
βιολέττες εκδικητικές.
κι αποξαρχής να κυθηρίσω εβάλθηκα
έως θανάτου υπόχρεως
με βέργα να με σωφρωνίζεις κυδωνίτικη επιμένεις
μ’ ένα ξήλωμα τόοοσο στην πλάτη
ή
και το αίμα το κακό.
και τίποτ’ άλλο
ψηλαφητά στη σκάλα
κι όλο τρίζοντας αφού δεν έχεις τη φωνή και δεν μπορείς να σώσεις
πάρ’ την αφή σου Κομμοδέ
και ρίχτη του σκυλιώνε.
στην ουσία ουδείς
ένα κι ένα μυρίζει απουσία
τ’ αγάλματα εν αγνοία τους έτσι
με βιολέττες κι αρμπαρόρριζα
ερωδιός ερημοσπίτης ο παππούς
με σπάει αμύγδαλο
ευσυγκίνητος ο πατέρας
τάβαλα μαζί του ευθέως
πηγαινέλα
σκυλιά
και τραμουντάνα μου υπομένεις
μα εγώ σου εναποθέτω εφημερίδα.
όχι το μάρμαρο
χώμα θα σου άφηνα
χώμα
για να φυτρώνουν του Φωτώνε τα σπαθιά
κ' οι κλάρες του Βαγιώνε.
κι απ' την κουρτίνα
ήσκιος η Αγαπημένη
κακόπαιδο
τα κλώτσησε κι εσπάσαν.
-Ουρανό
Κρυφτό με το φώς κι ο λόγος σου άρραφος
θάμβος δακρύου.
*
Κάψε με κάψε με τη στολήν ολόσωμο
πύρ ακάματο.
*
Αθεόφοβη σε πουλεί και σ' αγοράζει
σπείρα των φίλων.
*
Ανοιχτομάτης μίμος εκ του προχείρου
σε θεατρίζει.
*
Γιά οθόνιο κλέψε μου απ' την απλώστρα
ό,τι πρόχειρο.
*
Πού κλίνετε το μίσχο λουλουδάκια
κόμπο τον κόμπο;
*
Έρπουσα η μέρα του θανάτου δέλεαρ
κηρύσσει έαρ.
*
Νύξεις ανοίξεις κορμοί της εμπαθείας
ιμερότροποι.
*
Σπυριά της δάφνης κολώνια λεμονάνθι
λιωμένα όλα.
και τί χαζολογάτε;
Τά μάθατε απ' τον κόσμο τα στερνά;
ο πόλεμος που ασθμαίνει
κι ο Ικτίνος στη Φιγάλεια
του καφενέ ακαμάτης.
ποιά θέρμη σάς πονάει;
στη συννεφιά η καλύπτρα
βραγιές του αγέρα
του θεού σπέρματα λιθωμένα.
ΛΟΓΟΥ ΠΑΙΓΝΙΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ
Άδηλο
Σώμα κρουστό της θάλασσας
με χαμηλές βροχές ωσάν από τα δάκρυα τα πολλά τιρτίρι οξειδωμένο
και μόνο μιά
λάμψη ατσαλάκωτη δειλή σπιθίζει απ' τον καθρέφτη
φιλί της ευγενείας μ' επίθετο
κι ο τόπος ανοιξιάζει. |
Επωδός Α'
Φιλώ σε terra incognita
της πέτρας θυγατέρα εταίρα ευλαβικών παθών μικρών θεών εσπέρα ξέρες λοιπόν πολύξερες και νάξερες τί ξέρω... |
ΠρόδηλοΒουές των βράχων εμπαθείςαχός αρχαίας αγάπης
αντρογυναίκες κολοσσοί
κοπέλλες μικρομάνες που κάθε Ψυχοσάββατο ψηφαριθμούν τους άντρες κι αποχιονίζονται.
Νάνι το, που να το χαρώ σαν η ελιά το φύλλο
-Άχ Έρωτα πονετικέ
που εχύθηκες κι εχάθης;
σαν τα πουλάκια το νερό και τα βουνά τον ήλιο.
- Ήταν ο χάρτης σας γερτός
κι απ' τη γωνία εβγήκα. |
Επωδός Β'
Δέν είν' χελιδονίσματα της ενδεκάτης μούσας
μήτε παραξυπνήματα όξω απ' την κουνουπιέρα μόν' είναι χτύπος της καρδιάς σα χτύπος του αργαλειού της ώσπου σημαίνει Κυριακή και του Αγίου Θανάτου. |
ΠασίδηλοΕφ' όλης της ύλης κεντράρωγια το μέγα μικρό
Λυθράγκωμη
Αλικαρνασό στη Ρόδο πηγαινέλα
στις πόλεις άπολις λοιπόν
εσύ χωρίς εσένα κι ό,τι σου λάχει τυχερό πολύ μην το πιστέψεις
σ' εποχές αποχών άλλην έγνοια
μην έχεις
το νου σου στη φλόγα το νου σουμικρή μου Ειρήνη μην καείς και πως θα πάς σχολείο... |
Επωδός Γ'
απ' το πολύ το πως
και πάλι ρίγος.
Λίγος
μπροστά σε τόσο φώς
πολύ πιο λίγος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου