“Το χνότο της βρομάει' έλεγαν και ξαναέλεγαν
καθώς περνούσε γρήγορα το δρόμο.
Δεκάδες σιωπηλές ανάσες κάρφωναν λόγια στο κορμί της.
Εκείνη σκυφτή, η αιώνια έρημη,
έκανε πως δεν άκουγε σιγοψιθυρίζοντας ένα σκοπό
ανάμεσα στα χείλη της.
Το χέρι της όμως πάντα εκεί, στο λαιμό της, να κρατήσει κλειστό το γιακά.
Μονάχα ο τυφλός ζητιάνος στη γωνία όταν ένιωσε την παρουσία της
έπεσε στα γόνατα.
Ήταν ο μόνος που έβλεπε το αγκάθινο στεφάνι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου