πως κάποτε στις φυλακές του Ρέντινγκ έλαμπαν, μεσίστιες
της θλίψης
οι σημαίες κάποτε ίσως πάλι λάμψουν
στην πάνω πόρτα της αβύσσου
γύρω του αγάλματα παρελαύνουν όπως πάντα φθαρμένα έτσι τώρα
πιο λειψά, μα
που μυρίζουν χώμα σαλιγκάρια ξεθωριασμένη ηδονή
του θέρους, φασκιωμένο
θα με βρεις στην κορυφή ενός απογεύματος
έναν χειμώνα που θ’αγριέψει τα γένια που το μέσα πρόσωπο
θα οστεώσει κρυμμένος έτσι στις κόγχες
των τροπαίων
γέννημα-θρέμμα της πίστης ώστε να πάρουν πάλι οι αίγαγροι τ’ουρανού
το δρόμο τους και τα πουλιά που αγκαλιάζουν τη γη
με τις φτερούγες τους
που τους λογαριασμούς του με τις αντανακλάσεις του φωτός
έκλεισε νωρίς αυτός ήξερε το ρυθμό και το μέλος:
κει που το στήθος πιάστηκε σε αραχνένιο τόπι
ριγά το χέρι το ζερβό, μιλά βουβό το χείλι
κι όπου κι αν σέρνεις το χορό με θα’χεις στο μαντήλι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου