Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΠΟΤΑΜΙΑ



Το χωριό με τα δύο ποτάμια * ήταν ένα από τα κεφαλοχώρια της Πηνείας.
Πριν από πολλά χρόνια το ένα ποτάμι πήρε το μισό χωριό και πολλά χωράφια.
Όταν φούσκωναν τον χειμώνα τα ποτάμια οι κάτοικοι φοβόντουσαν μη πάρουν και το άλλο μισό χωριό.
Τον ίδιο φόβο είχαν και οι κάτοικοι των άλλων χωριών του κάμπου.
Μόνο η θεία Μαρία (από τις πέντε αδελφές της) έμεινε εκεί , γνώρισε τον άντρας της, τον ερωτεύτηκε και τον ακολούθησε στο βουνό.
Η θεία Μαρία στο βουνό, με τους αντάρτες… αντάρτισσα!
Κι όταν παντρεύτηκε ,δεν πήγε πολύ μακριά από το πατρικό της.
Το σπίτι του Θείου και της Θείας διώροφο, μα ποτέ δεν πηγαίναμε στο πάνω πάτωμα, όλο το νοικοκυριό στο κάτω σπίτι.
Ανέβαινα στο μπαλκόνι του πάνω ορόφου για να δω το ποτάμι και τα σπίτια, που σαν λείψανα ξεπρόβαλαν μέσα από τον υγρό τους τάφο.
Στην αρχή το φοβόμουν,φοβόμουν μη και την νύχτα ανέβει το νερό και μας πνίξει .
Ο θείος Λάκης ήταν για πολλά χρόνια ο πρόεδρος του χωριού .
Όταν πήγαινε στο γραφείο της κοινότητας τον ακολουθούσα για να δω την γραφομηχανή -στο μικρό γραφείο του γραμματέα- .
Δεν είχα ξανά δει γραφομηχανή και μάλιστα είχα ρωτήσει τον Θείο να μου πει τι είναι αυτό στο γραφείο με τα κουμπιά και πάνω τα γράμματα.
Μα ποτέ δεν τόλμησα να την αγγίξω όσο κι αν το λαχταρούσα.
Καλός- καλός ο Θείος μα δεν έδινε πολλά θάρρητα .
Η θεία Μαρία , είχε όλη την φροντίδα του σπιτιού, αλλά ο Θείος, εκτός από πρόεδρος, είχε και πολλά πρόβατα.
Έτσι , η Θεία όλη μέρα ήταν με τα πρόβατα .
Πρωί-πρωί να τα πηγαίνει για βοσκή δίπλα στο ποτάμι.
Γυρνούσε κατά τις δέκα να ετοιμάσει το κολατσιό για τον Θείο και μου έλεγε : ετοίμασε το τραπέζι όπου να ναι θα έρθει .
Μα πιο τραπέζι; Τρώγαμε στον χαμηλό ταβά δίπλα στο τζάκι και καθόμαστε σε σκαμνάκια.
Και πάλι έφευγε για τα πρόβατα ,ώς που να γύρει , ο ήλιος ,να τα φέρει κοντά να τα αρμέξει.
Δίπλα στην κουζίνα ,το τυροκομείο και ο φούρνος.
Εκεί , τυροκομούσε και κτυπούσε το γάλα στην ξύλινη καρδάρα με υπομονή μέχρι να βγει το βούτυρο στην επιφάνεια .
Κάποιες φορές ακολουθούσα για λίγο την Θεία στο ποτάμι ή αν ήθελα να της πω κάτι έτρεχα να την βρω.
Πάντα όρθια ήταν , σιωπηλή και με την ρόκα να γνέθει .
Στο χωριό δεν υπήρχαν πολλά παιδιά και το σχολείο είχε κλείσει από χρόνια.
Οι περισσότεροι κάτοικοι είχαν φύγει για μια καλύτερη ζωή στην Αθήνα ή στην Πάτρα και φυσικά πολλοί είχαν φύγει στην Αυστραλία και την Αμερική.
Μα αυτό δεν με ενοχλούσε καθόλου -που δεν είχε παιδιά το χωριό-
Πιο πέρα από το σπίτι της Θείας ,ήταν το σχολείο .
Και πάντα, όταν περνούσα από μπροστά του, κρεμιόμουν από τα περβάζια των παραθυριών ψάχνοντας με τα μάτια μήπως και δω πάνω στα παλιά θρανία μία πλάκα και ένα μικρό κάρβουνο .
-Πάνω στις πλάκες μάθαμε ,με ένα κάρβουνο λίγη γραφή και αριθμητική μας έλεγε η μάνα μας- που είχε πάει μέχρι την τρίτη δημοτικού ,(μετά ήρθε ο πόλεμος, η κατοχή και έκλεισε το σχολείο )και γινόταν τα χέρια μας μαύρα από το κάρβουνο
-.Μα, μόνο, τον μικρό μαυροπίνακα έβλεπα-
Ένα ακόμα σπίτι ,ήταν για μένα ανοικτό, μίας εξαδέλφης .
Το σπίτι αυτό είχε μία μεγάλη αυλή και πολλές μουριές .
Η χαρά μου στο σπίτι αυτό ήταν οι μουριές .
Εκεί έτρεχα κάθε μέρα , για την πιο μεγάλη μουριά που είχαν κρεμάσει μία κούνια. (Το δύσκολο ήταν να περάσω τον δρόμο όταν συναντούσα τις χήνες τους.-δεν υπάρχουν καλύτεροι φύλακες από τις χήνες, μα για πλησίασε και τα λέμε).
Μέχρι να βραδιάσει πάνω στην κούνια ,να παίρνω φόρα και όλο πιο ψηλά και πιο ψηλά να θέλω να φτάνω.
--Μα καλά , δεν βαριέσαι όλη μέρα στην κούνια;
Δεν ζαλίζεσαι; -
Όχι απαντούσα (μα φοβόμουν μη και κάποια μέρα μου πουν να μην ξαναπάω ) -τους είχα ζαλίσει πολύ να με βλέπουν –
Μία μέρα η Θεία για κάτι με είχε μαλώσει .
Που να θυμάμαι; Τόσες και τόσες ζαβολιές που έκανα .
Όταν έφυγε για τα πρόβατα πήγα στο δωμάτιο που κοιμόμουν έβαλα τα ρούχα στην χάρτινη κούτα, την έδεσα και δρόμο
πήγα στην στάση να περιμένω το λεωφορείο .
Κατά το μεσημέρι ήρθε , ανοίγει η πόρτα, κατεβαίνει ένας επιβάτης και ανεβαίνω (σε δυό λεπτά κατεβαίνω από το λεωφορείο )
- Για που πας; με ρωτά ο σοφέρ -του απάντησα -
-που είναι το εισιτήριο σου;
Τι; Εισιτήριο;
Γύρισα στο σπίτι, και σκεφτόμουν …μα καλά, για να πάω στο χωριό , δεν μου ζήτησαν ποτέ εισιτήριο για φύγω πρέπει να πληρώσω; (αργότερα κατάλαβα και θυμήθηκα τα λεφτά που μου έδινε η μάνα μου ..λέγοντας μου
–αυτά, να τα δώσεις στην Θεία σου-και όταν η Μάνα μου ανέβαινε στο λεωφορείο,εκτός από το να πει στον οδηγό –θα κατεβάσεις το τσουπί* στο χωριό –του έδινε και το εισιτήριο -
Η Θεία ,είχε επιστρέψει ,με είδε με την κούτα ,δεν μίλησε και μετά από λίγο είπε : -Πήγαινε να βάλεις πιρούνια και ποτήρια στο τραπέζι θα έρθει ο θείος και θα πεινάει.
Μία μέρα με έστειλε η θεία στο ποτάμι ,να προσέχω τα πρόβατα, (γιατί είχε κάποιες δουλειές και όταν θα τελείωνε θα ερχόταν να με βρει)
Είχαν και ένα μικρό τσοπανόσκυλο μαύρο και πολύ παιχνιδιάρικο .(μετά το κατάλαβα)
-Να προσέχεις μην πάνε τα πρόβατα στο ποτάμι
και συ, μη τολμήσεις και μπεις στο ποτάμι.
Πήρα το μονοπάτι και έφτασα στο ποτάμι(πρώτη φορά έβλεπα το ποτάμι από αυτήν την πλευρά)
Αυτό ,δεν ήταν ποτάμι , ήταν μια θάλασσα !
Κι από αυτήν την πλευρά δεν υπήρχαν δέντρα ,αλλά άμμος και χαλίκια.
Καλοκαίρι , ντάλα μεσημέρι και μπροστά μου να απλώνεται ένα ποτάμι θάλασσα ..σιγά που δεν θα μπω. (άλλωστε αυτό το <<μη >> λειτουργούσε πάντα αντίθετα για μένα)
Πρόσεξα όσο μπορούσα μη βρέξω τα ρούχα μου και είχα το νου μου μη προβάλει η Θεία και με ψάλει …και ετοίμαζα , δεύτερη φορά την κούτα με τα ρούχα μου και πάλι άδικα.
Βγήκα από το ποτάμι να στεγνώσω και σκεφτόμουν..
Πως να περάσει η ώρα; πως περνά η ώρα της Θείας στο ποτάμι;
Ασυναίσθητα, έπιασα ένα μικρό ξύλο και τo πέταξα στο νερό και τότε , με έκπληξη βλέπω το σκυλί να τρέχει και να μου γυρίζει το ξύλο .
Ωραία! βρήκαμε παιχνίδι .
Το σκυλί, ακολουθούσε με το βλέμμα του, τις κινήσεις των χεριών μου και έτρεχε να μου φέρει τα ξυλαράκια που του πετούσα ,μέχρι που κουραστήκαμε κι δυο.(μήπως το είχε μάθει η Θεία για να παίζει μαζί του και να περνά η ώρα; Ποιος ξέρει ..)
Ένα απόγευμα Παρασκευής όταν επέστρεψα στο σπίτι από την κούνια η Θεία μου είπε: ήρθε ο Βασίλης
-πού είναι;
-Κάτω ,στο πηγάδι να φέρει νερό.
-Άντε να τον δεις .
Κατηφόρισα στο πηγάδι και τον βοήθησα να δέσει τους ντενεκέδες με το νερό στα σαμάρια των γαϊδουριών ,γυρνώντας στο σπίτι μου λέει: αύριο, θα σε πάω στο καφενείο να σε κεράσω .
Το καφενείο! Με τον μεγάλο πλάτανο και το πηγάδι.
Την πρώτη φορά που πήγα στο καφενείο, ήταν για να δώσω, μία παραγγελία στον Θείο.
Και φυσικά , μου είπε ,
κάθισε να σε κεράσω.
-Τι θέλεις; Πορτοκαλάδα;
-σκεφτόμουν ..πορτοκάλια έχουμε στις πορτοκαλιές…
-Λεμονάδα; Και λεμόνια ,στις λεμονιές…
-Γκαζόζα;
-Ναι! Γκαζόζα!
-Φέρε στο παιδί μία γκαζόζα -είπε του καφετζή.
Ο καφετζής, έγνεψε καταφατικά και τράβηξε κατά το …πηγάδι.
Τον κοιτούσα και έλεγα μα καλά; Κουφός είναι ;
τι θέλει στο πηγάδι;
εγώ, γκαζόζα ζήτησα.
Ο καφετζής ,γυρνούσε την ανέμη το σκοινί τυλιγόταν και να! Να ξεπροβάλει απ’ το στόμιο του πηγαδιού ένα τεράστιο καλάθι με μπουκάλια!
Είχα μείνει με το στόμα ανοικτό…
-Εδώ, με τα καλάθια κατεβάζουμε τις μπίρες , τα αναψυκτικά ,στο πηγάδι, για να είναι δροσερά/εδώ, με τα καλάθια , κατεβάζουμε και τα καρπούζια…(είχα φάει μίαν άλλη φορά καρπούζι, μα δεν ήξερα πως ήταν από το πηγάδι …μπούζι το καρπούζι .
Έτσι, με τον Βασίλη ήξερα,ακολούθησα τον καφετζή και περίμενα να ανασύρει το καλάθι .
Έλα μου είπε- ο καφετζής -διάλεξε τι θέλεις;
Ακουμπούσα την πορτοκαλάδα την λεμονάδα και πάλι κατέληγα στην γκαζόζα, μία άλλη φορά είχα πιάσει ένα άλλο μπουκάλι
-Όχι, αυτό είναι κόκα-κόλα και τα παιδιά, δεν πίνουν κόκα κόλες .


Έτσι πέρασε κείνο το καλοκαίρι των δέκα μου χρόνων.
Όποτε ξανά ανέβηκα στο χωριό ήταν για μία επίσκεψη και γυρνούσα την ίδια μέρα. Την τελευταία φορά που επισκέφτηκα το χωριό ο θείος Λάκης δεν ζούσε.
Είχα κατέβει καλοκαίρι, να δω τους δικούς μου, η μάνα μου είπε :-Τι λες; πάμε αύριο στο χωριό να δεις την θεία σου και να της πάμε και λίγο τραχανά που έκανα.
–Με το λεωφορείο θα πάμε;
-Όχι, έχει ο αδελφός σου δουλειά πάνω στα χωριά ,θα μας πάει το πρωί και το απόγευμα θα μας φέρει ο Βασίλης.
Είναι και ο Βασίλης στο χωριό ,να δεις και τι ωραίο έφτιαξε το σπίτι.
Την άλλη μέρα κατά τις 10 το πρωί ήμασταν στο χωριό και βρήκαμε για πρώτη φορά την θεία στο σπίτι!
Μπήκαμε στην μικρή κουζίνα .. κοιτούσα γύρω μου
–Ωραίο δεν το έφτιαξε ο Βασίλης το σπίτι-είπε η μάνα μου
–Ναι..ωραίο..
πήγαινε να δεις και το μέσα σπίτι –είπε η θεία
– Ωραίο;
-Ναι, ωραίο..
Το δάπεδο στρωμένο ,στους τοίχους ντουλάπια πάνω-κάτω- βρύση με τρεχούμενο νερό πάγκος, νεροχύτης ,ψυγείο και το τζάκι … φτιαγμένο και απέναντι ,στον τοίχο, ένα μεγάλο τραπέζι και καρέκλες.
Εκεί, για πρώτη φορά ,κάθισα στην καρέκλα και στο ψηλό τραπέζι να πιω τον καφέ και να φάω το γλυκό ..δεν με χωρούσε ο τόπος…
Όχι, δεν ήταν το σπίτι αυτό της θείας… που είναι το μικρό χαμηλό τραπεζάκι με τα σκαμνάκια ;που είναι το λυχνάρι που είναι …που είναι …σε μια στιγμή, ο Βασίλης βγαίνει στην μικρή αυλή και τον ακολούθησα .
Μιλούσαμε γι’ άλλα κι άλλα κι ο νους μου έτρεχε αλλού …
Να μαι , να κρεμιέμαι στα παράθυρα του σχολείου ,μήπως δω ένα ξεχασμένο κάρβουνο και μία πλάκα..
να μαι ,στην αυλή με τις μουριές και την μεγάλη κούνια ,που μ’ έφτανε μεσούρανα,
να μαι στο πηγάδι του μικρού καφενείου δίπλα στον καφετζή ..-διάλεξε ..τι θέλεις; …Γκαζόζα.
Και η θεία; Μα που άλλου;
Κάτω , δίπλα στο ποτάμι.
-Ξάδελφε; Τι σ’ πιάσε; Τι σου έφταιξε το σπίτι και το χάλασες;

Με τα χρόνια ,η θεία κατέβηκε στην πόλη ,τα σπίτια μας δεν απέχουν πολύ.
Οι δύο αδελφές, επισκέπτονταν η μία την άλλη ,μέχρι που η θεία πια κλείστηκε στους τέσσερις τοίχους.
Και η μάνα μου, δεν μπορούσε να πηγαίνει τακτικά.
-Μαμά; Πηγαίνεις να δεις την θεία;
-Δεν μπορώ παιδάκι μου, δεν με βαστούν τα πόδια πια και έχω κι αυτές τις ζαλάδες… φοβούμαι μη πέσω και βασανιστώ και βασανίσω και τους άλλους.
-Ας είναι καλά τα σύρματα! αυτό της λέω να είναι καλά τα σύρματα* αδελφή ,μία μου έμεινες ας είναι καλά και μπορούμε να λέμε δυο κουβέντες.
Η θεία έκλαψε πέντε αδελφές και έμεινε μόνη.
Μία μέρα , έφεραν τα σύρματα νέα για την θεία…
...Πέθανε και η θεία Μαρία …
Σαν αστραπή χίλιες εικόνες πέρασαν από μπροστά μου και ναι!
Ναι ! την είδα !
είδα την θεία κάτω, δίπλα στο ποτάμι.

*Πηνειός και Πηνειακός Λάδωνας (Ν.Ηλείας)
*Τσουπί -κορίτσι
Σύρματα*(μία προφητεία του αγ. Κοσμά του Αιτωλού έλεγε πως θα έρθει καιρός που ο κόσμος όλος θα δεθεί με ένα σύρμα .Τα τηλέφωνα; Δεν ξέρω πάντως η μάνα μου τα τηλέφωνα εννοούσε .




*(στη φωτογραφία ο παππούς ,δεξιά η γιαγιά και αριστερά του παππού η μάνα του και τα έξι κορίτσια ( η μάνα μου με τις αδελφές της)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.