αλλ’ Αυτή σα να γύρευε τη μοίρα της
Κι ο τύφος τότε αναρριχήθηκε εξανθηματικός απ’ την κοιλιά στο κεφάλι. Οι σαράντα μέρες παραμιλητό, ο πάγος του βουνού φωνές και λόγια ασυνάρτητα
Λευτέρη αρχάγγελε με τα μαλλιά μέσα στα ναυτικά σου ήσουν ο μόνος Καπετάνιος.
Κοίταξε απ’ το αλμυρό τζάμι τη θάλασσα να στραφταλίζει
κάτω μεσημέρι σηκωνόταν γερμανοί τον αδελφό μου
μες στα χόρτα πίσω απ’ την εκκλησιά φορούσε το χρυσό ρολόγι του μοναδικό σημάδι για την αναγνώριση.
Όταν γυρίσαμε φθινόπωρο πια μύριζε. Απόψε ήρθε καβαλάρης πάνω στο μαύρο του το άλογο εγώ του φώναξα χι χι γύρισε πίσω γρήγορα γιατί
θα σε φάει ο κάτω κόσμος θα σε φάει η έρμη θάλασσα
η μαύρη ξενιτιά μωρή πουτάνα αφορούσε το βαθιά
στο σκοτεινό το αμπάρι και ψηλά στην κουπαστή
πάνω στην ασημένια γέφυρα
αφορεσμένη μου τον έκλεψες τον πρίγκιπα.
Τον έθαψες ύστερα στις θυμωνιές.
Σηκωνότανε ψηλά ύστερα έγερνε στο πλάι και μιλούσε
νανούριζε ένα φανταστικό παιδί. Λύγιζε τους μηρούς της και τη ράχη σε μια τέτοια συστροφή έγερνε το κεφάλι λίγο προς τα δεξιά κι οι αγκώνες και τα δάχτυλα σε μια άφατη τρυφεράδα.
Κι ερχότανε όλο το χωριό συνωστισμένο από πόρτες και παράθυρα με μάτια πελώρια προσηλωμένα φοβισμένα και μοχθηρά να δει το άρρωστο σώμα και μυαλό να παλεύει παράλογα στο πλάι του κόσμου με το θάνατο.
Κι ύστερα σιγά-σιγά με το κρύο έφευγε το μόλεμα. Ο νους ηρέμησε καταλάγιασαν μέσα της οι καταστάσεις οι φανταστικές σκηνές που φώτιζαν. Οι γυναίκες
με χαμηλωμένα μαύρα κρητικά τσεμπέρια και οι άνδρες έφευγαν τώρα ένοχα πικραμένοι και σκυφτοί σα μια διάψευση κι αθέλητη πανουργία. Κοιτάζοντας λίγο λοξά το πηγάδι καρφωμένο με μεγάλες πρόκες σε μια πρόληψη.
Και ο άνδρας της μαύρος κι αξύριστος μες στη σιωπή του καθισμένος στο πεζούλι μ’ ένα στόμα σφιχτό μια πικρή χαραμάδα σιδερόπετρας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου