Κοιτάζω τον άγνωστο που φτύνει αυτές τις λέξεις χωρίς σκοπό, αλλά αναμφίβολα με κάποιο πάθος. Αναρωτιέμαι ποια γραμμή μας χωρίζει και τι θα μπορούσε να τον βοηθήσει τώρα, μια λέξη, μια αγκαλιά, μια σιωπηλή αποδοχή. Το παιδικό του παιχνίδι μοιάζει χαμένο σε ένα κόσμο που δεν τον αγάπησε και τον απόρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν μπορείτε να τον δείτε…τώρα τρέμει… κανείς δεν του δίνει σημασία, οι περισσότεροι γέρνουν μεθυσμένοι στα τραπέζια τους και ατενίζουν το απόλυτο κενό. Το φως είναι αδύνατο, εξάλλου θα έμοιαζε ειρωνεία ή προσβολή η παραμικρή αχτίδα στον κόσμο μας. Σε λίγο έφυγα, περπάτησα χωρίς σκοπό άλλωστε πολλά την εποχή εκείνη δεν είχαν κανένα νόημα για εμένα. Ξέχασα τον άγνωστο γραφικό που μου χάλασε την ηρεμία μου.
Την άλλη μέρα δύο λουλούδια ήταν στην θέση του, είχε αυτοκτονήσει την νύχτα που τον πρωτοείδα. Δεν έμαθα πολλά για τη ζωή του περισσότερα από αυτά που υποθέταμε όλοι. Ήταν μοναχικός, του άρεσε η μουσική και μόνο αυτό τίποτε άλλο. Μια ζωή χωρίς φίλους, γνωστούς, σε μια πλήρη απομόνωση που σίγουρα δεν τη επιδίωξε αλλά κανείς δεν τον νοιάστηκε και κανείς δεν λυπήθηκε πραγματικά από τον αδόκητο θάνατό του. Πήγα στη θάλασσα και πίνοντας συνέχεια προσπαθούσα να εξηγήσω τι έφταιξε. Η ζωή του ήταν δύο – τρία περιστατικά που αφηγήθηκαν διάφοροι που τους είχα δει εκείνη τη νύχτα.
Με πήρε ο ύπνος και ξύπνησα από το κρύο. Σκέφτηκα με τρόμο ότι ήμουνα άδειος, ούτε εγώ είχα λυπηθεί πραγματικά για τον αυτόχειρα και η βροχή που έπεφτε ήταν η μόνη ειλικρινής παρουσία εκείνη τη στιγμή. Τα λόγια του λοιπόν έλεγαν την αλήθεια από την πρώτη ώρα που τον άκουσα, ήμουνα και εγώ μια ανάμνηση από μια σκισμένη σελίδα από ένα βιβλίο τόσο πραγματικό όσο τα άδεια συναισθήματα μου.
Είμαστε αναμνήσεις άλλων και απομένει ο φίλος που θα μας κρίνει αν θα χρειαστεί να δώσουμε αγώνα για να κρατηθούμε στην μεγάλη μητέρα την Μνήμη ζωντανοί ή αν θα έχουμε πεθάνει πριν από την ώρα μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου