μια ώρα αρχύτερα ευτυχείς να κοιμηθούμε.
Ναι, το μη χείρον βέλτιστον! «Πεινάμε»
φωνάζουν οι φτωχοί κι εμείς ακούμε
τις οιμωγές ρακένδυτων λιμάρηδων
αστέγων καθημένων στην Κλαυθμώνος.
Καθώς χαράζει η πρώτη μέρα του αιώνος
οι ιαχές αμίμητων λυράρηδων
Φοίβου, Καρβέλλα και λοιπών μας κατακλύζουν.
Πως θα ‘κανα το ρεβεγιόν στο δρόμο δεν το πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονή διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ένα παγκάκι στη Σταδίου. Μας ορίζουν
και οι κλοσάρ και η ποπ και η κουλτούρα.
Δες, ξημερώνει η πρώτη πρώτου δύο χιλιάδες
με όλα της τα συμπράγκαλα. Κατούρα
στου μέλλοντος κι εσύ τις συμπληγάδες!
Ο Οικος
Γκρεμίζεται η παλιά μου εστία.
Τα σπίτια ερήμωσαν γοργά.
Κρότος κτιστών. Δίχως αιτία
χτυπούν και χτίζουν. Στα σκαριά
κι αν ειν’ το μέλλον μας, κοιτάω
της τρύπιας στέγης μας το γείσο.
Με μέτρα και ρυθμούς κρατάω
του αρχιτέκτονα το ίσο.
Σαν βρίσκω το τσαρδί ρημάδι
ο πρωτομάστορας στενάζει
πλην απ’ την πίκρα μου ένα βράδυ
ίππος χρυσός αν με ανασύρει
δε θα ‘ναι κι άσχημα. Χαράζει
κι έχω τον ήλιο μουσαφίρη.
ΕΡΑΤΩ
Μιαν είσοδο θεαματική
στην αιωνιότητα που όλα τα παλαιώνει
επιφυλάσσουν οι αρτίστες στη θεά.
Τα σανδάλια της τα ‘δωσε
στους ανέμους και κόσμημα
του ορίζοντα είναι η ματιά της
και το σέλας φορά
τον λευκό της στηθόδεσμο
και το φόρεμα
που αγοράσαμε μαζί
απ΄τους πλανόδιους εμπόρους
μιας πόλης άπαρτης και θείας κι υπαρκτής
το φόρεμα των αγοραίων
ερώτων τώρα υπηρετεί
των τρωκτικών
την πρόσκαιρη ασχολία, την εκζήτηση.
Σάλι φθαρμένο το κατάντησαν για να
τυλίγουνε τα πλέον φθαρτά τους τα σώματα.
Κι εκτός των άλλων
παστρική, στοργική
έγινε η θεά
χαλί να την πατήσουν.
Τα ευτράπελα που λαμβάνουνε χώρα
στην κραταιά, δική της επικράτεια
δεν περιγράφονται, γιατί
όποιος χορτάσει από τα κλέη εν σιγή
τελεί κι εν απογνώσει.
Η ίδια όμως η θεά περιγράφεται
γιατί την αγναντεύω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου