Είδα τις υπερβολές έτοιμες να νικήσουν, τις σελίδες να μας καλούν σε έναν μάταιο αγώνα, την αλήθεια να φέγγει σαν λυχνάρι καιρό τώρα έτοιμο να σβήσει,
Είδα τις επιθυμίες τα ταξίδια και τα όνειρα να γίνονται ότι ήταν πραγματικά: μια ατέλειωτη άμμος που δεν χωρούσε τίποτε,
Είδα το ποτό να γίνεται σπασμός νερού κύμα που τα έσβηνε όλα ότι υπήρξε και ότι έμελλε να έρθει,
Είδα τους αιώνες αδύναμους και τα έργα των ανθρώπων πυγολαμπίδες που χάνονταν στο άπειρο,
Είδα την μουσική να μην ακούγεται ναυάγιο οι νότες στα χέρια σειρήνων που γυμνόστηθες προσπαθούσαν να πνίξουν τον Οδυσσέα και αυτή την φορά το κατάφεραν
Είδα τον θάνατο να μην υπάρχει και τότε ξύπνησα.
Άνοιξα τα μάτια και είδα ότι βρισκόμουν κάπου που δεν είχα ξαναπάει, αχνές φωνές που όταν τις άκουγες χανόντουσαν με κάποια βιασύνη. Συνέχιζα να περπατάω και βρέθηκα σε ένα πίνακα όπου με μια κιμωλία είχε γραφτεί: «Αυτή είναι η κατάρρευση σου» και σιωπηλός αντιμετώπισα αυτή την πρόταση με μια ανεξήγητη χαρά και μια αναπάντεχη ανακούφιση. Ποτέ δεν νόμιζα ότι θα έρθει μια στιγμή που θα εμπεριέχει όλες τις άλλες, και τι άλλο είναι μια επερχόμενη κατάρρευση παρά μια στιγμή που σε συνοψίζει κατά κάποιο τρόπο και έτσι συνέχιζα να ζω με την ψευδαίσθηση πως δεν είχε συμβεί και τίποτε διαφορετικό από ένα κακό όνειρο όχι όμως χωρίς φόβο. Αλλά τι πειράζει λίγο περισσότερη αγωνία ή λίγο περισσότερος φόβος όταν ο κόσμος σου είναι πλήρης από αυτά; Ένας από τους βασικούς κανόνες μου είναι η υπομονή και συνέχιζα να προσπερνάω διάφορα παράξενα σημάδια, όπως η κούραση που αυξανόταν, η σιωπή των άλλων που μεγάλωνε όταν τους ανέλυα διάφορα θέματα που στην πραγματικότητα δεν με ενδιέφεραν, αλλά τα χρησιμοποιούσα για να κρύβομαι από τους ακροατές μου.
Είδα μαύρα και άσπρα άλογα να με κυκλώνουν έμοιαζαν αφηνιασμένα και τρομαγμένα
Είδα την άβυσσο να με προτρέπει να πέσω μέσα της
Είδα τον χορό των παιδιών που έκλαιγαν ουρλιάζοντας σχεδόν
Είδα τον ουρανό μαύρο και τον ήλιο πεθαμένο
Είδα τις πομπές και τις τελετές φρικτών μαυροντυμένων σκιών που γελώντας επέμειναν ότι πίστευαν κάπου
Είδα πιάνα χωρίς πλήκτρα για πάντα άψυχα
Είδα βιβλία χωρίς λέξεις
Είδα εσένα να μην υπάρχεις, μόνο τότε φοβήθηκα γιατί σκέφτηκα ότι μπορεί μόνο να σε ονειρεύτηκα και συνειδητοποίησα ότι έτσι ήταν, δεν υπήρχες, εγώ σε συντηρούσα με προσπάθεια και επιμονή μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ψέματα και ελπίδα σε ένα άδειο δωμάτιο με κόσμους από αόρατα βιβλία μουσικές και τέλειες φράσεις. Και όμως έμπαινα με μια τρελή χαρά τις νύχτες στο δωμάτιο μας, όπου κάποτε μου είπες ένα «αγαπώ», διαφορετικά από τα άλλα.
Όταν δεν υπάρχει κάτι γίνεται πιο επίμονη η ανάγκη να το συναντήσεις, έτσι φαίνεται φυσική η ανάγκη για όνειρα, ενώ στην πραγματικότητα είναι παράλογη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου