Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Ελλήνων Δημιουργών. Το Ιστολόγιο είναι ανοικτό σε όλους τους δημιουργούς Ποίησης που επιθυμούν την ανάρτηση των ποιημάτων τους στο συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο. Μπορείτε να αποστέλλετε τα ποιήματά σας στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com\
Το όνομα του Δημιουργού (Ποιητή) αναγράφεται στο κάτω μέρος της κάθε ανάρτησης και στην ένδειξη : Ετικέτα



Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Ντυμένος επίσημα: Ποιητική Συλλογή του Σπύρου Θεριανού εκδοθείσα το 2008. (μικρό απόσπασμα)

Κυριακή


  Ι.
Απ’ το πρωί
πηγαινοέρχεσαι
μες στο δωμάτιο.
Είσαι η εμμονή
που γίνεται ποίημα.
Το τραύμα του καιρού
που επουλώνουν οι στίχοι.
  ΙΙ.
Ένα μικρό θαύμα
αυτή η Κυριακή
μελαγχολική
ανέστια
συννεφιασμένη.
Το σιντριβάνι της πλατείας
πλέκει τα νερά του
σε όμορφους σχεδιασμούς.
Ο κοκαλιάρης σκύλος
πίνει απ’ την κρήνη του.
ΙΙΙ.

Τα περιστέρια
γουργουρίζουν
στο γείσο της ταράτσας
μονότονα
σα μνήμη
που επανέρχεται
ξανά και ξανά
στα ίδια και τα ίδια
τις άδειες Κυριακές.

Ο ομιλητής των ποιημάτων μου


Ποιος μιλά
μέσα στα ποιήματά μου;
δε ζω σε κάποιο πλούσιο
προάστιο της πρωτεύουσας.
Ταξιδεύω πολύ λίγο.
Κι η δουλειά μου
είναι σκληρή
όπως πολλών άλλων ανθρώπων.
Ποιος όμως μιλά
μέσα στα ποιήματά μου;
Η ψευδής συνείδηση;
Τα όσα έχω διαβάσει;
Υπάρχει κάτι απ` τα βάσανά μου
και τις καθημερινές μου σκέψεις
μέσα σ’ αυτά;
Πιάνω μολύβι και χαρτί.
Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο.
Τούτη την ώρα του απομεσήμερου
η φτωχογειτονιά που μένω είναι ήσυχη.
Οι άντρες λείπουν στις δουλειές.
Οι γυναίκες απλώνουν τη μπουγάδα τους
στο μπαλκόνι, αφήνονται για λίγο
στη φροντίδα του χειμωνιάτικου ήλιου
κι επιστρέφουν στις κουζίνες τους.
Μυρωδιά τσιγαρισμένου κρεμμυδιού
φτάνει στο διαμέρισμά μου
κι εγώ συνηγορώ δυναμώνοντας την ένταση
της σονάτας για τσέλο in F minor (allegro) του Boccherini
που μ’ αρέσει.

***
Επιτύμβιο

Στις νότιες ακτές της Λευκάδας τα βράχια
είναι κοφτερά, όπως αυτά που περιγράφει
ο Λιου Τσουνκ – Γιουάν σ’ ένα δικό του ποίημα
όμως εσύ δεν έχεις παρά να διαβείς μέσα
απ’ τους χαμένους στην πρωινή αχλύ
ορεινούς αμπελώνες του νησιού
εκεί όπου το σπουργίτι δοκιμάζεται πικρά
για ένα μικρό κομμάτι ή ένα ψίχουλο
και το γλαρόνι ξεκομμένο απ’ τους δυνατούς βοριάδες
που μαίνονται στη θάλασσα
γράφει κύκλους πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών
σπρωγμένο απ’ την πείνα.
Εκεί που τα μονοπάτια ασπρίζουν το ξημέρωμα
έχοντας κρατήσει το μυστικό τους φως από την νύχτα
και χρόνια τώρα σε οδηγούν σε τόπους
όπου ο μόχθος και τα βάσανα μιας ολόκληρης ζωής
κοιμούνται οριστικά μαζί σου τον αιώνιο ύπνο.

***


ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΜΙΚΡΟΨΥΧΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ

Στον Λίνο Ιωαννίδη

Τους ποιητές που βρέθηκαν
δολοφονημένοι σ’ ένα χαντάκι (όπως ο Λόρκα)
τους ποιητές που εξορίστηκαν και καταποντίστηκαν
για ένα ποίημα (όπως ο Μάντελσταμ)
τους ποιητές που μας καλούν να γλυτώσουμε
από την ένταξή μας σε μια μόνιμη κατάσταση (όπως ο Μίλος)
τους ποιητές που θαλασσοπνίγηκαν
για να βγάλουν το ψωμί τους (όπως ο Καββαδίας)
τους ποιητές που επέστρεψαν απ’ τον πόλεμο
και έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους
μ’ ένα πόδι (όπως ο Ταρκόφσκι)

ποιος έχει το σθένος
να τους ρωτήσει τι χρειάζονται
οι ποιητές στους μικρόψυχους καιρούς;

***

 Κλεισμένος στο δωμάτιο

                                      Το τετράδιο με τους στίχους
                                      και το τραγούδι του αποκαρωμένου
                                      τζίτζικα
                                      με κράτησαν κλειστό
                                      στις σκέψεις μου
                                      όλο τ' απόγευμα.
                                      Τ' ανοιχτό παράθυρο
                                      με τα επίγεια θέλγητρά του
                                      με κράτησε κλεισμένο
                                      στο δωμάτιο
                                      ενώ εσύ περιφερόσουν 
                                      ξυπόλητη
                                      με τις φίλες σου
                                      στις αμμουδιές
                                      σε θερινά κιόσκια
                                      με δυνατή μουσική.
                                      Θα φύγει κι αυτό το καλοκαίρι
                                      σα μια βουή από
                                      σφυρίγματα πλοίων
                                      παφλασμούς κυμάτων
                                      φωνές παιδιών στις παραλίες
                                      και σαν κολλάζ από εικόνες μπερδεμένες
                                      ηλιοκαμένα κορμιά
                                      τροχόσπιτα στην άμμο
                                      σκουριασμένες ντουζιέρες στις πλαζ
                                      και δε θα ξέρω
                                      αν με σκέφτηκες σ' όλες
                                      αυτές τις περιηγήσεις σου
                                      απ' την πλατεία στα μπαρ
                                      κι απ' το σπίτι σου
                                      στην παραλία
                                      αν αφιέρωσες έστω ένα λεπτό
                                      για να σκεφτείς εμένα
                                      που πέρασα τούτο
                                      τ' απόγευμα του καλοκαιριού
                                      ολομόναχος
                                      πάνω απ' το τετράδιο
                                      με τους στίχους.


                                             Ντυμένος επίσημα

                                      Ο τάφος του πατέρα
                                      είναι στο χωριό.

                                      Κάθε φορά που βρέχει
                                      τον σκέφτομαι κάτω απ' το χώμα
                                      ντυμένο επίσημα
                                      όπως τον είχα δει την τελευταία φορά
                                      στο φέρετρο.

                                      Κι έχω την έγνοια
                                      να μην λερώσει
                                      το κοστούμι του.



                                                 Στο ψιλόβροχο
                                 
                                      Η μάνα μου
                                      πλένει τον τάφο
                                      της αδελφής της

                                      ενώ αρχίζει να βρέχει.

                                      Σκυφτή 
                                      ανήμπορη
                                      τρίβει το μάρμαρο.

                                      Ποιος ξέρει τι σκέφτεται
                                      μες στο ψιλόβροχο.



                                              

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το εκδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.