Τι σου ‘μελε να πάθεις, Βήγα,
κακότυχη πατρίδα.
Μπήγα, ‘συ είχες μαύρη μοίρα.
Αύγουστος ήτανε, σαν σήμερα,
όταν της γενοκτονίας σου τα κόκκινα τα σύννεφα
σε σκέπασαν μια για πάντα.
Δεν ήρθε μόνο το επιτελικό σχέδιο του Κεμάλ.
Ήρθε πρώτη η μανία των φανατικών.
Από κοντά κι οι Κούρδοι
κι όλες οι φυλές του Ισραήλ μαζί…
σκέτη γενοκτονία.
Ποτάμι το αίμα το ‘χυσες,
Βήγα μου, κακότυχη πατρίδα μου.
Όλο τον Σεπτέμβρη
του χίλια εννιακόσια είκοσι δύο
βρώμαγε η πάνω γειτονιά σου,
ο Ρουμ-μαχαλάς σου.
Βρώμαγε από το αίμα των Ρωμηών.
Και το ποτάμι σου, ο Γρανικός ο ποταμός…
ήταν κόκκινα όλα ως πέρα, ως τη θάλασσα.
Τουμπανιασμένα, κατακρεουργημένα,
άλλα με κεφάλι κι άλλα χωρίς το κεφαλάκι τους
πηγαίναν μιά από ‘δω και μιά από ‘κει
τα κουφάρια των γκιαούρηδων.
Το ποτάμι μεγάλο, ξακουστό,
γιατί εδώ στον Γρανικό
ο Μεγαλέξανδρος ξάφνιασε το σκοτάδι της βαρβαρότητας
κι ήταν ο πρώτος που τον κοκκίνισε,
αλλά, όχι κι έτσι βρε, μάνα μου,
και δεκατριώ’ χρονώ’ παιδιά να σφάξει
και δεκάχρονα ‘ρσενικά να χαλάσει ακόμη!
Όχι κι έτσι!
Θάμαξαν τα μάτια μου απ’ την κακή σου τύχη
μάνα, καημένη μάνα.
Εμείς, οι πρόσφυγες απ’ τη Μικρά Ασία
«Ως λυπούμενοι αεί δε χαίροντες,
ως πτωχοί πολλούς δε πλουτίζοντες,
ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες»
ξεκινήσαμε τη σκληρή μας πορεία
γράφοντας μια άλλη λαμπρή ιστορία
εμείς, οι πρόσφυγες απ’ τη Μικρά Ασία,
εδώ ‘δα, στην απέναντι μεριά.
Ηρωίδα Μικρασιάτισσα μάνα
Ξερριζώθηκες ξαφνικά κι απρόσμενα από την Πατρίδα σου,
το σπίτι σου, το νοικοκυριό σου, την περιουσία σου.
Έχασες τ’ αγαπημένα σου πρόσωπα.
Αντίκρυσες μ’ απόγνωση τον καταστροφικό ερχομό
μιας καταλύτρας εκμηδένισης.
Κυνηγημένη από ένα βάναυσο δυνάστη,
πετάχτηκες, σαν το ναυαγισμένο σκαρί,
στα βράχια μιας άγνωστης ακτής,
για να εξακολουθήσεις να χτυπιέσαι
απ’ τ’ άγρια κύματα του πόνου, της ανέχειας, της συμφοράς.
Ηρωίδα Μικρασιάτισσα μάνα,
που γλύτωσες απ’ το λεπίδι του Τούρκου,
και σε τραβούσαν από το φουστάνι τα ορφανά σου
παραπονεμένα, πεινασμένα, φοβισμένα.
Ζητούσαν κλαίγοντας φαγητό, που δεν υπήρχε
και το χάδι του πατέρα τους, που το ‘χαν στερηθεί.
Μα δεν έμεινες εκεί.
Αγωνίστηκες κι έφτιαξες καρπερή την άγρια γη.
Έσπειρες τον προγονικό σου σπόρο της δημιουργίας.
Τον πότισες με τον ιδρώτα της σκληρής σου εργασίας
κι είδες της αξιοσύνης σου τους καρπούς
γεμάτους από μελιστάλακτους χυμούς.
Ω, ηρωίδα Μικρασιάτισσα μάνα,
πόσα χρωστάει σε σένα η Ελλάδα!
Ο πρόσφυγας
Τον πόνο της καρδιάς μου να τραγουδήσω δεν μπορώ.
Με ρίξανε σε ξένο δρόμο να διαβώ.
Μου δώσανε και τα τραγούδια τους να τραγουδώ
και μ’ άφησαν γυμνό απ’ το είκοσι και δυό.
Δεν έχω δρόμο να διαβώ,
μήτε και λόγο να λαλώ.
Ξένος σε ξένη χώρα περπατώ
και σφιχτοδέθηκε η καρδιά μου απ’ το είκοσι και δυό.
Δεν έχω δρόμο να διαβώ, μεσ’ στου Αιγαίου το νερό,
στην αγκαλιά του ξέμεινα προσμένοντας τον γυρισμό… Το κουτάλι της προσφυγιάς
Αφού δεν έφαγες απ’ το ψωμί μας,
πώς να νιώσεις την πίκρα του;
Αφού δεν έφαγες με το κουτάλι της προσφυγιάς,
πώς να καταλάβεις την αξία του;
Εσύ, γλυκό, λες, είναι το ψωμί
και η αλήθεια είναι αυτή.
Όμως, εμείς το βρίσκουμε πικρό,
γιατί δεν είναι εύκολο, αδέρφι,
από τη μια στιγμή στην άλλη,
από ευκατάστατος και νοικοκύρης
να βρεθείς μπατίρης σε ξένη γη
ζωσμένη από ανθρώπους χωρίς Θεό.
Δεν είναι εύκολο ξαφνικά
από τον δημιουργικό Ελληνισμό
να κλειδωθείς στον στείρο ελλαδισμό.
Ανταλλαγή πληθυσμών
Συνάχθηκαν του κόσμου οι τρανοί,
και σου χαράξαν τη ζωή.
Βάλανε μια υπογραφή
σου είπαν: «ανταλλαγή πληθυσμών».
Σε δέσανε σαν το σκυλί,
σε σύραν ‘δω και ‘κει,
όμορφα και παστρικά
και όλως δημοκρατικά.
Ψάξε, ψυχή μου, ψάξε
γενιές, πολλές γενιές καημών,
να βρεις το δίκιο σου και κλάψε
στη δίνη της ‘διοτέλειας των ισχυρών.
Νέος Ρωμηός
Δεν κλαίω για την προσφυγιά μας,
το δράμα της ακούσιας μετοικεσίας μας,
που τό ‘παν’: «ανταλλαγή πληθυσμών - συνθήκη Λωζάνης».
Μήτε δάκρυ χάλασα για τις ψυχές που χάθηκαν,
για όσα με βία μας άρπαξαν.
Κλαίω για την κοροϊδία, για το νέο όραμά μας.
Νέα Καρβάλη. Νέα Κεσσάνη. Νέα Απολλωνία.
Νέα Αρτάκη. Νέα Σμύρνη. Νέα Ιωνία.
Μπορεί να γίνει Νέος Ρωμηός;
Ένας ήταν, είναι και θα ‘ναι ο Ρωμηός.
Τώρα κάνω τον καραγκιόζη. Γι’ αυτό κλαίω.
Εδώ στη νέα μας πατρίδα, την Ελλάδα,
‘μας λένε πια Γραικούς (Greeks),
δηλαδή, αγύρτες, απατεώνες, ψεύτες, κλέφτες, αιρετικούς.
Εγώ, ο Ελληνισμός
Σπαρμένος σ’ έναν τόπο
φυτεμένο κόκαλα και ποτισμένο αίμα,
άπλωσα ρίζες και κλωνιά
κι αγκάλιασα μια θάλασσα πλατιά,
με ολοκάθαρα και γαλανά νερά.
Άπλωσα ρίζες και κλωνιά
και σκέπασα κάμπους και τρανά βουνά,
ίσα με ‘κει τον ουρανό ψηλά.
Άπλωσα ρίζες και κλωνιά κι αγάπησα τρελά,
εγώ, ο Ελληνισμός,
έναν τόπο λουσμένο στο φως
και μια απέραντη πατρίδα στέρεη
στημένη πάνω στις φωτακτίνες της δημιουργίας.
Όσο ο ουρανός κι όλοι οι ουρανοί μαζί, τόσο αγάπησα πολύ
μια πατρίδα αστείρευτη, μαρτυρική κι αληθινή,
κτισμένη με τα φωτολίθαρα του σεβασμού της μοναδικότητας του προσώπου.
Μα, από το είκοσι δύο και μετά , μαράζωσα.
Μιζέρεψα μέσα στον ελλαδισμό μας.
Ωστόσο, ό, τι κι αν έχω πάθει,
Πάντα θα βγάζω άνθη.
Ξεκίνα πάλι
Να μη σε σημαδέψει η μοίρα.
Αυτή η κακιά μοίρα να μη σε σημαδέψει.
Είναι να μη σε σημαδέψει.
Σε σημάδεψε; Τέλειωσες.
Είσαι σημαδεμένος…για πάντα.
Είσαι πρόσφυγας.
Αυτοί που μπορεί να σε νιώσουν
είναι πρόσφυγες.
Αυτοί που σε νιώθουν
είναι μόνο οι δικοί σου, εάν έχεις…
«κι αν είσαι τυχερός, ξεκίνα πάλι».
Σανά μανά απ’ την αρχή.
Γίνεται;
Όλα γίνονται.
Δεν μπορώ ν’ απαρνηθώ
Με προσκέφαλο την ξενητειά
και πανοσκέπασμα την προσφυγιά
γύρεψα τη ζεστασιά
μεσ’ στη χειμωνιά
στους ωκεανούς του πουθενά.
Γύρεψα θαλπωρή κι αγάπη
μέσα σ’ όλα τα πελάγη
και Δόξα τω Θεώ
τα βρήκα και τα δυό
μεσ’ στη δική σου αγκάλη.
Μα δεν μπορώ ν’ απαρνηθώ,
τώρα που μεσ’ στα πλούτη ζω,
μήτε τον πρόσφυγα, μήτε τον ξένο, τον φτωχό.
Συγχώρα με γι’ αυτό.
Τα ‘χω μεσ’ στην καρδιά μου φυλαχτό.
Με τον Τούρκο γίνεται φιλία;
Από τότε που έπεσε εκείνο
το αίμα της γενοκτονίας μας, μάνα,
το αίμα των Ρωμηών της Μικρασίας,
πάγωσε τ΄ αχείλι σου.
Και δεν άνοιξε.
Μήτε για ένα τραγούδι.
Μήτε για ένα μοιρολόι.
Μον’ σαν ξεψυχούσε είπε μ’ απορία:
«Με τον Τούρκο γίνεται φιλία;».
Δακρυσμένη Μικρασία
Είναι βαρύς ο πόνος σου…
να τον σηκώσει δεν μπορεί ανθρώπου φαντασία,
δακρυσμένη Μικρασία.
Να τον ξεχάσω προσπαθώ, μα δεν μπορώ.
Ακόμα και μέρα γιορτινή
μιά ασήμαντη αφορμή
μου αναστατώνει την ψυχή,
σα θυμηθώ τον πόνο σου,
‘ματωβαμμένη, αγαπημένη γη,
δακρυσμένη Μικρασία.
Προσκύνημα στις αλησμόνητες Πατρίδες
Εδώ ήρθαμε για να μην ξεχάσουμε,
όχι για να κλάψουμε.
Δεν έχουμε δάκρυ πια.
Στέρεψε ύστερα από μερικές γενιές προσφυγιά.
Έχουμε μόνο χαμόγελο. Χαμόγελο δημιουργίας,
γιατί, εάν χρειαστεί, μόνο εμείς θα τα ξαναχτίσουμε.
Αυτό θα ‘πει: από την τέφρα μας ξαναγεννιόμαστε,
αρκεί και μόνο η στάχτη να’ ναι δικιά μας.
Και τώρα, στον γυρισμό,
θα πάρω από ‘δω
σκόρπια στάχτη και σκόνη,
εκείνη του είκοσι δυό.
Κιβωτός
«Θα στείλω κατακλυσμό. Φτιάξε κιβωτό»,
είπε ο Θεός στον Νώε, εκείνο το γλυκό πρωινό.
Κι ο δούλος ο πιστός, από εκείνη την ημέρα
δούλευε χρόνια και χρονάκια εκεί πέρα.
Όλοι τον περιγελούσαν κάτω από τον καθάριο ουρανό,
μ’ αυτός ήταν κουφός στον εμπαιγμό.
Σαν τέλειωσε, περίμενε, ήσυχα και ταπεινά,
ν’ ανοίξει ο ουρανός, να πνίξει τα βουνά.
Έτσι και ‘γω μαζεύω τα αποκαΐδια
της σφαγμένης μου πατρίδας,
της γλυκιάς μου Μικρασίας.
Ό,τι μπορώ.
Αναμνήσεις, ιστορίες, τραγούδια και χορό.
Φτιάχνω κιβωτό. Περιμένω τον κατακλυσμό,
που θα με φέρει πάλι πίσω, στα μέρη π’ αγαπώ.
Μαγιά
Όσο κι αν νιώθω
το αίμα μου το βυζαντινό
να παγώνει στο είκοσι δυό,
τόσο νιώθω ζωντανός,
σα βλέπω τη μαγιά
να κρατάει σταθερά
Θερμοπύλες και Γραβιά.
Οι άγριοι της στέπας
Ήταν άγριοι της στέπας. Άριστοι ιππείς.
Ζούσαν απ’ τα κοπάδια των προβάτων τους.
Αυτό ήταν όλο• άγριοι της στέπας.
Μια ωραία πρωία είδαν το περίλαμπρο αστέρι,
την Πόλη, τη Νέα Ρώμη
κι ένας από αυτούς έσφαξε τον Κωνσταντίνο
κι έγινε ο ίδιος δήθεν η συνέχειά του!
Μετά ήρθαν άλλοι κι άλλοι
κι όλοι ‘θέλαν να φτιάξουν
και από μιά Αγιά Σοφιά.
Έτσι η Πόλη γέμισε τζαμιά, ποντικούς και γατιά.
Ώσπου ήρθε και ο νέος θεός τους, ο Μουσταφάς
και τα πιο πολλά τα έφτιαξε μουσεία.
Τότε, το χίλια εννιακόσια είκοσι τρία.
Τότε, που ζήσαμε το νεοσύστατον τουρκικόν κράτος
‘πάνω στο στραγγάλισμα της Ιστορίας.
Άνοιξη του 1204 μ.Χ. Απριλίου δεκατρείς
‘Κείνη τη μέρα είδα τη λάμψη σου να θρυμματίζεται,
να γίνεται χίλια μύρια κομματούδια,
να σκορπιέται ‘δω και ‘κει.
Ήταν η μέρα που σε πάτησαν οι σταυροφορεμένοι «αδελφοί»,
οι Φράγκοι χριστιανοί. Γάλλοι και Ενετοί και Φλαμανδοί…
Νέα Ρώμη. Πόλη ζηλευτή, πόλη μου αγαπημένη.
Μοναδικό στολίδι καταμεσίς στην οικουμένη.
Άνοιξη του 1204 μ.Χ. Απριλίου δεκατρείς.
Μέρα μαύρη απ’ τους καπνούς της καταστροφής.
Μέσα στης νύχτας την αγκαλιά,
απ’ το στρατόπεδο του Βονιφάτιου του Μονφερατικού άρχισε η φωτιά,
που σού ‘καψε τα σωθικά.
«Και υπήρχαν περισσότερα καμένα σπίτια απ’ όσα υπήρχαν
στις τρεις πιο μεγάλες πόλεις του βασιλείου της Γαλλίας.
Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά
που κανείς δεν ήξερε να ‘πει πόσα.
Από τότε που χτίστηκε ο κόσμος
δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μία μόνο πόλη» .
‘Κείνη τη μέρα έμαθα πως σε κοίταζαν επίμονα
εκείνοι που δεν σε είχαν δει ποτέ.
«Δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν»
μήτε και να ονειρευτούν
«πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο
μια τόσο πλούσια πόλη,
όταν είδαν αυτά τα ψηλά σου τείχη και τους πλούσιους πύργους
κι αυτά τα πλούσια παλάτια με τις ψηλές εκκλησίες,
που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε,
αν δεν το έβλεπε με τα μάτια του,
κι ακόμα, το μήκος της πόλης που κυβερνούσε τις υπόλοιπες» .
Άνοιξη του 1204 μ. Χ. Απριλίου δεκατρείς.
Μέρα κόκκινη από το αίμα της σφαγής.
«Ξεχύθηκαν, ένας ωρυόμενος όχλος, στους δρόμους και τα σπίτια,
αρπάζοντας οτιδήποτε γυάλιζε
και καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν,
σταματώντας μόνο για να σκοτώσουν και να βιάσουν
ή για να ανοίξουν τα κελάρια και να πιουν.
Δεν γλύτωσαν ούτε τα μοναστήρια, ούτε οι βιβλιοθήκες.
Στην ίδια την Αγιά Σοφιά έβλεπε κανείς μεθυσμένους στρατιώτες
να σχίζουν τις μεταξωτές κουρτίνες και να γκρεμίζουν
και να κομματιάζουν το μεγάλο ασημένιο εικονοστάσιο,
ενώ ποδοπατούσαν ασεβέστατα άγιες εικόνες και ιερά βιβλία.
Επί τρεις ημέρες εξακολούθησαν οι φρικιαστικές σκηνές
της λεηλασίας και της αιματοχυσίας,
ώσπου η τεράστια και ωραία πόλη έγινε ένα ερείπιο» .
«Κι έτσι, κάθε ένας είχε πόνο,
στα στενά θρήνος και κλάματα,
στα τρίστρατα οδυρμοί,
στους ναούς ολοφυρμοί,
φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών,
απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων και ψυχών…
Χριστέ μου, τί θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους…!» .
Πώς να ξεχάσω αυτή τη μέρα του Απρίλη;
Πώς να ξεχάσω αυτή τη δύσεχτη χρονιά,
όπου, μέσα σε ελάχιστες μέρες,
καταστράφηκες και λεηλατήθηκες χιλιόχρονη βασίλισσα των πόλεων,
κιβωτέ των καλλιτεχνικών θησαυρών, των γραμμάτων και των τεχνών;
Μέχρι και οι ίδιοι οι κατακτητές
είχαν μείνει περιδεείς μπροστά στο κατόρθωμά τους!
«Μήτε και οι Σαρακηνοί έκαναν έτσι,
σαν πάτησαν τα Ιεροσόλυμα.
Φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά.
Ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων,
ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο.
Τους άφησαν όλους να φύγουν μ’ έναν ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων.
Έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν τον Χριστό
προς τους αλλόπιστους Λατίνους,
ούτε με ξίφος, ούτε με φωτιά, ούτε με λιμό,
ούτε με διωγμούς, ούτε μ’ άλλα δεινά» .
Ω, Νέα Ρώμη, πόλη ζηλευτή, πόλη μου αγαπημένη,
δεν ήρθαν να σε κατακτήσουν, τη ζωή να συνεχίσουν.
Ήρθαν να σε αφανίσουν, από τον χάρτη να σε σβήσουν.
Μέχρι και τις πόρτες σου ξηλώσανε Αγιά Σοφιά
και τις πήραν πέρα μακριά
και τον γέρο Ντάντολο τον αρχηγό τους,
τον δόγη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας
και άρχοντα του ενός και ημίσεος τετάρτου της Ρωμανίας,
σαν πέθανε τον άλλο χρόνο,
τον θάψανε στον κόρφο σου απάνω, οι δυστυχείς,
για να σφραγίσουν μια για πάντα το έργο της καταστροφής.
Ομόθρησκοι, φιλόχριστοι, ευσεβείς.
Πήραν τον Σταυρό στους ώμους
κι ορκίστηκαν ότι θα περάσουν δίχως να σε πειράξουν.
Άνοιξη του 1204 μ.Χ. Απριλίου δεκατρείς.
Οκτακόσια χρόνια μετά
κοιτώ τ’ απομεινάρια της λάμψης σου ξανά,
αυτά τα τόσα λίγα.
Αστράφτουν ακόμα
στις πλατείες, στις εκκλησίες και στα παλάτια των αρπακτικών.
Άνοιξη του 2004 μ.Χ. Απριλίου δεκατρείς.
Ευϋπόληπτος κύριος
Κουράστηκα να μετρώ νεκρούς.
Ακούω μόνο αριθμούς.
Κάθε μέρα, μήνες τώρα,
εδώ, στης Βαγδάτης την ενδοχώρα,
τα αυτιά μου ακούνε ψυχρούς αριθμούς.
Χθες πενήντα άμαχοι και δέκα φαντάροι.
Σήμερα τόσοι και τόσοι και εννιά παιδιά.
Οι αισθήσεις μου δεν δουλεύουν πια.
Πέτρινο και ανέκφραστο το πρόσωπό μου,
σαν εκείνο των προσφύγων.
Ολημερίς διαβαίνουν τον δρόμο για το πουθενά.
Πάνε και έρχονται στη χαλασμένη δημοσιά.
Αναζητούν λίγο νερό, λίγο ξερό ψωμί,
με συντροφιά τον ήλιο, το καυτό αέρι,
τον θάνατο, που από στιγμή σε στιγμή
αγριεύει ξάφνου και ψυχοκλαδεύει.
Γι’ αυτούς δεν άκουσα αριθμούς.
Ποτέ δεν γίνεται λόγος για ζωντανούς νεκρούς.
Τους βλέπω μόνο,
σκιές αργόσυρτες, βουβές, μελαγχολικές
και ακούω τα παιδιά
μεσ’ στου πολέμου την καταχνιά
να γελούν καμιά φορά.
Να γελούν ακόμα!
Αναρωτιέμαι τότε:
Πώς θα’ ναι εκείνη η μέρα
που δεν θα ακούω αριθμούς;
Πώς θα περάσει εκείνη η μέρα
δίχως πρόσφυγες, χωρίς νεκρούς;
Μπορεί και να μου κακοφανεί,
τώρα που συνήθισα στη σιωπή.
Τώρα που ‘μαθα
να μη χαμογελώ, να μην αντιμιλώ.
Τώρα που είμαι ένας σοβαρός και ευϋπόληπτος κύριος.
Πού ξεχαστήκαμε όλοι μας;
Κυριακή μεσημέρι, η τελευταία του Ιουλίου.
Τριάντα έξι βαθμοί Κελσίου
και στον δρόμο ψυχή.
Στο δωμάτιο μια μέλισσα κι εσύ,
ύστερα από ένα πλούσιο φαΐ,
με τις μουσικές του κόσμου να εναλλάσσονται στην τηλεόραση
και να μπορείς, να γίνεται, να παρακολουθείς
μοναχά την κίνησή της στο τζάμι, λέγοντας:
«Εάν προχωρήσει ένα χιλιοστό δεξιά,
θα γίνει αυτό. Το άλλο, αριστερά».
Να μπορείς, να γίνεται, να απολαμβάνεις
την παραλυτική ραθυμία του θέρους.
Εν ειρήνη! Εν ειρήνη δεδομένη
και ως εκ τούτου παντελώς υποτιμημένη.
Ως που ξαφνικά
εισβάλλει η φρίκη γύρω σου, μέσα σου, από το πουθενά,
καταδεικνύοντας για πολλοστή φορά
το εύθραυστο των πραγμάτων και των ισορροπιών.
Δεν υφίστανται δεδομένα.
Κυριακή, η τελευταία του Ιουλίου.
Τριάντα εφτά παιδιά νεκρά.
Πρωινός βομβαρδισμός στην Γκανά.
Τα πλάνα τα τηλεοπτικά; Παιδιά.
Δύο, πέντε, δέκα χρονώ. Παιδιά.
Βουτηγμένα στο αίμα, άψυχα, διαμελισμένα.
Ανθρώπινα συντρίμμια στις αγκαλιές των πατεράδων.
Και οι μανάδες!
Οι μανάδες με τις μαύρες τις μαντήλες,
σα φτερούγες άγριων πουλιών!
Και το ουρλιαχτό τους!
«Έχω τρία παιδιάαα…εκεί• μέσααα…».
Το ίδιο ουρλιαχτό που διαπερνά αιώνες βίας,
αδικίας, καταδυνάστευσης, βαρβαρότητας
και φτάνει ως τις μέρες μας,
εκείνο, που κουρελιάζει•
κι όσο υπάρχει θα κουρελιάζει
τον ανθρώπινό μας πολιτισμό.
Αυτό το ουρλιαχτό,
δεν έχει λέξεις περιγραφής.
Ποιός το άκουσε;
Ποιός το ακούει απ’ όλους αυτούς τους τρανούς;
Παίρνουν τις αποφάσεις πάνω στο γυαλί,
μέσα σε μια γυάλινη ζωή.
Εσύ το άκουσες;
Γιατί δεν το ακούς;
Μα, μήπως, δεν ακούς και τη βοή στον δρόμο!
Μεσημέρι και στον δρόμο ψυχή.
Σιωπή.
Πού είσαι;
Πού είμαι;
Πού ξεχαστήκαμε όλοι μας;
Ζήτω η νέα χιλιετία
Τώρα που φεύγει ο εικοστός αιώνας,
ας φτιάξω μερικά μιλιούνια πρόσφυγες.
Είναι ευκαιρία. Θα χτυπήσω την τρομοκρατία.
Ο αμαρτωλός αιώνας θα φορτωθεί κι αυτή την αμαρτία.
Κι έτσι θα ‘ρθει ο νέος.
Λαμπερός και ωραίος.
Καθαρός από αίματα κίτρινων, μαύρων και λευκών.
Το αίμα κόκκινο είναι ολονών.
Είναι ευκαιρία. Θα τονώσω και την οικονομία.
Και θα ‘μαι πάλι πλανητάρχης για την επόμενη τετραετία.
Ω, λα, λα. Τί χαρά! Τί χαρά!
Θα φτιάξω πρόσφυγες ξανά.
Θα ‘χουνε δουλειά και τα σωματεία τα φιλανθρωπικά.
Ζήτω η νέα χιλιετία.
Κλαίω για το αύριο
Επάνω στους τρελούς ανέμους της υποκρισίας
στήνουν, κάθε τόσο, τα θεμέλια της δημοκρατίας
τα ‘ματοβαμμένα χέρια των ηγετών.
Στο όνομα της ελευθερίας των λαών,
ισοπεδώνουν πόλεις και χωριά
με τα πιο τέλεια πολεμικά υλικά.
Δεν κλαίω για τα σφαγμένα πιόνια,
τ’ άλογα, τους πύργους και τα όνια,
μήτε για τους χιλιάδες αθώους νεκρούς.
Κλαίω για τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες,
τους ζωντανούς νεκρούς…τους χαμένους πολιτισμούς,
για την παγερή αγκάλη του πόνου και της εκδίκησης,
που, κάθε τόσο, αρπάζει ολόκληρους λαούς.
Κλαίω για το αύριο,
όταν το σήμερα σπέρνει το μίσος.
Χωρίς πατρίδα κι από δυό χωριά
Τη μάνα μου τη λέγαν’ προσφυγιά.
Τον έρμο τον πατέρα μου ξενητειά.
Γεννήθηκα στην άκρη του πουθενά,
χωρίς πατρίδα και από δυό χωριά.
Το ένα ανατολικά, χαμένο οριστικά.
Το άλλο δυτικά, λιωμένο μέσα στα βουνά.
Πού να πατήσω και πού να σταθώ;
Ποιό χώμα ν’ αγαπήσω και πού να κρατηθώ;
Αυτό που πρωτ’ αντίκρυσα, το ξένο κι εχθρικό
ή αυτό που ήταν δικό μου, το άγνωστο και μακρινό;
Από πού να κρατηθώ;
Πού να πατήσω και πού να σταθώ;
Πιάστηκα από τον ουρανό.
Κρατήθηκα από το σύννεφο.
Πάτησα στις ηλιαχτίδες
κι έζησα μόνος κι απόμακρος
στο σκληρό διάβα της προσφυγιάς και της ξενητειάς αντάμα
μ’ όλους τους ταπεινωμένους και τους καταφρονεμένους
αδέλφια και ξαδέλφια.
Και τώρα που γέρασα στα ξένα
κι έρχεται η ώρα να πάρω τη μαύρη γης γυναίκα,
παρακαλώ σας, μη με παντρέψετε μαζί της,
μη με φυτέψετε στο χώμα.
Αφήστε με στην πιο ψηλή κορφή
να βλέπω δύση και Ανατολή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου