με κακριά μαλλιά η Φλώρα
πανέμορφη θεά
μέσα σ’ όλη την Μπήγα και σ’ όλα τα χωριά.
Τα είχε όλα έτοιμα για την εκκλησιά,
μα δεν πρόλαβε να βάλει στεφάνι.
Τον γαμπρό τον σφάξανε στο σιντριβάνι.
Μάνα, πατέρα κι αδελφό
τα ‘χασε όλα μεσ’ στον πανικό του είκοσι δυό.
Το μόνο που πρόλαβε να πάρει μαζί της
ήταν αυτό που φόραγε• το νυφικό.
Ένα ωραίο μακρύ, μεταξωτό νυφικό,
που μια ζωή φύλαγε σαν φυλαχτό.
Το φόραγε τα βράδια, πριν απ’ την προσευχή,
να λιβανίσει σπίτι και αυλή.
Εκεί πέρα στο μακρινό Σιαπτσί,
όταν τη γνώρισα παιδί, γριά τρελή,
όχι ζητιάνα, όμως, μήτε παρακατιανή.
Μάζευε βουνιές από το δρόμο για να ζεσταθεί.
Περίμενε να παντρευτεί.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου