Ώρα αιχμής στο λεωφορείο,
και τα συνοδευτικά,
οχλαγωγία ταλαιπωρία ναυτία,
στο φόρτε τους ως το μακρινό τέρμα μου…
Με το ένα πόδι κατεβασμένο, σχεδόν μετέωρος,
εδέησε να βρεθώ στην ακτίνα του: χαίρε
αστεράκι! Τι ευτυχία!
Δε μ΄ έφεραν στο αδιάφορο σπίτι
παρά συνηθισμένες
δοσοληψίες.
Χτύπησα μηχανικά το κουδούνι
και, ώ της μεταμορφώσεως!
την πόρτα μου άνοιξε
σπιτιού τώρα πια,
ναού ή τ΄ ουρανού! τ΄ αστεράκι!
Όχι ότι τα μάτια μου χάθηκαν
για τον απέραντο κόσμο.
Πολλού γε και δει να καταφρονήσω
την αδελφική πρασινάδα
και τα πουλιά.
Καθένας όμως με το κισμέτι του.
Το δικό μου ήταν αυτό: να ιδώ
τ΄ αστεράκι!
Κάποτε είναι αλήθεια
μ’ αδράχνει μι αβάσταχτη όρεξη
να το φάω!
Να το καταβροχθίσω ακέριο ή
-έχει το νου του φαίνεται ο Θεός-
να το μεταλάβω καλύτερα
ψίχουλο ψίχουλο.
Και το ανάλογο συχώριο εννοείται…
Το είδα να προβαίνει σε κορυφή.
Να χορεύει σε σκιές
ανάμεσα και φώτα.
Το είδα ν’ ακουμπά
και να χάνεται σε νερά.
Αστεράκι όμως να κοκκινίζει - όχι, όχι!
καλύτερα,
να μην είχα αξιωθεί
Μα όπου και να βρεθώ πια˙ στο
δρόμο για τη δουλειά, στα
σύννεφα με τη χαρά, για
ψώνια στην αγορά, με
το θάνατο στην καρδιά,
στην άκρη στη μέση απάνω κάτω,
κισμέτι πια: να ιδώ
τ΄ αστεράκι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου