Εμπήκε στου διαβόλου το κεφάλι
Κ’ εγύρισε τον κόσμο να ζητήση
Πρόσωπα, που ν’ αρμόζη εκεί να βάλη
Μα πουθενά δεν ηύρε να εκτιμήση
Κακίας βάθος, που να κάνη ζάλη
Σα στην Κεφαλονιά, και ν’ αγαπήση
Ψυχές σατανικές, φρικώδη κάλλη.
Κι αγγάρεψε κι εμέ φτωχό ζωγράφο
Που κάπου είχε δική μου ιδή δουλειά
Για της πινακοθήκης του τεχνίτη
Γι’ αυτό με πίσσα και με θειάφι γράφω
Κ’ η Μούσα μου στον άχαρο μπελιά
Με την κακή μου τύχη κλαίει και φρίττει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου