στο πλαδαρό μυαλό σας που ονειρεύεται,
σαν υπηρέτης λαίμαργος σε καναπέ λιγδιάρικο
με την καρδιά κουρέλι ματωμένο θα ερεθίσω•
χορταστικά χλευαστικός, ξεδιάντροπος και καυστικός.
μήτε των γηρατειών την στοργή!
Μέγας ο κόσμος με της φωνής τη δύναμη
έρχομ’ όμορφος
στα εικοσιδυό μου χρόνια.
Αφήστε τον έρωτα στα βιολιά
Είναι βάρβαρο στα τύμπανα να μένει.
Και δεν μπορείτε να φέρετε τα πάνω κάτω όπως εγώ,
ώστε να μείνουν μόνο τα χείλη.
απ’ το βελούδινο σαλόνι
του τάγματος των αρχαγγέλων το πρωτόκολλο
όπως η μαγείρισσα το βιβλίο των συνταγών.
Η σάρκα πάει να με τρελάνει
- κι όπως αλλάζει χρώμα ο ουρανός –
πηγαίνετε –
θα είμαι άψογα τρυφερός,
δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια!
Και πάλι θα υμνήσω
τους αραχτούς σα νοσοκομεία άντρες
και τις παλιές σαν παροιμίες γυναίκες.
Όλα στην Οδησσό έγιναν.
Εννιά.
Δέκα.
μέσ’ στης νυχτιάς την φρίκη
κι έφυγε από τα παράθυρα
ο σκυθρωπός Δεκέμβρης.
πίσ’ απ’ την γερασμένη πλάτη μου
Τα κηροπήγια.
ετούτος ο σκληρός ο κολοσσός
στενάζει
και σφαδάζει.
Είναι πολλά εκείνα που ζητά ο σβώλος!
Ούτε να είμαι μπρούτζινος
Μήτ’ η καρδιά μου από ατσάλι να ’ναι.
Τη νύχτα θέλω μοναχά η ταραχή μου
Εκεί όπου είναι μαλακά να καλυφθεί,
Εκεί όπου η γυναίκα είναι.
Τεράστιος
Στο παραθύρι σκύβω
Το τζάμι με το κούτελο ακουμπώ.
Θα έρθει ο έρωτας ή όχι;
Θα ’ναι τρανός
Ή μήπως μισερός;
Μα σε τέτοιο κορμί μπορεί μεγάλος να ’ναι:
Μικρός θα πρέπει να ’ναι,
Ένας ερωτάκος ταπεινός.
Με των αυτοκινήτων τις κόρνες να τρομάζει
Μα των αλόγων τα σήμαντρα ν’ αγαπά.
Όλο και βυθίζω
Στη βλογιοκομμένη όψη της βροχής,
Είμαι εκεί και περιμένω
Απ’ τα βογκητά της πόλης σαστισμένος.
τον φτάνει,
τον σφάζει, -
Πάρ’ τον!
σαν εκτελεσμένου κεφαλή,
στα τζάμια μαζεύτηκαν
μεγάλωσε η γκριμάτσα, πελώρια πια
σαν των χιμαιρών τα ουρλιαχτά
στου Παρισιού την Παναγιά.
Ακόμα δεν σου φτάνει ούτε αυτό;
Το στόμα θα σκιστεί απ’ τ’ ουρλιαχτό.
ησυχία,
σαν άρρωστος πετιέμαι
απ’ το κρεβάτι ευθύς.
Και να –
αφού πρώτα ανακάθισα
μετά να τρέχω άρχισα
ανήσυχος
μα συνεπής.
Μα τώρα πια αυτός και δύο άλλοι
της απόγνωσης σημαδεύουν την κάνη.
μεγάλα,
μικρά,
πολλά!
τρέχουν μανιασμένα
και από τα νεύρα
κόβονται τα πόδια!
μα απ’ το κουρασμένο βλέμμα δεν φεύγουνε αυτές.
στο ξενοδοχείο
ερημιά.
απότομη σα μούντζα
σφίγγοντας τα καστόρινά σου γάντια,
είπες:
«Ξέρετε, παντρεύομαι…»
Και τι μ’ αυτό.
Θα επιβιώσω.
Πόσο είμαι ήρεμος κοιτάξτε.
Σαν του νεκρού
τον σφυγμό.
Είχατε πει:
«Τζακ Λόντον,
χρήματα,
έρωτας,
πάθος» -
Εγώ όμως τότε άλλο είχα δει:
Είστε μια Τζοκόντα
που πρέπει να κλαπεί!
μια φλόγα θα φωτίσει των φρυδιών την ένταση.
Και λοιπόν!
Ακόμη και στο σπίτι που κάηκε κάποτε
ζουν, κάποιες φορές, αλήτες άστεγοι!
«Έχει λιγότερα λεφτά ένας ζητιάνος
απ’ ό,τι εσείς σμαράγδια τρέλας».
Θυμηθείτε!
Η Πομπηία εχάθηκε
σαν ο Βεζούβιος θύμωσε.
Κύριοι!
Εραστές
των ιεροσυλιών
των εγκλημάτων
των σφαγών -
είδατε
ότι το πιο παράξενο απ’ όλα –
είναι το πρόσωπό μου
όταν είμαι ήρεμος απολύτως;
Το «Εγώ»
μου πέφτει λίγο.
Άλλος από μέσα μου θα ξεπεταχτεί.
Ποιός είμαι;
Μαμά;
Μαμά!
Μαμά!
Η καρδιά του φλέγεται!
Πείτε στις αδελφές μου, στη Λιούντα και Όλια, -
πως δε θα ξεφύγει πλέον.
Κάθε λέξη,
ακόμα κι αστεία,
που το καυτό του στόμα θα πει
σαν γυμνή πουτάνα θα πέσει
απ’ το φλεγόμενο μπουρδέλο.
μύρισε καμένο!
Κόσμος μαζεύτηκε.
Αστράφτουν!
Τα κράνη!
Όχι οι μπότες!
Πείτε στους πυροσβέστες:
στην φλεγόμενη καρδιά να πλησιάσουν τρυφερά.
Είμαι μόνος μου.
Τα δακρυσμένα μάτια μου κουβάδες θα γεμίσουν.
Στο πλάι σας αφήστε με να στηριχτώ.
Αδειάζω! Αδειάζω! Αδειάζω! Αδειάζω!
Σωριάστηκα.
Δεν την αδειάζεις την καρδιά!
απ’ τις ρυτίδες μέσα
καρβουνιασμένο προβάλλει ένα χαμόγελο.
Να ψάλω δεν μπορώ.
Μεσ’ στης καρδιάς την εκκλησιά κλήρος λειτουργεί!
Καμένες λέξεων και αριθμών φιγούρες
απ’ το κρανίο φεύγουν,
σαν παιδιά που τρέχουν μακριά απ’ την πυρκαγιά!
Κι ο φόβος
απ’ τον ουρανό αφανίζεται
υψώνοντας
της «Λουζιτάνιας» τα φλεγόμενα χέρια.
όπου τρέμοντας οι άνθρωποι κάθονται ήσυχα
μια λάμψη εκατόφεγγη ορμά απ’ την προκυμαία.
Τελευταία κραυγή –
εσύ, τουλάχιστον,
πρόφτασε όσα λέω, εις τους αιώνες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου