Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ: ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ ΧΛΟΗ :Εξ ημισείας με τον Σταμάτη Πολενάκη για το έργο του με τίτλο Τα τριαντάφυλλα της Μερσέδες το Κρατικό Βραβείο ποίησης 2017

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ: ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ ΧΛΟΗ :Εξ ημισείας με τον Σταμάτη Πολενάκη για το έργο του με τίτλο Τα τριαντάφυλλα της Μερσέδες το Κρατικό Βραβείο ποίησης 2017



"Πού και πού χτυπάει την πόρτα ένα κοριτσάκι.
Έχει ένα καλαθάκι φράουλες
δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα.
Φάε, μου λέει, είναι ματωμένες
και πασαλείβεται με αίμα". (ΙV, σ. 14).
'Μην έρχεστε σε μένα φωνάζω.
Διαβάστε την πινακίδα,
είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος
που ομφαλοσκοπεί.
Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι
χώνονται στους στίχους
μπλέκονται στο αμπάρι
πλημμυρίζουν το κατάστρωμα". (ΙV, σ. 14/15)



**

"Χους ει και εις χουν απελεύσει σημαίνει ότι υπάρχουν πράγματα που καλύτερα να παραμένουν ανείπωτα, το πρόσωπο καλύτερα να σκεπάζεται, ο αδελφός μου το προηγούμενο βράδυ είδε ένα μαύρο σκυλί. Το άλλο πρωί μας δάγκωσε."

**
«Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
 χειμώνα με ομίχλη
(…)και δεν υπάρχει δρόμος
 ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
 να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
(…) το ξύλινο τραπέζι
τη σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι
είναι η μνήμη.

**

και η σιωπή είναι βάραθρο
με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
και μας κατασπαράζουν.
Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί
με ένα μαύρο τρένο και χάνονται μες στην ομίχλη.
(…) Τελικά
 θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα».

Λευτέρης Σιώμος: Μια αγέλαστη βουβή φιλοσοφία ποσό αξιζει;



Κρύβει το κύμα
ένα θηλυκό μέσα :
νάζια και πείσμα...
Της αστάθειας τσαλίμια,
μια γυναίκα μπαμπέσα..

**

Δεν είν' αγάπη
του κήπου φυτό σπάνιο
που μεγαλωνει......
Μα τυχαίο ζιζάνιο
π' αυθόρμητα ριζώνει.

**

Τ΄ άδειασε η κούπα 

Τη σκέψη του βούταγε μές στ' όνειρο
Μπερδεύεανε τ' αστρα τα βήματα
Παρέα τα ήπιε με τον Διόνυσο
Του ίλιγγου στράβωσαν τα νήματα.

Η ζάλη του κρασιού και τα εδέσματα
Πλημμύρισαν στου νου την παλίρροια
Η γλώσσα του υφαινε μπερδέματα
Τραγούδια που πάθανε μαρτύρια.

Εσώψυχα , λόγια, μυστικά
Της μέθης σαν φλύαρη τουλούπα
Ποικίλα τρέλα βεγγαλικά
Τα πέταξε, τ' άδειασε η κούπα.

**
Μια αγέλαστη
βουβή φιλοσοφία
ποσό αξιζει;

Τι διδάσκει η σοφία
Όταν πια δεν δακριζει;

Πείνα και πόνος
άραγε είν' ανθρωπιά
σε στυγνό κόσμο ;

Να μην υποκλίνονται
ολ' οι τρανόι στα παιδια;

Χρυσαυγή Τούμπα: Στης λήθης χάνεται της μοίρας η δυστυχία κι αποκοιμιέται.







[Ήταν Σεπτέμβρης]

Ήταν Σεπτέμβρης
κι έφυγες με τον βόρειο άνεμο
να σε σπρώχνει μακριά
με τις ενοχές ... τις επιλογές σου...
Στα νεκρά σου μάτια
η ομορφιά του Αυγούστου που πεθαίνει.
Ήταν Σεπτέμβρης
κι ήταν ένα εύθραυστο ασήμι η δύση.
Μαραίνονταν οι ευωδιές των κρίνων στο βάζο
στον καθρέφτη χείλη στο αίμα
μαραμένα ροδοπέταλα.
Ήταν Σεπτέμβρης
κι ήταν η δύση ολόγιομη ευωδιές.

**
[Το πατρικό]

Ώρα έξι και μισή το πρωί
Κλείνω την πόρτα του πατρικού
Απέναντι η ανατολή
Το φως γλιστράει
Η ζέστη γλιστράει
Το αίμα γλιστράει
Ο χρόνος γλιστράει
Γυρίζω το κλειδί στην κλειδαριά
κι αιχμαλωτίζω μέσα στην ευρύχωρη σάλα
την πρώτη φρεσκοπλυμένη ηλιαχτίδα της ανατολής.
Την παρακολουθώ
Φως αμυδρό
Ένα κερί στον άνεμο
τρεμοπαίζει
άλλοτε εδώ άλλοτε πιο πέρα
μέσα στη σάλα
φως αμυδρό
Όλα τα άλλα είναι σκιές:
Τα άλλα δωμάτια
οι γωνίες
ο διάδρομος
η σκάλα
και οι πόρτες
είναι σκιές
αλλά υπάρχουν:
ό τι ζει μέσα μου
ό τι περιφέρεται μέσα μου
υπάρχει εκεί
ζώντας εντός του σπιτιού
που είμαι εγώ.

**
[Αύγουστος]

Μια σκέψη ψάχνει τη θάλασσά της
Μια περιπλάνηση στα φτερωτά κύματα
αφήνει χνάρια, σπόρους πλωτούς
Με τα κλαδιά του ανέμου σκορπίζει
βυθίζεται στα σιωπηλά μαύρα δάση
εισβάλει στα έγκατα της γης
διασχίζει χιλιάδες γαλάζια μονοπάτια
ενώνεται με το αρχαίο τραγούδι των γοργόνων.
Η ψυχή σε αναταραχή.
Είναι οι νύχτες των λέξεων
πετάνε
ονειρεύονται
σαν φαντάσματα σηκώνονται από τα μαγικά λιβάδια.
Η ψυχή είναι θάλασσα
Η ψυχή δημιουργεί
Μήνα Αύγουστο
δυο φεγγάρια ακτινοβολούν
χρυσά αστέρια λάμπουν τόσο φωτεινά στον ουρανό.
Πόσο γαλήνιος κι ωραίος ο κόσμος αναπαύεται
καθώς τον τυλίγει το λυκόφως!
Στης λήθης χάνεται της μοίρας η δυστυχία
κι αποκοιμιέται.


Χαρούλα Φράγκου: Είναι αψηλή πολύ αψηλή της Ποιήσεως η Σκάλα





Άνεμος αναπόλησης....

Αβίαστα η σκόνη επικάθεται
σε γωνιές και ευθείες
Διατρέχει τις γραμμές
της κομόντα και του σεκρετέρ
επιμένοντας προκλητικά
στις καμπύλες...
Φιλοδοξεί να σκεπάσει και
το τελευταίο ίχνος
στιλπνής επιφάνειας
με όση λήθη της απέμεινε
στα συρτάρια του χθες..
Λέξεις , βιβλία
ωραίες εικόνες
φευγαλέων στιγμών
κλικ και παρέμειναν,
αναιτίως σωριάζονται
Ταξίδι για δύο
το καπελίνο στο πορτ μαντό
και αναμνήσεις εκ Παρισίων
χαίρουν εκτιμήσεως
εμφανισθέντος σκώρου..
Εύελπις προσπάθεια,
ο άνεμος της αναπόλησης
να επιχειρεί
έστω το διατηρητέον...


**

Φως ιλαρόν.....
.
Λευκές σιωπές....
Ανάρριχτες
στο μπόι των βουνών
και άλλες σε ακροθάλασσες
μοναχικά ακουμπημένες
επιμελούνται αποστάσεις
απ' το χρόνο....
.
Γυμνή η πίστις
αχνομυρώνει θυμίαμα
το δειλινό
και ανερμήνευτη οδοιπορεί
μ' ένα φως ιλαρόν......
.
Ως εμεγαλύνθης τα έργα Θεέ !
Των κρίνων και των αγάπανθων
θεοχαρίτωτα μονοπάτια
αναμέλπουν εσπερινούς
ό,τι,
"Πάντα εν σοφία εποίησας"

**

Ο περί Ποιήσεως Λόγος

Είναι αψηλή πολύ αψηλή
της Ποιήσεως η Σκάλα
Μακάριοι όσοι ανέβηκαν
στην κορυφή.....
Κι' αυτοί που έφτασαν στη μέση
Ωραίοι πάλι......
Μα αν το πρώτο της σκαλί
αγγίξαν μερικοί
κι ακόμη προσπαθούν
Τιμή μεγάλη....!!!


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Μαντάτο Λυπημένο / Στίχοι Μάρθα Κανάρη



ΣΤΙΧΟΙ: ΜΑΡΘΑ ΚΑΝΑΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΑΔΩΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΕΝΟΡΧΗΣΤΡΩΣΗ: ΑΛΕΞ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Άνοιξη που ρθες να με βρεις Και μου ‘ φερες χειμώνα πες μου πως είναι ψεματα Πως όνειρο είναι ολα Νύχτα πικρή που μου δωσες Μαντάτο λυπημένο Πως άφησες τον Ήλιο μου Να βρουνε σκοτωμένο? Που ν' ακουμπήσω τη ψυχή Τα μάτια πως να κλεισω Πως να μισεψω τη σιγή Πως να τον λησμονήσω ( ρ) Αποσπερίτη που περνάς Καθ ώρα απ την αυλή μου Γείρε και δες τ'ανάθεμα Σκοτώσαν το παιδί μου Σπλάχνο μου σε λαβώσανε Σου κόψαν τα φτερά σου Και μόνη μου μ αφήσανε Να λιώνω μακρυά σου Που ν' ακουμπήσω τη ψυχή Τα μάτια πως να κλεισω Πως να μισεψω τη σιγή Πως να τον λησμονήσω ( ρ)

«Η επιστροφή των νεκρών», Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη εκδόσεις Πόλις.: Κρατικό βραβείο ποίησης 2018



ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΣΧΑ

Αγάπη μου,
Σ’ ένα βιβλιοπωλείο τις προάλλες
ανάμεσα σε μυριάδες στοίβες βιβλίων
ατάκτως ερριμμένων σε αλουμινένια ράφια
κι ανάμεσα σε μπάμπουσκες, γυαλιστερές καρτ ποστάλ
και στυλό Πάρκερ σε γυάλινες βιτρίνες

βρήκα ένα βιβλίο
που έλεγε πως ο Σταντάλ έμαθε να γράφει λιτά
διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τις διαταγές
του Ναπολέοντα στη μάχη

και πως ο Καρτέσιος πέθανε από εξάντληση
γιατί ξυπνούσε καθημερινά στις πέντε τα χαράματα
να κάνει μάθημα φιλοσοφίας
στην πριγκίπισσα της Σουηδίας

και πως τα πτώματα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
έζεχναν, γεμάτα ψείρες, εκζέματα και πύον
- κι ας μην ανήκαν σε στρατιώτες.

Αγάπη μου,
Ένας άνδρας με προσπέρασε εχθές στο δρόμο,
ήταν πάνω από ογδόντα. Φορούσε ένα χοντρό πουλόβερ
πολυκαιρισμένο, με ρόμβους σε φιστικί, καφέ και γκρι
κι ένα νάιλον μπουφάν, με νάιλον επένδυση
κι ένα από αυτά τα παντελόνια που μένουν ατσαλάκωτα
και μπεζ. Μόλις είχα μπει

στο πάρκο των Κοσμοναυτών,
με το σφυροδρέπανο στην είσοδο να φωτίζεται μια μπλε,
μια πράσινο, μια κόκκινο -σαν ντισκομπάλα. Πίσω απ’ την πλάτη του
χάλκινοι εργάτες κι εργάτριες σήκωναν στάχυα δέκα μέτρα ύψος
και πιτσιρίκια έκαναν ποδήλατο με βοηθητικές ρόδες
και ροζ κράνη.

**


Στις 3 Νοέμβρη του '18
ο Μπλαιζ Σεντράρ και ο Γκιγιώμ
καθόντουσαν για μεσημεριανό
στο Μονπαρνάς. Μιλούσαν
για τη Γρίπη, που πιο πολλούς
είχε θερίσει στρατιωτικούς
κι από τον πόλεμο. Ο Απολλιναίρ
είχε επιζήσει, μέχρι τότε,
χτυπήματα στο μέτωπο, τρυπανισμό
κυκλοφορούσε δε, μ' εκείνον
το χαρακτηριστικό επίδεσμο
που ξέρουμ' όλοι από τις φωτογραφίες.

Κρατικά Βραβεία Ποίησης (γενικά)


Χρήστος Κουκουσούρης: Με νότες πένθιμες η αυγή γυρνάει τη νέα σελίδα




Η ΓΛΩΣΣΑ

Σαν μι’ άλλη μια μέρα στο κενό πέρασε η μέρα ετούτη
σαν χθες που δεν κερδήθηκε καμιά καινούργια λέξη
κι είχε μια άπνοια πληκτική και έννοιες χιλιάδες
στο δρόμο της απώλειας που αφύλακτος κοιμάται,

Κι η νύχτα, που φαντάσματα γεννάει και αναμνήσεις
κρύβει ολοφυρόμενες ψυχές και τον λυγμό τους
σ’ ένα μπλοκάκι με σπιράλ κρατώντας απουσίες
διάθεση αφαιρετική που έχουν οι επιζώντες.

Με νότες πένθιμες η αυγή γυρνάει τη νέα σελίδα
κάνε μεγαλοδύναμε σήμερα να μην χάσει
μη στάξει η πένα ούτε λεκέ, ούτε καν μια τελεία
που οι νέοι με λίγα εφόδια ταξίδια ετοιμάζουν.

Στο τζόγο που έστησαν με αργκό, μαγκιές και αυταπάτες
τον πλούτο της αποδομούν οι πάτρωνες του λόγου
βλέπεις στην τηλεόραση πώς ρίχνουν στον καιάδα
οι απαίδευτοι, κάθε έννοια που δεν καταλαβαίνουν.
.
**
ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Άστο σε μένα εσύ μπορεί να πληγωθείς καρδιά μου
εγώ είμαι ένα παράδοξο που η φύση τιμωρεί
μου στέρησε το όνειρο κι αγάπη απ’ την καρδιά μου
π’ έχω πολύ και δεν μπορεί κανείς να την δεχθεί.

Με λεν’ καμπούρη κι άσχημο και περπατώ σκυμμένα
δουλόπρεπα, μιας και ο κόσμος γύρο μου γελά
να κρύβω την ασχήμια μου, δεν είσαι εσύ για μένα
κι ο οίκτος σου με τυραννά, η αγάπη με πονά.

Κουασιμόδο πιο συχνά με λεν παρά Γρηγόρη
δεν έχω σχέση μ’ εκκλησιά με βλέπουν σαν στοιχειό
να ‘βρισκα μπάρκο θα ‘φευγα μ’ ένα παλιό βαπόρι
να μην γυρίσω στα παλιά τούτη η ζωή χτικιό.

Να φύγω Κατερίνα μου, μα θα ‘χω στ’ όνειρό μου
το πρόσωπό σου, άνοιξη ολάνθιστη μυρτιά
τις νύχτες θα προσεύχομαι σ’ ένα θεό δικό μου,
να ζεις ευτυχισμένη εσύ κι εγώ ας στην ξενιτιά.

**
ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Λατρεύω το φιλόξενό σου σπίτι
και το χαμόγελο που με καλωσορίζει
μαλλί και δέρμα, θάλασσα μυρίζει
και δεν είμαι ο Μπράντ Πίτ ή ο Γουόρνερ Μπίτι.

Καρτερικά απ’ το παράθυρο τα βράδια
κοιτάς το δρόμο και μ’ αρέσει που προσμένεις
τον ερχομό μου, πάντα περιμένεις
αυτά είναι αγάπης κι έρωτος σημάδια.

Ως φαίνεται μετράει η μπογιά μου ακόμα
μπορώ και προκαλώ αναταράξεις
το δείχνουνε τα λόγια σου κι οι πράξεις
μαζί σου η ζωή μου παίρνει χρώμα…

Θα ‘θελα λίγο ακόμα να κρατήσει
προτού βαθύνουν οι ρυτίδες του μετώπου
σε λίγο γίνομαι ο άρχοντας του τόπου
σίγουρα ο κόσμος λέει θα με ψηφίσει.



Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Δερέκα Άννα: Μαλώνω τον πόθο







Μέθη

Ασβεστωμένα σκαλοπάτια
Που σ’ οδηγούν
Όλο και πιό ψηλά.

Γιατί μεθάς
Κι από το άσπρο

Ίδια όπως μια ωραία γυναίκα
Απ’ τον καθρέφτη της

Ή

Ένας άντρας από το
Αφύλακτο σπίτι της.

**

Μαλώνω τον πόθο

Η άσπρη μου μπλούζα που σου άρεσε
Έφυγε.

Η άσπρη μου φούστα που σου άρεσε
Ταξίδεψε.

Τα ρούχα που αγάπησες πάνω μου
Ήρθαν προς τα σένα.

Μαλώνω τον πόθο
Που παίρνει το πρόσωπο του αέρα
Και τα ταξιδεύει.

Έμεινε γυμνή
Η σπονδυλική μου στήλη

Μια σκάλα

Να την ανέβεις αγαπημένε
Θα βγεις στον ουρανό

Να την κατέβεις
Βγάζει πάνω μου.

Εσύ ν’ αποφασίσεις.


**

- Εξαρτάται

πως θα του φερθείς
του χρόνου

έλεγε
φτιάχνοντας
τους μικρούς κόμπους
με τη βελόνα

η μητέρα

κι η φωνή της
έμοιαζε
σαν να ανέβαινε
περίσκεπτη

μιά σκάλα

κι όχι αυτό
το δαντελένιο πετσετάκι.

Μονόλογος / Δερέκα Άννα


Να κατασκευάζω ποιήματα
Τι άλλο μου έμεινε !
Όπως το καλοκαίρι
Κατασκευάζει την σκιά
Δίπλα στα δέντρα.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.