Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής / Οδυσσέας Ελύτης



Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας
τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρυνές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα

Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Μαρίνα των Βράχων / Οδυσσέας Ελύτης

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου' λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
'Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
'Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
'Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
'Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
'Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Η ώρα ξεχάστηκε / Οδυσσέας Ελύτης

Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας.
Δίχως θύμηση,
με το δέντρο της αμίλητο
προς τη θάλασσα.

Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
δίχως φτερούγισμα,
με την όψη της ακίνητη
προς τη θάλασσα.

Βραδιάζοντας, δίχως έρωτα
με το στόμα της ανένδοτο
προς τη θάλασσα.
Κι εγώ - μεσ' στη γαλήνη που σαγήνεψα.

Ζωγραφιές Ηράκλειες. / Οδυσσέας Ελύτης

Έπαιξα με το χιόνι του Χελμού,
μαύρισα μες στης Λέσβος τους ελαιώνες.
Έριξα βότσαλα λευκά σε μια Μυρτώα θάλασσα,
έπλεξα πράσινα μαλλιά στης Αιτωλίας τη ράχη.

Τόποι που με του φεγγαριού το αλησμονάνθι
και με του ήλιου τους χυμούς με θρέψατε,
σήμερα ονειρεύομαι για σας
μάτια που να σας συντροφέψουν μ' ένα φως καλύτερο.

Μάτια για έναν περίπατο καλύτερο.
Οι νυχτιές χαλκεύουνε στα έγκατά σας
ζωγραφιές ηράκλειες.
Εκείνος που θα βγει να πει: ορίζω τη ζωή
δίχως ν' αστροπελεκιστεί απ' το θάνατο,
εκείνος που σε μια φουχτιά καθάριου αγέρα
θα πει να γεννηθεί γυμνό ένα ρόδο και θα γεννηθεί.

Εκείνος θα 'χει μες στα στήθια του εκατό αιώνες
μα θα είναι νέος, νέος ωσάν φωνούλα νιόκοπου νερού
που χύνεται από το πλευρό της μέρας.
Νέος ωσάν βλαστάρι απείραχτου κλαδιού.
Νέος χωρίς ρυτίδα γης μήτε ουρανού σκιά,
μήτε χαράς αμαρτωλού ευφροσύνη.


Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος / Οδυσσέας Ελύτης

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ' το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι ανάβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλατάνου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιαζε ψηλά γη και νερό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ' ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί στα πόδια του βουνού
τώρα σαν από στεναγμό θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια.

Άνεμος της Παναγίας / Οδυσσέας Ελύτης

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο,
είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου.

Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της,
ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα,
η ευχή που λαχτάρησε μεσ' απ' τους κόρφους του βασιλικού
να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!



«Το Άξιον Εστί»(εκδόσεις: Ίκαρος) Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης / Οδυσσέας Ελύτης το 1960

Διαβάστε την Ποιητική Συλλογή πατώντας επί του συνδέσμου

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

η ύλη της είλης / Ποιητική Συλλογή της Νανά Τσόγκα / εκδ. Απόπειρα 2003

Σαν φτεροκόπημα αγγέλου που μόλις
σ’ άγγιξε για να υποψιαστείς
τα πλάτη του Aπείρου
και να ζηλέψει αθανασία η δέσμια σάρκα.
Nεότητα, που δεν είσαι πια
μακάρι να νιώθεις κάποιο λόγο
γι’ αυτή τη νεροσυρμή του Xρόνου.
Γιατί
θέλει κι ο πόνος τη χλωροφύλλη του.
* * *
Kαι με την απορία του άστρου
το άσπρο φουστάνι άψυχο
σαν μουσική πεταμένη
- να αλωνίζει ο πανικός
και να χορεύει ο τρόμος -
δίπλα στο χάσμα του τάφου
πάνω στην τελεσίδικη σιωπή.
Ό,τι πρέπει το φρεσκοσκαμένο χώμα
για να φυτέψω πάλι ενοχές.
H ηδονή των περασμένων ερώτων
αφήνει λιπόθυμα ίχνη
αφού αποκαλύψει την κρυμμένη αποστολή της:
Ότι χους εσμέν… -
Φταίει, φαίνεται, ο νόμος της βαρύτητας:
πέφτεις και τσακίζεσαι.
...
Έργο που παίζεται απόψε «O Xειμώνας» -
η καρδιά, σε καλοκαίρι, δεν έμαθε ποτέ τα λόγια
και τώρα πρωταγωνιστεί χωρίς να θέλει
από τα έγκατα της σιωπής
στην έκλειψη του πάρε-δώσε.
Mολύβι ξάφνου ο ουρανός
- δε γράφει όμως·
μόνο σβήνει.
* * *
Tινάζει τα μπλε βελούδα του
ο ουρανός
και χιονίζει μες στο κατακαλόκαιρο.
Aστέρια!
Tώρα που τα κοιτάς
έχουν ήδη πάψει να υπάρχουν.
Mόνο ο ταπεινός αξιώνεται
την περηφάνια·
επειδή την αγνοεί.
Άνοιξα το παιδικό δωμάτιο
για να το καταλάβω.

το ανοίκειον κέλυφος: Ποιητική Συλλογή της Τσόγκα Νανά

Τα φώτα στη θάλασσα
ο ουρανός με το μέρος μου
οι άνεμοι στ’ αστέρια εξορισμένοι
φύλλο να μην κουνιέται.
Κι εγώ από ένα ξαφνικό
της μοίρας μου καπρίτσιο
κουτρουβαλιάζω, λέει,
στους αιώνες καταπίσω
γίνομαι μικρό κορίτσι άβγαλτο
που ούτε να σε ξέρει θέλει
– και ταυτοχρόνως
σκουπιδάκι μες στα μάτια σου
για να σε δω να κλάψεις επιτέλους.

....................


Παραλίγο στις δάφνες της
νʼ αναπαυτεί η πίκρα.
Δίβουλη αναδεύεται
απ’ την ανάσα του νυχτερινού ανέμου
– τι να διαλέξει για να θυμηθεί
η πικροδάφνη:
την πίκρα ή τη δάφνη.



............................



Άμα δεν γίνεται να σκύψουν
για νʼ αφουγκραστούν
του χορταριού την ταπεινή ανάσα
προσέχουν το φθινόπωρο
οι αόρατες γυναίκες
να μην πατήσουν τις ανεμώνες
όταν τριγυρνάνε στα φυλλοβόλα δάση
της αξημέρωτης ζωής τους.
A, ναι, μόνες!…



...........................

O άσσος προ πολλού έχει πετάξει απʼ το μανίκι μου
τραβάω ένα φίλο στην τύχη
πριν τα βρω μπαστούνια
και βγαίνουμε παρέα στα ξέφωτα της λύπης.


Tο βράδυ, ω του θαύματος, φυτρώνουν
ξύλινα αλογάκια και άλλες κουρδιστές αθωότητες
από τον συρφετό των επικαίρων
– η τηλεόραση κλειστή,
οι εφημερίδες στο πάτωμα.


Λίγο πριν το ξημέρωμα
λάμπει η Άρκτος των ονείρων
πάλι καινούργια και δολίως αμεταχείριστη.

Το τεκμήριο του πνιγμού / Τσόγκα Νανά


Σείεται δάσος μνήμης το αρχέγονο
και στα μετόπισθεν βουίζει ηδονικός αέρας
τρέχουνε σύννεφα πυρφόρα να προλάβουν
μήπως κι εξαντληθούν πριν απ’ των κυνηγών
τις ανάσες – αυτοί έχουν να χάσουν πάλι
απ’ την ανθρώπινη οπτική των θηραμάτων
τα νέφη στο υγρό τους χάος θα επιστρέψουν
ν’ ανακατέψουν τις ψυχές με τους ανέμους.
Φορές μετράνε θετικά οι απουσίες
στα πένθιμα κατάστιχα και γράφουνε
«θνητός δικαιολογημένα»
φύσα με, φύσα μέλλον μου
οι άδειες θέσεις μπορεί και μυστικά
αλλά υπονοούμενα πλήρως καταργημένα.
Ας μείνουν μόνο οι χειρονομίες των δέντρων
τα επάλληλα ζαλιστικά τού έρωτα
να ’χω να παραδίνομαι στα κύματα
σκέψεις κι αισθήματα
να κατεβαίνουν σωρηδόν
στις εύφορες κοιλάδες με το αθάνατο νερό
της αυτονόητης Λάμψης
ας μείνει ο ασπασμός των άστρων
στις ευάλωτες ψυχές – είναι αρκετό.
Σάββατο ξημερώνοντας στην όψη της ερήμου
εφήμερη αλλά βαθιά πληγή
ορατή ως και μακρόθεν
ώσπου να λάβουν οι προσκυνημένοι της ειρκτής
– σκυφτοί μες στο κουφό παρόν τους
πνίγονται ακόμα στους μαύρους παφλασμούς
της πεινασμένης απληστίας –
μορφή στο σχήμα της Ιδέας του Ανθρώπου
σαν να σου λέω τώρα, ε;
η ώρα δέκα και μισή
βελούδινο και καλοκαιρινό βραδάκι
πως θέλει μόνο μια στιγμή
μέχρι να φέξει.


περισσότερα ποιήματα της Ποιήτριας: http://www.poiein.gr/archives/4506

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.