Ιδανικοί αυτόχειρες/ Κώστας Καρυωτάκης
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.
Αποχαιρετισμός /Ναπολέων Λαπαθιώτης
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει.
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου.
μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου...
μόνος έζησα του κάκου - κι όπως ήρθα και θα φύγω.
- Κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου...
**
Ἡ πόλις εἶνε λευκή. Ἡ πόλις εἶνε ὡραία. Ἡ πόλις εἶνε γεμάτη παλάτια. Παραδίσεια στολισμένα κάθονται γύρω της ὅλα τὰ βουνά, νυμφικὰ λάμπουν τὰ μαρμαρένια της παλάτια. Καὶ ὁ Ἥλιος κατάχρυσος περιπατεῖ μόνος εἰς τοὺς ἐρήμους της δρόμους καὶ κλαίει. Κατάκλεισται εἶνε ὅλαι αἱ θύραι, κατάκλειστα εἶνε ὅλα τὰ παράθυρα, ἡ πόλις εἶνε νεκρά. Ἡ πόλις ἄλλοτε ἦτο ὅλο ζωὴ καὶ ἑώρταζε λαμπρὰς ἑορτὰς καὶ ἕνα Κακὸν Πνεῦμα ἐπέρασε καὶ ἐμαρμάρωσε τὴν χαράν. Οἱ ἄνθρωποι εἶνε κλεισμένοι εἰς τὸ σκότος, αἱ ψυχαὶ δεμέναι εἰς σώματα νεκρά.
Δύο άγνωστοι / Μίνος Ζώτος
Στην αίθουσα, που λίγο πριν το γέλιο αντιλαλούσε,
χώρια καθένας, έμειναν στερνοί μονάχα δύο·
εκείνη τάχα εδιάβαζε σκυμμένη ένα βιβλίο
κι αυτός βαριά στα χέρια του την κεφαλή ακουμπούσε.
Μίλημα δεν εξύπνησε τη σιγαλιά κανένα·
μα ενώ ήταν ξένοι και κοινό δεν είχαν τίποτε άλλο
παρά, ο καθένας άλλονε, τον πόνο τον μεγάλο
στραφήκαν και κοιτάχτηκαν βουβά κι απελπισμένα.
Ώρα πολλή κοιτάζονταν βουβά, κατάματα έως
που υψώσανε με απόγνωση τα χέρια ξάφνου αντάμα·
τότε κι οι δύο αναλύθηκαν στα δάκρυα και στο κλάμα·
Κι αυτή ήταν νέα κι ωραία κι αυτός επίσης νέος κι ωραίος.
Πώς με κοιτάζει έτσι / Κατερίνα Γώγου
Πώς με κοιτάζει έτσι
αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί
πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι…
Πώς θροΐζει μέσα μου
αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό
πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι…
Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο
κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά
δείχνει παντού και πουθενά
τι θέλει το φεγγάρι…
Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση αντήχηση μέσα μου
μου διογκώνει το Εγώ μου…
Ποιανής σελήνης έκλειψη
ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου
άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου…
πώς με κοιτά…
Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει
αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης…
Εγώ με τις ιδέες μου / Νικόλας Άσιμος
κι εσείς με τα λεφτά σας,
νομίζω πως τα θέλετε μονά ζυγά δικά σας,
δε θέλω την κουβέντα σας
ούτε τη γνωριμιά σας.
κανένα δε θα αφήσω εμένα να κερνάει.
θα με χρίσω ιππότη και τζεντάι
και άμα ξεμεθύσω
σας λέω και γκοντμπάι.
εάν υπάρχει ανάγκα,
για πόλεμο δεν έκανα
ποτέ εγώ το μάγκα
και ούτε νεροπίστολο
δεν έχω στην παράγκα.
κανένα δε θα αφήσω
εμένα να κερνάει,
Θα απολύσω κι όποιον με περιγελάει,
χιλιάδες δυο αλήθειες
ο πόνος μου γεννάει.
κι εσύ τα θες δικά σου
λιγούρα που σε έδερνε
παρ' όλα τα λεφτά σου
και ούτε στο νυχάκι μου
δε φτάνει η αφεντιά σου.
χωρίς καμιά ουσία εσύ
θα τα τινάξεις.
Είσαι θύμα του νόμου και της τάξης
δεν ξέρεις καν το λόγο
για να με υποτάξεις
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ / Νίκος Ασλάνογλου
σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα
πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά
δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια
εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει
τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα
σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης
και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί
μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου
σφύριζε… μιά, δυό, τρεις, ίσως τέσσαρες φορές μέσα στη νύχτα…
όταν έμπαινε στο θάλαμο ο “Γραφεύς της ημερισίας Διαταγής”
-Σέρνοντας μιαν απορία…
κάτι…
σαν αποτυχημένο “Επ’ ώμου”
ή τραγούδι.
με τα βαρειά βλέφαρα
και τα εικοσιτρία χρόνια.
Με το πακέτο των τσιγάρων στο χέρι
…σαν πρόφαση
ή αιτιολογικό αιτήσεως.
με παγωμένο το χαμόγελο στα χείλη,
και το πεντακάθαρο,
το “αστράπτον”, το “τέλειον” όπλο,
(όπως έλεγε ο λοχαγός…)
-Σαρκαστικό προσωπείο στην αδιακρισία μας-
Κι ήταν ακόμη Αύγουστος μήνας…)
έλεγαν οι φιλολογίζοντες του 644 Τ. Τ. Π.)







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου