Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Ημερολόγιο του Άγγελου Τερζάκη: Αποσπάσματα



18/11/1940
Φεύγουμε για το Μέτωπο. Κυριακή απόγευμα ώρα 4.40΄. Όλη η κακομοίρα η Ρωμιοσύνη μας χαιρέτησε στο πέρασμά μας. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Μας στέλνουν φιλιά. Κάνανε το σταυρό τους κι ύστερα σηκώνανε στον ουρανό τα χέρια. Λυπάμαι τους συναδέλφους μου που δεν γνώρισαν τέτοιες στιγμές. Τα δάκρυα σούρχονται στα μάτια. Οι συνάδελφοι πρόσφεραν καραμέλες, τσιγάρα.

19/11/1940
Συναντήσαμε πρωί-πρωί ένα τραίνο με τραυματίες. Τα παιδιά γίνονται μελαγχολικά. Οι ελαφρά τραυματισμένοι είναι όρθιοι και μας χαιρετούνε γελώντας. Ρωτούν τι σύνταγμα είμαστε. Ένας τους φωνάζει: “Τους φάγαμε”. Μας δίνουνε οι αξιωματικοί τη διαταγή να έχουμε τα όπλα μας γεμάτα (ίσως, μη φανεί αεροπλάνο).

20//11/1940
Όλα τα πράγματα γίνονται πολύτιμα: Ένα κομμάτι σπάγγου, ένα κομμάτι εφημερίδα, ένα σπίρτο. Καπνίζουμε το τσιγάρο ώσπου να κάψει το δάχτυλο.

Στρατόπεδο κοντά στον Άραχθο.
Βρέχει. Κλεισμένοι στ’ αντίσκηνο τρώμε καρύδια και κουραμάνα. Οι αρβύλες μας έχουν οκάδες τη λάσπη.
Την ώρα του προσκλητηρίου πέρασε ένα αυτοκίνητο με τέσσερις Ιταλούς αιχμαλώτους. Ο ένας, ο ταγματάρχης είναι ευδιάθετος, μασουλάει. Οι φαντάροι τούς προσφέρουν καρύδια, τσιγάρα. Είναι οι τρεις αχώριστοι. Όλοι αξιωματικοί. Ο ένας νέος, λιγνός, με ακαλλιέργητο γενάκι σκύβει το κεφάλι και δεν κοιτάζει γύρω, δεν μιλάει. Είναι ντροπιασμένος, αποφεύγει τα βλέμματά μας. Του προσφέρουν τσιγάρο και αρνείται ευγενικά.

Τα γράμματα του νεκρού. Τον βρήκανε νεκρό, έξω από το Καλπάκι. Ήτανε λέει, πεσμένος, ανάσκελα, ως 25 χρονών. Αντόνιο Τσεκκαρέλι τον έλεγαν. Του γράφει η μάνα του και ο θειος του με τη θεία νουνά του.
Λίγες λέξεις, τυπικές σχεδόν. Η μάνα: “Χαίρομαι που είσαι καλά. Μια mamma δεν μπορεί παρά να εύχεται το γρήγορο γυρισμό του γιου της. Τη φωτογραφία σου τη λάβαμε. Δε σου στείλαμε δικές μας, όχι γιατί δεν φροντίσαμε αλλά γιατί ο καιρός ήταν, αυτές τις μέρες συννεφιασμένος. Ο πατέρας σου κι οι αδερφάδες σου, σε χαιρετούν και προσμένουν να γυρίσεις. Απρίλης 1940″.
Οι φαντάροι γελούνε χοντρά.

7/1/1941
Ποιος θα μου δώσει ποτέ πίσω τους μήνες αυτούς, τους μοναδικούς, που το παιδάκι μου μεγαλώνει, που κάθε μέρα του, κάθε στιγμή του είναι και μια καινούργια λέξη, μια καινούργια νόηση, μια καινούργια χαρά, και που εγώ δεν θα την ξαναβρώ ποτέ, δεν θα τις χαρώ ποτέ μου;

19/1/1941
Από το πρωί σήμερα βροντάει το κανόνι. Σαν βροντή. Ένας αυτόμολος που παρουσιάστηκε εδώ είπε πως οι Ιταλοί θάκαναν σήμερα γενική επίθεση. Λοιπόν αυτό είναι.
Η πρώτη και τελευταία ίσως προσπάθεια του Καμπαλέρο. Πίσω της -λέει το δελτίο του Στρατηγείου- κρύβεται τέλεια αποσύνθεση. Βλέπει τον κλοιό που περισφίγγεται γύρω από το Τεπελένι και αγωνίζεται να τον σπάσει.

-Τι μέρα είναι σήμερα;
-Στην κοινωνία των ανθρώπων Πέμπτη. Σ’ εμάς τίποτα.
14/10/1944

Τρεις ημέρες “λευτεριάς” ούτε μια στιγμή χαράς.

Στις 12 του μηνός (Πέμπτη), το πρωί, ντυνόμουνα για να πάω στο γραφείο μου όταν η Λουζία μου λέει: “Κάτι τρέχει έξω!”. Βγαίνει η Άφρω και γυρίζει λέγοντας: “Έρχονται, λέει, οι Εγγλέζοι”. “Καλά, τους λέω, θα ντυθώ και θα βγω έξω να ιδώ”. Ντύθηκα, βγήκα, κι είδα τα σπίτια (…) να σημαιοστολίζονται. Ο κόσμος έτρεχε προς την Ομόνοια χωρίς να ξέρει τι τρέχει και τι θέλει. Ξαναμπήκα στο σπίτι κι ενώ έβγαζα να τους αφήσω λεπτά για ψώνια με πήρανε τα κλάματα. “Κάνετε το σταυρό σας, παιδιά μου”, τους λέω, “γιατί ξανάδαμε τη σημαία μας κρεμασμένη”. “Γιατί κλαις, μπαμπά;” με ρωτάει ο Μιμάκος. “Άμα μεγαλώσεις, παιδί μου”, του απαντώ, “θα καταλάβεις γιατί κλαίω”.

Στο θέατρο. Φωνάζω να σημαιοστολίσουν. Ο Χριστόφορος ο Ταβουλάρης δε βρίσκεται πουθενά. Ανεβαίνω στο φροντιστήριο και παίρνω μόνος μια μεγάλη σημαία. Κατεβαίνω στο Θέατρο λέγοντας να την κρεμάσουν. Και τότε γίνεται το συμβολικό: Ενώ ο Λιδωρίκης είχε έρθει κοντά, ο Καρούσος πιάνει το πανί της σημαίας λέγοντας: “Μια στιγμή!”. Και προσθέτει: “Πρέπει να καταλάβουμε ότι εκείνο που έφερε την απελευθέρωση είναι το ΕΑΜ. Λοιπόν πρέπει να γράψουμε πάνω στη σημαία ΕΑΜ”. Αντιρρήσεις του Λιδωρίκη. Τον βάζουνε μπροστά. Εγώ, σε λίγο, προσπαθώ να τους συνετίσω, φωνάζοντας κατά μέρος την Παΐζη και τον Καρούσο. Τίποτα. Αρχίζει η στάση τους να γίνεται αυθάδης και προκλητική. Από κείνη τη στιγμή τα πράματα παίρνουνε κατήφορο. Τα συνεργεία ράβουνε με κόκκινη κλωστή πάνω στις σημαίες το ΕΑΜ, ΕΛΑΣ. Ανάρτηση της σημαίας, λόγος του Γληνού, χειροκροτήματα, ζητωκραυγές για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Επί σκηνής λόγος του Καρούσου. Πάλι το Κομμουνιστικό Κόμμα.


.4.41

Συναντώ, ώρα 9.30 της νύχτας, τον Αγγελο τον Προκοπίου. Φεγγαροβραδιά! Βολτάρουμε και συζητούμε για τον πόλεμο, για το μέλλον, για την παλληκαριά. Μου διηγιέται, μέσες άκρες, την προχτεσινή του περιπέτεια, στο παρατηρητήριο, που πήγανε να του κάνουνε «τραπέζι» ο Κωστάκης κι ο Ζαρονίκος. Το εχθρικό πυροβολικό τούς έβαλε. Μου λέει πως γλύτωσαν από τρίχα. Ο Κωστάκης διατηρούσε την ψυχραιμία του, ένα ύφος πολεμάρχου, μα ήτανε κίτρινος και κρατούσε σφιχτά στα χέρια τις Γραφές. Εβλεπες πως κι αυτός ο ίδιος τάχε χάσει και αντλούσε δύναμη από κάπου αλλού, κι όχι από μέσα του.

Ο θάνατος, του λέω κι εγώ του Προκοπίου, είναι κάτι με το οποίο ο άνθρωπος δεν αναμετριέται σαν ίσος προς ίσον, με το ίδιο ανάστημα. Η παλληκαριά είναι ζήτημα ποσοτικής αντοχής, κι από τον ένα ως τον άλλον άνθρωπο δε διαφέρει παρά μόνο κατά βαθμό.

Ο ηρωισμός, λέει ο Προκοπίου, είναι ζήτημα παραφοράς.

Οπως η αυτοκτονία, συμπεραίνω εγώ, πράξη απογνώσεως, όταν δεν είναι απλή αφροσύνη.

Και του διηγούμαι τη φορά που με πολυβόλησαν κι ένιωθα τον εαυτό μου παγωμένο, πως δε θάχε τη δύναμη να τραβήξει το πιστόλι. Αντιπαράβαλα τις δυο εικόνες, τη φανταστική του εαυτού μου αμυνόμενου κατά αεροπορικής επιδρομής και την πραγματική, όπου το πράμα συνέβη. Κι είδα πως η φαντασία δε μπορεί να δημιουργήσει παρά μονάχα την εικόνα κι όχι την ακριβή αίσθηση.

Αντρεία, λέω, είναι όταν έχεις ν' αντιπαλαίσεις σώμα με σώμα, σαν ίσος (ποιοτικά) με ίσον, μ' έναν άνθρωπο. Οχι όμως κι όπου ο αέρας γύρω σου γεμίζει θάνατο ύπουλο, κρυφό, ατσάλι αναμμένο που βιτσίζει.

Τι παρηγορητικό, τι λυτρωτικό πράμα να μιλάς μ' έναν άνθρωπο ψυχικά συγγενικό σου, σαν τον Αγγελο τον Προκοπίου!

Μόνος μου σε λίγο, καθώς τρώω, συλλογίζομαι πως ο Μπερνάρ Σώου, που ανέλαβε στον «Ανθρωπο και τα όπλα» να ξεμασκαρέψει τον ηρωισμό, δεν το πέτυχε, διότι δεν παρατήρησε σωστά, αγνά, αλλά με κοροϊδευτική προκατάληψη. Του ξέφυγε το τραγικό στοιχείο κι η κτηνωδία που κρύβεται στον πολεμικόν ηρωισμό.

16.4.41

Προχτές είχε έρθει ο Κατράκης [;;]. Φάγαμε το μεσημέρι μαζί, κι ο Προκοπίου. Τ' απομεσήμερο καθόμαστε οι δυο μας στο πεζούλι της εξώπορτας της Δ.Π. [Διεύθυνση Πυροβολικού] και κουβεντιάζουμε. Προσπαθώ να τον τονώσω. Συγκινούμεθα για την Ελλάδα.

Μιλώντας μου για τον πόλεμο κάνει, χωρίς βέβαια να το ξέρει, μια σελίδα μεγάλου συγγραφέα.

Σ' αυτόν τον πόλεμο [βράζει], μου λέει, με την αγωνία της όλη η Φύση. Βλέπεις τα πουλιά που κάθονταν ήσυχα στα δέντρα, τις σαύρες που λιάζονταν και ξάφνου [μια] πόρτα, ένα βλέμμα, αναταράζονται, τρομάζουν. Τα πουλιά, γεράκια, αητοί, φτερουγίζουν και χτυπούν φεύγοντας τρομαγμένα τον αέρα με τα μεγάλα τους φτερά.

Φαίνεται πως διατάχθηκε γενική υποχώρηση. Το είπε ο Μαυρογιάννης από το τηλέφωνο στον Ποντίκα. «Επτά της νυκτός».

Το πρωί μάθαμε πως το μέτωπο ευθυγραμμίστηκε. Υποχώρησε «με μεγάλη επιδεξιότητα» το Γ' Σώμα. Το Βερολίνο χτες το βράδι ανήγγειλε κατάληψη της Πτολεμαΐδας, της Κοζάνης και της Κορυτσάς.

Ο Μαυρογιάννης λέει στο Δεττοράκη από το τηλέφωνο: «Οχι, γενική θα είναι». (Η υποχώρηση φυσικά.)

Χτες λιακάδα και ζέστη. Σήμερα βροχή πάλι, μονότονη, και ψύχρα.

Χτες σημείωσε ζωηρή δράση η εχθρική αεροπορία. Βομβάρδισαν το Κοράτζι.

Η διαταγή της γενικής υποχώρησης δόθηκε.

Μεγάλη Εβδομάδα για την Ελλάδα.

Στο νου μου στριφογυρίζει επίμονα ο μονόλογος του Οθέλλου:

Εχε γεια, ασκέρι φτεροστόλιστο!..

Καίω τα επιστολόχαρτα του Βασιλικού Θεάτρου, δυο τεύχη της «Νέας Εστίας» για να μην τα βρουν οι Ιταλοί.

Ατμοσφαίρα ενός σπιτιού υπό μετακόμιση.

Πληροφορίες πως ετοιμάζονται αποβάσεις στα παράλια της Ηπείρου.

Τα παιδιά κλαίνε. Εκνευρισμός. Τους επιβάλλουμε σιωπή. Ολοι μιλούνε χαμηλόφωνα, όπως στον προθάλαμο αρρώστου.

Στα τελευταία μου χαρτιά, που καίγονται («Νέα Εστία»), ένας τίτλος ποιήματος:

Πίνδος. Αντιστέκεται λίγο, μαυρίζει, οι φλόγες την κυρίεψαν, χάθηκε.

Ωρα 7 μ.μ. Καθώς πάω στο δωμάτιό μου να πάρω την καραβάνα μου για φαΐ ακούω κρότο τρακτέρ στο δρόμο. Κοιτάζω. Πυροβολαρχία που υποχωρεί.

Η πόρτα μου ανοίγει. Μπαίνει ο γερο-σπιτονοικοκύρης, ζυγώνει στ' άλλο παράθυρο και, σκυφτός, κοιτάζει κι αυτός.

Τ' είν' αυτό; μου λέει.

Δεν ξέρω, του απαντώ.

Είναι κι' άλλος στρατός, πολύς, που έρχεται ξοπίσω.

Πού;

Ελα 'δώ.

Με βγάζει στο χαγιάτι και κοιτάζω. Η υποχώρηση αρχίζει. Πυροβολαρχίες κατεβαίνουν, τρακτέρ, άλογα, πεζοί.

Είναι κι άλλοι δυο στο χαγιάτι, η σπιτονοικοκυρά κι ένας ξένος. Η γυναίκα με κοιτάζει αμίλητη, σα με βουβή μομφή. Νιώθω τον εαυτό μου ντροπιασμένο που κάνω τον κουτό. Μασώντας τα λόγια μου γυρίζω πίσω, παίρνω την καραβάνα και φεύγω.

Στις βρύσες του χωριού, κάμποσοι ντόπιοι στέκονται κάτω από τη βροχή και κοιτάζουνε βουβοί την ελληνική υποχώρηση.

Τα στήθια φουσκώνουν από βαθύτατο στεναγμό: Αχ, Ελλάδα, κακόμοιρη Ελλάδα...

Ενα μπουλούκι νέοι βγαίνουν από την πόρτα του στρατηγείου. Τρεις άλλοι ήρθανε στη Δ.Π. ζητώντας αυτοκίνητο. Ολοι θέλουνε ν' ακολουθήσουν τον ελληνικό στρατό. Τ' αντικρυνά του γραφείου κορίτσια κλαίνε.

Αιώνια ελληνική προσφυγιά!

Ο Προκοπίου μούπε πως θα φύγουμε τα μεσάνυχτα.

Βρέχει, βρέχει, βρέχει. Ο κάμπος είναι θολός, πνιγμένος στην καταχνιά της βροχής.

Κι ο θρήνος του χαρτιού φουντώνει. Οι γυναίκες, στην αυλή, φωνάζουν. «Να φύγουμε, να πάμε μαζί τους, να πεθάνουμε στα χέρια τους», λέει η μια. Μια άλλη, σε μένα.

Καλησπέρα, μαύρη καλησπέρα.

Ο Θεός είναι μεγάλος, της λέω.

Ο Θεός είναι φευγάτος.

22.4.41

Στις 19 τ' απόγεμα και στις 20 ολημέρα βομβαρδισμός των γύρω από τη Λίμνη (Ζαραβίνα). Ο τρόμος, χτες, 21, το πρωί στις επτά, μέσα στον ύπνο μου, μια γυναικεία φωνή:

Ειρήνη, Ειρήνη!..

Ο Κοσμάς με ξυπνάει. Μου λέει πως μιλούν έξω γι' ανακωχή.

Κατεβαίνουμε και μαθαίνουμε τα νέα: Πρωτοβουλία των τριών σωματαρχών και του Δεσπότη Ιωαννίνων.

Μα... πάλι αεροπλάνα, κατά τις 10, και πάλι βομβαρδισμοί όλη μέρα. Τι συμβαίνει; Αγωνία.

Περιμένουμε τους Γερμανούς. Κατά τους όρους της συνθήκης πρόκειται να έρθουν να πάρουν τις θέσεις μας στην Κακαβιά για να παρεμβληθούν ανάμεσά μας και στους Ιταλούς. Η Αθήνα, στο μεταξύ, ρίχνει μ' επιμονή το σύνθημα πολέμου μέχρις εσχάτων.

Οι Γερμανοί δεν έρχονται. Αγωνία. Τους περιμένουμε στις 11.50. «Ευτυχώς» φτάνουν τ' απόγεμα στις 7. Κατεβαίνουμε στο δρόμο και τους βλέπουμε. Μηχανοκίνητη φάλαγγα σ' αραιή τάξη. Είναι θηρία νέοι ως εκεί πάνω, σοβαροί και ξανθοί, σαν κάτοικοι άλλου πλανήτη. Ο επισμηναγός Ξανθόπουλος διώχνει τους φαντάρους γιατί ντρέπεται για τα χάλια τους. Αγανάκτησή μας.

Οι πρώτοι Γερμανοί που βλέπω είναι τρεις που γράφουν σε μια πινακίδα σήματα καθοδηγητικά για τους δικούς μας που ακολουθούν.

Η Αθήνα, σήμερα, μας αποκαλεί προδότες. Βρισκόμαστε εκτός νόμου. Επαναστάτες!

Σήμερα το πρωί, ξαφνικά, διαταγή να φύγουμε. Αναστάτωση. Ολα ετοιμάζονται ταχύτατα και ξεκινούμε.

Μονή Βελάς. [;] Τοποθεσία εξαίσια, όλο γαλήνη. Το μοναστήρι είναι στην απότομη πλαγιά και μπροστά, απέραντος, ο κάμπος.

Καταυλιζόμαστε στον θάλαμο του δευτέρου πατώματος. Κατά τις 4.30, ενώ είμαι ξαπλωμένος, ο Γάθης: Να είμαι ανά πάσαν στιγμήν έτοιμος. Μπορεί να φύγουμε αυθημερόν. Με καθησυχάζει. Πρόκειται να πάμε στα Γιάννενα, να φροντίσουμε για την αποστράτευση.

Η Αθήνα; Τι θα γίνει με την Αθήνα;

[2ο μέρος]

22.9.44

Παράδοξη ατμοσφαίρα σήμερα, από το πρωί. Κάτι κυκλοφορεί στον αέρα χαρούμενο, βιαστικό, που φτερουγίζει.

Καθώς πήγαινα στην «Εστία Λογοτεχνών» να πάρω τη ζάχαρη και τη μαρμελάδα, είδα γεμάτους τους τοίχους προκηρύξεις. Χρωματιστές, με τα εθνικά χρώματα, που τις διαβάζουνε κάτι έφεδροι χωροφύλακες. Στη γωνιά του Πολυτεχνείου άλλες: Ραδιοφωνικό δελτίο, Καθημερινά Νέα. Μεγάλο μπουλούκι άνθρωποι μαζεμένοι που διαβάζουν. Κοντοστάθηκα κι εγώ. Κι αυτή με τη φωτογραφία του Ζέρβα, χοντρού, με πυκνά γένεια, σαν αρχιμαντρίτης. Καθώς ξεκινώ πάλι βλέπω να πηγαίνει μπροστά ο Μόρντο με το γιο του. Δυσκολογνώριστος, το κεφάλι του κουρεμένο, μικρούλι, αυγουλωτό, άθλιο. Τον προφταίνω και μου διηγείται... Καθώς πάμε να προχωρήσουμε από τη σκιάδα του κέντρου που βγάζει στην οδόν Ηρακλείου, άνθρωποι τρέχουνε προς το μέρος μας. Γυρίζουμε πίσω.

Στην «Εστία Λογοτεχνών», ο Λιβαδάς, καθισμένος σταυροπόδι πάνω στο γραφείο, μου λέει: «Το πολύ στις αρχές της άλλης βδομάδας (είναι σήμερα Παρασκευή). Εχουνε μπει πολλά παιδιά στην Αθήνα. Αν κάνουν ένα μπλόκο στα σπίτια, θα βρούνε πολλούς χωρίς ταυτότητες». Την ώρα που πάω να φύγω μου ζητάει εμπιστευτικά τη διεύθυνσή μου κι ύστερα: «Καλά. Θα... λάβεις γράμμα μου»...

Ολοι κάτι περιμένουν. Τ' απόγεμα οι διαδόσεις οργιάζουν. Βγαίνω με το Μίμη περίπατο και, στην οδό Μάρνη, βλέπω τρεις-τέσσερους σταματημένους να κοιτάζουνε τον ουρανό. Είναι πολύ ευδιάκριτο, ένα άσπρο σημάδι. Αλεξίπτωτο; αναρωτιόνται.

Από ιατρείο του Νικόπουλου. Μας λέει για τις διαδόσεις, κάποιο τηλεγράφημα που θεωρείται προβοκάτσια. Στο Πάρκο είμαστε με τον Ιωσηφίδη. Γυρίζοντας, ο Μπαστιάς, στο μπαλκόνι του. Κατεβαίνει με το Γιάννη. Κάνουμε λίγα βήματα μαζί, ως την οδό Πατησίων. Κι αυτός μου λέει για τις διαδόσεις: «Λένε πως ο αγγλικός στόλος είναι... στις Φλέβες. Αστεία πράματα. Πάντως είναι στα νησιά».

Στην οδό Γ' Σεπτεμβρίου ο Ντίνος Αντωνόπουλος κι η Ρίτα. Γελούνε, μα είναι ανήσυχοι.

7 η ώρα στης Μαρίας Αλκαίου που είναι άρρωστη από νεφρά. Εμένα ρωτούν τι γίνεται.

Η Λουίζα, στο σπίτι, μου λέει πως είδε μπροστά στα γραφεία της Λουφτχάνσα να φεύγουνε Γερμανοί. Ο Εβέρμπελ [;]. Μια Γερμανίδα έκλαιγε. Και για τις προκηρύξεις, το ρολόι που δείχνει παρά δύο λεπτά.

Μετά το φαΐ ο Γιώργος Καρύδης. Αυτός τα πιστεύει όλα. Οι Εγγλέζοι έρχονται.

«Ακαριαίως» λέει το τηλεγράφημα προς τον υποστράτηγο φρούραρχο Σπηλιωτόπουλο.

Νύχτα. Διαβάζω το «Ρουντίν» του Τουργκένιεφ.

1.10.44

Η ζωή έγινε αφόρητη. Από το πρωί σήμερα, Κυριακή, σ' όλα τα σημεία της Αθήνας γίνονται μάχες. Θεωρητικά, η ώρα κυκλοφορίας είναι ως τις 6 μ.μ. Ουσιαστικά όμως αναγκάζεσαι να περιοριστείς πολύ νωρίτερα, σχεδόν από το πρωί. Το να πας από δω (Βάθη) στην οδόν Πιπίνου π.χ. έχει γίνει παράτολμη περιπέτεια. Κάθε που βγαίνουμε από το σπίτι αποχαιρετιόμαστε, μισο-αστεία μισο-σοβαρά. Δεν ξέρεις αν θα γυρίσεις πίσω. Από τις 11 σήμερα μαζεύτηκα στο σπίτι. Η μάχη είχε αρχίσει περί την Ομόνοια από το πρωί νωρίς. Τ' απόγεμα είτανε μέτωπο κανονικό, εν δράσει. Το βράδι καιγόταν ο τόπος. Επαναληπτικά, περίστροφα, πολυβόλα, όλμοι... Αρχισε και να μπουμπουνίζει, πέσανε κάνα-δυο κεραυνοί, κι έτσι η ατμοσφαίρα της φρίκης κορυφώθηκε.

Ολάκερη τη μέρα έβρεχε, έπαυε, ξανάβρεχε.

Τώρα είναι 11 η ώρα της νύχτας κι έξω ακούγονται αδιάκοποι σχεδόν πυροβολισμοί, περίστροφα, όπλα, χειροβομβίδες. Μοιάζουνε κοντά, στου Μπουραντά, γωνία Αβέρωφ και Αχαρνών. Μα κι αλλού, γύρω, παντού.

Κι η απελευθέρωση δεν έρχεται. Πικρή απογοήτευση κι εκνευρισμός του κόσμου. Ο λόγος του Τσώρτσιλ φάνηκε απαισιόδοξος. «Και μερικοί μήνες του 45»... Ο Παπανδρέου όμως, στο δικό του λόγο, φάνηκε αισιοδοξότερος για μας: «Η τελευταία φορά που μιλώ από έδαφος ξένο». Ο Γιώργος ο Καρύδης έρχεται τ' απόγεμα, την ώρα που ζωγραφίζω σκηνικά για το κουκλοθέατρο, και μου το λέει. Το είχα ξανακούσει, μα δεν το πολυπίστευα. Η βεβαίωση από τον Καρύδη με χαροποιεί.

Ο Μιμάκος δυσκολεύεται να κοιμηθεί ο καϋμενούλης. Ακούει τους πυροβολισμούς από το κρεββατάκι του κι ανησυχεί. «Τ' είναι, μπαμπά;». Και στη μαμά του: «Ρίχνουν, Φαβιέρου»... Τι χρωστάνε τα δόλια τα παιδάκια;

Ωστόσο η αξία της ανθρώπινης ζωής ξέπεσε στο ελάχιστο. Κάθε τόσο ακούγονται σκοτωμοί, κι η αίσθηση είναι ελάχιστη, σχεδόν από συνήθεια.

Σήμερα το πράμα παραφούντωσε όμως. Ποτέ δεν είχε ξαναγίνει τέτοιο κακό. Από μέρα σε μέρα, σταθερά, χειροτερεύει. Ο Θεός να βάλει το χέρι του.

Αύριο πρωί έχω Συμβούλιο και το συλλογίζομαι πως θα χρειαστεί να διαπλεύσω το κέντρο της Αθήνας...

11.15. Εξω γίνεται πάλι μάχη. Πώς θα κοιμηθούμε, έχοντας εκτεθειμένα τα κεφάλια μας, πίσω από παράθυρα ισογείου;

Τα τρόφιμα όλα, τρεις-τέσσερις μέρες τώρα, τα έχουνε κρύψει. Ενα τσιγάρο 50.000.000.

3.10.44

Τραβάμε πλησίστιοι προς ένα είδος χειμώνα του 41, και χειρότερο. Τα τρόφιμα που είχανε κρυφτεί κάπου μια βδομάδα ξαναφάνηκαν από χτες σε τιμές απίθανες, 28 δισεκ. το λάδι ή το ξύγκι. Σήμερα, όπως και το 41, βρέθηκα χωρίς δεκάρα. Το Ταμείο του Θεάτρου δεν έχει ούτε ένα εκατομμύριο να δανειστώ. Με τη λίρα της «Στοργής» στο πορτοφόλι κουβαλήθηκα από τις 8.30 το πρωί στο Γενικό Λογιστήριο να παρακαλέσω τον Εξαρχάκη να μου τη χαλάσει. Ως τις 10 δεν είχε έρθει. Εφυγα νικημένος. Ολη την ημέρα δεν έχω τσιγάρο. Βρέχω με νερό κάτι ξερά φύλλα καπνό που είχα πάρει από τη μητέρα μου, καπνό που έβαζε για να διατηρεί τα ρούχα, κομμένον ποιος ξέρει πριν από πόσες δεκαετίες, και πασχίζω να καπνίσω τσιμπούκι.

Κι οι Εγγλέζοι δεν έρχονται. Οχι, δεν έρχονται... Γιατί λοιπόν από ενάμιση μήνα τώρα μας παραγγέλνουν διαρκώς πως η στιγμή της απελευθέρωσης έφτασε; πως δεν απομένουν παρά ημέρες; ώρες; Γιατί ο Παπανδρέου γράφει στα μανιφέστα του «να ευαγγελιζόμαστε χαρά μεγάλη», πως «μιλάει για τελευταία φορά από ξένο έδαφος»; Μας κοροϊδεύουν; Ο κοσμάκης έχει τρομερά εκνευριστεί, είναι τραγικά πικραμένος. Επιτέλους αυτό καταντάει επιπολαιότητα εγκληματική. Βασανίζουν ένα λαό δυστυχισμένο τόσο, τον φαρμακώνουν μ' αδιάκοπες απογοητεύσεις. Καλλίτερα να μην έλεγαν τίποτα και να μας άφηναν στο σκοτάδι μας ως τη στιγμή που θάρχονταν ­ αν ποτέ έρθουν... Το αστείο είναι πως ο Ράλλης φαίνεται ο πιο απογοητευμένος απ' όλους. «Αν έρθουν... Πράγμα για το οποίο αρχίζω ν' αμφιβάλλω πια», μας είπε χτες.

Απόψε, μετά το φαΐ, κοιτάζαμε παλιές φωτογραφίες, η Λουίζα, ο Μίμης, η Αφρω κι εγώ. Απόρησα για τη μεταβολή που έχουνε πάθει τα μούτρα μου. «Εσένα σ' έφαγε το Βασιλικό Θέατρο», μου λέει η Λουίζα και ξαφνικά καταλαβαίνω κι εγώ πόσο δίκιο έχει. Αχ, πρέπει να λυτρωθώ, πραγματικά, απ' αυτό. Αλλιώς είμαι εξοφλημένος. Και, το χειρότερο, αρχίζω τώρα να υποπτεύομαι πως ο αγώνας μου είτανε μια φριχτή ματαιοπονία, μια θυσία άσκοπη.

Καιρό τώρα, δεν μπορώ καθόλου να γράψω. Μου λείπει το κέφι, η αγάπη της δουλειάς μου. Πού είναι οι παλιοί ενθουσιασμοί, οι νεανικές εκείνες συγκινήσεις για την Τέχνη μου, που με ζωογονούσαν και με παρηγορούσαν;

8.10.44

Τα βάσανά μας σώνονται. Φαίνεται πως την Τετάρτη θα γίνει η παράδοση της Αθήνας. Οι Γερμανοί κοντεύουνε να λείψουν από την Αθήνα. Δε βλέπεις πια καθόλου πεζούς. Η Γερμανική Πρεσβεία, η Τηλεφωνική Εταιρεία φρουρούνται από ρωμιούς. Το Λονδίνο αναγγέλ[λ]ει σήμερα την απελευθέρωση του Αναπλιού. Προχωρούν προς τα πρόθυρα της Κορίνθου οι Αγγλοι.

Το βράδι, 7 η ώρα, μαζεύτηκαν σπίτι μας ο Γκίκας, ο Χρυσόγελος, ο Καρύδης, ο Σταύρος, η Γκίκαινα, η Ολγα, ένας νέος άγνωστός μου. Ο κουνιάδος της Κοντσάτας έφερε το ραδιόφωνό του κι ακούσαμε. Πήραμε πάλι στις 9 και στις 10.

Ο Γιώργος ο Θεοτοκάς σήμερα το πρωί. «Να ιδούμε τώρα πώς ο σοσιαλισμός θα συνδυασθεί με την ελευθερία». Σοφή κουβέντα. Περιμένει όμως το υπόδειγμα και τη λύση από τη Γαλλία. Είναι η παλιά προσήλωση του Γαλλοθρεμμένου Ελληνα στα πρότυπα που γνώρισε και που τον γαλούχησαν.

Αύριο πρωί Συμβούλιο. Θάναι άραγε το τελευταίο; Είθε!

14.10.44

Τρεις ημέρες «λευτεριάς» ­ ούτε μια στιγμή χαράς.

Στις 12 του μηνός (Πέμπτη), το πρωί, ντυνόμουνα για να πάω στο γραφείο μου όταν η Λουίζα μού λέει: «Κάτι τρέχει έξω!». Βγαίνει η Αφρω και γυρίζει λέγοντας: «Ερχονται, λέει, οι Εγγλέζοι». «Καλά, τους λέω, θα ντυθώ και θα βγω να ιδώ». Ντύθηκα, βγήκα, κι είδα τα σπίτια [;;;] ­ Χαλκοκονδύλη, συνέχεια, να σημαιοστολίζονται. Ο κόσμος έτρεχε προς την Ομόνοια χωρίς να ξέρει τι τρέχει και τι θέλει. Ξαναμπήκα στο σπίτι κι ενώ έβγαζα να τους αφήσω λεπτά για ψώνια με πήρανε τα κλάμματα. ­ «Κάνετε το σταυρό σας, παιδιά μου», τους λέω, «γιατί ξανάδαμε τη σημαία μας κρεμασμένη». ­ «Γιατί κλαις, μπαμπά;» με ρωτάει ο Μιμάκος. ­ «Αμα μεγαλώσεις, παιδί μου», του απαντώ, «θα καταλάβεις γιατί κλαίω».

Στο Θέατρο. Φωνάζω να σημαιοστολίσουν. Ο Χριστόφορος ο Ταβουλάρης δε βρίσκεται πουθενά. Ανεβαίνω στο φροντιστήριο και παίρνω μόνος μια μεγάλη σημαία. Κατεβαίνω στο Θέατρο λέγοντας να την κρεμάσουν. Και τότε γίνεται το συμβολικό: Ενώ ο Λιδωρίκης είχε έρθει [κοντά;], ο Καρούσος πιάνει το πανί της σημαίας λέγοντας: «Μια στιγμή!». Και προσθέτει: «Πρέπει να καταλάβουμε ότι κείνο που έφερε την απελευθέρωση είναι το ΕΑΜ. Λοιπόν πρέπει να γράψουμε πάνω στη σημαία ΕΑΜ». Αντιρρήσεις του Λιδωρίκη. Τον βάζουνε μπροστά. Εγώ, σε λίγο, προσπαθώ να τους συνετίσω, φωνάζοντας κατά μέρος την Παΐζη και τον Καρούσο. Τίποτα. Αρχίζει η στάση τους να γίνεται αυθάδης και προκλητική. Από κείνη τη στιγμή τα πράματα παίρνουνε κατήφορο. Τα συνεργεία ράβουνε με κόκκινη κλωστή πάνω στις σημαίες το ΕΑΜ, ΕΛΑΣ. Ανάρτηση της σημαίας, λόγος του Γληνού, χειροκροτήματα, ζητωκραυγές για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Επί σκηνής λόγος του Καρούσου. Πάλι το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ακρίτας [;]. Ψυχρός. Στους δρόμους προεκλογική κίνηση, ΕΑΜ, ΚΚΕ, ΕΛΑΣ.

Πουθενά η Ελλάδα.

Δεύτερη μέρα: Παρελάσεις. Τα ίδια και χειρότερα. Η Γαλανού μπροστά - μπροστά στη Λυρική Σκηνή.

Τρίτη μέρα. Ακόμα χειρότερα. Πάλι η Γαλανού. Κι ο Παπάς, κι άλλοι. Στο θέατρο τέλεια βαναυσότης. Εχω δέκατα. Ξυπνώ στις 5.30 κι η Λουίζα έρχεται κατενθουσιασμένη. Είδε τους Εγγλέζους και τους Ελληνες που έρχονταν από την οδό Πειραιώς.

Τώρα, νύχτα, 10.20. Στους δρόμους, έντονη προεκλογική κίνηση. ΚΚΕ. Μια διαδήλωση του ΕΔΕΣ με το σύνθημα: «Ε-λλά-δα Με-γά-λη». Χειροκροτήματα και φωνές της γειτονιάς που επαναλαμβάνει τα ίδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.