Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Για τον πόλεμο της Έφης Ρίζου



(παιδί)
Ο πόλεμος άρχισε, άκου τον ήχο..
Φοβάμαι να βγω να παίξω στον κήπο,
η σκόνη αυτή, το νου μου θαμπώνει,
το κορμί μου πονάει, ραγίζει, ματώνει..
Χθες είδα σκυλιά ν’ αλιχτάνε στους δρόμους
και είδα μανάδες με παιδάκια στους ώμους.
Οι βόμβες ουρλιάζουν κι η γη σταματά.
Μανούλα, θα κλείσω τα μάτια σφιχτά…
Θα’ θελα..
Δύναμη να’ χω, τραγούδια να βρίσκω,
τις έξυπνες βόμβες στον ύπνο να ρίχνω,
σ’ αυτούς που σκοτώνουν να δώσω χαρά,
μήπως ξυπνήσουν και δουν καθαρά.

Στα συντρίμμια από κάτω ελπίδα καμιά,
μον’ ένα παιδάκι να λέει πως πεινά.
Τ’ αγγίζω, του δίνω ψωμί και νερό,
βιαστικό όμως φεύγει απ’ τον κόσμο αυτό..
Και σκέφτομαι τώρα, αυτό το παιδί
που η ψυχή του ψηλά, αργά θ’ ανεβεί..
Οι σφαίρες σχίζουν τον αέρα κι εκεί
κι ίσως ξανά αυτό χτυπηθεί..
(μητέρα)
Μικρό μου παιδί, ακούω τον ήχο
και θέλω στα χέρια μου σφιχτά να σε κρύψω.
Μην κλαίς, μη φοβάσαι, έτσι μη με κοιτάς,
μια μέρα θα’ ρθει χαρά και για μας.
(παιδί)
Μα δε θα κλείσω τα μάτια μητέρα σου λέω,
θα γκεμίσω τα παλάτια.
Και θα φοβούνται γιατί ξέρουν η φωνή μου
μπορεί να τους κάνει κομμάτια.
(γ’πρόσωπο)
Κι εσύ μικρό παιδί, που στέκεις στο σκοτάδι
να φυλάγεσαι καλά απ’ τις βόμβες κάθε βράδυ.
Δεξιά κι αριστερά να κοιτάζεις πριν να τρέξεις
και να’ σαι σίγουρο, τον πόλεμο θ’ αντέξεις…

Θωμάς Γκόρπας «Το αλβανικό»


Λένε κάποια τραγούδια και ιστορικά βιβλία
πως ο στρατός μας θαυματούργησε στην Αλβανία.
Αλλ’ ο πατέρας μου κανένα θαύμα δε θυμόταν
κι όταν τον ρώταγα τον πόλεμο τον καταριόταν.
- Ποιοι ήταν πατέρα οι νικηταί και ποιοι οι ηττημένοι;
- Στον πόλεμο, παιδί μου, υπάρχουν μόνο σκοτωμένοι…
Τα κρυοπαγήματα και τα κουρέλια του θυμόταν.
- Και τα ανδραγαθήματα; Ρωτούσα. Αποκρινόταν:
- Μπορεί οι νεκροί που τάφηκαν μέσα στο χιόνι
που πολεμήσαν μοναχοί και που πεθάναν μόνοι…
- Κ’ η Παναγία που σας προστάτευε πού ήτανε πατέρα
δεν ήταν δίπλα σας όταν φωνάζατε αέρα;
- Ίσως την έβλεπαν οι στρατηγοί την Παναγία
όταν μας ψάχνανε στους χάρτες μέσα στα γραφεία…”.

Ο Ελύτης γράφει για το θάνατο του ποιητή Γ. Σαραντάρη στο αλβανικό μέτωπο…

«…Ήταν η πιο άδικη απώλεια. Θα προσπεράσω λοιπόν για να τις ξαναπιάσω, ίσως κάποτε κι αλλού, τις σκληρές μέρες της Αλβανίας. Όμως θέλω τη στιγμή αυτή, απροκάλυπτα, να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα Γραφεία και στις Επιμελητείες όλο τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό κι ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκότανε στα πόδια του, που είχε όμως προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Ο Γιώργος Σαραντάρης ήταν διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου- ο μόνος ίσως σε ολόκληρο το στράτευμα-, θα μπορούσε να ‘ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των Ιταλών αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπατώντας μέσα στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου.
Φαίνεται ότι πέρασε φριχτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα ‘χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε «βοήθεια» στους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζε «αδέρφια», και τα «αδέρφια» τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίστακτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει ένα πικρό λόγο. Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή, που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο: «εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής»- κι ύστερα ν’ ανεβεί Στους τόπους “που αναγγέλλουν τον ουρανό και συνομιλούν με τον ήλιο”…».

Γιάννης Ρίτσος: «Γράμματα από το μέτωπο»

(αποσπάσματα)

“Μάνα, τον ήλιο εδώ σκεπάζουν ίσκιοι
κι αναπαμό ποτέ η καρδιά δε βρίσκει
ένα: οι αυγές κ’ οι νύχτες μας γυρνούν
φριχτές πεντάλφες γράφουν στο σκοτάδι
σήματα, που τον κίνδυνο μηνούν,
πύρινα φίδια από τα βάθη του Άδη.

Ζούμε στ’ αμπριά θαμμένοι, διπλωμένοι
κ’ έξω απ’ την τρύπα ο θάνατος περμένει
 Μας έπνιξαν το φως και τη χαρά,
Στεγνώσαν την ψυχή μας και το σώμα,
μα κάτι μέσα μας κυλά βουερά
και ξέσπασμα δε βρήκε κάπου ακόμα. […]

Μητέρα μου, όταν φτάσαμε εδώ πέρα
στη φωτιά, στην αντάρα, στη φοβέρα
καθένας μας κι από ‘να φυλαχτό
κρατούσε κρεμασμένο στην καρδιά του
κι αφήναμε το στήθος ανοιχτό
στα πυρωμένα νύχια του θανάτου.

Μάνα, μας τρώει η λάσπη, η ψείρα, η βρώμα
λίγνεψε και καμπούριασε το σώμα,
μας τρώει τα σπλάχνα ο φόβος του θανάτου
μερόνυχτα κλειστοί μες στο αμπρί,
δεν είδαμε από τότε αυγή λαμπρή,
σα σκουλήκια στα βάθη του μνημάτου.

Μάνα, σου γράφω βιαστικά, στο πόδι.
Σήμερα θλιβερό βγάλαμε ξόδι
σκοτώθηκαν πέντ’ έξι σ’ ένα αμπρί
- όλοι είκοσι μέχρ’ είκοσι πέντε χρόνω,
στην ώρα πάνου που ήταν για γαμπροί –
κ’ έχω μες στην καρδιά μου τόσο πόνο!

Μητέρα, όταν κινήσαμε απ’ την πόλη,
Σκύβαν ωχροί, μουντοί οι ουράνιοι θόλοι
βαρούσανε καμπάνες, μουσικές,
τούμπανα, κόρνα, σάλπιγγες, και κάτου
απ’ τη βουή περνούσαν σκεφτικές
ανθρωπομάζες: δείπνο του θανάτου. […]

Και μόνο η πυρκαγιά σα φρενιασμένη
τις καμπάνες ατέλειωτα σημαίνει.
Αχ, μάνα, πού να πας, πού να κρυφτείς;
Τα μάτια, πας να κρύψεις στην παλάμη-
φωτιά το χέρι σου σε καίει, κ’ ευτύς
μπρος σου χυμά η ψυχή, καυτό κατράμι.

Φωτιά και τα κουμπιά, φωτιά κι η αρβύλα,
όμως, στη ματωμένη κατρακύλα,
στα κόκαλα στυλώνεται η κραυγή
που ακέριους μας στυλώνει: ειρήνη, ειρήνη,
και στη σκιά, σαν περιστέρι η αυγή
το μαύρο κόμπο της καρδιάς μας λύνει.”

η Loreena McKennitt ‎το 2006 δημιουργεί το: An Ancient Muse

  1. Incantation 
  2. The Gates Of Istanbul 
  3. Caravanserai 
  4. The English Ladye And The Knight 
  5.  Kecharitomene 
  6. Penelope's Song 
  7.  Sacred Shabbat 
  8.  Beneath A Phrygian Sky 
  9. Never-Ending Road (Amhrán Duit) 
============================================= ============================================= ============================================= ============================================ ============================================= ============================================ ============================================ ============================================ ============================================

Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Ο Σταύρος Ξαρχάκος γράφει το 1983 για την ταινία του Κώστα Φέρρη : Ρεμπέτικο

Δίσκος του 1983 για την ομώνυμη ταινία του Κώστα Φέρρη

Πλευρά 1η



 Μάνα μου Ελλάς ( Γκάτσος Νίκος)


Δεν έχω σπίτι πίσω για να 'ρθώ
ούτε κρεβάτι για να κοιμηθώ
δεν έχω δρόμο ούτε γειτονιά
να περπατήσω μια Πρωτομαγιά.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα.

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.
=================================

τα παιδιά της Άμυνας  ( Παραδοσιακό)

Μια μέρα θα το γράψει η ιστορία
που έδιωξε απ' την Αθήνα τα θηρία
που έδιωξε βασιλείς και βουλευτάδες
τους ψευταράδες και τους μασκαράδες

Και στην άμυνα εκεί όλοι οι αξιωματικοί
πολεμάει κι ο Βενιζέλος
που αυτός θα φέρει τέλος
και ο κάθε πατριώτης θα μας φέρουν την ισότης

Η Παναγιά που στέκει στο πλευρό μας
δείχνει το δρόμο στο νέο στρατηγό μας
τον ήρωα της εθνικής αμύνης
που πολεμάει και διώχνει τους εχθρούς

Της αμύνης τα παιδιά διώξανε το βασιλιά
και του δώσαν τα βρακιά του
για να πάει στη δουλειά του
τον περίδρομο να τρώει με το ξένο του το σόι

Έλα να δεις σπαθιά και γιαταγάνια
που βγάζουν φλόγες και φτάνουν στα ουράνια
εκεί ψηλά ψηλά στα σύνορά μας
τρέχει ποτάμι το αίμα του εχθρού

Της αμύνης τα παιδιά διώξανε το βασιλιά
της αμύνης το καπέλο έφερε το Βενιζέλο
της αμύνης το σκουφάκι
έφερε το Λευτεράκη
==================================

 Στης Πίκρας τα Ξερόνησα (Νίκος Γκάτσος)

Πού να 'βρω τέσσερα σπαθιά
και μια λαμπάδα στη γροθιά
φωτιά να βάλω σήμερα
και να τον κάψω σίγουρα
τον κόσμο αυτό που αγάπησα
και μ' άφησε και σάπισα

Στης πίκρας τα ξερόνησα
το δάκρυ μου κοινώνησα
και στης ζωής τη φυλακή
που δεν υπάρχει Κυριακή
ποτέ μου δε λησμόνησα
τη μοναξιά τη φόνισσα

Κι εσύ που ήρθες μια βραδιά
να μου ζεστάνεις την καρδιά
με πέταξες αλίμονο
στο μαύρο καταχείμωνο
με πρόδωσες και μ' έφτυσες
ήσουν χαρά και ξέφτισες

Πού να 'βρω τέσσερα κεριά
και στην ψυχή μου σιγουριά
φωτιά να βάλω γρήγορα
και να τον κάψω σήμερα
τον κόσμο αυτό που αγάπησα
και μ' άφησε και σάπισα

και σάπισα, αγάπησα, αγάπησα, και σάπισα...
==================================

Στου Θωμά (Κώστας Φέρρης)

Έλα απόψε στου Θωμά να σου παίξω μπαγλαμά
να κατέβουν οι αγγέλοι να χορέψουν τσιφτετέλι
κι αν μερακλωθείς πολύ και σ' αρέσει το βιολί
με βιολί σαντουροβιόλι θα χορέψουν οι διαβόλοι

Στου Θωμά το μαγαζί θα τη βρούμε όλοι μαζί
μα στο νόημα για να 'μπεις θα σου εξηγήσει ο Μπάμπης
του Γιωργάκη η δοξαριά θα σου κόψει τη μιλιά
κι η Μαρίκα με το ντέφι θα γελάει και θα σου γνέφει
=====================================

Καίγομαι - Καίγομαι  (Νίκος Γκάτσος)


Όταν γεννιέται ο άνθρωπος
ένας καημός γεννιέται
όταν φουντώνει ο πόλεμος
το αίμα δε μετριέται

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Ορκίστηκα στα μάτια σου
που τα ‘χα σαν βαγγέλιο
τη μαχαιριά που μου ‘δωκες
να σου την κάμω γέλιο

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Μα συ βαθιά στην κόλαση
την αλυσίδα σπάσε
κι αν με τραβήξεις δίπλα σου
ευλογημένος να ‘σαι

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά
=================================

Πλευρά 2η

=============================
Μπουρνοβαλιά

Ώπα ώπα ώπα ώπα
σου το λέγω και σου το'πα
το κορμάκι το φιδίσιο
μην το γέρνεις μπρος και πίσω
το κορμάκι το φιδίσιο
κράτα το και λίγο ίσιο.

Χόρεψε μπουρνοβαλιά μου
να σου στείλω τα φιλιά μου
χόρεψε αγαπούλα μου
παραμύθι πούλα μου.

Χόρεψε μπουρνοβαλιά μου
να θυμάμαι τα παλιά μου
χόρεψε χανούμισσα
μου'μοιασες και σου 'μοιασα.

Ώπα ώπα ώπα ώπα
κοιτα γύρω σου και σώπα
μάτια σε τρυπάνε χίλια
μέσα απ'της καρδιάς τη γρύλλια
μάτια σε τρυπάνε χίλια
με χαμόγελο και ζήλια.
===================================
  Εμένα λόγια μη μου λες (Νίκος Γκάτσος)

 Εμένα λόγια μη μου λες και μη με περιπαίζεις
μπορεί μια μέρα να με δεις διευθυντή τραπέζης
αβέρτα τα χιλιάρικα στους φίλους μου θα δίνω
και με λουλά πολίτικο το ναργιλέ θα πίνω

Τι πράμα είναι ο άνθρωπος δεν το 'χω καταλάβει
εκεί που σβήνει πυρκαγιές άλλες φωτιές ανάβει
κι αν του φερθεί μπαμπέσικα η τύχη η ρουφιάνα
πατέρα κάνει τον καιρό και την ελπίδα μάνα

Γι αυτό ξηγήσου φρόνιμα και μη με κατακρίνεις
μα στην καινούργια μοιρασιά κουράγιο να μου δίνεις
γιατί άμα πέσουν τα χαρτιά και δεν πετύχω άσσο
καλογεράκι θα γενώ και θα φορέσω ράσο

=================================

Στην Αμφιάλη



Μια βραδιά στην Αμφιάλη του τη φέραν του Μιχάλη
του τη φέραν του Μιχάλη μια βραδιά στην Αμφιάλη.

Πως πουλούσε με το δράμι κουλουράκια με σουσάμι
Κουλουράκια με σουσάμι τα πουλούσε με το δράμι.

Ένα κι ένα κάνουν δύο πέστε του Μιχάλη αντίο
Δύο κι ένα κάνουν τρία τον γραπώσαν τα θηρία.

Άλλη μια βραδιά στην Τρούμπα αμολύσανε καλούμπα
Αμολύσανε καλούμπα άλλη μια βραδιά στην Τρούμπα

Πούλαγε ζεστή τουλούμπα κι έτσι έπεσε στη λούμπα
Έτσι έπεσε στη λούμπα γιατί πούλαγε τουλούμπα

Ένα κι ένα...

Ποιος του φταίει του Μιχάλη το ξερό του το κεφάλι
Το ξερό του το κεφάλι να ποιος φταίει του Μιχάλη.

Είχε κρύψει στο συρτάρι φούντες-φούντες το χορτάρι
Φούντες φούντες το χορτάρι είχε κρύψει στο συρτάρι.

Ένα κι ένα...

Θα του στείλουμε λουκούμια τώρα που 'γινε σαν μούμια
Τώρα που 'γινε σαν μούμια θα του στείλουμε λουκούμια

Να τα τρώει στο κελί του να χτυπάει την κεφαλή του
Να χτυπάει την κεφαλή του στο μακρόστενο κελί του

Ένα κι ένα...

Μια βραδιά στην Αμφιάλη του τη φέραν του Μιχάλη
του τη φέραν του Μιχάλη μια βραδιά στην Αμφιάλη.

Άλλη μια βραδιά στην Τρούμπα αμολύσανε καλούμπα
Αμολύσανε καλούμπα κι έτσι έπεσε στην λούμπα

Ένα κι ένα κάνουν δύο πέστε μας κι εμάς αντίο
Δύο κι ένα κάνουν τρία και τελειώνει η ιστορία
====================================

το δίχτυ ( Νίκος Γκάτσος )



Κάθε φορά που ανοίγεις δρόμο στη ζωή
μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ
έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί
γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δεν θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι

Αυτό το δίχτυ έχει ονόματα βαριά
που είναι γραμμένα σ' επτασφράγιστο κιτάπι
άλλοι το λεν του κάτω κόσμου πονηριά
κι άλλοι το λεν της πρώτης άνοιξης αγάπη

Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς
κανείς δεν θα μπορέσει να σε βγάλει
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
μονάχος βρες την άκρη της κλωστής
κι αν είσαι τυχερός ξεκινά πάλι
===================================
 Στην Σαλαμίνα


Στης Σαλαμίνας τα νερά
καράβι ταξιδεύει
κι ένα κορίτσι στη στεριά
τη μάνα του γυρεύει

Ρίχνει σταυρό στη θάλασσα
πετροβολάει το χώμα
δώδεκα χρόνια πέρασαν
και τη θυμάται ακόμα

Μάνα που πάλευες μες στα λιμάνια
δίχως χαμόγελα και περηφάνια
μάνα που λύγισες μες στα μουράγια
μάνα μου μάνα μου κυνηγημένη
από τη κούνια σου στη Μενεμένη

Στης Σαλαμίνας τα νερά
κοιμάται το φεγγάρι
κι ένα κορίτσι στη στεριά
για τ' όνειρο σαλπάρει

Βλέπει της Σμύρνης τη φωτιά
του Κορδελιού τη στάχτη
κι ένα λουλούδι που άνθιζε
στου κήπου τους τον φράχτη

Μάνα που πάλευες μες στα λιμάνια
δίχως χαμόγελα και περηφάνια
μάνα που λύγισες μες στα μουράγια
μάνα μου μάνα μου κυνηγημένη
από τη κούνια σου στη Μενεμένη
=================================

το πρακτορείο
( Νίκος Γκάτσος)

 Το πρακτορείο
θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές

Απόψε μοιάζουμε κι οι δύο
πιο πίσω 'γω κι εσύ μπροστά
σα βραδινό λεωφορείο
που 'χει τα φώτα του σβηστά
για μας ο κόσμος δεν τελειώνει
για μας ο κόσμος αρχινά
μα της καρδιάς το μαύρο χιόνι
δε θα μας βγάλει πουθενά

Το πρακτορείο
Θολό και κρύο
κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές
και το ταξίδι
σαν άγριο φίδι
γεμίζει φόβο τις αδύνατες ψυχές

Άντρα και γείτονα και φίλε
στη φτώχεια και στην προσφυγιά
μια παγωμένη σπίθα στείλε
να σου την κάνω πυρκαγιά
Κι αν δεν καείς έλα κατόπι
που δε θα μείνει πια κανείς
για να γίνουμε πάλι ανθρώποι
στο κήπο της Γεθσημανής
================================


 
================================== ================================== =================================== ===================================== ==================================== ====================================== ====================================== ====================================== ====================================== ======================================= ========================================= ========================================= ===========================================

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Ωδές: Παραδοσιακά Τραγούδια με την φωνή της Ειρήνης Παπά και την μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου



Νεραντζούλα

Νεραντζούλα φουντωμένη
Νεραντζούλα φουντωμένη
που είναι τ' άνθια σου νεραντζούλα
που είναι τ' άνθια σου
που είναι η πρώτη σου εμορφάδα
που είναι η πρώτη σου εμορφάδα
που είναι τα κάλλη σου νεραντζούλα
που είναι τα κάλλη σου

Φύσηξε βοριάς κι αγέρας
Φύσηξε βοριάς κι αγέρας
και τα τίναξε νεραντζούλα
και τα τίναξε

Σε παρακαλώ βοριά μου
Σε παρακαλώ βοριά μου
φύσα ταπεινά νεραντζούλα
φύσα ταπεινά

Ν' αρμενίσουν τα καράβια
Ν' αρμενίσουν τα καράβια
τα ζαγοριανά νεραντζούλα
τα ζαγοριανά
Που 'χουν ναύτες παλικάρια
που 'χουν ναύτες παλικάρια
κι όμορφα παιδιά νεραντζούλα
κι όμορφα παιδιά ...


Ο Μενούσης

Ο Μενούσης, ο Μπερμπίλης
κι ο Ρεσούλ-Αγάς,
σε κρασοπουλειό πηγαίναν
για να φαν να πιούν.

Κει που τρώγαν,
κει που πίναν
και που γλένταγαν,
κάπου πιάσαν τη κουβέντα
για τις όμορφες.

-Όμορφη γυναίκα που 'χεις
βρε Μενούσ'-Αγά!
-Πού την είδες, πού την ξέρεις
και τη μολογάς;

-Χθες την είδα στο πηγάδι
που 'παιρνε νερό
και της 'δωσα το μαντήλι
και μου το 'πλυνε.

-Αν την ξέρεις κι αν την είδες,
πες μου τι φορεί;
-Ασημένιο μεσοφόρι
με χρυσό φλουρί.

Κι ο Μενούσης,
μεθυσμένος πάει την έσφαξε.
Το πρωί ξεμεθυσμένος
πάει την έκλαψε.

Σήκω πάπια μ',
σήκω χήνα μ' ,
σήκω πέρδικα μ'.
Σήκω λούσου και χτενίσου
κι έμπα στο χορό.

Να σε δουν τα παλικάρια
να μαραίνονται.
Να σε δω κι εγώ ο καημένος
και να χαίρομαι.


Ο ποταμός
http://www.youtube.com/watch?v=5VDuk_sLkdw&feature=related


Ποταμέ τζάνεμ ποταμέ μου αιντά χ2
Ποταμέ ποταμέ μου όταν γυρίζεις
και βαρείς και κυματίζεις

Ποταμέ τζάνεμ ποταμέ μου αιντά χ2
πάρε με πάρε με στα κύματά σου
στα κλωθογυρισματά σου
Ποταμέ τζάνεμ ποταμέ μου αιντά χ2


Οι Κολοκοτρωναίοι   ( Πελοπόννησος )  
Ωρέ, λάμπειν ο ή-, ο ήλιος στα βουνά, λάμπει και στα λαγκάδια
-ν- έτσι λάμπει, ωρέ λάμπει κι η κλεφτουριά των Κολοκοτρωναίων
πο' χουν τ' ασή -, ωρέ τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες
-ν- αυτοί δεν κα- ,ωρέ δεν καταδέχονται τη γη να την πατήσουν
καβάλα παν, ωρέ παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε
καβάλα παι-, ωρέ παίρν' αντίδωρο απ' του παπά το χέρι
-ν- αυτοί δεν κα-, ωρέ δεν καταδέχονται τη γη να την πατήσουν


Σαράντα παλικάρια

Σαράντα παλικάρια
από τη Λε- μωρ' απ' τη Λεβαδιά
πάνε για να πατήσουνε
την Τροπο-, μωρ' την Τροπολιτσά

Στο δρόμο που πηγαίνανε γέροντα,
μωρ' γέροντ' απαντούν.
Ώρα καλή σου γέρο
καλώς τα τα, καλώς τα τα παιδιά.

Πού πάτε παλικάρια
πού πάτε βρε, πού πάτε βρε παιδιά.
Πάμε για να πατήσουμε
την Τροπο-, μωρ' την Τροπολιτσά

Το κύμα

Η διακριτική γοητεία του Φασισμού μέσα από ένα πείραμα σε σχολείο της Γερμανίας. Οταν συνειδητοποιεί (;), ότι οι παραδοσιακές μέθοδοι διδασκαλίας της Ιστορίας, προκαλούν αφόρητη ανία στους μαθητές του, ένας νεαρός καθηγητής, (η αμφάνισή του προδίδει κάποιο ύποπτο παρλθόν) προτείνει την εφαρμογή ενός ιδιότυπου πειράματος, που προβλέπει συγκρότηση μιας ελίτ με μυστικούς κώδικες, σκληρή πειθαρχία και υψηλούς στόχους. (παραδοσιακά όμως στοιχεία μιας κλειστής οργάνωσης_ Οι μαθητές θα οδηγήσουν το πείραμα σε απόλυτη επιτυχία και, χωρίς να το καταλάβουν, θα αρχίσουν να υποκύπτουν στη διακριτική γοητεία του φασισμού. (είχαν αρχίσει ήδη οι μαθητές να θεωρούν ότι το "Κύμα" είναι όλη τους η ζωή) 
Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Martin Rhue (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Todd Strasser), υποχρεωτικό ανάγνωσμα σε πολλά σχολεία της Γερμανίας, που με τη σειρά του είναι εμπνευσμένο από πραγματική ιστορία. Η Γερμανία προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν της αλλά η Ιστορία, βαρειά ερρυνία την κυνηγά και μάλλον θα την κυνηγά ανά τους αιώνες.

Τι γράφτηκε στον Διεθνή Τύπο για την ταινία: 

«Πανέξυπνη εξέταση της σταδιακής δηλητηρίασης ενός Γερμανικού Λυκείου από το φασισμό... Ειδικά ο Βόγκελ είναι εξαιρετικός στην κλιμάκωση του χαρακτήρα του, καθώς το ευχάριστό του πρόσωπο σκληραίνει καθώς γίνεται ο δικτάτορας που φοβόταν».
(James Greenberg, Hollywood Reporter)

«Το να αποκαλέσει κανείς το "The Wave" το γερμανικό "Fight Club" θα ήταν μαζί ακριβές αλλά και παραπλανητικό ...; Το "Wave" είναι ένα πιο προσγειωμένο δράμα με ένα συγκεκριμένο φόκους: Το να κοιτάξει βαθιά στα μάτια της σημερινής νεολαίας και να συναντήσει εκεί μέσα ακόμα και τους παππούδες της ...Στο σύνολό της, μία από τις πιο δελεαστικές "προσφορές" του Sundance».
(Ryan Stewart, Premiere)

«Ο σκηνοθέτης κρατά την ενέργεια της ταινίας σε πολύ υψηλά επίπεδα, με αλλεπάλληλους τριγμούς και το σενάριό του (που έγραψε σε συνεργασία με τον Peter Thorwarth) διατηρεί την σκοπιά του πρωτότυπου πειράματος, ενώ χτίζει αποτελεσματικά την κορύφωση και αναπτύσσει προσεκτικά τους χαρακτήρες του».
(Cody Clark, Daily Herald

Σκηνοθεσία: Dennis Gansel
Σενάριο: Dennis Gansel, Todd Strasser, Peter Thorwarth
Παίζουν: Jurgen Vogel, Frederick Lau, Max Riemelt, Jennifer Ulrich, Christiane Paul, Cristina do Rego, Jacob Matschentz, Elyas M'Barek, Maximillian Vollmer, Maximillian Mauff
Διάρκεια: 101'
Είδος: Δραματικό Πολιτικό Θρίλερ
Γλώσσα: Γερμανική



Ήταν τα χρόνια

"Ήταν τα χρόνια, παράξενα/ δεν ήταν οι μέρες, που άλλαζαν/ ήταν το χρώμα του ουρανού/ αλλού μαύριζε, αλλού το γκρίζο μοιράζονταν/ είχαμε χάσει κάθε τι γαλάζιο/ ακόμα και οι συγκυρίες/ ανέμους φέρναν και καταιγίδες/ όχι, απελπισία δεν είχαμε/ συνηθίσαμε, με τον καιρό/ στο γκρίζο και το μαύρο/ κι εμείς και τα παιδιά μας/ λες και ο κόσμος μας γεννήθηκε/ σε έτη ασπρόμαυρα/ τίποτα δεν άλλαζε, τις συνθήκες/ είχαν δεθεί σε ένα πρόγραμμα/ θεός και λογική, τα ίδια λέγαν/ μέσα στην τηλεόραση και τα ραδιόφωνα/ μόνο μακριά ακούγονταν, που και που/ ο ήχος μιας σφαίρας/ μας έδειχνε ότι κάποιος έφυγε/ σε λάθος δρόμο ή κάτι ανακάλυψε/ όμως κράτησε λίγο, ελάχιστο/ όσο χρειάζονταν μια δυνατή εισπνοή/ από ένα παράδεισο, ξένο παράδεισο/ και μετά χάθηκε, οριστικά/ έτσι το επέβαλαν, να χάνεται ότι κερδίζεται/ στα πλαίσια, της λεπτής ισορροπίας/ η νιότη έδενε αρμονικά, με τα γηρατειά/ σαν ένα ρολόι που όλο γύριζε/ σταθερά, μέχρι να χαλάσει/ και να πεταχτεί στα άχρηστα/ μόνη λεηλασία, ένας επίλογος βαρετός/ όπως στο ξεκίνημα, μιας πορείας/ άλλωστε όλοι πια το ξέραμε/ Ήταν τα χρόνια, παράξενα."

Οι νεραντζιές


Μια νύχτα,
πριν ξαπλώσει,
θυμήθηκε τα λόγια του.
"Οι δρόμοι μοσχοβολούν από
τις νεραντζιές που είναι μεθυστικές
σαν τα μάτια σου".
Βγήκε στο μπαλκόνι.
Ο δρόμος του σπιτιού της
μοσχοβολούσε από τις
νεραντζιές που ήταν μεθυστικές
σαν τα λόγια του...

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.