Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Θέλω να μου χαρίσεις κάτι

Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θες.
- Ό,τι θέλω; Τ’ ορκίζεσαι;
- Στ’ όρκίζομαι.
- Είναι δύσκολο.
- Δεν πειράζει.
- Είναι ακριβό.
- Δεν με νοιάζει.
- Είναι σπάνιο.
- Τόσο το καλύτερο.
- Είναι επικίνδυνο.
- Δεν φοβάμαι.
- Μπορεί να καείς άμα το πιάσεις.
- Θα γίνω νερό να σβήσω την φωτιά.
- Μπορεί να σου γλιστρήσει απ’ τα χέρια και να φύγει.
- Θα το ξαναπιάσω.
- Μπορεί να πάει πολύ μακριά.
- Θα το κυνηγήσω.
- Μπορεί να χαθεί στον ουρανό.
- Θα γίνω πουλί να το ψάξω.
- Μπορεί να βυθιστεί στη θάλασσα.
- Θα γίνω αγκίστρι να το πιάσω.
- Μπορεί να πνιγεί στο σκοτάδι.
- Θα περιμένω τα χαράματα.
- Μα μπορεί να διαλυθεί ως τότε.
- Θα φέρω τ’ άστρα να φωτίσουν πιο νωρίς.
- Είναι τόσο μικρό, δεν θα μπορέσεις να το πιάσεις.
- Θα ζητήσω σ’ ένα μυρμήγκι να με βοηθήσει.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν σπίτι;
- Θα φέρω γερανό.
- Κι αν είναι μεγάλο σαν βουνό;
- Θα φέρω ένα γερανό πιο μεγάλο από βουνό.
- Υπάρχει;
- Θα τον φτιάξω.
- Που ξέρεις να φτιάχνεις γερανούς;
- Δεν ξέρω.
- Τότε;
- Τότε θα μάθω.
- Από που;
- Από τα βιβλία.
- Κι αν δεν το λένε τα βιβλία;
- Θα βρω τον γέροντα που φτιάχνει γερανούς.
- Κι αν έχει πεθάνει;
- Θα βρω τον άλλον γέροντα.
- Ποιον άλλον γέροντα;
- Εκείνον που ξέρει όλα τα βότανα.
- Όλα τα βότανα;
- Όλα τα χόρτα και τα μικρά άνθη του αγρού. Ξέρει τι μάγια κρύβουν.
- Και πως θα φέρει εκείνος το βουνό;
- Όχι εκείνος, εγώ. Θα μου δώσει βότανα να πιω, να γίνω τόσο δυνατός, που θα μπορέσω να το σηκώσω το βουνό.
- Εμένα θα μπορείς να με πάρεις αγκαλιά;
- Πάντα.
- Τώρα.
- Τώρα. Έλα, τι θέλεις;
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι, ό,τι θέλω, τ’ ορκίζεσαι;
- Στ’ ορκίζομαι.
- Θέλω … θέλω κάτι που δεν υπάρχει πουθενά.
- Να το φτιάξουμε.
- Με τι;
- Με τι θέλεις;
- Δεν ξέρω.
- Να το φτιάξουμε με ξύλο καρυδιάς και χρυσά καρφιά.
- Όχι, όχι δεν είναι έτσι.
- Να το φτιάξουμε με πούπουλα και ψίχουλα, με σταγόνες και γαργαλήματα και να του βάλουμε ένα κλειδί να το κουρδίζεις.
- Όχι, όχι, δεν θέλω κλειδί.
- Γιατί;
- Μπορεί να το χάσω.
- Θα στο κρεμάσω στον λαιμό.
- Μπορεί να χαθώ κι εγώ.
- Θα έρθω να σε βρω.
- Κι αν δεν μπορείς να με βρεις;
- Θα μπορέσω.
- Κι αν είναι σκοτάδι;
- Θ’ ανάψω κερί.
- Κι αν λιώσει το κερί;
- Ως τότε θα σ’ έχω βρει.
- Κι αν όχι;
- Θα ψάχνω ώσπου να σε βρω.
- Πόσο θα ψάχνεις;
- ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ!
- Τι θα πει για πάντα;
- Ότι Σ’ ΑΓΑΠΩ!
- Κι εγώ τι θα κάνω ώσπου να με βρεις;
- Μπορείς να κοιμηθείς.
- Που;
- Κάτω από μια μυρσινιά.
- Που έχει μυρσινιές;
- Παντού.
- Έχει και λιοντάρια παντού;
- Όχι.
- Που έχει λιοντάρια;
- Στην ζούγκλα.
- Είναι κοντά η ζούγκλα;
- Πολύ μακριά. Στην άλλη άκρη του κόσμου…
- Δεν μπορούν να έρθουν εδώ ποτέ;
- Ποτέ.
- Τ’ ορκίζεσαι;
- Στ’ ορκίζομαι.
- Ξέχασα τι θα πει για πάντα.
- Θα πει ότι σ’ αγαπώ.
- Πόσο;
- Ως τον ουρανό.
- Ναι, ναι. Να κοιμηθώ τώρα;
- Ναι.
- Θα με πάρεις αγκαλιά;
- Ναι.
- Θέλω να μου χαρίσεις κάτι.
- Ό,τι θέλεις.
- Ό,τι, ό,τι θέλω, τ’ ορκίζεσαι;
- Ναι....... 

Δειλινό του Μάη


 
΄Ωρα δειλινού Μαγιάτικου
και Χρυσέρυθρη ξεπρόβαλε η Ουράνια Χάρη,
με Νεραιδόμορφες τις αχτίδες της θαρείς,
που άπλετο σκορπούν τριγύρω φως
και....μιά απαλή χλωμάδα!
Απο καταράχι διπλανό,
ήχοι φλογέρας αντηχούν,
απαλοκουδουνίσματα και σιγοβελασμοί προβάτων.....
Βουνίσιες ευωδιές κι αγέρι δροσερό,
σκορπιούνται ολούθε απλόχερα,
χωρίς σταματημό!
Τη Θάλασσα τη Φεγγαρόλουστη,
κύμα αλαφρύ τη ρυτιδώνει
και μιά ανατριχίλα απο Φιλί,
που Αύρα Γλυκειά-Ηδονική,
με χάρη της προσφέρει!
Κάθε της κύμα Απαλό
που φτάνει ως τ' ακρογιάλι,
μοιάζει με σκαστό γοργό φιλί
στων πετραδιών την άκρια,
που σβεί και χάνεται
στης Θάλασσας τα βάθια....
Φυλλοθροίσματα ακούγονται σαν Στεναγμοί,
τα υστερνά της μέρας χάδια,
ενώ του ακρογιαλού οι σύντροφοι
τ' ακροβρεγμένα βράχια,
σιωπηλά απλώνουνε στη Θάλασσα
πελώριες σκιές που αντιφεγγίζουνε,
σαν νάναι γαλαζοπράσινες πλαγιές,
σαν ,,,,,,Ασημένια ΄Ορη!
Στο βάθος,
πριν του Ορίζοντα τήν άκρια,
δίκωπη ασπρόπανη βαρκούλα αρμενίζει,
με τέμπο αλαφροσκίζοντας
τα ήρεμα νερά....
Κάλλη Υπερκόσμια- Μεθυστικά 
τούτο το Δειλινό σκορπίζει,
σ' ενα μεθύσι αισθήσεων,
που Νου και Λογισμό γοητεύει,
αφήνοντας Λεύτερη την Ψυχή 
για να χαρεί,
της Φύσης τα πλουμίδια!

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Καθʼ οδόν


Eίναι ήσυχος ο Θεός απόψε,
αμίλητος,
ανοίγει το παράθυρο
βγάζει το χέρι έξω
γέρνει το κεφάλι στο πλάι,
ζεστός αέρας, ο νυχτερινός.
Ρίχνω μια ματιά στον καθρέφτη,
στα πίσω καθίσματα
ο Παππούς και ο Σπυριδόνοφ
λαγοκοιμούνται,
γυρίζω και Τον κοιτάζω
«έχε το νου σου στον δρόμο» μου λέει
κι αυτό κάνω.

H φορά του σάλιου


Δεν σε φοβάμαι
Από τότε που άρχισα νʼ αλλάζω
τη θέση των δωματίων στο σπίτι
να τα μετακινώ, να τα γυρίζω ανάποδα ή στο πλάι
εφαρμόζω πάντα την συνταγή του σάλιου:
αν θαφτείς ζωντανός, λένε οι παλιοί νεκροί,
σκάψε στην αντίθετη φορά
από εκεί που πέφτει το σάλιο σου.
Υπάρχουν όμως και οι ουράνιες κατάλευκες σαύρες
και τα σκοτεινά λαγούμια του χώματος
που χρησιμεύουν για αυτιά ή κάτι παρεμφερές
που έχει να κάνει με ξεραμένη κόκκινη ακοή.
Διεγνώσθη πατέρας βαριάς μορφής,
στο εσωτερικό της κοιλιάς μου ένας αρουραίος
ακολουθεί μια γενικευμένη ευθύνη
ιστολογικά ακμαίος γονιμοποιεί τα εντόσθιά μου
αργότερα κρεμάει με συνδετήρες τα σκουλήκια
στον πίνακα των ανακοινώσεων,
σημάδια όσφρησης για τους καιρούς της βροχής, λέει,
και έτσι προχωράμε. Δεν σε φοβάμαι.
Υπήρξα πολύ πιο ζωντανός απʼ όσο άντεχε η ζωή
θα είμαι πολύ πιο νεκρός απʼ όσο επιτρέπει ο θάνατος.
Η επιβίωση είναι ένα είδος παχύσαρκο
που πασχίζει να γλιτώσει
βαρύ από το θλιβερό λίπος της πίστης
κινείται αργά
ο ιμάντας όμως προχωρεί πολύ πιο γρήγορα
ανοίγω τα πόδια, βγαίνουν σπασμένα γυαλιά
και πετρωμένο αίμα, η κοιλιά μου αδειάζει,
σήμερα γεννάω τις κρυστάλλινες κόρες του αρουραίου
αύριο θα είμαι πάλι νέα και όμορφη
θα με παντρευτείς
θα τρως κορν φλέϊκς
θα είσαι γενναίος.
Δεν σε φοβάμαι.
Γλύψε το σάλιο μου.
Ακόμα και στον θάνατο επικρατεί η βαρύτητα.

Το Φως.... μας ανήκει

Σκοτάδια στο Νου και Σκέψεις Ανάκατες,
σαν ταραγμένα λιμνόνερα,
που ο τελευταίος Αγέρας
τ' ανακάτωσε με Μανία και Μίσος!
Ο Λογισμός έγειρε σε κλινάρι
βαθειά λαβωμένος
απ' της Λύσσας το τόξο
και δεν θέλει πιά
να βλέπει και να νοιόθει
τον Κοντινό,τον Μακρυνό και τον Δίπλα!
Κι ο Χρόνος,
σταμάτησε κι Αυτός,
θρηνόντας και σιωπόντας
μπρός στον γκρεμό του Χάους,
Για του Καλού και της Αλήθειας το χαμό,
Για της Αμαρτίας την Ξέφρενη Παραγωγή
και Για τη Χαρά του Ψεύδους!
Μα, πάνω απ' όλα, ο Θεός,
με την Χιλιολαβωμένη Αλήθεια Του
και την Αμφισβητούμενη Αναγνώρισή Του....
Και στη μέση....ο ΄Ανθρωπος,
να ψάχνει γιά ξαποσταμό
σε Γερο-Πλάτανου τα ριζιμιά,
έστω και για λίγο να αφουγκραστεί
των Αερολαλητάδων το τραγούδι,
ν'ακούσει τ' ανάβλυσμα του νερού απ' την πηγή του,
για να προλάβει τον Πόνο τον Ανθρώπινο,
για ν α γιατρέψει όσο μπορεί
τη Λαβωμένη Ανθρωπιά
μ' ένα Ευχαριστώ Ευγνωμοσύνης,
γιά να συντηρήσει το Αχνό Χαμόγελο
στα ήδη Παγωμένα του τα χείλη
και, γιά να γευτεί επιτέλους τους Λωτούς,
προτού Οριστικά χαθεί
στου ΄Ερεβους τα Σκότη.....
Και σαν ξαποστάσει για καλά,
μπροστά του προβάλλει ο Δρόμος ο Πλατύς,
για το Τεράστιο Τόλμημα,
που θα τον βγάλει πιά στην Απλωσιά,
με τ'Ανοιχτά Περάσματα....
Και Τότε, 
θα διακρίνει τα Χαμηλά και τ' Αψηλά,
αδειάζοντας σε βύθια θαλάσσης άμετρα,
της Νύχτας τις κακοτοπιές 
και τα γκριζόχρωμα καμώματά της!
Κι ύστερα,
θα ψάξει για το Δίκιο του ο ΄Ανθρωπος,
αφού, πρωτα στον ΄Ολεθρο στείλει τ' ΄Αδικο,
και για να φέρει ξανά το Φως,
ΠΟΥ το Θέλουμε,
ΠΟΥ το Μπορούμε
και......ΠΟΥ Μας Ανήκει.

΄Ηρθες

΄Ηρθες,
όταν δεν Σε περίμενα,
ήσυχα και ανάλαφρα
σαν σπουργιτοπέταγμα από δεντρί σε δέντρο,
όμοιο με θρόισμα
εαρινό των φύλλων.
Φορούσες χαμόγελο πλατύ
στα άβαφτά Σου χείλη,
που έδειχνε,
πως Ευτυχίας ήτανε
ετούτο το Ταξίδι!
Βάλσαμο και Γιατρειά
η κάθε μιά Πνοή Σου
και τώρα πιά,
που η Φωνή Σου
μεσα μου βυθίστηκε
σαν τη βροχή σ' απότιστο χωράφι,
με Σένα γιά Πάντα Δίπλα μου,
τον Γολγοθά της Μοναξιάς,
τον έχω ήδη....ξεπεράσει!

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

 Δεν ήξερα τι να πω
 Εκείνοι έκαναν παιδιά
 εγώ μεγάλωνα ποιήματα
Δεν ήξερα
Κουράστηκα να εξηγώ
Σιχάθηκα και τη λογική τους
και το δίκιο μου

Πώς να μιλήσω χωρίς να παγιδευτώ
Τι άλλο να πω δεν ήξερα
Κι είπα ίσαμε δω και σώπασα Ο
ικογενειακή κατάσταση:
 Γονέας άτεκνος

Εφιάλτης



Περνούσε τα βράδια απ’ τη γειτονιά
πίσω του σκυλιά συμπλήρωναν το κάδρο.
Ερχόταν πάντα νύχτα
όταν τα φώτα έσβηναν
όταν τα χέρια έβγαιναν
ν’ αγγίξουν άλλα χέρια.
Με τρυπημένα μάτια απ’ την άνοιξη
έφευγε το πρωί ο εφιάλτης.

Θλιμμένες Κυριακές



 Τις Κυριακές
όταν κάνετε τη βόλτα σας,
διαβάζοντας εφημερίδα
και πίνοντας καφέ σαν ξεκουράζεστε
απ' της εργασίας τον ορυμαγδό εγώ προτιμώ ποιήματα
να γράφω, έτσι που εξαντλημένο με βρίσκει
η καινούργια εβδομάδα.


ποίημα από την συλλογή : η ηλικία της παραδοχής

Η ηλικία της παραδοχής (απόσπασμα)

Καθόταν στο τρένο
κοιτάζοντας το τοπίο
δάση πολυκατοικιών
εργατικές συνοικίες πέρα απ' τις ράγες
παιδιά που βιάζονται να μεγαλώσουν
να φορέσουν την ηλικία της παραδοχής
βαθιά μέσα στο αίμα
αυτοκίνητα αφημένα στη λάσπη της βροχής


κι ύστερα δέντρα
κι ο ποταμός ξεραμένος
σκουπιδότοπος από ανάλγητες υποθήκες.

-------

Αλλαγή σκηνικού
το τοπίο κοίταζε αυτόν
άνθρωπος και τοπίο το ίδιο αίμα
εξανθηματικό και αφρώδες
σαν ξαφνική μπόρα στον Θερμαϊκό.


                   Κατάθλιψη

Ο κύριος Μιχάλης δεν μιλούσε πια
Καθόταν στη βεράντα μερόνυχτα
Τρώγοντας πορτοκάλια
Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μόνο
Κοίταζε σταθερά τη μανιασμένη θάλασσα
Στη χλόη του κήπου του
Την επόμενη νύχτα φόρεσε ανάποδα
Τον εαυτό του
Του έσφιξε το χέρι και τράβηξε
Κατά τη θάλασσα
Μεγάλη Πέμπτη με δυο αποκαθηλώσεις
Κι ο ήλιος να λάμπει πένθιμα
Ο Ιησούς ο Ναζωραίος
γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας
μετά την παρέλευση τριών ημερών
Ανέστη
ο κύριος Μιχάλης
γιος της κυρ-Αλέκας
Και αγνώστου πατρός
φτωχός από προνόμια
Μη πιστεύοντας σε θαύματα
Σπαραγμένος από νεκρολούλουδα
Με μια βροχή αναιμική στον τάφο του
προσμένει.


                 Ποιος κοροϊδεύει ποιον

Θα δεις της λέω
Όλα θα πάνε καλά
Και το Πάσχα θα είσαι
Καλύτερα από πριν
Κάτι μέσα μου παλεύει όμως
Κάτι μέσα μου πενθεί
Ένας στριμωγμένος λυγμός
Που δε λέει στην επιφάνεια να βγει
Γιατί ξέρω
Πως το τέλος δεν αργεί
Όσο κι αν τα λόγια
Το αντίθετο πασχίζουν
Να σου πουν.


                     Run x2-3-4

Οι πεθαμένοι πόσο γρήγορα
τρέχουν στο βίντεο
run x2-3-4
Τους παγώνω σ' ένα μόνιμο χαμόγελο
και μια αστεία γκριμάτσα
Παντρεύονται και σβήνουν κεράκια γενεθλίων
οι πεθαμένοι
μου φέρνουν τα δώρα κι η γάτα
ήταν μια ενζενί μικρή σβήνουν τα φώτα
και στροβιλίζονται στο δωμάτιο
σσσσσ μην ξυπνήσουμε τα παιδιά φιλιούνται οι πεθαμένοι
κι όταν τους βαρεθώ τους σκοτώνω
στο συρτάρι μέσα τους παραχώνω καρδιά μου.


              

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.