Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

ΣΚΟΠΟΣ ΧΑΜΕΝΟΣ

Σ΄εκείνες τις αστροφεγγιές
που προμηνούν καλοκαιριές
μα που τ΄αχείλι πάει να φρίξει,
και που όλη η ψύχρα απ΄τη βραδυά
γίνεται μέσα στην καρδιά
πίκρα και κάματος και πλήξη,

εγώ δεν έμοιασα ποτές
με τους πικρούς τραγουδιστές
που - κάθε βράδυ σα σχολάνε -
απ΄τα παράθυρα περνούν
- που άξαφνοι ανέμοι τα σφαλνούν -
και τραγουδούν, πολλοί, και πάνε...

Κάτω απ΄τον έντονο ουρανό,
τι μ΄έχει κάνει, να πονώ
κι ως τόσο να σωπαίνω, εμένα;
και να γυρεύω μοιρασιά
απ΄τη δική τους ζεστασιά
μες στα τραγούδια, εγώ, τα ξένα;

Δούλευα μέσα μου να πω
κ΄εγώ (ποιός ξέρει!) έναν σκοπό;
Αχ, κι΄όσο αν τρίβη κι΄αν μαζώνη
τα χέρια μου, όμως δε μπορεί
ακόμα η φούχτα σου να βρη
και την ψυχή μου, που κρυώνη...

Άναυλα εφύγαν

Άναυλα εφύγαν τα πουλιά…
κ’ εγώ τα χέρια βάνω
στα Περασμένα –σα φωλιά
κούφια, που εφύγαν τα πουλιά–
να ζεσταθούν απάνω.

Tων ρόδων τώρα το νερό
ν’ αλλάξουν στο ποτήρι,
μηδέ ν’ ανοίξουν, καρτερώ,
–με τέτοιον άνεμο καιρό–
στο φως, στο παραθύρι.

Tου βορριά λάμπει η ξαστεριά
μέρες πολλές και νύχτες
και λαμαρίνες στη σειρά
χτυπιούνται –μπρούντζινα φτερά
σκεβρά– κι’ ανεμοδείχτες…

Mα ο ήλιος, πότε που ανελεί,
πότε ξανά βουρκώνει,
κάπου, νταντέλλα ωχρή πολύ,
κάπου, σταυρόν απ’ το γυαλί
στον τοίχο ξεσηκώνει.

K’ η Eλπίδα πάλι μ’ ανικά
και την ξαναπιστεύω,
και τ’ ακριβά θυμητικά
κατά τον ήλιο μυστικά,
συνάζω και σωρεύω.

Χριστούγεννα

Ὄξω πέφτει ἀδιάκοπα καὶ πυκνὸ τὸ χιόνι,
κρύα καὶ κατασκότεινη κι ἀγριωπὴ ἡ νυχτιά.
Εἶναι ἡ στέγη ὁλόλευκη, γέρνουν ἄσπροι κλῶνοι,
μὲς τὸ τζάκι ἀπόμερα ξεψυχᾶ ἡ φωτιά…

Τρέμει στὰ εἰκονίσματα τὸ καντήλι πλάγι
καὶ φωτάει στὴ σκυθρωπή, στὴ θαμπὴ ἐμορφιά.
Νὰ ἡ φάτνη, οἱ ἄγγελοι κι ὁ Χριστὸς κι οἱ Μάγοι
καὶ τὸ ἀστέρι ὁλόλαμπρο μὲς στὴ συννεφιά!

Κι οἱ ποιμένες, ποὺ ἔρχονται γύρω ἀπὸ τὴ στάνη
κι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ στὸ Χριστὸ μπροστά.
Τὸ μικρὸ τὸ εἰκόνισμα ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ φτάνει,
μαζεμένα ὅλα μαζὶ καὶ σφιχτὰ-σφιχτά.

Πέφτει ἀκόμη ἀδιάκοπο κι ἄφθονο τὸ χιόνι,
ὅλα ξημερώνονται μ᾿ ἄσπρη φορεσιὰ
στὸν ἀγέρα ἀντιλαλοῦν τοῦ σημάντρου οἱ στόνοι,
κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει ἡ ἐκκλησιά…

Ποιήματα και άρθρα του Τέλλου Άγρα που μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο

.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

Κάτω απ' το χιόνι



Σκέψου -τί πράγματα γλυκά
φυτρώνουν κάτωθε απ' το χιόνι
κοιμάται ο σπόρος μυστικά,
καθώς το φύτρο του φυτρώνει...

Κοιμούνται αμέτρητα σπαρτά
-κι όλο ονειρεύονται τ' αστάχυα
τ' άγρια μπουμπούκια σφαλιστά,
ύπνος τα παίρνει, μες τα βράχια.

Έχει όλη η πλάση κοιμηθεί
κάτω απ' το κάτασπρο σεντόνι,
ωσότου να της πει στ' αυτί
μια συλλαβή το χελιδόνι.

Και τότες! Ρόδα, γιασεμιά,
γλυκά κεράσια, χρυσά στάχυα
κι η αγαπημένη κυκλαμιά
"Ευχαριστώ" θα πει στα βράχια._

Ορφικά

Φράχτης ξύλινος, παλιού κισσού αντιστύλι,
και σε στοίβα λιθάρια (εκεί που δε θαρρούσες
μια ψυχή ζωντανή) παιδί, κ' έχει στα χείλη
όργανο, και κρεμάει ανάερα τις πατούσες,
λιγνές πατούσες.

Στο ζαρωμένο το χαρτί, μια κλωστή σειέται
και ψυχή στην κλωστή, λαλούμενη, στο τέλι
λόγος, που τ' άλυτο πάθος πολύ διηγιέται.
Kάνεις κακό, αγαθό παιδί, μα τί σε μέλλει;
αχ, τί σε μέλλει;

Kι' ο λόγος κι' ο λυγμός τυραννιέται στις νότες,
σε μια φούχτα μαβύ χαρτί μια τρίχα τρίζει...
Παίζε, αγαθό παιδί, τις ρίμες σου τις πρώτες,
κι' ας φεύγη όποιος πολύ πονεί και δεν τ' αξίζει,
– και δεν τ' αξίζει!

Φεύγει στα δυο η φωνή μας σα φωνή στο χιόνι:
είναι το διάστημα πολύ, που ώς να βγη θέλει.
Σώπαινε, είν' ο καημός βαθύς, τα λόγια σκόνη·
κάλλιο λαλεί στα ξένα στόματα το τέλι·
κάλλιο το τέλι.

Kι' ανασέρνει η γυμνή, τ' ακούς; τρέμουσα τρίχα
σέρνει το είναι της γης, το χώμα, και το φύλλο!
Πουλί μες στην καρδιά της πέτρας και στην ψίχα
βαθειά, κινάει πουλί, στο χρυσό μέσα ξύλο,
πουλί στο ξύλο!

Kαι σ' εμέ (που όσο δυο χειμωνιές, τόσο, αλήθεια,
το χρυσό τούτο μάκρος και το αγέρι τρέμω,
που απ' τα νησιά όλο πνέει στα λαμπρά ξερολίθια
–αρμύρα νοτερή, γνώμη γλυκειά του ανέμου,–)
σ' εμέ, φωνή άξαφνα πετιέται μέσαθέ μου,
να κράξω στους καλούς περαστικούς: «Bοήθεια!»

Mα ψυχή ζωντανή δε φαίνεται. Aνεμίζουν,
πέτρα την πέτρα, ανώφελες αγριοβιολέττες.
– Kαι τέτοια μυστικά σαν ποιές ακοές τ' αξίζουν;
Tο πνεύμα, τυραννεί· κ' η χλωμή σάρκα, αρνιέται·
η σάρκα αρνιέται.

Kι' ο λόγος κι' ο λυγμός απιδρομάει κι' ογκώνει
και σα ν' αντιμιλή και σα να βγάζη γλώσσα,
παγαινόρχεται και κλαίει και με δαγκώνει
κι' όλο και μελετάει την κρίση της απ' τα όσα,
τα όσα αμάρτησε η καρδιά, και μετανοιώνει.

Aχ, δάκρυα όσο ναυρώ, μου χάνεται η ψυχή·
γιατί κι' ουδέ σφυρί τυφλό και νάχε πέσει
στο νου μου, έτσι ποτέ δεν τόχε αυτό χωρέσει,
το που δεν πάει ξανά να γίνη απ' την αρχή!

– Tάχα έτσι να σε γεύωνται, ρίζα του κόσμου;
Ύλη λαλούμενη! ύλη εντέλεια μοναχή!
Kρίμα του Πλάστη σου, άπραχτη του ανθρώπου ευχή,
μιαν αίσθηση, άλλη μια, για να σε σμείξω δος μου,
ακόμα δος μου!

Λουλούδια κατά γης


Ήταν στις δόξες των περιβολιών
κι η ώρα των ταξιδιάρικων πουλιών,
κι οι άξαφνες οι ανάσες, οι μισές,
που ευκολοκατελούν τις φυλλωσιές.
Στο άφραχτο χαμοκάλυβο μπροστά,
λουλούδια εσυγκομίζαν σωριαστά,
λουλούδια σωρευτά, λογής-λογής,
χυμένα από πανέρια κατά γης.

Με τα μάτια τα φίλησα, πολύ...
Ψυχή σιμά μου. Μόνο στην αυλή
περιδιάβαζε αργή περπατησιά
και την τύλιγε η άκρα μοναξιά.
Κι έτσι ήθελα η θωριά τους μοναχή
ν' αφήσω να μου πιει απ' την ψυχή...
Μα οι μνήμες αναζήσανε σ' αυτά
τα λουλούδια τα χρωματιστά...

Έγνοιες, αδημονίες, μεταγνωμοί,
μελίσσι όλα προστρέξαν στη στιγμή,
σα να 'ταν μαγεμένα απ' τον Καιρό,
καθόταν στα λουλούδια, ένα σωρό.
Του περβολιού το κέντημα σπαρτό
πίκρα και συννεφιά έγινε μεστό,
κι έγιναν τα κοτσάνια του σκληρές
μύτες, καρφιά, πληγές αιματηρές.

Αναποδογυρίστηκε η χαρά
βγήκε η θλίψη, ακόμα μια φορά.
Κι εστάθηκαν, μακρότατη γραμμή,
θλιμμένα ρόδα διάφανοι καημοί.
Μα ας είναι, όταν, στον κάμπο το βαθύ,
βουρκώσει αστραποβρόχι και χυθεί,
κι όταν οι ανέμοι κλάψουνε γοερά,
ποιος θα μου κλέψει τότε απ' τη χαρά;

Aπογεμματινή


Bρέχει– και κάν' η φύσις
ήχους τόσο γλυκούς,
το διάβασμα ν' αφήσης
και να σταθής ν' ακούς...

Στις σκάλες, στο περβόλι,
στο γύρο της φραγής
βρέχει γλυκά– και σ' όλη
τη χώρα και τη γης.

Bρέχει στα παραμύθια
κ' εκείθε έχουν ερθεί
οι μάγοι οι αγαθοί
με τ' άσπρα γένεια πλήθεια.

Bρέχει στα παραμύθια...
κ' εκείθε αργοφυσά
τ' αγέρι, από δασά
θάμνα και κουφολίθια.

Bρέχει– και ξέρει η φύσις
νότες τόσο γλυκές,
το φύλλο να τσακίσης
με τις στιχουργικές.

Στης λάσπης τ' άκρο χείλος,
λοξός και σερπετός,
διαβαίνει ο περιττός
της γειτονιάς ο σκύλλος

και του περιβολάρη
η σούστα ουδ' αντηχεί:
σα νάναι σε σφουγγάρι
βουλιάζουν οι τροχοί.

Aπάνω στη βιτρίνα,
γραμμένα στα γυαλιά,
ξεπλένονται τα κρίνα
και τα τριανταφυλλιά,

μα έχει η πνοή φερμένα,
του κάμπου, μακρυνά,
όλα τ' αληθινά
τα φύτρα, χορτασμένα!

Απρίλης 1943




Απρίλης 1943

Διψάς, του στίχου το πουλί,
της ξενιτιάς τ' αγέρι
μα ο κόσμος έχει ξενιτιές
κι ο κόσμος δεν τις ξέρει...

Μην πεις: "Δεν καταδέχομαι!",
μην πεις: "Κι αχ, πώς να κάμω;"
Πιάσε το στίχο σου σκυφτός,
σαν το ψωμί από χάμω.

Τέλλος Άγρας

Μελοποίηση , Ορφέας Περίδης

Άγρας Τέλλος ( Ιωάννου Ευάγγελος)

Ο Τέλλος Άγρας (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου) είναι Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας.

Γεννήθηκε στην Καλαμπάκα, όπου υπηρετούσε τότε ως σχολάρχης ο πατέρας του Γεώργιος Ιωάννου. Η μητέρα του λεγόταν Ειρήνη Βλάχου, ενώ ο μικρότερος αδερφός του Χρήστος. Το 1906 μετακόμισαν οικογενειακώς στο Λαύριο, όπου ο ποιητής τελείωσε το Δημοτικό και το Ελληνικό Σχολείο.
Το 1907 πρωτοεμφανίζεται στη στήλη της αλληλογραφίας του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων και από το 1911 έγραφε τακτικά στη στήλη συνεργασίας συνδρομητών του περιοδικού με το ψευδώνυμο Τέλλος Άγρας.
Το 1916 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου έλαβε το πτυχίο του το 1923. Το Μάιο του ίδιου χρόνου γράφει στη Διάπλαση των Παίδων το πεζογράφημα ‘‘Αποχαιρετισμός’‘. Συνεργάζεται και με άλλα περιοδικά, όπως με τη ‘‘Λύρα’‘, τον ‘‘Βωμό’‘, τους ‘‘Νέους’‘ κ.ά.
Το 1918 βραβεύεται στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό, ενώ κερδίζει και βραβείο στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού Εσπερία στο Λονδίνο. Το 1921 έδωσε διάλεξη για τον Καβάφη στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου. Την ίδια χρονιά μεταφράζει τις ‘‘Στροφές’‘ του γαλλόφωνου Έλληνα ποιητή Ζαν Μορεάς (Jean Moreas).
Το 1924 εργάστηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και το 1927 διορίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη, θέση που παρέμεινε ως το θάνατό του.
Γράφει συχνά στο περιοδικό Νέα Εστία, της οποίας διετέλεσε και αρχισυντάκτης για ένα διάστημα, ενώ δημοσιεύει κείμενά του στα περιοδικά ‘‘Γράμματα’‘, ‘‘Νέα Ζωή’‘, ‘‘Αλεξανδρινή Τέχνη’‘, το ‘‘Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου’‘ και σε πολλά άλλα έντυπα καθώς και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Πυρσού.
Το 1934 κυκλοφόρησαν Τα βουκολικά και τα εγκώμια, η πρώτη ποιητική του συλλογή και το 1939 η δεύτερη με τίτλο Καθημερινές, που τιμήθηκε το 1940 με το Κρατικό Βραβείο.fabio
Στη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής χειροτέρεψε η ευαίσθητη κατάσταση της υγείας του. Το Νοέμβριο του 1944, χτυπημένος από αδέσποτη σφαίρα στον αστράγαλο, μεταφέρεται στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου ξεψύχησε.



Εργογραφία



Ι.Ποίηση
• Τα Βουκολικά και τα Εγκώμια · Το φθινοπωρινό ειδύλλιο - Βουκολικά - Μεταφράσεις - Τα Εγκώμια - Παραφωνίες - Σπουδές - Μπαλάντες - Καθημερινές · 1917-1924 · Οριστικά χειρόγραφα. Αθήνα, Δημητράκος, 1934.
• Καθημερινές · Το σπίτι κ’ η γειτονιά - Αττική - Αγάπη · 1923-1930 · Οριστικά χειρόγραφα. Αθήνα, Δημητράκος, χ.χ.
• Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας · Επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Φέξης, 1965.
ΙΙ.Μεταφράσεις
• Jean Moreas, Οι Στροφές. Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1921.
• Jean Moreas, Επιλογή από το ποιητικό του έργο. Αθήνα, Ζηκάκης, 1926.
ΙΙΙ.Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Βουκολικά και εγκώμια και καθημερινές• Επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Εστία, ;

Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας• επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Εστία, ;
• Κριτικά πρώτος τόμος· Καβάφης - Παλαμάς · Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1980.
• Κριτικά δεύτερος τόμος · Ποιητικά πρόσωπα και κείμενα · Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1981.
• Κριτικά τρίτος τόμος · Μορφές και κείμενα της πεζογραφίας· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1984.
• Κριτικά τέταρτος τόμος · Γενικά και ειδικά θέματα· Φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1995.
• Επιλογή απ’ τα ποιήματα· Επιμ. - Ανθολ. Κώστας Στεργιόπουλος. Αθήνα, Ερμής, 1996.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.