Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

To Για, βι έλσκερ ντέτε λάνε είναι ο εθνικός ύμνος της Νορβηγίας.


Ο εχθρός πέταξε το όπλο του
ο γείσος σηκώθηκε
εμείς,με έκπληξη,σπεύσαμε
γιατί ήταν αδερφός μας.
Σταθήκαμε μπροστά,με ντροπή
πήγαμε στο νότο
τώρα τα τρία αδέρφια στεκόμαστε ενωμένα
 Ναί,αγαπάμε αυτή τη χώρα
όπως ξεπροβάλλει
ρωμαλέα,περίοπτη πάνω απ'τη θάλασσα,
με τα χιλιάδες σπίτια
Την αγαπάμε,την αγαπάμε και σκεφτόμαστε
τον πατέρα και την μητέρα μας
και την θρυλική νύχτα που στέλνει
όνειρα στη γη μας
και την θρυλική νύχτα που στέλνει
όνειρα στη γη μας


 Αυτή τη χώρα την ένωσε ο Χάραλ
μαζί με τον στρατό των ηρώων του
αυτήν την χώρα την προστάτεψε ο Χόκον
ενώ ο Έιβιν (εδώ)τραγούδησε
σε αυτή τη χώρα ο Όλαβ ζωγράφισε
με το αίμα του το σταυρό,
στα βουνά της ο Σβέρε τάχθηκε(μίλησε)
εναντίον της Ρώμης.


Οι αγρότες τρόχιζαν τα τσεκούρια τους
όταν ένας στρατός προέλαυνε,
ο Τόρντενσιολ κατά μήκος των ακτών βροντούσε
για να τον δούμε(τον στρατό) από το σπίτι μας
Ακόμα και οι γυναίκες σηκώθηκαν και πολέμησαν
σαν να ήταν άντρες
άλλοι θα έκλαιγαν
αλλά αυτό σύντομα θα τελείωνε!


Σίγουρα δεν ήμασταν πολλοί,
αλλά ήμασταν αρκετοί
όταν μας δοκίμαζαν μερικές φορές
και υπήρχε στοίχημα,
προτιμούσαμε να κάψουμε τη γη μας
από το να δεχθούμε την ήττα
απλά θυμηθείτε τι έγινε
κάτω στο Φρέντρικσαλ!

Αντιμετωπίσαμε σκληρούς καιρούς
που τώρα τέλειωσαν
αλλά και στη χειρότερη συμφορά,μια
ελευθερία με γαλάζια μάτια (μας)γεννήθηκε
Έδωσε δύναμη πατρική να αντεξούμε
την πείνα και τον πόλεμο
μας έδωσε ο ίδιος ο θάνατος τιμή
και (στο τέλος) συμφιλίωση.

και έτσι θα στεκόμαστε για πάντα.
Νορβηγοί στα σπίτια και τις καλύβες σας,
ευχαριστήστε τον μεγάλο σας Θεό!
Ήθελε την χώρα να προστατεύσει
παρ'όλο που οι καιροί ήταν σκληροί.
(Πάνω από)Όλες τις μάχες που πολέμησαν οι πατέρες
και κλάψαν οι μάνες
ο Κύριος σιωπηλά κινήθηκε
για να κερδίσουμε τα δικαιώματά μας

Ναί,αγαπάμε αυτή τη χώρα
όπως ξεπροβάλλει
ρωμαλέα,περίοπτη πάνω απ'τη θάλασσα,
με τα χιλιάδες σπίτια
Και όπως ο μόχθος των πατέρων την σήκωσε
από ανάγκη για νίκη
έτσι και μεις,όταν ζητηθεί
για την ειρήνη της(ελευθερία) θα πολεμήσουμε.


  Στην πρώτη στροφή παρουσιάζει το φυσικό -κυρίως- περιβάλλον της χώρας. Στη δεύτερη, ξεκινά μια ιστορική αναδρομή σε προσωπικότητες χρονικά μέχρι και τον Sverre Sigurdsson, γνωστό για την εναντίωσή του στον Πάπα της Ρώμης, εντασσόμενο πιθανώς στην αντικληρικαλιστική περίοδο του Bjørnson. Στην τρίτη μιλάει για στρατιωτικά κατορθώματα αγροτών και γυναικών (μεταξύ άλλων). Στην τέταρτη παρουσιάζει τους χωρικούς να προτιμούν να καίνε τις περιουσίες τους παρά να τις παραδίδουν σε εισβολείς. Στην πέμπτη υμνεί την ελευθερία που γεννήθηκε επιτέλους γι' αυτούς μετά από δύσκολους καιρούς, καθώς εκείνη την εποχή η χώρα τελούσε σε καθεστώς προσωπικής ένωσης με το θρόνο της Σουηδίας Στην έκτη ισχυρίζεται πως ο εχθρός πέταξε μόνος του το όπλο διότι ήταν αδελφός τους και ότι τώρα πλέον τα τρία αδέλφια στέκουν ενωμένα. Τα τρία αδέλφια είναι η Δανία, η Σουηδία και η Νορβηγία. Πρόκειται για αναφορά στο κίνημα πανσκανδιναβισμού που καλλιεργήθηκε ανάμεσα στους δύο πολέμους των δουκάτων, αν και επισήμως η Σουηδία μάλλον κρατούσε απομονωτική πολιτική. Το κίνημα ήταν πιο πολύ ισχυρό στους κύκλους των φοιτητών και διανοουμένων. Στην προτελευταία στροφή καλεί τους Νορβηγούς/Βόρειους Άνδρες να ευχαριστούν τον Μεγάλο Θεό τους που απομάκρυνε τις συγκρούσεις του παρελθόντος. Στην τελευταία, αφού αρχίζει με τους πρώτους στίχους που απαντώνται και στην πρώτη, διακηρύττει ότι ο αγώνας των προγόνων τους, τούς έδωσε τη νίκη και ο δικός τους θα διασφαλίσει την ειρήνη.(Βασιλικός ύμνος της Νορβηγίας είναι ο Κονγκεσάνγκεν)

Ύμνος : Lofsöngur: Εθνικός Ύμνος Ισλανδίας




 Ω, Θεέ της πατρίδας μας! Ω, της πατρίδας μας Θεέ!
Λατρεύουμε το άγιο, άγιο όνομά Σου!
Οι ήλιοι των ουρανών βρίσκονται στο στέμα σου
Μέσω των λεγεώνων σου, οι αιώνες των χρόνων!
Για Σένα μια ημέρα είναι σαν χίλια χρόνια,
Και χίλια χρόνια μια ημέρα, τίποτε παραπάνω·
Ένα αιώνιο μικρό λουλούδι, μ' ένα τρεμάμενο δάκρυ
Που προσεύχεται στο Θεό του και πεθαίνει.
Χίλια χρόνια της Ισλανδίας!
Χίλια χρόνια της Ισλανδίας!
Ένα αιώνιο μικρό λουλούδι, μ' ένα τρεμάμενο δάκρυ,
Που προσεύχεται στο Θεό του και πεθαίνει.




 Θεέ μας,Θεέ μας,υποκλινόμαστε σε Εσένα
Τις ψυχές μας με χαρά παραδίδουμε στην φροντίδα Σου
Κύριε, Θεέ των πατέρων μας από γενιά σε γενιά
Λέμε την πιο ιερή προσευχή.
Προσευχόμαστε και Σε ευχαριστούμε για χίλια χρόνια,
γιατί στεκόμαστε προστατευμένοι
Προσευχόμαστε και Σου φέρνουμε την υποταγή των δακρύων
Το μέλλον μας στα χέρια Σου
(Τα)Χίλια χρόνια της Ισλανδίας
(Τα)Χίλια χρόνια της Ισλανδίας!
Την λευκή παγωνιά του πρωινού που σημάδεψε εκείνα τα χρόνια,
Ο ήλιος που σηκώνεται ψηλά θα διατάξει !.



 Της χώρας μας Θεέ!Του Θεού μας χώρα!
Η ζωή μας είναι ένα αδύναμο καλάμι που τρέμει
Χανόμαστε,στερούμενοι(χωρίς) το πνεύμα Σου και το φως
Για να μας λυτρώσει και να μας κρατήσει
Για να μας εμπνεύσει με το κουράγιο και την αγάπη σου
Και να μας οδηγήσει τις μέρες του αγώνα μας!
Το απόγευμα στείλε ειρήνη από τον παράδεισο ψηλά,
και φύλαξε το έθνος μας.
(Τα)Χίλια χρόνια της Ισλανδίας,
(Τα)Χίλια χρόνια της Ισλανδίας!
(Κάνε)Να ευδοκιμήσει ο λαός μας,σκούπισε τα δάκρυά μας
Και οδήγησε(μας) με τη σοφία Σου.



Lofsöngur (Ισλανδικά: Ύμνος), γνωστός και ως Ó Guð vors lands ή Ο Θεός της Πατρίδας μας, είναι ο εθνικός ύμνος της Ισλανδίας. Οι στίχοι είναι του Ματτίας Γιόχουμσσον και η μουσική του Σβάινμπγιερν Σβάινμπγιερνσσον. Ο ύμνος έχει τρεις στροφές αλλά χρησιμοποιείται μόνο η πρώτη. Μουσικά το Ó Guð vors lands είναι ένας από τους δυσκολότερους εθνικούς ύμνους και πολλοί Ισλανδοί δεν μπορούν να τον τραγουδήσουν. Οι στίχοι επίσης έχουν δεχτεί κριτική για το θρησκευτικό τους θέμα.
Πολλά άλλα πατριωτικά άσματα τραγουδιούνται για να δείξουν την αφοσίωση στην Ισλανδία, όπως τα: "Ísland er land mitt" (Η Ισλανδία είναι η χώρα μου), "Öxar við ánna" (δίπλα στον ποταμό του τσεκουριού), "Ó fögur er vor fósturjörð" (ω, πόσο όμορφη είναι η χώρα μας), "Hver á sér fegra föðurland?" (ποιος έχει πιο όμορφη πατρίδα?), "Ástkæra Ísafold"(αγαπημένη Ισλανδία), "Ég vil elska mitt land" (θέλω να αγαπώ τη χώρα μου), "Úr útsæ rísa Íslandsfjöll" (από τη θάλασσα ξεπροβάλλουν τα βουνά της Ισλανδίας), το "νεώτερο" (από το συγκρότημα Μπαγκαλούτουρ), "Ísland ég elska þig" (Ισλανδία σ´αγαπώ), καθώς και αρκετά άλλα.

Υπάρχει μια όμορφη χώρα (Der er et yndigt land) : Εθνικός Ύμνος της Δανίας

Υπάρχει μια όμορφη χώρα
βρίσκεται με πλατιές οξιές
κοντά στην αλμυρή ανατολική ακτή
Ο άνεμος τη βρίσκει από λόφους και κοιλάδες
ονομάζεται παλαιά Δανία
και είναι το δώμα της Φρέγια
Εκεί σε παλαιούς καιρούς κάθονταν
οι αρματωμένοι πολεμιστές,
αποκάμωναν από τις συγκρούσεις
κι έπειτα προχωρούσαν για τη συντριβή των εχθρών τους,
τώρα τα κόκαλά τους αναπαύονται
πίσω από τα μενίρ των τύμβων
Αυτή η χώρα είναι ακόμη όμορφη,
γιατί η θάλασσα κυματίζει τόσο γαλάζια και χαρούμενα,
κι οι φυλλωσιές στέκουν τόσο πράσινες
Κι ευγενείς γυναίκες, όμορφες νέες,
και άνδρες και ζωηρά παλικάρια
κατοικούν στα νησιά των Δανών
Χαίρε βασιλιά και γενέθλια χώρα!
Χαίρε κάθε πολίτη της Δανίας
που δουλεύει, όσο μπορεί
η παλιά μας Δανία θα κρατήσει κι άλλο,
όσο η οξιά αντανακλά την κορυφή της
πάνω στα γαλάζια κύματα.
 
 
 
Der er et yndigt land ("Υπάρχει μια όμορφη χώρα") είναι ο εθνικός ύμνος της Δανίας. Αν είναι παρούσα η βασιλική οικογένεια, ανακρούεται ο βασιλικός εθνικός ύμνος, "Kong Kristian".
Συνήθως χρησιμοποιούνται μόνο η πρώτη στροφή κι οι τρεις τελευταίοι στίχοι της τέταρτης στροφής. Το πρώτο μισό της τελευταίας στροφής ακούγεται σπανίως, ενώ σε κάθε στροφή ο τελευταίος στίχος επαναλαμβάνεται.
Οι στίχοι γράφτηκαν το 1819 από τον Adam Gottlob Oehlenschläger για το διαγωνισμό εθνικού ύμνου στη Δανία. Όταν πρωτοδημοσιεύτηκε, είχε 12 στροφές, αλλά σε μεταγενέστερες εκδόσεις συντομεύτηκε στην πρώτη, τρίτη, πέμπτη και τελευταία στροφή. Μελοποιήθηκε το 1835 από τον Hans Ernst Krøyer.

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Β’ Η γιανούλα.




Δεν έκαμα τίποτα στη ζωή μου, χωρίς να ρωτήσω πρώτα τη γιαγιά μου. Εμένα αγαπούσε μέσα σ’ όλα της τα παιδά­κια. Την έλεγα γιανούλα και της άρεζε να τ’ ακούει. Όλα της τα χάδια, όταν ήμουνε παιδί, όλες μου τις τρέλες και τα τρυφερά της μαλώματα, τα θυμόμουνε κάθε φορά που τη φώναζα γιανούλα. Έβλεπε αμέσως πως γύρεβα να την καλο­πιάσω. Όταν έγινα μεγάλος, συχνά ακόμη έτσι της μιλούσα. Τι μοναδική γυναίκα που ήτανε κείνη! Πόσες ανοησίες μ’ εμ­πόδισε να κάμω, κι ας μοιάζανε κάποτες οι ανοησίες μου σωστές! Πόσα καλά, πόσα φρόνιμα λόγια είχε πάντοτες να μου πει! Με τι τρόπο ήξερε να μ’ αρμηνέψει! Μόνες οι γυ­ναίκες γνωρίζουνε, χωρίς να τη μάθανε ποτέ τους, την τέχνη που μαλακώνει την καρδιά και πείθει το νου. Ο λόγος τους μπαίνει ίσια μέσα στην ψυχή. Η γυναίκα, ότι γεννηθεί, είναι μάνα· μάνα την έχει η φύση καμωμένη, και με τον ίδιο τρόπο που ξέρει μωρά να μας νανουρίζει, να μας ησυχάζει με το φιλί της, έτσι και κατόπι, με την ίδια καλοσύνη, με την ίδια αγάπη, ξέρει να παρηγορεί, ξέρει να κάμει μέλι τη ζωή μας.
Μια γλύκα ξεχωριστή είχανε της γιανούλας μου τα λόγια· είχανε τα λόγια της μια φρόνηση δική τους. Το πρόσωπό της είχε ένα χαμογέλιο έξυπνο και τρυφερό συνάμα· τέτοιο και το μίλημά της. Δεν ήμουνε γω που την έκανα κάπου κάπου να ξεχνά τις τόσες πίκρες της ζωής της, τις δυστυχίες που σαν τ’ αγκάθια κεντούσανε την καρδιά της· μ’ όλα της τα χρό­νια ήτανε κείνη που μ’ έσπρωχνε, που μου έδινε θάρρος, που μου έλεγε πάντα να μην απελπίζουμαι. Μαζί της ησύχαζα. Άμα είχα κανέναν καημό, αμέσως στη γιανούλα! Έτσι και τώρα. Όση βία κι αν είχα να βγω στο ταξίδι, να διω την πατρίδα, να χαιρετήσω τους δασκάλους, συλλογίστηκα μέσα μου· — «Καλό είναι να πάω πρώτα να βρω τη γιαγιά μου, τι θα μου πει.»
Όταν πήγα, την ήβρα καθισμένη στην πολτρόνα της· φορούσε τη μάβρη της σκούφια λίγο στραβά στο πλάγι, που της σκέπαζε το ένα της τ’ αφτί· ήτανε πάντα μαβροφορεμένη κι ωστόσο την έβλεπες πάντα με τ’ αγαθό της το χαμογέλιο, που έλαμπε μέσα στα ζωηρά της, τα γλυκά της τα μάτια.
— Γιανούλα μου χρυσή, την εφκή σας! Το ’χω απόφαση από χτες· θα σύρω στην Ελλάδα. Αποθύμησα τους ομογε­νείς (αφτή τη λέξη, θυμούμαι, η γιανούλα δεν την αγα­πούσε). Κοιμάται μέσα στο στήθος βαθιά της πατρίδας η αγάπη· άξαφνα μια μέρα, και κει που κανείς δεν το προσ­μένει, παίρνει φωτιά, κορώνει σα σπίθα κρυφή και σου καίει γλυκά την ψυχή.
— Ο ίδιος είσαι που ήσουνε πάντα, ορμητικό, πεταχτό παιδί, μεγαλόκαρδο κι αστόχαστο. Δεν κάθεσαι, Γιάννη μου, στη γωνιά σου; Σωστό ν’ αγαπά κανείς την πατρίδα του, να τη θυμάται, ακόμη κι αν έκαμε άλλη πατρίδα· η ιδέα σου φρόνιμη μοιάζει κι ο πόθος σου φαίνεται καλός. Μα δεν το βλέπεις πως κάνεις τρέλα; Πρώτα πρώτα δε μου λες, από πότε σ’ έπιασε τόσος πατριωτισμός, εσύ που δε θέλεις ν’ ακούσεις τέτοια λέξη;
— Από χτες, γιαγιάκα μου, από χτες! Αλήθεια είναι, το ’χω αφτό το κακό· σιχαίνουμαι τα λόγια, και ντρέπουμαι, για το παραμικρό πράμα που θα κάμει κανείς, να βγάζει τόση λέξη από το στόμα του. Σιχαίνουμαι τον πατριωτισμό, γιατί κάτι νομίζουνε πως λένε όσοι για πατριωτισμό σου μιλούνε. Σιχαίνουμαι τους φαφλατάδες, τους φωνακλάδες τους μισώ! Μ’ αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές.
— Τι πας τότες στην Ελλάδα; Τι πας να κάμεις με τους ομογενείς; Όλες σας οι ιδέες αντίθετες· έλα να τις πάρουμε μια μια. Πρώτα πρώτα, ποτέ σου δε θέλησες να το πιστέψεις πως έχουμε στις φλέβες μας μέσα, ίδιο κι απαράλλαχτο, των αρχαίωνε το αίμα. Λες πως και σε μας, όπως και σ’ ό­λους τους λαούς του κόσμου, αρχαίους και νέους, αίματα ξένα πολλά με τον καιρό ανακατωθήκανε και στο τέλος γενήκαν ένα.
— Δεν πρέπει λοιπό να λέμε τέτοιο πράμα;
— Όχι! Πρέπει να μη μοιάζουμε με κανένα έθνος. Ας πα να είναι και καθώς το θέλεις, δε σου λέω· αν είναι, πώς μπορούμε κιόλας να κάμουμε να μην είναι; Να πούμε όμως την αλήθεια, δε γίνεται. Για στοχάσου το λιγάκι! Εσύ τώρα, είχες έναν παππού Ιταλό· ο άλλος σου παππούς ήτανε Χιώ­της και μένα ο πατέρας μου Αρβανίτης. Ταιριάζει, σε παρα­καλώ, να φανερώσεις ποτέ σου τέτοια γενιά; Πρέπει να την αρνηθείς. Η Εβρώπη, που σ’ έχει για απόγονο του Περικλή, τι θα πει, άμα τα μάθει; Αμέσως ξεπέφτεις.
— Όχι μόνο δεν ξεπέφτω· μου φαίνεται μάλιστα πως ανεβαίνω. Ο Θεός να με φυλάξει να ντραπώ για την αλή­θεια· πιότερο από καθετίς η αλήθεια μάς τιμά. Πήραμε αί­ματα ξένα, τα κάμαμε δικά μας. Ποιος βλέπει σήμερα στην Ελλάδα πως και Φράγκοι και Σλάβοι την έχουνε πατημένη, πως μας χύσανε ο ένας ή ο άλλος μια σταλιά αίμα στη φλέβα μας τη ρωμαίικη; Ρωμιός είναι, Ρωμιός λέγεται ο καθέ­νας, η καρδιά του φωνάζει Ρωμιός. Νίκησε το ελληνικό το στοιχείο, κι έτσι πλουτίσαμε με δύναμη νέα και με νέα ζωή.
— Τέτοια φιλοσοφία, παιδάκι μου, δεν τη σηκώνουμε ακόμα. Θέλεις να συφωνούνε οι άλλοι με την ιδέα σου; Πρέ­πει πρώτα να πάρεις εσύ τη δική τους. Ποιοι είναι που έχουνε πέραση στον κόσμο; Όσοι ξέρουνε και κολακέβουνε τους αθρώπους. Ποιους αγαπούνε στην Ελλάδα; Όσους όλο τα ίδια κοπανίζουνε. Έτσι να το κάμεις και συ. Ό,τι σου πούνε, ποτέ σου να μην πεις όχι. Αν ακούσεις μάλιστα τίποτα για την προφορά, αμέσως σώπα. Θα το καταφέρεις; Δεν το πιστέβω. Κανείς ως τώρα δεν μπόρεσε να σε καταπείσει, πως δυο και τρεις χιλιάδες χρόνια στάθηκε δυνατά να προφέρνουμε πάντοτες με τον ίδιο τρόπο. Κάθε τριάντα χρόνια παντού, λες, αλλάζει κάθε προφορά. Πρόσεχε καλά· θα πειράξεις και τους άλλους λαούς. Φαντάσου να βγούνε τώρα στη μέση κι οι Εβρωπαίοι! Αν πούμε στους Γάλλους πως δε μιλούνε σήμερις απαράλλαχτα σαν που μιλούσανε ή στα χίλια ή στα χίλια διακόσια, θα νομίσουνε πως τους βρίζουμε. Μήπως κι αφτοί δεν είναι οι ίδιοι Γάλλοι που ήτανε και τότες; Τον πατριωτισμό τι τον κάνεις;
— Τον αφήνω κει που πρέπει. Ο Πλάτωνας βέβαια δεν πρόφερνε σαν τον Όμηρο. Στοχάστηκε ποτές κανένας να του πει πως δεν ήταν Έλληνας και κείνος σαν τον Όμηρο; Δεν είμαστε ακόμη σαν τους πεθαμένους. Δε μας πλάκωσε ο τάφος, να βουβαθούμε. Οι πεθαμένοι μονάχα δεν αλλάζουνε. Ένας ζωηρός, δραστήριος λαός σαν το δικό μας, τουλάχιστο κάθε τριάντα χρόνια βγάζει καινούρια προφορά κι από κει φαίνεται πως είναι ο ίδιος λαός. Έτσι μας δείχνει ίσια ίσια πόση ενέργεια έχει μέσα του η ψυχή του, πόσο τρέχει μέσα στο στόμα του η γλώσσα του. Ίσως είναι τ’ αφτιά μου χαλα­σμένα· μα τέτοια ακούω να μου λέει σιγά σιγά ο πατριωτι­σμός. Ο πατριωτισμός θέλει πρώτα πρώτα να ξέρουμε τι γί­νεται στον κόσμο, τι λένε και τι κάνουνε οι αληθινοί σοφοί. Καιρός είναι που κατάλαβε η επιστήμη με τι τρόπο, με τι νου πρέπει κανείς να πιάνει τέτοια ζητήματα· έμαθε να ξεχωρίζει πράματα που μαζί δεν ταιριάζουνε· άλλο πατριωτισμός κι άλλο γλωσσολογία. Μόνοι μας θα μείνουμε πίσω, μέσα στ’ άλλα τα έθνη; Ένα βλέπω και λυπούμαι, πως με τις ιδέες μας, με το μπόσικο μας το πείσμα γενήκαμε περιγέλιο στον κόσμο. Και τη λύπη μου τούτη τη λέω πατριωτισμό.
— Εμένα, θα με ξεχνιάσεις με τα λόγια σου; Σε κατά­λαβα και βλέπω πού θέλεις να με φέρεις. Τους δασκάλους και τη γλώσσα τους πολεμάς να ξεπαστρέψεις. Και ποιόνα ελπί­ζεις να ’χεις με τα μέρος σου; Όλος ο κόσμος λέει τη γλώσσα μας βάρβαρη· εσύ λες πως να μην την ξέρουμε είναι βάρβαρο. Εμείς φωνάζουμε πως διόρθωση θέλει· εσύ γράφεις πως διόρ­θωση θέλει το κεφάλι μας. Άραγες θα βρεθεί κανένας να σε πιστέψει; Ο καθένας νομίζει πως γυρέβεις το κακό μας. Δεν είναι πιο φρόνιμο, δεν είναι πιο σωστό να μιλούμε μια γλώσσα σαν την αρχαία, που κανένας μας πια σήμερα δεν τη νοιώθει, παρά να καθούμαστε να μελετούμε τη μητρική μας γλώσσα, που και τα μωρά παιδιά μπορεί σήμερα να την καταλάβουνε; Τι να σου πω; Αφού μου λένε πως με ξεβγενίζει η καθαρέ­βουσα, άρχισε πιάνα μ’ αρέσει τω δασκάλωνε το σύστημα.
— Γιαγιάκα μου, ξέρετε όλα νόστιμα να τα λέτε. Βλέπω και γω η γνώμη σας που πέφτει. Η μόνη εβγένεια είναι της αλήθειας η αγάπη, κι η εβγένεια αφτή δεν κάθεται στα στό­μα· βρίσκεται μοναχά μέσα στην ψυχή· δεν την κάνουνε τα λόγια· γεννιέται με τον άθρωπο και μεγαλώνει με το νου του. Από την αλήθεια δεν μπορεί να βγει παρά καλό. Γίνεται τώρα να βρίζουμε της μάνας μας τη γλώσσα και μάλιστα να τα θαρρούμε σωστό; Η γλώσσα που μου μιλήσατε παιδί είναι σα θησαβρός κρυμμένος στην καρδιά μου. Τη σέβουμαι όσο σας σέβουμαι και σας. Τα καλά τα αιστήματα κάνουνε και τις ιδέες τις καλές. Θα ξεχάσω ποτές πως με παίρνατε στα γόνατά σας και πως μου λέγατε παιδί μου; Πώς να τολ­μήσω λοιπό, το παιδί μου που άκουγα τότες, τώρα να τα κάμω τέκνον μου;
— Με τα χάδια δεν πιάνεις τους δασκάλους. Εμένα μπο­ρείς να με πιάσεις. Κάμε καλύτερα καμιά παραχώρηση. Κοίταξε να τα σιάξεις με τους ομογενείς. Βάλε νερό στο κρασί σου.
— Το κρασί, μάνα μου, καλό και το νερό που πίνουμε στην πατρίδα λάμπει σαν τον ήλιο κι είναι καθαρό σαν το διαμάντι. Δε θέλει κρασί· πίνεται μοναχό του. Έτσι και με την αλήθεια. Να μην την ανακατέβουμε· καθαρή να την πίνουμε, για να μας δροσίζει το νου.
Το κρασί, λέω μάλιστα να τ’ αφήσουμε όλους διόλου· το κρασί μοιάζει σα να είναι το φοβερό εκείνο το ρωμαίικο φιλό­τιμο, που μας ζαλίζει το κεφάλι και που μας θολώνει την αλήθεια. Κάμαμε γλώσσα καινούρια, αλλάξαμε προφορά, με το δικό μας μαζί πήραμε κάπου κάπου στις φλέβες μας μέσα κι άλλο αίμα. Το πρώτο μας χρέος είναι να το ξέρουμε και να το λέμε. Ένας λαός υψώνεται άμα δείξει πως δε φοβάται την αλήθεια. Όταν τη φοβάται, θα πει πως δεν τιμά, πως δε σέβεται τον εαφτό του. Στολίζεται με ξένα ρούχα και βάζει ψέφτικες θωριές στο πρόσωπό του, σα να του φαινότανε πως δεν του φτάνουνε τα φυσικά του στολίδια. Πρέπει να ’χουμε συνείδηση καθαρή. Ας έχουμε και καλύτερη ιδέα για την καινούρια μας την Ελλάδα και για το νέο μας το λαό. Ας μην ντρεπούμαστε να φανούμε κείνο που είμαστε. Έτσι θα δείξουμε πιότερη αξιοπρέπεια. Να μη ζητούμε ξένα φτιασίδια και προτερήματα που δεν τα ’χουμε. Όσο μικρά κι αν είναι τα δικά μας, θα προκόψουμε την ημέρα που θα ’χουμε το θάρρος να περηφανεφτούμε για τα δικά μας μοναχά.
— Κάλλια, παιδί μου, να ’πιανες να ’γραφες κινέζικα, κάλ­λια να καταγινόσουνε — είναι καιρός ακόμη — με καμία γλώσσα της Αουστραλίας ή της Αφρικής, παρά να μελετάς τα ρωμαίικα· Μη σε μέλει· οι δικοί μας ποτές γνώση δε θα βάλουνε και συ άδικα θα χολοσκάνεις. Ο μπελάς στο κεφάλι σου θα ξεσπάσει. Ή θα σε βρίσουνε ή θα κάμουνε πως δε σε ξέρουνε. Τουλάχιστο να μου τα λες εμένα· μην τα λες εκεινούς.
— Το χρέος του πρέπει να κάμει ο καθένας, όσο ζει, και την πεποίθηση που έχει μέσα ριζωμένη στην καρδιά του, σα σκλάβος να την ακούει. Η πεποίθηση μέσα φωνάζει κι η φωνή της, άμα βροντήσει μέσα στο στήθος, πρέπει με κάθε τρόπο όξω να βγει!
— Πήγαινε το λοιπό, αφού έτσι το θέλεις! Ποιος σε πιά­νει; Μια χάρη μόνο θα σου γυρέψω. Πρόσεχε, παιδί μου, τη θρησκεία να μην την αγγίξεις. Θρησκεία σε μας πατριωτισμό σημαίνει και τον πατριωτισμό τον έχουμε ανάγκη για την ώρα.
Άκουσε κι ένα άλλο που θα σου πω, να σε βρίζουνε, μα εσύ να μη βρίζεις· τράβα ίσια το δρόμο σου και μη σε μέλει. Τρόπους καλούς μπορούμε να ’χουμε πάντα· έχε τους και συ. Ό,τι κι α σου πούνε στην ομιλία, πάντοτες να λες ναι· όταν πιάσεις την πέννα, τότες αλλάζει· όσο θέλεις, το όχι σου να το χτυπάς. Οι καβγάδες δε φελούνε· οι αθρώποι πιάνουνται με τα γλυκά τα λόγια. Για να το θυμηθείς ακόμη καλύτερα, φύλαγε στο νου σου κι αφτή μου την παραγγελιά·

Μ’ όλους όμορφα, παιδί μου,
Να φερθείς μη λησμονήσεις
— Και στον Κόντο να μην κάμεις

Α’ Πόθος κρυφός



Ένα πρωί στην έξοχη, που μυροβολούσανε οι πεδιάδες και που τα δέντρα κελαδούσανε, πουλιά γεμάτα, βγήκα και γω — κάτω στης δυτικής Γαλλίας τ’ απόμακρα τα παράλια όπου βρισκόμουνε τότες — να σεργιανίσω όξω στους κάμπους και να λούσω στη δροσιά της αβγής κορμί και ψυχή. Ανέβηκα απάνω σ’ ένα λόφο μικρό. Στο πλάγι μου, τα χόρτα είχανε ξαπλω­μένη τη λαμπρή τους πρασινάδα· μισοβρεμένα από την πρωι­νή δροσιά, σαν καμαρωμένα μέσα στο ζωηρό τους το χρώμα, όλα τους φορούσανε τη στολή τους, διαμάντια, σμαράγδια και μαργαριτάρια. Το χορτάρι, χρυσολούλουδα κεντημένο, έμοιαζε ύφασμα ζωντανό. Τα τριαντάφυλλα ανοίγανε τα κόκ­κινά τους φύλλα. Τ’ αγιόκλημα, η αλιφασκιά, οι σπαρτιές περεχούσανε την καρδιά με τη μυρωδιά τους. Φυσούσε αγέρι σιγαλό· παρέκει, σε μια κοιλάδα, κουνιόντανε τα στάχυα αγά­λια αγάλια και κάνανε την κυματιστή τους την κουβέντα· έσκυφτε το ένα στ’ άλλο, σα να χαιρετιόντανε. Ήτανε όλο χαρούμενα που τα ζέσταινε ο ήλιος με τις γλυκές του αχτίδες. Ο ουρανός ερωτεμένος γλυκοκοίταζε τη γης, σαν που κοιτάζει την αγάπη του ένας νιος, όταν περάσει και τη διει. Τόσο φως, τόση φλόγα σκόρπιζε από κει απάνω στον κόρφο της μέσα, που φαινότανε, αλήθεια, σα να μην ήξερε ο ήλιος πώς να προ­φτάσει από τα τρελά φιλιά που γύρεβε να της δώσει. Η άνοιξη είναι ο μεγάλος έρωτας που μας ανάφτει και που κάθε χρόνο τον κόσμο γεννά. Όλα τα ξανοίγει, όλη τη φύση, όλες τις ψυχές· πες μια πλημμύρα ζωή που κατεβαίνει.
Καθόμουνε ήσυχος, δίχως φροντίδα, δίχως καμιά συλλογή. Γαλήνη γινότανε η ψυχή μου. Μ’ όλη μου τη δύναμη τέν­τωνα τα στήθια μου, για να τα γεμίσει ζωή. Χαιρόμουνε και γω την άνοιξη, τη φύση, τον κόσμο. Η εφτυχία, τι είναι; Μια ενέργεια, τίποτις άλλο. Όλα ενεργούσανε τριγύρω μου και μέσα μου, τα δέντρα για να λουλουδιάσουνε, η καρδιά μου για να καταλάβει ακόμη καλύτερα τη γλύκα, την ομορφιά της ζήσης. Άκουγα τη φύση και τραγουδούσε κοντά κοντά στ’ αφτιά μου το παντοτινό της το τραγούδι, που κάθε χρόνο το ξαναλέει, το τραγούδι της ζωής και της αγάπης. Έβλεπα την όμορφη θέα που είχα μπροστά μου, από πάνω μου τον ουρανό με τη φεγγοβολιά του, στο πλάγι μου κάμπους και πρασινάδα κι άξαφνα πιο κάτω, άμα σήκωνα τα μάτια, απέ­ραντη θάλασσα με τα μαβιά της κύματα, θάλασσα γελαστή, άσπρους αφρούς στολισμένη.
Αχ! τη θάλασσα, γιατί να τη διω; Γιατί να μη μου τη σκεπάσουνε οι πλατάνοι, οι ιτιές και τ’ άλλα τα δέντρα που βγάζει το χώμα το γαλλικό; Μόλις την είδα τη θάλασσα, και πήρε η φαντασία μου άλλο δρόμο. Θυμήθηκα την πα­τρίδα! Και στην πατρίδα θάλασσα θα με πάει. Ότι το συλ­λογίστηκα, ότι έβαλα τέτοια ιδέα στο νου μου, του κάκου! Δεν μπορούσα πια τίποτις άλλο να συλλογιστώ. Ξέχασα την πρασινάδα, τα λουλούδια, τον ουρανό, και τη φύση που πρώτα δε χόρταινα να τη βλέπω. Κάτι με τραβούσε! Μια λιγούρα μου έτρωγε την καρδιά και δε μου άφηνε ησυχία. Στη στιγμή έπρεπε να σηκωθώ, να γυρίσω σπίτι, να μετρήσω τους παρά­δες μου — να βγω στο ταξίδι.
— «Ναι! έλεγα μέσα μου όσο περπατούσα και πήγαινα σπίτι, είναι ανάγκη πια! Πρέπει, πρέπει χωρίς άλλο να διω τους ομογενείς! Τέτοια λαχτάρα έχει η καρδιά μου. Δεν ξέρω, μα σα να μου φαίνεται πως γέρασα πάρα πολύ. Είναι καιρός να πάω να ξανανιώσω, να πέσω μέσα στον Ιλισό, το νόστιμο το ποτάμι που δε φταίει το κακόμοιρο α δεν τρέχει, αφού δεν έχει μήτε μια σταλιά νερό. Πρέπει να διω τους δικούς μου, να διω την Πόλη, τη Χιο και την Αθήνα! Πόσα χρόνια είναι τώρα που άφησα την πατρίδα, πόσα χρόνια που ζω ήσυχος, φτυχισμένος στην καινούρια μου, την αγαπημένη πατρίδα! Εδώ τίποτις άλλο δεν έπαθα παρά καλό. Καιρός, καιρός είναι να μαλώσουμε λιγάκι με τους ομογενείς. Πότε θα τους χαρώ και γω τους βλογημένους μου Ρωμιούς, τους καλούς μου πατριώτες; Πάντα αψηλά πετά ο νους τους, όλο εβγένεια πνέει η ψυχή τους· ζούνε ακόμη με το Σωκράτη και με τον Περικλή. Από τ’ αρχαία τα χρόνια τίποτα ίσα με τώρα δεν άλλαξε, γλώσσα, αίμα, προφορά. Φτάνει να τους ρωτήσεις· έχουνε πάντα χίλια δυο να σου πούνε για να σου τ’ αποδείξουνε— και να σε βρίσουνε, αν πεις όχι.
Τις βρισιές τους, να τις ξανακούσω μια ώρα αρχύτερα! Εδώ στη Γαλλία που κάθουμαι, ποτές, όχι! ποτές κανένας μου φίλος — αλήθεια είναι, και πρέπει να το πω — μήτε θύμωσε, μήτε τα χάλασε μαζί μου, μήτε μου το βάσταξε βαρύ, μήτε μια γροθιά μου έδωσε στη ζωή μου. Αν και δε συφωνούσανε πάντα οι ιδέες μας, συφωνούσανε οι καρδιές μας. Το φέρσιμο μας πάντα της αθρωπιάς. Γίνεται τέτοια μονοτονία; Βαρέθηκα την τύχη μου. Θα φιλήσω τον πρώτο που θα με βρίσει. Καβγάδες δίψασε η ψυχή μου. Είναι καιρός που μου τρώει σα λιγούρα την καρδιά μου. Λαχτάρα μ’ έπιασε να ξαναδιώ τη μάνα μου — την Ελλάδα! Ο νους μου μεγάλα γυρέβει. Θέλω δόξα και γροθιές!
Πόσους είδα, πόσους γνώρισα στον κόσμο! Όσους φωστή­ρες έχει η καλή μου Γαλλία, μικρούς και μεγάλους, τους ξέρω. Πρόφτασα και τον περίφημο το γέρο, το Βιχτώρ Ουγ­κώ. Μου έκαμε σωρό τεμενάδες και μου είπε· — «Μεγάλος είσαι συ· τι είμαι γω;» Μόνο τους δικούς μας τους μεγά­λους, μόνο τους καλούς μας δασκάλους δε θα τρέξω να διω; Και τι να την κάμω τότες τη ζωή; Κάλλια μια ώρα να τους πλησιάσω και να πεθάνω, παρά να ζω χρόνια και να μην τους βλέπω! Ξέρεις τι γλύκα, τι νοστιμάδα πού την έχει ένας που σου πετά πρώτα στο πρόσωπο όσα λόγια, όσες βρισιές ξέρει και δεν ξέρει, κι έπειτα πετιέται κι ο ίδιος στην αγκα­λιά σου, λέγοντας· Μπρε αδερφέ! έλα να σε φιλήσω!
— Γυναίκα μου, να σε χαρώ, να ’χεις έτοιμο το σεντούκι. Ή αν το θέλεις κι έτσι (πλήρωσον το κιβώτιον και κράτει τας αποσκευάς ετοίμους.» Θα σε πάω στην Ελλάδα! Ας αφήσουμε για τρεις μήνες — το πολύ πολύ — τη γλυκιά μας τη γωνιά όπου καθούμαστε κουκουλωμένοι ζεστά στην αγάπη μας μέσα, σαν το πουλί στη φωλιά του. Έλα να διεις του αντρός σου την πατρίδα. Έλα να καταλάβεις πως μιλούσανε ο Πλάτωνας κι ο Σωκράτης. Έλα ν’ ακούσουνε τα βάρβαρά σου τ’ αφτιά την προφορά που έβγαζε του Όμηρου το στόμα. Τι κάνουνε οι σοφοί της Εβρώπης, οι επιστήμονες, οι αρ­χαιολόγοι, οι γλωσσολόγοι, όταν κανένα δύσκολο ζήτημα τους σκοτίζει το κεφάλι, όταν πολεμούνε να καταλάβουνε πώς ζούσανε οι αρχαίοι, με τι τρόπο ντυνόντανε, πώς βάζανε τη φορεσιά τους, πώς πεινούσανε και πώς τρώγανε; Τι κάνουνε, όταν απαντήσουνε άξαφνα σε κανένα συγραφέα, πεζογράφο ή ποιητή, μια φράση που τους ξεφέβγει, μια λέξη που δεν εννοούνε; Τι κάνουνε, όταν άλλη βοήθεια δεν έχουνε πια, για να φωτιστεί ο νους τους, παρά κανέναν κώδικα μισοσβησμένο, και προσπαθούνε, όλοι τους μαζί, να διορθώσουνε τα σακα­τεμένα χωρία ενός χερόγραφου; Μήπως κάθουνται και σπουδάζουνε, ανοίγουνε ή σφαλνούνε τα βιβλία της επιστήμης, σκαλίζουν επιγραφές και σπάνουνε το κεφάλι τους για να ξεδιαλύσουνε την αλήθεια, με τα λίγα μνημεία της αρχαιό­τητας που σωθήκανε ίσα με τώρα; Όχι βέβαια! Οι σοφοί Εβρωπαίοι, αν κανένας αρχαίος ζούσε ακόμη και σήμερα, θα τρέχανε αμέσως, θα φιλούσανε τα πόδια του για να τους πει την έννοια της λέξης που δεν ξέρουνε, το νόημα του χωρίου που τους βασανίζει, τα μέτρα του στίχου, την ποιότητα και την ποσότητα κάθε συλλαβής. Τώρα πάνε όλοι στην Ελλάδα, κι είναι σα να μιλούσανε κανενός αρχαίου. Ρωτούν ένα δά­σκαλο ή ένα χωρικό, κι ο δάσκαλος ή ο χωρικός αμέσως λέει του σοφού ό,τι θέλει ν’ ακούσει· όλες του τις απορίες με μια λέξη θα του τις λύσει, γιατί ξέρει ο καθένας στην Εβρώπη πως άμα πατήσει στο βασίλειο, θα βρει την αρχαία Ελλάδα απαράλλαχτη και ζωντανή.
Ας πάμε και μεις. Άβριο φέβγουμε. Ακόμη μια παραγ­γελιά να σου δώσω. Μην ξεχάσεις, ζωή μου, σε παρακαλώ, να βάλεις δυο τρεις σταφίδες στο σεντούκι. Είναι της αθρωπιάς να φέρουμε και μεις κανένα χάρισμα στους ομογενείς. Μπορεί να σωθήκανε κι οι σταφίδες. Πρόσεχε, φως μου, και θυμήσου να πάρεις καμιά Γραμματική της νεοελληνικής. Πρέπει να ξέρουμε να μιλούμε. Κάτω κάτω στο σεντούκι, ρίξε, ψυχίτσα μου, την Grammaire du grec actuel του Rangabe»

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.