Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσ/νίκης : Βραβεία 1966


Α’ βραβείο: «Πανηγύρι» (Κλειώ Δενάρδου – Μαίρη Αλεξοπούλου / Γιώργος Μαυρομουστάκης – Κώστας Κλάβας)




***


Β’ βραβείο: «Δώσε μου» (Ζωή Κουρούκλη – Αλεξάνδρα Μπιλίκα / Ηλίας Ηλιόπουλος – Ζακ Ιακωβίδης)



στίχοι: Ηλίας Ηλιόπουλος


Δώσε μου μια λέξη σου να την κάνω τραγούδι,
δώσε μου ένα βλέμμα σου να το κάνω πρωί,
δώσε μου λίγο άρωμα να το κάνω λουλούδι,
δώσε μου την ανάσα σου να την κάνω ζωή.

Δώσε μου λίγο σήμερα να το κάνω αιώνες,
δώσε μου λίγο αύριο να το κάνω ελπίδες,
δώσε μου λίγη άνοιξη να χαθούν οι χειμώνες,
δώσε μου την αγάπη σου, τη γλυκιά καταιγίδα.

Δώσε μου την ανάσα σου να την κάνω ζωή.

Δώσε μου λίγο σήμερα να το κάνω αιώνες,
δώσε μου λίγο αύριο να το κάνω ελπίδες,
δώσε μου λίγη άνοιξη να χαθούν οι χειμώνες,
δώσε μου την αγάπη σου, τη γλυκιά καταιγίδα.

Δώσε μου, δώσε μου, δώσε μου την αγάπη σου.



***



Γ’ βραβείο: «Ποτάμι» (Κλειώ Δενάρδου – Λίτσα Σακελλαρίου / Ηλίας Ηλιόπουλος – Πάνος Καψοκαβάδης – Μενέλαος Σπάθης)

Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσ/νίκης : Βραβεία 1965


Α’ βραβείο: «Ήταν μεγάλη η νύχτα» (Σούλα Μπιρμπίλη / Γιάννης Κακουλίδης – Νότης Μαυρουδής – Γιώργος Κουρουπός)


https://www.youtube.com/watch?v=t-6NQlRJQJw



Β’ βραβείο: «Το φτωχόπαιδο» (Γιοβάννα (Φάσου) / Γιάννης Ρίτσος – Σπήλιος Μεντής – Κώστας Καπνίσης)

https://www.youtube.com/watch?v=Np8bNt43P0k



Γ’ βραβείο: «Θαλασσινό όνειρο» (Γιοβάννα (Φάσου) / Γιάννης Λογοθέτης – Γιώργος Μαυρομουστάκης – Κώστας Καπνίσης)



https://www.youtube.com/watch?v=fWj5m7lRLmk




Α’ βραβείο: «Ήταν μεγάλη η νύχτα» στίχοι: Γιάννης Κακουλίδης


Βραδιά κατάσπαρτη μ’ αστέρια
εγώ κι εσύ στα δυο μου χέρια.
Γλυκά τ’ αγέρι σου `πλεκε γιορντάνι
λυτά μαλλιά, Μαγιάτικο στεφάνι.

Ήταν μεγάλη η νύχτα
κι ήμασταν τόσο μόνοι,
πάγος στα μάτια,
νέκρα στα χείλη,
στα χέρια χιόνι.

Η μέρα θα `ρθει όλη δικιά μας
δε θα χωρέσει στα φιλιά μας.
Θα σου στολίσω τα μαλλιά με στάχυα
δειλά πουλιά στης θάλασσας τα βράχια.

Ήταν μεγάλη η νύχτα
κι ήμασταν τόσο μόνοι,
πάγος στα μάτια,
νέκρα στα χείλη,

στα χέρια χιόνι.




ΓΙΑΤΙ


Γιατί η προσπάθεια για μας, πάντα μια φαντασία ;
Γιατ'είναι η αλήθεια μας, θαρρείς χωρίς ουσία;
Γιατί πάντα να ψάχνουμε αυτό το κάτι άλλο;
Γιατί το μακρινό μικρό ,το βλέπουμε μεγάλο;
Γιατί σκοτάδι δίπλα μας ,κι αλλού βλέπουμε φώς;
Γιατί ο δικός αμέτοχος, κι ο ξένος αδελφός ;
Γιατί η καρδιά μας άτακτα, κτυπά στην καθε αγάπη ;
Γιατί το λάθος μας σωστό βλέπουμε κι όχι απάτη ;
Γιατί εμείς διαφορά μέσα στους άλλους ένας ;
Γιατί στο πλήθος μοναχοί; Νοιωθουμε σαν κανένας ;
Γιατι είμαστε η διαφορά όπου μας ξεχωρίζει ;
Κι αέρας είν το πνεύμα μας κανεις δεν το γνωρίζει;
Γιατί μας είπανε τρελλούς μα και αεροβάτες;
Γιατί παντα στους λογικούς βλέπουμε μονο πλάτες;
Γιατι κανείς δεν απαντά σε όλα τα “γιατί” μας

και μένουν αναπάντητα όλα μεσ στην ψυχή μας ;

[Κι έρχεται η ώρα που χαιδεύεις το ποίημα..]

Κι έρχεται η ώρα που χαιδεύεις
το ποίημα σα γατί
σα μάνα και σαν εραστή
Από την άκρη του
κρεμμιέσαι στο κενό
-μεταξωτή κλωστή
Και μ' ένα σάλτο ισορροπείς
πάνω απ΄ τα χείλη της σιωπής.

Φτωχή Καρδιά



Φτωχή καρδιά, καρδιά τρελή,
πόχεις πεποίθηση πολλή
στα μαδημένα τα φτερά σου,
είν' ο αγέρας δυνατός
κι ανάλαφρ' η χαρά σου.

Ο Γεωργός στ' Αλώνι



Δικράνι μου έχω το βοριά και το μαϊστρο φτυάρι.
Παραμεράτε, χωριανοί, διαβάτες και γειτόνοι.
Σπυρί μαζεύω μάλαμα, χρυσό λιχνίζω στάρι.
Θα σας πραχνιάσει τ' άχυρο, θα σας πουμώσει η σκόνη.
Καλοχρονιά, καλοσοδειά κι ο κόπος με τον τόκο:
Πλημμύρισε τ' αλώνι μου, ξεχείλισε τ' αμπάρι!
Ελάτε, χήρες κι ορφανά ψωμάκι να σας δώσω.
Πολλά μου τα 'δωκε ο Θεός, τη δεκατιά του ας πάρει!

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Τραγούδια και Ποίηση για την Άννα

 Άννα μην κλαις

 του Bertolt Brecht

Μιλάνε για καιρούς δοξασμένους, και πάλι
(Άννα μην κλαις)
θα γυρέψουμε βερεσέ απ' τον μπακάλη.

Μιλάνε για του έθνους, ξανά, την τιμή
(Άννα μην κλαις)
στο ντουλάπι δεν έχει ψίχα ψωμί

Μιλάνε για νίκες που το μέλλον θα φέρει
(Άννα μην κλαις)
Εμένα δε με βάζουν στο χέρι.

Ο στρατός ξεκινά
(Άννα μην κλαις)
Σαν γυρίσω ξανά
θ' ακολουθώ άλλες σημαίες.
Ο στρατός ξεκινά


--------------------------------------------------------------------------


Άννα 


του  Γιάννη Καλαμίτση


 Άννα, δεν είναι η βροχή που σου χαράκωσε το βλέμμα,
είναι που είσαι μοναχή κι αν τ' αρνηθείς θα είναι ψέμα.
Ξέρω, ξέρω το δάκρυ το καυτό άμα το δω σε μάτια ξένα.
Άννα, γιατί να σου κρυφτώ, είμαι μονάχος σαν κι εσένα.

Έλα λοιπόν και μη ντραπείς
μα σε παρακαλώ μονάχα:
πες ό,τι θες, όμως μην πεις
πως μ' έχεις αγαπήσει τάχα.

Άννα, οι άνθρωποι πονούν και τους φοβίζει το σκοτάδι.
Πόσοι γι' αγάπη δεν μιλούν για να περάσουν ένα βράδυ,
πόσοι δε λένε "σ' αγαπώ" και το ξεχνάνε μόλις φέξει.
Άννα, ποτέ δε θα σ' την πω αν δεν τη νιώσω αυτή τη λέξη.


==================================================================




Είδα την Άννα κάποτε  

του Διονύση Σαββόπουλου



Την παιδική μου φίλη
την είδα ξαφνικά
να στέκει
και να με κοιτά.

Αγάλματα κομμάτια
στα μάτια της τα δυο
βομβαρδισμένες πόλεις
ναυάγια στο βυθό.

Ζεστό το μεσημέρι
το στόρι χαμηλό
κι η σκάλα
στο φωταγωγό.

Σβήνουν τα βήματα στη σκάλα
κανείς -θα πλανηθούμε μοναχοί
θάλασσες πόλεις έρημοι σταθμοί.
Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή
τι να καταλάβουμε οι φτωχοί.

Για πες μου μήπως ξέρεις
γι' αυτήν που σου μιλώ
Άννα
τ' όνομά της το μικρό.

Τη βλέπω κατεβαίνει
στέκεται στο σκαλί
και χάνεται για πάντα
στου κόσμου τη βουή.


================================================================


Πάρε ένα κοχύλι απ' το Αιγαίο



του  Ξενοφώντα Φιλέρη

Άννα δώσ' μου για να σε θυμάμαι
το μικρό χτενάκι που κρατάς
Μπήκε ο Σεπτέμβρης και φοβάμαι
τ' όνειρο πως τέλειωσε για μας

Πάρε ένα κοχύλι απ' το Αιγαίο

να 'χεις στο ταξίδι συντροφιά
Κι από το φιλί το τελευταίο
κράτησε στα χείλη τη δροσιά

Η καρδιά μου φύλλο-φύλλο

ματωμένη τριανταφυλλιά
Στο Αιγαίο και στον ήλιο
Θεέ μου πόση νοιώθω μοναξιά

Άσε την αλμύρα από τ’ αλάτι

κάτω από τα μάτια της σιωπής
Πάρε της φυγής το μονοπάτι
τέτοιαν ώρα τίποτα μην πεις

Μόνο "θα ξανάρθω" να μου τάξεις

όταν το μαντήλι θα χαθεί
Βγες στην κουπαστή ναν το φωνάξεις
σ' όλο το Αιγαίο ν' ακουστεί


==============================================================

Άννα 

του Κώστα Καραίνδου 

 Τη μια με ανασταίνεις την άλλη με πεθαίνεις
στον έρωτά σου με φυλάς
με διώχνεις με παρακαλάς
δεν μπορώ

Σαν τρένο η καρδιά μου μες στους σταθμούς γυρίζει

τη νύχτα μέσα στη βροχή
εσένα ψάχνει για να βρει
να σου πει

Είναι κρίμα σαν σκουπίδι να με παρατάς

και τις νύχτες μες στα φώτα
την καρδιά σου να σκορπάς
μες στης μουσικής τον ήχο
μέσα στο πιοτό
έγραψα δειλά στον τοίχο
Άννα πόσο σ' αγαπώ

Τη μια φιλιά μου στέλνεις την άλλη με πικραίνεις

στον έρωτά σου με φυλάς
με διώχνεις με παρακαλάς
δεν μπορώ

Μου λες να σε ξεχάσω μονάχη να σ' αφήσω

την τύχη σου κι εσύ να βρεις
στα πλούτη μέσα να κρυφτείς
τι ντροπή

Είναι κρίμα σαν σκουπίδι να με παρατάς

και τις νύχτες μες στα φώτα
την καρδιά σου να σκορπάς
μες στης μουσικής τον ήχο
μέσα στο πιοτό
έγραψα δειλά στον τοίχο
Άννα πόσο σ' αγαπώ



=========================================================
 Αννουλα του Χιονιά 


Σαράντης Αλιβιζάτος

Πάει καιρός που το φεγγάρι δεν περνάει από 'δω
Το τοπίο είναι χακί, τρώει την καρδιά σου
Σε λευκό χαρτί τη νύχτα ξαναγράφω σ' αγαπώ
στη σκοπιά παραμιλάω τ' όνομά σου

Αχ, Αννούλα του χιονιά

δε θα είμαι πια μαζί σου
στου Δεκέμβρη τις εννιά
που έχεις Άννα τη γιορτή σου

Χτες το βράδυ στ' όνειρό μου, τι σου είναι το μυαλό

μπήκαν, λέει, περιστέρια στο στρατώνα
Κι όπως το 'φερε η κουβέντα, μου είπαν όνειρο κι αυτό
σήκω πήγαινε στην Άννα του χειμώνα

Αχ, Αννούλα του χιονιά...


=================================================================

Μάρκος και Άννα 

Κατσιμίχα (Πάνος και Χάρης)



Άννα όπως τόσες άλλες,
Άννα, όμορφη Άννα.
Άννα με το βλέμμα που σβήνει,
μυγιάγγιχτη Άννα.

Θα φύγει κάποτε θα φύγει.

Της συνοικίας το αστέρι.
Η Άννα με τις φιλενάδες
κλείνει τα μάτια και το ξέρει.

Ο Μάρκος μες στα ρούχα του που πλέει,

ο Μάρκος μια καρδιά που καίει.
Με τη μάνα και την αδερφή του,
και την άχαρη ζωή του

Μα όταν νυχτώνουνε οι δρόμοι,

τρέχει να βρει τη συμμορία
Ο Μάρκος με τους κολλητούς,
ο Μάρκος τσαμπουκάς στη συνοικία.

Το φεγγάρι μια μπάλα στ' ουρανού το μπιλιάρδο

Και τ' αστέρια αμέτρητα στου φλίπερ το τζάμι
Ο Μάρκος σ' ένα μπάρ,
δεν ξέρει που να πάει
Ένα ξεκλείδωτο γκάζι βουτάει
και για την πόλη τραβάει

Σαββάτο η Άννα πάει για χορό,

ο Μάρκος στην πίστα καλπάζει.
Το χορευτάδικο είναι φριχτό,
μια αδερφή (gay) με πάθος τον κοιτάζει.

Μα πες μου εσύ που όλα τα ξέρεις,

ποιος είναι ο δρόμος για τ' αστέρια;
Κοιτάζονται, μιλάνε, γελάνε,
μιλάνε με τα χέρια
και αρχίζουν να πετάνε
αγκαλιά μες στη ζαλάδα.

Σαν κωμωδία αμερικάνικη

πέρασε και τούτη η βδομάδα.
Μα η Αμέρικα μακραίνει,
στην άλλη όχθη της σελήνης
Κυνηγώντας τους ζυγώνει
μ' ένα γέλιο που το αίμα τους παγώνει.

Το φεγγάρι απλώνει,

τους πιάνει απ' τον ώμο.
Μ' ένα μάτσο αστέρια
κατεβαίνει στο δρόμο.
άρρωστο φεγγάρι,
στο δρόμο χύνεται.
Ένα σκυλί που περνάει,
γαβγίζει, και ξεκουμπίζεται.

Η Άννα θέλει να πεθάνει,

ο Μάρκος ονειρεύεται άλλα μέρη.
Κάποιος τους είδε να γυρίζουν χέρι με χέρι.


==========================================================
Αεροπλάνα 

Πήρα το χαρτί ντύθηκα στα μπλε
πέρασα την πύλη
σε τόπο μακρινό με τον άνεμο
φίλο κι αδερφό

Άννα δεν ήμουνα εγώ γι' αεροπλάνα


Ωρες στη σκοπιά τσιγάρο στα κλεφτά σκουπίδια μαγειρεία

μα κάτω απ' την πλαγιά ο δρόμος φωτεινός μου δείχνει την πορεία

Άννα δεν ήμουνα εγώ γι' αεροπλάνα


Το παιχνίδι αυτό θέατρο σωστό

και γνωστοί οι ρόλοι
βγάζω τη στολή και το κράνος μου
φεύγω για την πόλη

Άννα δεν ήμουνα εγώ γι' αεροπλάνα



Βασίλης Καζούλης 

==============================================================


Κάνε Κουράγιο Άννα 



Κάνε κουράγιο, Άννα.
Πάλεψε τα χρόνια.
Άννα μου, με τις αλλιώτικες συνήθειες,
τις αλλιώτικες κινήσεις.
Είχες πολύ καλούς τρόπους.
Φαινόταν ότι ήσουν από άλλο κόσμο.
Όμως, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες
για να μην το δείχνεις.
Δεν περιφρονούσες τη φτώχεια
αλλά ούτε σε γοήτευε ιδιαίτερα.
Όλα σε σένα ήταν διαφορετικά.
Το δωμάτιο σου με τα σπάνια αντικείμενα,
τα γράμματα, τα δώρα σου...
Σίγουρα, είχες καλύτερο γούστο από μένα!
Ερχόσουν και μ' έβρισκες.
Το κρεβάτι μου, το στήθος σου...
Άννα, μικρή πρόστυχη κυρία.
Και κάτω απ' τα παράθυρα βρεγμένος δρόμος,
ο ήχος του τρένου, το σούρουπο.
Και το δωμάτιο μου, Άννα,
κρεμασμένο στον αέρα,
σαν πορτοκάλι.
Κάνε κουράγιο Άννα.

Πού να 'σαι τώρα;

Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...

Ξέρεις Άννα εμείς οι δυο

ήταν γραφτό να συναντηθούμε.
Τι να ξέρουν; Πώς μπορούν να ξέρουν οι άλλοι;
Συνομίληκη, μικρή ερωμένη μου.
Θυμάσαι; Εκατομμύρια στιγμές,
στιγμές που όσο πάνε και λιγοστεύουν,
έτσι όπως κάποιοι τις λεηλατούν
μπροστά στα μάτια μας, κάθε μέρα.
Άδικα παλεύω να τις κρατήσω, άδικα.
κυλάνε βουβά και φεύγουν
προς τη μεγάλη θάλασσα.
Πέρασαν τόσα χρόνια.
Δεν φοράω πια το φοιτητικό μου μπουφάν
και δυσκολεύομαι να συνηθίσω
αυτό το καλοραμένο κουστούμι.
Δεν περιφρονώ το χρήμα
αλλά ούτε με γοητεύει ιδιαίτερα.
Μότσαρτ, Ρέκβιεμ, Agnus Dei, Yesterday.

Απόψε θα 'ρθω στο πρώτο σου όνειρο.

Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις.
Πες ψέματα στον άντρα σου.
Σκίσε την πρόσκληση, ακύρωσε το δείπνο.
Ακούμπησε με, όπως τότε, με το γόνατό σου
κάτω από το τραπέζι.
Απόψε, Άννα.
Στο καλύτερο ξενοδοχείο.
Απόψε.
Στο πρώτο σου όνειρο.
Κάνε κουράγιο Άννα.

Πού να 'σαι τώρα;

Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...

Μη γεράσεις Άννα, μη γεράσεις.

Γιατί δε θα 'χω πια κανέναν και τίποτα
να με κρατήσει νέο.
Μόνος μου επιμένω ακόμα εδώ,
παρόλο που άρχισε πάλι να βρέχει,
έτσι όπως βρέχει πάντα στα νησιά
Οκτώβρη μήνα.
Θυμάσαι;
Θάλασσα από μολύβι και ουρανός από πεύκα.
Απόμακρες, ανάκατες φωνές.
Η φωνή της μητέρας, του φίλου, της κόρης,
του αδελφού, της ερωμένης,
της σειρήνας του πλοίου.
Ρούχα λευκά, βιαστικά μαζεμένα,
λίγο πριν τη βροχή.
Μαζί τους χάθηκε και το φως.
Ένας σύντομος περίπατος,
ακόμα...εκεί.Δίπλα στη θάλασσα.
Κι ύστερα...τέλος, τέλος.
Κάνε κουράγιο, Άννα.

Πού να 'σαι τώρα;

Ποιος ξέρει πώς περνάς...
Πού να 'σαι τώρα; Αχ πώς αντέχεις;
Χωρίς να έχεις αυτό που αγαπάς
και δίχως ν' αγαπάς αυτό που έχεις...

Κάνε κουράγιο Άννα...



Αδελφοί Κατσιμίχα (Χάρης και Πάνος) 

===============================================================

Εσύ με φιάχνεις 


 Άννα μαυρούκα μου Άννα
αχ πώς τα πας και τα φέρνεις
τα μάτια σου τα πλάνα
ʼννα ξεφτέρι μου ʼννα
θέλω να κάψω απόψε
την καρδιά σου την αλάνα.

Εσύ με φτιάχνεις

με φτιάχνεις με φτιάχνεις
κι ας μην ξέρω τι μου φτιάχνεις
εσύ με φτιάχνεις
με φτιάχνεις με φτιάχνεις
ναι, μωρό μου, με φτιάχνεις.

Άννα αρρώστια μου ʼννα

στη Σαλονίκη πώς χτυπούσε
η καρδιά μου σαν καμπάνα
Άννα ψευτρούλα μου ʼννα
πάλι σας έκανα τσακωτές
με την Αντριάννα
όμως με φτιάχνεις.



του Λάκη Παπαδόπουλου 

==========================================================

Άννα του Μπάμπη Στόκα 

 Μην ψάχνεις λόγια να μου πεις,
τα 'χει ο καιρός κρυμμένα.
Κράτα δικό σου το φλουρί,
άσ' το φιλί σε μένα.

Άσ' τ' όνειρο αληθινό

αφού χτυπάει η καρδιά μου
και στο Μαΐστρο φόρτωσε
τα γκρίζα σφάλματά μου.

Άννα...

================================================================

το γράμμα του Θωμά Μπακαλάκου 



Γεια και χαρά σας
Αγάπες μου, γεια χαρά σας
Ας ήταν όνειρο που είμαι μακριά σας
Η μοναξιά την καρδιά μου λιώνει
Τη ματώνει, τη ματώνει

Να δώσεις δυο φιλάκια στη μυριόκαλη

Κι αυτό το λουλουδάκι για σένα
Κι αύριο μην ξεχάσεις που ’ναι Κυριακή,
Να βάλεις τα καλά σου για μένα.
Σ’ αγαπώ πολύ, σ’ αγαπώ πολύ

Είχε μια γλύκα ο φετινός χειμώνας

Έβγαλε ανθάκια ακόμα κι ο στρατώνας
Χθες βγήκα και πήγα στο Βαγγέλη
Χαιρετίσματα σου στέλνει

Να δώσεις δυο φιλάκια στη μυριόκαλη

Κι αυτό το λουλουδάκι για σένα
Κι αύριο μην ξεχάσεις που ’ναι Κυριακή,
Να βάλεις τα καλά σου για μένα.
Σ’ αγαπώ πολύ, σ’ αγαπώ πολύ

Γράψε μου, θέλω να μάθω το πώς περνάτε

Και η Αννούλα μας αν με θυμάται
Γιατί η γαρδένια μου στο μπαλκόνι
Μαραζώνει, μαραζώνει

Να δώσεις δυο φιλάκια στη μυριόκαλη

Κι αυτό το λουλουδάκι για σένα
Κι αύριο μην ξεχάσεις που ’ναι Κυριακή,
Να βάλεις τα καλά σου για μένα.
Σ’ αγαπώ πολύ, σ’ αγαπώ πολύ


===============================================================


 Άννα 


Λες και τ' αρώματα
ξάφνου αποκτήσαν σώματα
και γίναν όλα ένα
σ' ένα κορμί, σε σένα.
Εγώ δυο χέρια αφτέρωτα
όλη μια στάλα του έρωτα,
είπες δεν ξαναγκάλιασα
άλλη φορά τη θάλασσα.

Με είπες κρήνη των κρίνων

Άννα την άνοιξη
ποτάμι των πέντε οίνων
βαθιά κατάνυξη.
Άναψα στα φιλιά σου,
το φως γεννήθηκε,
με πήρες αγκαλιά σου
κι η γη φωτίστηκε.
Με είπες κρήνη των κρίνων
Άννα την άνοιξη.

Λες και τ' αρώματα

ξάφνου αποκτήσαν σώματα
και πήρε η ανάσα χρώμα
για ένα φιλί ακόμα.
Εγώ δυο λόγια ανείπωτα
άχνα ουρανού και τίποτα,
είπες δεν ξαναγκάλιασα
άλλη φορά τη θάλασσα.

Με είπες κρήνη των κρίνων...


Νύχτες μαζί σου σε δωμάτια αναμμένα

κι εγώ στη γάμπα μου τατού τα δυο σου χείλια,
είναι τα μάτια μου φωτιά, ξενυχτισμένα
με την ηχώ απ' τα φιλιά στ' αυτιά κοχύλια.

Με είπες κρήνη των κρίνων

Άννα την άνοιξη
ποτάμι των πέντε οίνων
βαθιά κατάνυξη.
Με είπες κρήνη των κρίνων
Άννα την άνοιξη.



Σαράντης Αλιβιζάτος

===============================================================

  Άννα 


Κώστας Τουρνάς 



Άννα, σφίξε με όσο μπορείς,
ξέρεις πως σ’ έχω ανάγκη.
Σαν να, να με τρυπούν στην καρδιά,
μόνον η αγάπη το αντέχει.

Μη μου μιλάς, για τότες μη μιλάς,

πλάι μου κι αύριο σε θέλω.
Γιατί γελάς, πες μου γιατί γελάς,
πλάι μου κι αύριο σε θέλω.

Άννα, κράτα τα χέρια τα δυο

κι ασ’ τη φωνή μου να τρέμει.
Πάντα αυτό το λέγαν στη Γη,
ο χωρισμός δάκρυα φέρνει.


============================================================


Αννούλα (Παραδοσιακό Μακεδονίας)


Ήμουν ξέγνοιαστο πουλί
όταν σ' είχα πρωτοϊδεί
την αυγούλα, Άννα μου Αννούλα
έφυγες κι έχεις χαθεί

Απ' τη στράτα σαν περνάς

την καρδούλα μου κεντάς
την αυγούλα, Άννα μου Αννούλα
μου 'πες πως θα μ' αγαπάς

Περπατώ εδώ κι εκεί

με το βήμα το βαρύ
την αυγούλα, Άννα μου Αννούλα
έφυγες κι έχεις χαθεί


=================================================
 Τρία παιδιά Βολιώτικα (παραδοσιακό)


Τρία παιδιά, τρία παιδιά, βολιώτικα,
μας πήραν την Αννούλα,
Αννούλα μας γλυκειά.
Την πήραν και την πήγανε,
σε κλέφτικα λημέρια,
Σαρακατσάνισσα.
Πέσ’ μας Αννιώ ποιον αγαπάς,
και ποιον θα πάρεις γι’ άντρα,
Αννούλα μας γλυκειά.
Εγώ το Γιώργο αγαπώ,
κι αυτόν θα πάρω άντρα,
Σαρακατσάνισσα.
=============================



Έκθεση ζωγραφικής

Οι επισκέπτες τριγυρίζουν μες στην αίθουσα·
Βλέπουν στους τοίχους τις εικόνες
Συνομιλούν και σχολιάζουν.

«Ο τεχνίτης πρέπει να δίνει σάρκα και οστά στα οράματά του·
Από τα έργα απουσιάζει παντελώς η φρίκη του θανάτου. 
Τι θέση έχουν τα πουλιά, τα δέντρα, τα τοπία αυτά τα ειδυλλιακά
Την ώρα που η βία ωμή περνά και μας καταπατά;»

Μα όταν το βράδι σβήσει τα φώτα ο φύλακας
Και στερεώσει το μοχλό στην πόρτα
Ανοίγουν το ράμφος τα πουλιά 
Και η άδεια αίθουσα αντηχεί από ένα κλάμα
Σα να μοιρολογούν όλα μαζί την Αντριανόπολη.
Κι ακόμα όταν σηκώνεται ο άνεμος τη νύχτα
Την αίθουσα αυτή δεν αγνοεί. Πνέει
Και σείει τα φύλλα των δέντρων στις εικόνες. 
Ένας στεναγμός ακούεται μέσα στους τέσσερις τοίχους
Ίδιος με τον θρήνο της Εκάβης
Που μαζί με τις άλλες Τρωαδίτισσες ζητούσαν
Μέσα στη λεηλατημένη Τροία τα παιδιά τους.


Φαίνεται πως δεν έχει σημασία το τι αλλά το πώς.

Η εργασία του ποιητή

Όταν επιτέλους κλείσουν τα μάτια των αγγέλων
Και οι φλόγες της ρομφαίας  κοιμηθούν
Ο ποιητής που σ’ όλο τούτο το διάστημα αγρυπνά
Ντύνεται τη στολή του κλέφτη.
Δρασκελά το κατώφλι
Και επιδίδεται στο δυσχερές
Και ανόσιο έργο του.
Επιστρέφει όμως
Την όραση έχοντας εμπλουτισμένη
Από το σχήμα και το χρώμα των πραγμάτων.
Ευδαίμων μέσα στην άβυσσο της αγνωσίας του
Χαμογελά
Καθώς μια καλή οικοδέσποινα
Που στιλβώνε ένα χάλκινο σκεύος.

Έρωτας


Ο έρωτας είναι ένα μαρτύριο κι ένας καημός που δεν αναπνέει
Πυρπολεί την ψυχή μας και τη γεμίζει με στάχτες.
Δέντρο που φλέγει και κατατρώγει την κόκκινη ομορφιά του
Μέσα στο καλοκαίρι.
Η νύχτα ξεφορτώνει την οδύνη της πάνω στο μέτωπό μας.
Ο ύπνος ετοιμάζει τραγικά προσωπεία που θα φορέσουν τα
όνειρα.
Μας ξεφεύγει ο σπάγκος
Κι ο χαρταετός μας
Άθυρμα στη συνομιλία των ανέμων.

Στα χέρια μας στάχτες, στο κορμί μας αιθάλη.
Κι όμως πρέπει ν’ αντέξουμε να δούμε το φεγγάρι.
Απόψε ο κύκλος του τριακοσίων εξήκοντα μοιρών.

Ένα ζευγάρι ερωτευμένων με το κεφάλι μέσα στο Γαλαξία
Εγκάθειρκτοι στη φυλακή των χεριών τους
Περιφρονούν τις στιγμές και μιλούν για αιώνες
Κι όμως η άλλη μέρα τούς τοποθετεί σε χωριστούς δρόμους.

Το φεγγάρι ανεβαίνει τις σκάλες τ’ ουρανού.
Ανάβει στον μικρό σκαντζόχοιρο το μονοπάτι.
Χορδίζει τα τριζόνια.
Θα μας σκεπάσει με σεντόνια
Που στάζουν αρμύρα και γαλάζιο
Και θ’ αγρυπνήσει στο στρώμα μας.

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.