Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Ψαράκης Κώστας: Τρία [3] ποιήματα


Η ΣΤΑΧΤΗ
Το ηφαίστειο που μάζευε τη δύναμή του σαν το κακό σπυρί
ξέσπασε ένα πρωί
κι όλη μέρα ξερνούσε στάχτη
μέχρι που γέμισε το τόπο στάχτες και ησύχασε .
Την άλλη μέρα βγήκε o ήλιος ο παντοτινός ,γκρίζος.
βγήκαν κι οι άνθρωποι και κοίταζαν και κοιταζόντουσαν.
Κι ήταν οι δρόμοι ποτάμια στάχτης
κι όσα δε σκέπασαν οι στάχτες γκρίζα κι αυτά
κι οι άνθρωποι σταχτιοί και τα μάτια των ανθρώπων γκρίζα
και ο αέρας σάπιος , βαρύς , όπως μέσα στα βαθιά πηγάδια
και ήχος κανείς
και όλα ακίνητα , κι ούτε πουλί πετούμενο .
Κι οι φωνές τους δεν πήγαιναν μακριά
έπεφταν κοντά , σαν πέτρες στον βαρύ αέρα.
και περίεργα ζώα , που οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ούτε τ όνομά τους
που ήταν κρυμμένα;
να έρπουν και να χαράζουν δρόμους στο συνεχές γκρίζο.
Και μετά έπιασε τους ανθρώπους ενας πανικός να καθαρίσουν τον τόπο
να καθαρίσουν τα ρούχα τους και τα σώματά τους από το γκρίζο.
Μα ήταν το ίδιο το φώς γκρίζο .
κι απελπίστηκαν και ησυχάσανε
κι απόμειναν να κοιτάζουν τον καινούργιο τόπο άφωνοι.
Μέχρι που νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι και φώτισε απόκοσμα
Το Αλλόκοτο , και την Σιωπή.
Και άρχισε να σέρνεται στις στάχτες το μεγάλο φίδι
που πάντα έλεγαν πως δεν υπάρχει.
Και ιδού οι άνθρωποι ,επιτέλους ήσυχοι, επιτέλους ειρηνικοί
χορτασμένοι από το απόκοσμο και το γκρίζο , κοιμήθηκαν.
και ζήτησα εξηγήσεις
και έρχεται ο ποιητής που γράφει
την Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών
και γελούσε.
Δες μου λέει
ειρήνεψαν τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα
και τα χάχανα των χρωμάτων
κ έπαψαν τα όργανα των ήχων
και των ανέμων οι ψίθυροι.
Και ιδού ο όφις ο αρχαίος ο αλαζών
και τα ακατανόμαστα ,φανερά και τετραχειλισμένα.
Και ιδού οι άνθρωποι ειρηνικοί
οτι κατοικούν επιτέλους
σε τούτο τον τόπο που άλλος δεν ειναι
παρά οι ακατοίκητες ψυχές τους.


**

πώς νιώθω λέει...
έτσι νιώθω..
Παράξενη νύκτα.
προσκυνούν τα δέντρα
κάτι απρόσμενους άνεμους.
Ένας κόκκινος σκύλος
σκοτωμένος,
κείτεται ήσυχα ήσυχα
στην άκρη του δρόμου.
Πρόλαβα και είδα από τ αμάξι
μια τούφα στη ράχη του
που χάιδευε ο άνεμος,
που τάραζε τα δέντρα.
Κείτεται ήσυχα ήσυχα
γυρισμένος στο πλάι,
με τη ράχη του στη ταραχή του δρόμου,
σαν παιδί που κουράστηκε να το μαλώνουνε όλη μέρα
και εγκαταλείφθηκε,
στην αγκαλιά της μάνας του της γής
και στου ανέμου το χάδι,
με εμπιστοσύνη και λησμονιά,
όπως όλοι οι νεκροί.
Άφησα τη ψυχή μου ελεύθερη στον άνεμο
να πάει,
στις απόκοσμες κορφές
που δέρνει το φεγγάρι
και βαθιά στο πέλαγος
σε κάτι βράχους
που δέρνουν τα κύματα
χωρίς έλεος.
Και είδα τη γη που σβουρίζει στο απίστευτο χάος,
με όλους εμάς ανόητους, ταραγμένους,
κύμβαλα αλαλάζοντα,
τόσο απροετοίμαστους
να γυρίσομε τη πλάτη στο πολύβουο κόσμο
και να εγκαταλειφθούμε επιτέλους
με εμπιστοσύνη και λησμονιά,
στο χάδι του ανέμου
και στα χέρια του Θεού...

**

Οι άνεμοι της ερημιάς

 Στις άδειες αίθουσες φυσούν οι άνεμοι της ερημιάς.

Τα νερά σαπίσανε τη βιβλιοθήκη
Κάτι έγγραφα πεταχτήκανε χάμαι
Κάπου εδώ πρέπει να τριγυρίζει
Ίσως να κοιμάται εδώ τις νύχτες
Εδώ τον εγκατέλειψα
όταν ήταν δέκα χρονών.
Δεν νομίζω να μου κρατά κακία πια…
Στην αρχή έκλαιγε πολύ
και με φώναζε
δεν πίστευε ότι τον άφησα.
Μετά μόνο έκλαιγε.
Σταμάτησε να με φωνάζει.
Για να μη με κατηγορήσει
με ξέχασε .
Μετά έπαψε να κλαίει.
Αν συναντηθούμε
στο έρημο σχολείο
ή στον ποταμό με τα πλατάνια
και με κοιτάξει στα μάτια,
θα κάμει μια αβέβαιη κίνηση
σα μια στιγμή, μια ελάχιστη στιγμή
να μ' αγκαλιάσει..
ίσως να φανεί στο βλέμμα του
η απίστευτη αγάπη..
Και θα χαθεί..
Μάλλον κοιμάται εδώ τις νύχτες.
Στα πεταμένα έγγραφα, βρήκα το ενδεικτικό του..
Με το όνομά μου...

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2023

Ιωάννης Μασμανίδης: Τρία [3] ποιήματα


 ΔΙΝΟΥΝ ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ

Χρειάζονται οἱ λέξεις
σκεπάζουν πελώριες ρωγμὲς
σώζουν
ἀπὸ πνιγμὸ ἀπὸ σφαγὴ
ἀπὸ γκρέμισμα δεύτερου ὀρόφου
ὅταν
τὰ ὀνόματα
τὰ πράγματα
σαπίζουν ἤ ἀνοίγουν πληγὲς μέσα μας
Χρειάζονται
Τὰ ἀδιέξοδα σκοτάδια νὰ ξεθυμάνουν
στὸ ἄδειο κελάρι τῆς καρδιᾶς μου
νὰ κεράσουν φῶς
Σὲ νύχτες κρύες
σὲ μιὰ σιωπηλὴ κενὴ σελίδα
πού ʼχει στραγγίσει δάκρυα τόσης προσδοκίας
κρυφτὸ νὰ παίξουν μέ τὴ σκιά σου σὲ ἕνα ψέμα ἄνθος μηλιᾶς
ἐκεῖ ὅπου τὸν ἦχο τῆς φωνῆς σου ἀπὸ τὴ λησμονιὰ ξεκρεμῶ
προσμένοντας μιὰν Ἄνοιξη καρφιτσωμένη στὸ χθές
γιὰ λίγη ζωὴ σὲ μιά ἄπτερη ἐλπίδα
χρειάζονται
κουβέρτες δίνουν
στὴν τυραννία τῆς ἀγάπης
στὴν ἄκαρδη προπαγάνδα τοῦ θανάτου
στὰ καπνισμένα ἐρείπια καλέμι δίνουν
γιὰ τὴ σκουριὰ τῆς λησμονιᾶς
Ὅταν προσκέφαλο ζεστὸ
καμιὰ ἀπόγνωση νὰ ἀκουμπήσω
δὲ βρίσκω
δίνουν στὸ μοναχικὸ ἑαυτὸ μου-ἀγρίμι πεθαμένο-
κουβέρτα ζεστὴ πολύχρωμη
στὸ τίποτα
γεύση γλυκοῦ δώρου
στὸ τελευταῖο σπασμένο κλαδάκι πίστης
χέρι δίνουν νὰ μὴν παρασυρθεῖ
ὅσο οἱ κόρες
τῶν ματιῶν μου
τόσο καὶ ἀκόμα περισσότερο
χρειάζονται
Δρόμο ἄλλο δὲν ἔχω νὰ σέ βρῶ

**

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ
Παρὰ ἕνα ἀνυπάκουο παιδὶ
μὲ λύπη ὥς τὰ βάθη
ποτισμένο
Μὲ παγωμένα χέρια
μὲ ὅλους τοὺς ἀπελπισμένους
μὲ τοὺς μέχρις ἐξαντλήσεως παραπλανημένους
ἀνάμεσα σὲ κοῖτες ἀγάπης
αἰχμηρὲς
γιὰ νὰ συντελεσθεῖ
ἡ ἄνθηση τῶν χρυσανθέμων
Ἀνυπάκουος
τεταπεινωμένος
στὸ χρονοτίποτα ἐμφανίζω ρωγμές τώρα
ἀναιρῶ τὰ καθιερωμένα
μέ ἐσώστρεφα ὅπλα-λέξεις
στὸ ἀκρόχειλο
παλίρροιες ποίησης
γιὰ τὴν ὀργὴ τῆς καρδιᾶς
μὲ πυροβολῶ
θλιμμένο μολύβι ἔκθετο αἷμα
στὸ λευκὸ χαρτὶ
ποτὲ δὲ ἤμουν κάτι ἄλλο

**

Ὅσο κι ἄν Γράφω
τὸ τότε καὶ τὸ τώρα
παραποιῶ μόνο
ἀλύτρωτος μένω
λύπες ὑποτονθορύζω ἀκούραστα
τὸ παρελθὸν ἤδη τετελεσμένο
τὸ μέλλον χωρὶς καμιὰ ἠχὼ
ἀνοιχτὸ μὰ ἄδειο
Μὲ τοὺς βαρυφορτωμένους ὤμους μου
νὰ ἔχουν καμπουριάσει
μὲ τὰ ξερὰ χέρια μου πληγιασμένα
στιγμές ξαναζυγίζω λησμονημένες
Οἱ ἀναμνήσεις ἀκήδευτες μένουν πάλι ὅμως
Ἡ σιωπὴ τοῦ ἄδειου μὲ περονιάζει
παραλύει τὰ μέλη μου βουρκώνει τὰ μάτια
γοερὰ σὲ ψιθυρίζει
Μὲ Ἀνεύωδα χαμόγελα ἡ ψυχὴ μου
ριγεῖ στὴ μοναξιὰ της
στά χείλη μου ἁφές σου διεδικοῦν συμβίωση
μὲ τιμωροῦν σὰν ἀνάξιο ἀποστάτη δειλὸ
Στέκω
ὥς νὰ μὴ στέκω
Ζῶ ὥς νὰ μὴ ζῶ
Ἄχ
Εἶναι τόσα τὰ ἀκατονόμαστα
ποὺ μὲ ζώνουν
Τί νὰ πῶ
Τί νά γράψω
Ἄδειασα
Νοστάλγησα
Δὲν εἶναι σιωπὴ ἡ σιωπὴ
μιὰ χούφτα νύχτα εἶναι
μιὰ σιωπὴ ποὺ δὲν κυλάει
στὴν ἄδεια καρδιὰ μου συσσωρεύεται
μόνιμα σταθμεύει
ὦ ἡ νύχτα κάθυγρη βαθιὰ
στὸ ἄδειο στῆθος μου
Τὸ χέρι σου μόνο νὰ μὲ ζεστάνει
νὰ μὲ τραβήξει ἀπὸ δῶ ζητῶ
Νὰ μοῦ δείξει τὸ φεγγάρι
στὴ χαμένη στίλβη τῶν ματιῶν σου
ἀκυβέρνητος ναυαγισμένος στὸ λιμάνι σου
πεθαμένος ἔστω κι ἔτσι νὰ σωριαστῶ
Στὰ πέρατα τοῦ ΤΟΤΕ
ἀπὸ τόση προσμονὴ
Ξεθώριασα
Μὲ μιὰ πιστολιὰ λέξεις στὸν κρόταφο
τί ἄλλο νὰ σοῦ γράφω
τί νά πῶ
παλιὰ σφουγγαρίστρα ἀνάμεσα
σὲ μνήμη καὶ λήθη

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023

Γιώργος Αλεξανδρής: Τρία [3] ποιήματα

 


Η ΛΕΜΟΝΙΑ 

Λιμπί­στικα μια λεμο­νιά,
με άσπρα λου­λού­δια νυφικό
και δίφορα λεμό­νια.
Της έπιασα και τίναξα
τη λυγερή της μέση,
την αψηλή κορ­φάδα.
Γέμι­σαν άνθια οι αυλές,
με φύλλα τα μπαλ­κό­νια
και τα σοκά­κια τα στενά
με νιους ξεπε­τα­ρού­δια.
Πήραν το χρώμα οι γει­το­νιές
και τα παι­διά το μόσχο
κι εγώ την ομορ­φάδα της
και τη γλυ­κιά της χάρη.
Την είδα νύφη, μάγισσα,
στο φέγ­γι­σμα τ’ Απο­σπε­ρίτη,
νεράιδα στο σελη­νό­φωτο
και ξωτικό της νύχτας.
Την πρό­σμενα κόρη της αυγής
στο λάμπρι­σμα τ’ Αυγε­ρι­νού,
λιο­γέν­νητη μικρή θεά
στης κόκ­κι­νης ανα­το­λής το θάμα.
Ήλιος καλός ταξι­δευ­τής ‚
ζηλω­τής της γης και οδοι­πό­ρος,
του ουρα­νού αρμε­νι­στής
και στ’ απέ­ρα­ντο το γαλανό βαρ­κά­ρης,
στα κλώ­νια της τα λια­νό­βεργα
κρέ­μασε το φως του ξόμπλι,
στον ίσκιο της, περ­πα­τη­σιά
λίκνισε το αρμέ­νι­σμά του
και μένα μου ‘γνεψε με αντη­λιά
να τεντωθώ να φτάσω,
ψηλά τους αθώ­ρη­τους ανθούς,
τα ώριμα, τα δίφορα λεμόνια.

**
Η Φιλαρέτη 

Κι όσο η νύχτα μάκραινε
και γλύκαινε στις μικρές της ώρες,
μακάρια, λυτρωτική, με ασπασμούς και αποκαλύψεις,
η Φιλαρέτη, μούσα της αρετής και της σοφίας
κι ιέρεια της πλησμονής και της αγρύπνιας,
κεντούσε στο υφάδι της βεβαιότητες κι αλήθειες,
με λόγου σπονδές και τέχνης λυρισμούς
και σύναζε στην ποδιά της όνειρα και προσμονές,
με αρχαίες ρήτρες και βυζαντινές τελετές.
 
Κι όσο το φεγγάρι ανίχνευε
σε στενές γωνιές και σκοτεινά σοκάκια,
ανάστατες σιωπές και βλέμματα εκστασιασμένα,
η Φιλαρέτη, νύμφη των άστρων και κόρη της αυγής
και δέσποινα της γειτονικής του ουρανού αυλής,
έβαφε περάσματα μυστικά και δρόμους ορθρινούς,
με ώριμη γραφή και αίσθηση ιχνηλασίας
και διακονούσε με πληρότητα χάριτες κι ομορφιές
του στιχουργού του έρωτα, του ομολογητή.
 
Κι όσο οι στοχασμοί βαθαίναν
ως μύχιοι πειρασμοί και ρωτήματα λογικής
και γύμνωναν τη ζωή από ορισμούς, μορφές και μέτρα,
η Φιλαρέτη, πνεύμα ανοιχτής παρένθεσης
και λόγος ενσάρκωσης αταξίδευτων επιθυμιών,
ξεδίπλωνε με ανέστιους ερχομούς και άδηλες αποδράσεις
περγαμηνές πρωτότυπες και ευαγγέλιες αναγνώσεις
για να λυτρώνεται αχειραγώγητη η ψυχή. 

***

ΦΟΒΑΜΑΙ

Με τη μνήμη κοντή κι ασπούδαστη την αλήθεια,
ασύνετοι οι καιροί και βία η ιστορία.

Εντέλλονται το μέλλον αυτόκλητοι αρχηγοί
κι επίδοξοι προφήτες ομνύουν στην καταστροφή
μ’ επιδρομές στο όνειδος και τη συνενοχή
δύο γενεών που φύγαν κι αυτής που απορεί.

Και φοβάμαι. Φοβάμαι το άγγελμα το ευοίωνο,
το μήνυμα τ’ απόκρυφο σ’ ερμήνευμα προσωπικό.
                              
                                     *
Συνείδηση με επινόηση και σκέψη σε μεταφορά,
η σωτηρία υπόδειξη και η αποδοχή ανάγκη.

Βουλεύεται ωρυόμενο και λειψό το μέγα πλήθος,
οι εύσχημοι, μεσίστιες ατενίζουν τις βεβαιότητές τους
με λογισμό χωρίς υπέρβαση και γνώση δίχως μέθη,
μύχια επίκληση η συμφορά και η ουτοπία μέτρο.

Και φοβάμαι. Φοβάμαι και πάλι να υποπτευθώ
σχήματα ελευθερίας στο περιθώριο και τον πανικό.
                              
                                     *
Η αυθεντία θέσπισμα και η ιδεοληψία ήθος,
η αυταπάτη αθώωση και η ευθύνη πλάνη.

Δικάζεται παράλυτη η εποχή και χειραγωγημένη,
κοστολογείται η ζωή με μηδενισμό κι αποποιήσεις,
θρίαμβος πνεύματος ο θυμός κι ανέστιος ο λόγος,
με τη δικαίωση αρετή και τη συνέπεια κρίση.

Και φοβάμαι. Φοβάμαι τη νοσταλγία του εφικτού,
τ’ αργύρωμα της ευπείθειας σε διαδοχή και τάξη.

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

Γλάροι Χέερμαν / Κική Ματέρη



Πετώντας προς τα νότια την άνοιξη πάλι
Με ανάποδη φορά πανω απο την γαλάζια 
Προς την Καλιφόρνια με πούπουλα για σάλι
Φιλόξενες ακτές για νεοσσούς σε καρνάγια

Ξεπλένονται με αλμύρα παράκτιες περιοχές 
Με την δύση του ηλίου ακούγεται σαν τσάκισμα 
Οι γλάροι τώρα γίνανε μάνες και αυτές
Απέναντι στο σπάσιμο των αυγών

ΚΡΑΚ


ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ / Γιώργος Αλεξανδρής


Μπροστά στα χιλιοπάτητα σκαλιά,
με μάτια φωτεινά και γέλιο ζωγραφιά,
ένα και οι δάσκαλοι με τα παιδιά.
Τα χέρια τους, απλωμένες φτερούγες στους ώμους,
να τα ψάχνουν, να τα μετρούν,
να τα βλέπουν αφτέρουγα πουλιά
και  μ’ αυτό το στοργικό τους βλέμμα
να τα σμπρώχνουν στα πάνω τα σκαλιά.
Στην αίθουσα!Για μάθημα!
Στριμωξίδι με τριαντάφυλλο καρδιά,
ξεφωνητά ,φασαρίες και αναποδιές,
αγόρια , κορίτσια,  ανέμελα και ζωηρά.
Ο Αιμίλιος, ο Γιώργος και η Λενιώ,
η  Αρετούσα, το Μαριώ  και ο Έλιο
κι όλα τ’ άλλα τα ατίθασα και άτακτα παιδιά.
Μύριζαν βασιλικό κι αυγή.
Απ΄το παράθυρο έμπαινε η ανατολή
και κάθε παιδική φωνή μια ξέχωρη γιορτή.
Και σταματούσαν. Και καρτερούσαν.
Τη  δασκάλα, μάνα, φίλη και αδερφή,
το  δάσκαλο ,πατέρα ,φίλο και αδερφό!
Πρώτη μέρα στο σχολείο!
Όμορφο καλωσόρισμα η πρώτη καλημέρα,
χαρούμενο ξεκίνημα το κάλεσμα της σφυρίχτρας,
έρωτες πρώτοι, αθώοι ,παιδικοί
τ’ αντάμωμα,το ξάφνιασμα, η γελαστή φοβέρα.
Και ανέβαιναν οι δάσκαλοι, συνάδελφοι, μαζί,
μ’ ένα γύρο από άμαθα στο πέταγμα πουλιά,
για φτερούγισμα ψυχής και τρίλιες,
για αριθμούς και αλφαβητάρια,
για αλήθειες, μαρτυρίες  και σπουδή,
ρίχνοντας οβολό και την ψυχή τους
στων ονείρων των παιδιών τα ανοιχτά παγκάρια.
Δεν έσφαλλαν που διάλεξαν το δασκαλίκι,
ούτε και τους αδίκησε η ζωή.
Χωρίς αντάλλαγμα η αίθουσα η σχολική,
γιατί της ζωής η ομορφιά, είναι το παιδί.
Πόση αγάπη ακόμη τους περισσεύει,
να μοιραστούν με δέος και λαχτάρα
της ψυχής τους την άπλα και αρχοντιά,
ξεφυλλίζοντας   γνώσεις και  εμπειρίες
σε ανυπόμονα μαθητούδια  με ανοιχτά  μυαλά.
Πρώτη μέρα στο σχολείο!
Στην απλόχωρη αυλή το παιδομάνι,
χαμόγελα, φιλιά,  χειραψίες κι αγκαλιές
μαλώματα, τρικλοποδιές κι  αντιμιλιές.
Στην αίθουσα του λόγου και της διδαχής,
συμβουλές, προτροπές και ενθαρρύνσεις,
παρατηρήσεις, φοβισμοί και υποδείξεις!
Κυλάει και πάλι, γάργαρο ρυάκι η ζωή!
        

Ψάξε.. / Σαλίβερος Νικόλας

 


 
Ψάξε τις τσέπες σου
Θ’ανταμώσεις
λίγο φως ξεχασμένης αγάπης.
Ισως κάτι θα μείνει στα δάχτυλά σου
Που φέρνοτάς τα στα χείλη σου
αφανίσουν τη νύχτα της αβεβαιότητας,
Της  απορίας διαπεράσουν τον  τοίχο
και με ένα της οργής λείχισμα
ίσως σκίσει η ζελαντίνη
της χολής του σκότους
που βλεφαρίζει μοναχά
το τρένο της αμάχης του κόσμου
και ξυπνήσει το αγνό πουλί
που, φοβισμένο ,κρύβεται
στης ψυχής το σκοτεινό ρυάκι.
Τότε  θα νικήσεις τη σκλαβιά σου.
--
Ψάξε τις τσέπες σου
Αφευκτη κίνηση για να ζήσεις.
Θα εκπλαγείς με το αποτέλεσμα.
Απέθαντη αγάπη θα καρποφορήσει
Κι’όταν ανοίξεις το παραθύρι σου
Της μέλισσας τον ανθό θα γευτείς
Το γρίφο του μέλλοντος θα κοιτάξεις
χωρίς στιγμή απάθειας
χωρίς μελετημένη αμέλεια
Χωρίς φοβο.
Το γέλιο  της θα κρούσει την αναλγησία του κόσμου.
Ο ήλιος της θα θρυμματίσει
το σκληρό τζάμι  των δεσμών σου.
Γέλα,μη χάσεις την επόμενη μέρα
Που πάντα είναι χειρότερη.
Το γέλιο είναι της αγάπης ο  καθρεφτης
Μην τον χτυπήσεις για όποιαν αιτία
Μην γίνεις φονιάς της αγάπης.

 

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023

Η ποίηση είναι... /Δημήτριος Γκόγκας

 


Η ποίηση είναι πέτρινο γεφύρι που ενώνει στεργιές και θάλασσες. 
Αν το γκρεμίσεις, άντε να βρεις επιδέξιους τεχνίτες να το ξαναχτίσεις 
σαν και πρώτα! 

"Αναμετρώντας την σύμπνοια" / Βαταντζή Λίνα


Στο πέλαγος
που ενώνει
τη στεριά σου
με τη στεριά μου
αντικρίζουμε
λευκά
εσύ λες κύματα
εγώ λέω άνθη
και η μοίρα λέει θαλάσσιους δρόμους
όπου παλεύουμε
για ουράνια τόξα.

Νίκος Δροσάκης, «Παραπέρα», εκδ. Κέδρος, 2022

 ...
“Ποια θεία ενέργεια την πέτρα μεταμόρφωσε; 
Όραμα ήταν και ματιά δοσμένη στο άπειρο.
Ήταν κυρίως ηθική που βρήκε το ρυθμό  
σε άγρυπνο βλέμμα Ασκητή.
Εκείνοι που σε κάθε πέτρα ασήμαντη για τους πολλούς μετουσιώνει άρτο και οίνο, 
διαβλέπει και εμφυσά πνοή ζωής.
Εσύ την πέτρα που κρατάς τι θέλεις να την κάνεις;  
Κι αν μία φορά διάλεξες κάποτε,  
μήπως ήρθε η στιγμή να αλλάξεις όνομα και εσύ;”
...
“Ηλιοτρόπιο αποθέτω που δε σκύβει το βλέμμα
στη χωμάτινη ανάγκη
κι ας ξεχαστεί επίσης κι εκείνο
γιατί η ανθρώπινη μνήμη με μύθους χτισμένη
και οι μύθοι πεθαίνουν.”
...
“Εποχή της παλίρροιας, από εμετικές συντεχνίες
κι από κατάστιχα  γλίτωσα
και θαλάσσια χελώνα ξενερώνω το σούρουπο
και την πρώτη αυγή
και τα αυγά μου γεννάω και σκάβω και θάβω στην άμμο
και ξέρω πώς ένα απ’ τα εκατό που γεννώ χελωνάκια
αν από νύχια αρπαχτικά κι από κανάλια ιχθυοτροφείων
ξεγλιστρήσει
ίσως κάποτε αξιωθεί το δρόμο να βρει, να γνωρίσει
να ταξιδέψει, να ζήσει στο πέλαγος.”

Ευαγγελία Πάσσαρη, «Μικρά καλοκαίρια»

 1.

Και η Δημητσάνας έχει αρχίσει να αδειάζει σιγά-σιγά. Όλο και περισσότερες πόρτες ενημερώνουν πως «Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό…», πάντα με έναν φοίνικα ή μια βαρκούλα τυπωμένα στο χαρτί. Η φασαρία από την Αλεξάνδρας μοιάζει πιο μικρή, πιο λίγη. Οι κύριοι με τους ελληνικούς καφέδες και τα ριγέ πουκάμισα κάθονται τώρα στα καφενεία των νησιών τους. Μονάχα εκείνοι, σταθερά κάθε πρωί, πίνουν τον καφέ τους και πασπαλίζουν το πεζοδρόμιο με το σουσάμι από τα κουλούρια τους, πριν την επόμενη βάρδια. Νοσηλεύτριες με πολύχρωμες στολές και νοσοκόμοι με χαρούμενα κροκς.

 

2.

Η Αθήνα είναι πανέμορφη τον Αύγουστο, ακούει να λένε όλοι. Ησυχία, λίγος κόσμος, γρήγορες μετακινήσεις. Σκέφτεται πως η άσφαλτος θα καίει και τον Αύγουστο, αλλά δεν θα φωτίζεται όπως τα λευκά, κυκλαδίτικα σοκάκια. Τα σκαλιά στις γειτονιές θα δροσίζονται από μπλε γιασεμιά που κολλάνε στα ρούχα, αλλά δεν θα γεμίζουν ποτέ από πεσμένες, φούξια βουκαμβίλιες. Το μπλε του ουρανού θα είναι το ίδιο, αλλά δεν θα συναντά καμία άλλη απόχρωσή του. Ναι, η Αθήνα είναι πανέμορφη τον Αύγουστο, συμφωνεί κάθε φορά.



Η Ευαγγελία Πάσσαρη γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Νεοελληνική Φιλολογία. Διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Fractal, Φτερά Χήνας, Ποιείν και Χάρτης. Επίσης, έχει συμμετάσχει στον ηλεκτρονικό τόμο Θα μου πεις την ιστορία σου; Ιχνηλατώντας το οικογενειακό παρελθόν (Εκδόσεις του Κέντρου Γραφής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, 2020) και κείμενο της βρίσκεται στον τόμο «Με μια σχεδία» Ανθολογία μικροδιηγήματος (Διαγωνισμός μικροδιηγήματος περιοδικού Σχεδία, 2020).

Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους

στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.

Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.

Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.