Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011
Κόκκινη κλωστή
ροδάνι κόκκινη κλωστή δεμένη,
ροδάνι κόκκινη κλωστή.
Γέρνεις κυρά μου από ντουφέκι
σε φλογέρα κύκλο-κύκλο,
σκαλίζουμε τσαμπιά σταφύλια
στ' αμπελιού τα ξερά κούτσουρα.
Περνά-περνά γυρνάει ο καιρός
ροδάνι κόκκινη κλωστή δεμένη,
ροδάνι κόκκινη κλωστή.
Σκαλίζουμε το μπόι σου στα κυπαρίσσια
και το σύγνεφο γίνεται σεντούκι με φλουριά
και τα κυπαρισσόμηλα κεράσια.
Κι εσύ κυρά με το νωπό στάχυ του Αποσπερίτη
μες στο χέρι σου βλογάς την ερημιά του κάμπου
και τις πετρωμένες βρύσες.
Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011
Κίτρινο φθινόπωρο
όσα χθες εφτέρωναν, τώρα πέφτουν χάμω.
Στο καφενεδάκι μας κίτρινη κι η γρίλια
στο ποτήρι ανέγγιχτη έλιωσε η βανίλια.
Ένα φίλο κίτρινο έχεις για ρολόι
κίτρινη ώρα έρχεται για το φτωχολόι.
Τρεις εργάτες πέρασαν κάτω απ' τις μαρκίζες
άκου αυτά τα βήματα, πράσινες οι ρίζες.
Τί να πούμε αγάπη μου, λόγια πια δε βρίσκω
νιώθω το κατόπι μας το μεγάλο ίσκιο.
Κίτρινο τ' απόβραδο, κίτρινη ησυχία
μες στη μνήμη ακούγεται κίτρινη ρομβία.
Ένα φίλο κίτρινο έχεις για ρολόι
κίτρινη ώρα έρχεται για το φτωχολόι.
Τρεις εργάτες πέρασαν κάτω απ' τις μαρκίζες
άκου αυτά τα βήματα, πράσινες οι ρίζες.
Κι όχι να πείτε
Τότες βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια,
φωνάζαν τα ραδιόφωνα, ξανάλεγαν τους λόγους.
Πίσω απ' τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος,
μέσα στα τύμπανα αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι.
Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι σάλπιγγες μπορεί να δίναν το ρυθμό στα βήματα,
δε δίναν το ρυθμό στη καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό.
Εμείς αγρυπνούσαμε, μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων,
μαζεύαμε τα σκόρπια βήματα, βρίσκαμε το ρυθμό, τη καρδιά τη σημαία.
Λοιπόν δεν είναι ανάγκη να φωνάξω για να με πιστέψουν, να πουν:
" Όποιος φωνάζει έχει το δίκιο". Εμείς το δίκιο το 'χουμε μαζί μας και το ξέρουμε.
Κι όσο σιγά κι αν σου μιλήσω, ξέρω πως θα με πιστέψεις.
Συνηθίσαμε στη σιγανή κουβέντα στα κρατητήρια,
στις συνεδριάσεις, στη συνωμοτική δουλειά της κατοχής.
Συνηθίσαμε στα μικρά σταράτα λόγια πάνω απ' το φόβο και πάνω απ' τον πόνο. Ημέρα, ώρα, σύνθημα, στις τρομερές μουγκές γωνιές της νύχτας, στις
διασταυρώσεις του χρόνου που μια στιγμή τις φώτιζε ο προβολέας του μέλλοντος.
Βιαστικά λόγια, μια μικρή περίληψη της ζωής, τα κύρια σημεία μονάχα,
γραμμένα στο κουτί των τσιγάρων ή σ' ένα τόσο δα χαρτί
κρυμμένο στο παπούτσι ή στο στρίφωμα του σακακιού μας.
Ένα μικρό χαρτί σαν ένα μεγάλο γεφύρι πάνω απ' το θάνατο.
Α, βέβαια όλα τούτα θα πουν, δεν είναι τίποτα.
Όμως εσύ αδερφέ μου ξέρεις πως από τούτα τα απλά λόγια ,
από τούτες τις απλές πράξεις, από τούτα τα απλά τραγούδια
μεγαλώνει το μπόι της ζωής, μεγαλώνει ο κόσμος, μεγαλώνουμε...
Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που πέρασα κι ακούμπησα
στον ίδιο τοίχο π' ακουμπήσατε. (δις)
Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που φόρεσα τις ίδιες
χειροπέδες που φορέσατε. (δις)
Κι όχι να πείτε που 'κανα
και τίποτα σπουδαίο, (δις)
μόνο που πόνεσα μαζί σας
κι ονειρεύτηκα μαζί σας. (δις)
Μόνο που σε βρήκα και με βρήκες
και με βρήκες σύντροφε. (δις)
Κι έρχομαι μοναχά να σ' αγκαλιάσω
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του,
και μ' ένα του φιλί, της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε,
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν, πέρα απ' το φιλί τους.
ΑΠΑΓΓΕΛΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο τσουκάλι,
που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά,
που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς
για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες
για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους,
για τον πεινασμένο ήλιο, για τον κόσμο-ναι για όλο τον κόσμο
ένα φτωχό, καπνισμένο μαυρισμένο τσουκάλι,
που κάνει καλά τη δουλειά του.
Και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας
Καρτέρεμα
μεγάλωσαν οι νύχτες
που το τραγούδι ρίζωσε
και ψήλωσε σαν δέντρο
Κι αυτοί μες απ' τα σίδερα
κι αυτοί μακριά στα ξένα
κάνουν πικρό να βγάλουν το "αχ"
και βγαίνει φύλλο λεύκας
Και να αδερφέ μου
που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα, ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα
δε χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε
ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια
που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ' όλες τις καρδιές,
σ' όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια
τα σύκα-σύκα
και τη σκάφη-σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι
και να λένε:
"Τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνω εκατό την ώρα".
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ' τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε
για να σμίξουμε τον κόσμο.
θα σημάνουν οι καμπάνες
με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μέσ' τα σίδερα και κείνοι μεσ' το χώμα.
Σώπα όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτω απ' το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε τις καμπάνας το σχοινί,
προσμένουνε την ώρα, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση
τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει
Σώπα όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες
Ήταν πικρές οι μέρες μας πολύ πικρές
Ο ίσκιος ενός κυπαρισσιού μετρούσε
μέτρο το μέτρο όλον τον κόσμο.
Καθ ένας κουβαλούσε στον ώμο του
κι από 'να πεθαμένο. Κάθε στιγμή
κουβαλούσαμε το θάνατό μας στον ώμο μας.
Όλο κι όλο τ' όνειρό μας ήταν μικρό και στρογγυλό
σαν ένα ψωμί, ήσυχο και λυπημένο
σαν μια σταγόνα λάδι, νηστικό.
Σαν πρώτη λέξη που αλλάζουν οι ανθρακωρύχοι
λίγο πριν από την απεργία. Τ' όνειρό μας μικρό
και καλοκρυμμένο στην καρδιά μας
σαν το χαρτάκι με την κομματική γραμμή
κρυμμένο στο παπούτσι του προλετάριου.
Ήταν όμορφες εκείνες οι μέρες
Κάτι παιδιά ξυπόλητα με μπαλωμένα τα παντελόνια
βγάζανε λόγους, μιλούσαν για το μέλλον.
Κάτι παιδιά ξυπόλητα με μπαλωμένα τα παντελόνια
ανοίγανε τα νευρικά τους χέρια,
άνοιγαν μεγάλα παράθυρα στον ουρανό.
Κυρά των αμπελιών
που σ' είδαμε πίσω απ' το δίχτυ του πευκόδασου
να συγυρίζεις με το χάραμα
τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων.
Πάνω στη φούστα σου ο Αυγερινός.
Δύο αγουροξυπνημένες μέλισσες
κρεμούσανε στ'αυτιά σου σκουλαρίκια
και τα πορτοκαλάνθη σου έφεγγαν
τη μαύρη την καμένη στράτα.
Κυρά μελαχρινή
που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια
σαν της Παναγιάς το κόνισμα
πίσω από το χνούδι το σγουρό
σπίθιζε το δροσό της νύχτας
σα να μετάνιωσε λίγο προτού να σβήσει ο γαλαξίας
και δέθηκε γιορντάνι στο λαιμό σου
να χυθεί στη ζεστασιά του κόρφου σου.
Κι ήταν η σιγαλιά πηχτή σα γάλα
και τ' οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά
τη μέρα των βαγιώνε.
Κυρά τρανή
κι έβγαινε ο μπιστικός από τον ύπνο του
καθώς που βγαίνει ο κάβουρας από το νερό
στο περιγιάλι
κι αστράφτει το νωπό καβούκι του
γαλάζιο πρωινό με δυο κουκκίδες άστρα.
Κυρά τρανή
τι σιγανή της νεραντζιάς η πρώτη καλημέρα
τι σιγανό το βήμα σου κι ανάσα του ψαριού
πλάι στο φεγγάρι.
Ά! τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα
στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η Πούλια σου κρεμάει
στο μέτωπο
Τι σιγανό κουβεντολόι του μέρμηγκα
μπροστά στης μαργαρίτας το ξωκλήσι
Ά! τι χρυσάφι αφήνει η αχτίνα
στη σταγόνα της δροσιάς
όταν η Πούλια σου κρεμάει
στο μέτωπο
το εφτάκλωνο κλαδάκι της γαζίας.
Πόση λουλουδόσκονη στριμώγνεται
στης μέλισσας το σώμα για το μέλι.
Πόση σιωπή μες τη καρδιά σου για τραγούδι.
Δω πέρα σμίγει η νύχτα την αυγή
σ' άτρεμο ρίγος
και σένα τα δυο σου χέρια δετά
γύρω το γόνα της γαλήνης
φέγγουν σάμπως δυο περιστέρια φως
ασάλευτα πάνω απ' το δάσος.
Σκοπός μας είναι η δημιουργία μιας Ανθολογίας Ποιημάτων από το σύνολο των Ελλήνων Ποιητών- Ποιητριών αλλά και ορισμένων ξένων, καθώς επίσης και κειμένων που έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον μας. Πιθανόν ορισμένοι ποιητές και ποιήτριες να μην έχουν συμπεριληφθεί. Αυτό δεν αποτελεί εσκεμμένη ενέργεια του διαχειριστή του Ιστολογίου αλλά είναι τυχαίο γεγονός. Όσοι δημιουργοί επιθυμούν, μπορούν να αποστέλλουν τα ποιήματά τους
στο e-mail : dimitriosgogas2991964@yahoo.com προκειμένου να αναρτηθούν στο Ιστολόγιο.
Θα θέλαμε να τονίσουμε ότι σεβόμαστε πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα του κάθε δημιουργού, ποιητή και ποιήτριας και επισημαίνουμε πως όποιος δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του ή κειμένων στο παρόν Ιστολόγιο, μπορεί να μας αποστείλει σχετικό μήνυμα και τα γραπτά θα διαγραφούν.
Τέλος υπογράφουμε ρητά ότι το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό και πως δεν η ανάρτηση οποιουδήποτε κειμένου, ποιήματος κτλ γίνεται με μοναδικό στόχο την προβολή της ποίησης και την γνωριμία όλων όσων ασχολούνται με αυτή, με το ευρύτερο κοινό του διαδικτύου.