Σελίδες

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Η λειτουργία του Ιστολογίου: Οι Ποιητές που αγάπησα και άλλες μικρές και μεγάλες Ιστορίες λόγου (Ανθολόγιο Ποίησης) παύεται.



Κυρίες και Κύριοι, φίλοι και φίλες, Ποιητές και Ποιήτριες. 

Ύστερα από σκέψη αποφάσισα να σταματήσω την λειτουργία του Ιστολογίου: Οι Ποιητές που αγάπησα και άλλες μικρές και μεγάλες Ιστορίες λόγου (Ανθολόγιο Ποίησης) http://dimitriosgogas.blogspot.com.cy/  για προσωπικούς κυρίως λόγους. Η πρώτη ανάρτηση στο Ιστολόγιο έγινε στις 18 Φεβ 2010, στο νησί Κάσος όπου ως Αξιωματικός του Στρατού, βίωσα ατελείωτες ώρες μοναξιάς. Και ήταν κάποια μικρά ποιήματα, υπό τύπου μαντινάδας με αναφορές σε κείνο το νησί. Με τον καιρό το Ιστολόγιο άλλαξε και έφτασε να φιλοξενεί τους στίχους και τα ποιήματα δεκάδων , χιλιάδων Ελλήνων Ποιητών. Προσωπικά αυτό που κέρδισα από τα επτά χρόνια λειτουργίας του ήταν ένα μοναδικό ταξίδι στον κόσμο της Ποίησης. Μέσα από την ανάγνωση χιλιάδων ποιημάτων (περίπου 20 χιλιάδες) έζησα τον κόσμο των ποιητών, τον κόσμο σας  και έγινα και εγώ καλύτερος ποιητής (όσο ποιητής μπορώ να γίνω!)

Όταν όμως στην Αρχική σελίδα είναι γραμμένα τα παρακάτω:

«Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Σεβόμαστε πλήρως τα Πνευματικά δικαιώματα του κάθε συγγραφέα και ποιητή. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Ελληνικής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει, να διαδώσει τη Ποίηση των Ελλήνων Δημιουργών. Το Ιστολόγιο είναι ανοικτό σε όλους τους δημιουργούς Ποίησης που επιθυμούν την ανάρτηση των ποιημάτων τους στο συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο. Μπορείτε να αποστέλλετε τα ποιήματά σας στο e-mail: dimitriosgogas2991964@yahoo.com
Το όνομα του Δημιουργού (Ποιητή) αναγράφεται στο κάτω μέρος της κάθε ανάρτησης και στην ένδειξη : Ετικέτα
ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ :
Εάν κάποιος από τους δημιουργούς δεν επιθυμεί την ανάρτηση των ποιημάτων του στο παρόν ιστολόγιο, παρακαλώ να επικοινωνήσει στο e-mail που υπάρχει στην στήλη (σελίδα) : Επικοινωνία και τα γραπτά του θα διαγραφούν άμεσα.»

και δεν μπορούν αν γίνουν αντιληπτά, εγώ δυστυχώς δεν μπορώ να αντιλογώ διαρκώς, σε παραλογισμούς και παρανοήσεις. Δεν μπορώ να βρίσκομαι συχνά σε θέση άμυνας και να εξηγώ τα αυτονόητα. Πορεύτηκα και συνεχίζω με καθαρότητα και κυρίως εντιμότητα. Πιστεύω πως έχω δώσει (αμισθί) χρόνια τώρα πολυτιμότατο χρόνο στην υπηρεσία της ποίησης και την προβολή του έργου πάρα (μα πάρα) πολλών ποιητών. Ανθρώπων που δεν γνώριζα, ανθρώπων που γνώρισα μέσα από το διαδίκτυο και με τίμησαν, όμως το ίδιο θεωρώ και εγώ. Αν όμως υπάρχει έστω και ένας που εμφανίζεται κάθε λίγο και μου αιτείται τα…ρέστα, (με όχι και τόσο κόσμιους τρόπους) μπορώ να πω, πως απέτυχα να κάνω αυτό που ονειρεύτηκα. Την διαδικτυακή Ποιητική Βιβλιοθήκη. Το δικαιολογώ όμως. Και οι ποιητές άνθρωποι είναι,  με την ψυχή τους άβυσσο.

Είναι καιρός να αποσυρθώ από αυτό το «χόμπυ» της συλλογής δηλαδή ποιημάτων, όσο είναι νωρίς και να αφιερώσω χρόνο και για μένα. Με την σκέψη λοιπόν ότι δεν μπορώ άλλο να υπηρετήσω τους σκοπούς του Ιστολογίου, λόγου ελλείψεως χρόνου και προσωπικών δυνάμεων,  εντός των επόμενων 7 ημερών το ιστολόγιο θα διαγραφεί. Στις εναπομείναντες ημέρες όσοι από τους ποιητές επιθυμούν μπορούν να «αποκόψουν» τα ποιήματά τους από την ετικέτα (σελίδα ) τους.

Τελειώνοντας  και πάλι θα ήθελα να ευχαριστήσω  όλους όσους με κάθε τρόπο στήριζαν αυτό το έργο. Το Ιστολόγιο: Οι Ποιητές που αγάπησα και άλλες μικρές και μεγάλες Ιστορίες λόγου (Ανθολόγιο Ποίησης) όπως και κάθε τι, είχε  αρχή, μέση και έφτασε στο τέλος. Επίσης θερμά ευχαριστώ, όλους όσους κατά καιρούς μου απέστειλαν κάποιες Ποιητικές Συλλογές.
Να είστε όλοι καλά και θα τα λέμε μέσα από τους διαδικτυακούς χώρους.

Με σεβασμό και τιμή στο έργο των Ποιητών

Δημήτριος Γκόγκας 

Η Πόλις

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

"Ερώ" : Ποιητική Συλλογή της Νότας Κυμοθόη (έκδοση 1999, Ιωλκός) (Μικρό απόσπασμα)



Εσύ κι Εγώ

"ΕΙΣΑΙ το πύρινο φως που εκπηγάζει μέσα μου
δίχως τη ρίζα του στο βυθό να γνωρίζω
και μάταια στο είναι μου αναζητώ
την πρώτη μου ηρεμία
τον εαυτό μου
το στίγμα μου.
ΣΑΝ ΡΙΓΟΣ έρχεσαι γλυκό και με θρυματίζεις
στη βαθιά σιωπή της πρώτιστης ερημιάς μου.
Αιωρούμενη σε κλωστή μεταξένια
θαρρώ πως κάποιος ταρακουνά στο φαράγγι
κάποιος απλώνει τη ζωή με φτερά.
Στα μύχια σκότη μου
η ορμή σου διεισδύει.
Φάος Ρυέντης εσύ
κι εγώ
μια κυανή Περεηφικόλα.
Είσαι λοιπόν φτερωτός
Ο αρχαίος των μυστηρίων
Η έσω λαγνεία των ιστών
Των κυττάρων μου η ταραχή.
Στην ήβη των θυλών μου η αρχή της γνώσης μου."



ΓΛΥΚΙΑ ΦΩΤΙΑ σαν ξέτρελη
στου αγριμιού κορμιού μου τους ιστούς
το δάγκωμά σου και με τρέφει.
Πύρινη φλόγα αιθερική
πως να σε προσεγγίσω;
Πες μου!..
Στην άκρια όψη των χειλιών μου
το στόμα σου φωτιά με καίει.
Ασύνορη ταραχή θερμή
στη μελανόπτερη νύχτα ήρθες απροσκάλεστη
σαν τον κορυδαλλό στον κήπο μου.
Δικιά σου είναι η έκρηξη;
Το φως όλο δικό σου;
Μήπως είσαι το άωτο πάθος
της μόνης ψυχής μου;
Το άλλο ίσως μισό μου κομμάτι
που μόλις τώρα σ' αντίκρισα;



Φωτίζεις κι άλλους ή μόνο σ' εμένα ήρθες;
Από το σκότος μ' ανέσειρες της θλιβερής
μοναξιάς μου
κι ανένδοτη μ' άφησες μ' ένα ρίγος τρελό στο
κορμί μου
δίχως να μπορώ πάλι πίσω εκεί
στη γωνιά της σιωπής μου
να συμπυκνωθώ στην πρώτη ροή μου.
Ελλιπής περιφέρομαι στο χώρο και στο χρόνο
Σ' αναζητώ
Με την αγωνία στην καρδιά μου κρυμμένη
Όλη για σένα.
Σε ποια μέρη γλιστράς
και μ' αφήνεις πάλι μονάχη;
Έτσι πηγαίνω, μόνη
και σε γυρεύω...
Στους ανθρώπους ολόγυρα δεν αναπαύομαι.
Όλο το είναι μου βογκάει
μ' έναν πόνο βαθύ στην απουσία σου.
Πονάω
Μεγάλο βάρος ολούθε
Στων κυττάρων μου τα έγκατα θάνατος
από την απουσία σου με πλακώνει.



Στην παρουσία σου τρέμω
και παραλύω σαν φεύγεις
Ενώ εσύ μ' ένα σου πέταγμα
υπόσχεσαι πως θάρθεις πάλι
Όταν εγώ μέσα στο νέφος της μοναξιάς μου
περιστρέφω όλο τον κόσμο
κι αισθάνομαι γύρω μου το τίποτα να με κυκλώνει
σαν μανδύας μαγικός.
Βλέπω μια άβυσσο να με ρουφάει με ανεξάντλητη δύναμη
Κι αυτή που ήμουνα, δεν είμαι πια.
Μάταια όμως ζυγιάζομαι
σε τέτοιες στιγμές μήτε το ένστικτο έρχεται.
Ψάχνω το χέρι σου
απ΄το φαράγγι που βρίσκομαι
απάνω να με σηκώσει.
Κατρακυλάω στης ερημιάς την ταραχή
μ' έναν πόθο μεγάλο
και ξάφνου πέφτω συγκινημένη ως έρχεσαι
στο φαλλό του κορμιού σου.
Με την αναπνοή μου σκαλωμένη
στο βωμό των ματιών σου
Στης φωνής σου τον ήχο
Στων χεριών σου το χάιδεμα
Σ' αυτή την πλατιά αγκαλιά σου
που αγάλομαι.


 Νότα Κυμοθόη, Ποίηση από το βιβλίο Ερώ, 1999 εκδόσεις Ιωλκός

Διάφανη αναμονή / Ευγενία Οικονομοπούλου


Ψιθυριστά μ’ άγγιξες
μέσα σε μία πανδαισία χρωμάτων.
Η φύση αλάργεψε στο κοίταγμά σου
Αγγίξαμε την αιωνιότητα της στιγμής,
μέσα στην φύση του άπειρου.
Το βλέμμα σου σαν ένα κύμα πειρασμών
γέμισε την ψυχή μου
Διάφανοι γίναμε στο χάος της ύπαρξής μας.
Οι ωκεανοί ενώθηκαν
Τα φύλλα από τα δέντρα κοκκίνισαν,
όπως τα μάγουλά μας.
Τα χείλη μας σπαρταρούσαν στην αναμονή

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ


Μες την άβυσσο ήρθα και γω,
το σκοτάδι τριγύρω με ζώνει
κάτι μαύρα λουλούδια θωρώ,
τα ραντίζει ο χάρος με χιόνι.



Σαν με βλέπει γυρίζει ευθύς
και βουτά ένα μαύρο κιτάπι,
τις σελίδες γυρνά σαν κριτής,
τον καημένο τον Κώστα να ψάξει.

΄΄Που γυρίζεις εδώ στα βαθιά;
Στο κιτάπι μου μέσα δεν σ΄ είχα.΄΄
΄΄ Μες σε κάτι βιβλία παλιά,
το λημέρι σου βρήκα και ήρθα!΄΄
ΜΠΟΥΡΔΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ
(Από το βιβλίο΄΄ Θρήνοι και Μύθοι΄΄,εκδόσεις Όστρια.)

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Χρήστος Μαγκλάσης (μικρή αναφορά)

Ο Χρήστος Μαγκλάσης είναι συνταξιούχος, Υποστράτηγος ε.α. με γνωστικές ανησυχίες, που ξεδίψασε σε πανεπιστημιακές σχολές της Αθήνας. Ασχολείται με την συγγραφή (λογοτεχνικά κείμενα, ποίηση, μελέτες ), έχοντας πληθώρα δημοσιεύσεων. 

Τα χαμένα λόγια των ονείρων / Μαγκλάσης Χρήστος (Κνάκαλος)



Κι εσύ τρελέ βοριά
Φτιάξ’ επιτέλους μια χωρίστρα,
εδώ στης γης τα χαμηλά,
να βρει δρόμο το φεγγάρι
να διαβεί ανάμεσα στα αναμαλλιασμένα.
Ξεβγάζει η νύχτα τα σπαρτά
στα τυφλά, στα σκοτεινά,
βροχή με το τουλούμι.
Δραπέτες τα’ αρώματα
της λεβάντας και του δεντρολίβανου,
που να βρει απάγκιο ο χαμένος στη μοναξιά,
να μεθύσει μια τζούρα ανάσα,
πριν ξεθυμάνει αβάφτιστη
η απελπισμένη του κραυγή.
Είναι κι εκείνη η παγωνιά,
που παρεμβάλλεται ανάμεσα
στο θαμπό των αστεριών
και τα χαμένα λόγια των ονείρων.
Συγνώμη διακοπή
ξεκρέμαστη η ελπίδα,
επειγόντως μια αστραπή,
να σκίσει το σκότος σαν λεπίδα.
…………………………………………………
Στο χάος σαν έμεινες μονή,
θες δεν θες, κάνε υπομονή.

Ερημίτης της σιωπής / Κατσιγιάννης Λεόντιος




Η κορυφή του Άθωνα σπαθί
κι ο πόντος κάτω άγρια θάλασσα.
Ανάμεσά τους, ερημίτης της σιωπής·
η φλόγα πύρινη της προσευχής του.
Ακίνητος ο χρόνος του, μια ασάλευτη φυγή,
ορθάνοιχτα τα μάτια της ψυχής του.

Πάνω στα βράχια, πεταλίδες και κοχύλια,
το  κύμα περιμένει να του αφήσει.
Ξεροφαγία, λίγα όσπρια, ρακί.
Tι άλλο θέλει ο άνθρωπος να ζήσει;  
   
Με όπλα την υπομονή, την προσευχή,
της σάρκας του αναζητάει την απάρνηση,
κατάδικος σε μια θεία ελευθερία,
όπου περνά τον εαυτό του από δίκη.     
Μέρα και νύχτα πολεμά με το κακό,
σ’ ένα τόπο που μοσχοβολά αγιοσύνη,
με την ευχή τη νοερή: «Κύριε ελέησον»
τον κόσμο δένει με το κομποσκοίνι.     

Σκληρός μα σίγουρος ο δρόμος του
κι ας φαίνεται απόκοσμος, δεν είναι.
Μια επανάσταση του νου και της καρδιάς,
πορεία μιας  ατομικής θυσίας.
Για όλους μας διεκδικεί ένα προνόμιο.
Είν’  το προνόμιο της αθανασίας.   
     
Τραβάει τον δικό του Γολγοθά.
Ένας μικρός Χριστός εσταυρωμένος.
Ο πόνος, που το τέλειωμα
τον βρίσκει πάνω στο σταυρό,

μόνο εκεί ποτέ δεν πάει χαμένος.

Αχνάρι / Χρήστος Μαγκλάσης (Κνάκαλος)

Προσποιούμαι τον αθώο
κι ανήξερο,
μα σε κάθε βήμα με καλημερίζει η ενοχή
της άγνοιας.

Εξ αμελείας ή εκ προθέσεως,
περήφανος καθ΄ολοκληρίαν κληρονόμος,
αυτοπροσδιορίζομαι.

Στα πλαίσια της αυτοκριτικής υποκρίνομαι,
 απολογούμενος στον εαυτό μου,
(πολύ επιεικής είναι αυτός για μένα),
με σύμμαχο το μέλλον,
που έχει εχέγγυα εκκολαπτόμενης αθωότητας,
με φόντο τις επευφημίες αδιαφορίας του κόσμου.

΄Ετσι  στ΄αλήθεια,
περπάτησα πολλά χρόνια,
με το βλέμμα στραμμένο μονίμως πίσω,
κι ούτε ένα βήμα δικό μου,
εφήμερες μόνο σχέσεις με τα βήματα των άλλων.

Τώρα στην δύση, μακριά απ΄την λάμψη των νιάτων,
που μπορώ να δω μπροστά,
με την βοήθεια των γυαλιών του πρεσβύωπα,
βλέπω τις κλήσεις των ερωτημάτων
που τ΄άφησα αναπάντητα.

Γιατί τάχα επέλεξα
το δάκρυ της εύκολης νοσταλγίας
από το στεγνό κι αφυδατωμένο
παράσημο της μάχης ;

Εγώ ο γηραλέος,
τώρα στα στερνά ,
θα γίνω θαρραλέος ;

Θα προλάβω άραγε,
 να γίνω κτήτορας
σ΄έν΄αχνάρι
ή θα σβήσω καταφρονεμένος,
σαν την κάφτρα απ΄το τσιγάρο ;

Ντίνα Γεωργαντοπούλου (βιογραφικό σημείωμα)

Η Ντίνα Γεωργαντοπούλου γεννήθηκε στο Δερβένι Κορινθίας. 


Ποιητικές συλλογές:
  •  Αθόρυβοι Μύθοι (εκδόσεις Ζάθεον Πυρ 2015) 
  • Caressing Myths [ελληνικά-αγγλικά] (εκδόσεις Libros Libertab 2015).
  • Απροσποίητα (Εκδόσεις Βακχικόν 2017) 

Έχει συμμετάσχει με ποιήματά της στις ανθολογίες: 
  • 127 φωνές ψυχής (εκδόσεις συλλόγου «Ομάδα Πρωτοβουλίας» 2013), 
  • Ανθολόγιο Περί Έρωτος (εκδόσεις Όστρια 2014) και 
  • Ετερότητα-Craftbook II (Μικρές Εκδόσεις 2015).

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ

Της Ντίνας Γεωργαντοπούλου

Μικρές νυχτερινές αμαρτίες
με περιμένουν
να ταξιδέψω σε άλλες νύχτες
όμοιες με τα μικρά μου μαζεμένα
σκιρτήματα όταν οι μεγάλες
θα προσπαθούν
χώρο να βρουν
στη προσευχή
που θα ζητώ συγχώρεση
γιατί δε ταξίδεψα.

Απροσποίητα: Ποιητική Συλλογή της Ντίνας Γεωργαντοπούλου (Εκδόσεις Βακχικόν)

Η διάκριση των πραγμάτων
είχε χρώμα και λέξεις και κορδέλες
οι φιόγκοι μπερδεύονταν ο ένας με τον άλλο
μια καθημερινότητα που είχε τη σειρά της.
Η καθοδική θλίψη άφησε το στίγμα της
καθώς η πτώση των αισθημάτων
δεν επέτρεπε το πλέξιμο.
Μια πινελιά χρειάστηκε να βάλω προσωρινά
και σου πέρασα στα χέρια κλωστές.
Αν μ’ αγαπάς θα γίνουν ροδοπέταλα.
**
Γράφω για αυτά που δεν μπορώ να πω
για αυτά που οι άλλοι δε θα καταλάβουν σε μένα.
Όταν βυθίζομαι στις νύκτιες πλευρές μου
να βγαίνω στο φως μαγεμένη
από συναισθήματα
ανακαλύπτοντας την αγάπη
μέχρι να φτάσω στο σημείο
να είμαι διάφανη.
Νιώθω να εξαγνίζομαι
και έτσι με τρόπο καθαρό να επικοινωνώ
με τους ανθρώπους.

Νίκη Κωνσταντοπούλου (βιογραφικό )

Η Νίκη Κωνσταντοπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα το 1981. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Ποιήματά της και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά και άρθρα της έχουν συμπεριληφθεί σε γαλλικά βιβλία. Έχει γράψει κείμενα για μουσικές παραστάσεις που παρουσιάστηκαν σε θέατρα της Αθήνας και της Πάτρας. 


Ποιητικές Συλλογές: 

  • 2014: Απόψε νιώθω μια ντροπή (εκδόσεις Περί τεχνών). 
  • 2017: Εγώ,  Απέναντι (Βακχικόν) 

Εγώ, απέναντι: Ποιητική Συλλογή της Νίκης Κωνσταντοπούλου (Εκδόσεις Βακχικόν)



Γυρίζω τη ματιά στα φθονερά βλέμματα που εισπράττω
καγχάζω, ραμφίζω πολυλογάδες εξ επαφής.
Καταγράφω τους ήχους
με τα μάτια δεμένα
εκπαιδεύτηκα σκληρά
να κυνηγάω σκιάχτρα...

«Απόψε νιώθω μια ντροπή» Ποιητική Συλλογή της Νίκης Κωνσταντοπούλου,εκδ. Περί τεχνών, Πάτρα 2014

Το τρένο
Έρχεται από μακριά
τι να περιμένει, ξέρει,
πού να σταματήσει, ξέρει•
στις έντεκα και δύο πρώτα λεπτά
είναι το ραντεβού σου.
Στις ράγες μπαίνει και πλησιάζει.
Πίσω αφήνει πολλές ζωές
μα κι άλλες πάει να συναντήσει
δίχως σπατάλη
δε χάνει καιρό.
Κι όλοι κοιτούν
γελιούνται και γελούν
και προσδοκούν
κάτι νέο να φέρει
κάπου αλλού να τους πάει.
Σε μια διαδρομή ίδια για κείνο
κάθε φορά
το δρομολόγιο εκτελεί
το ίδιο πιστά
στις έντεκα και δύο
πρώτα λεπτά
θα μπαίνει πάντα
στο σταθμό
νωχελικό, αργό.
Μόνο ένα θ’ αλλάζει•
ο συρτός, ξυστός,
ανατριχιαστικός ήχος στις ράγες,
εκείνος που τα όνειρα ξυπνά
όταν μαζί τους περιμένεις
στις έντεκα και δύο πρώτα λεπτά.
Όλα, τίποτα, και κάτι
Από κείνο το όλα και το τίποτα
κρέμομαι μέρες τώρα.
Θέλω να τα πετύχω όλα,
όμως φοβάμαι κάτι.
Κι ύστερα αυτό το κάτι γίνεται όλα
και το όλα τίποτα γίνεται.
Σφίγγω τα δόντια, δύναμη παίρνω
και το πιστεύω• θα πετύχω -έστω- κάτι.
Από ένα κάτι, όλα δεν ξεκινούν;
Θα μου πεις τι σου λέω τώρα;
Άστο, τίποτα.

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

"Ο ΚΑΘΕΙΣ ΕΦ΄Ω ΕΤΑΧΘΗ" / ΙΟΥΛΙΑ ΚΟΡΜΕΝΤΖΑ

Τούτος ο Κόσμος, έχει χώρο για όλους
 και για «Αγγέλους» και για «Διαβόλους».
 Μα όποια μορφή κι αν έχετε, ω, μη το λησμονάτε,
πως του ίδιου Πατρός είμαστε αγαπητά παιδιά.
Κι όπως σμίγει ο Ουρανός με την Γη
σμίγει κι ο Θεός με τ’ ανθρώπου την ψυχή
το «Εν και το Παν» ν’ ανθοβολεί.
Αναθαρρείτε!
Τα πρόσωπα στο φως της αυγής ξεσκεπάστε!
Χέρι-χέρι όλοι αδελφικά πιαστείτε
κι ό, τι βαραίνει τη σκέψη, από πάνω σας βγάλτε
κι ο ένας στον άλλον αρχίστε να χαμογελάτε!

Καταραμένε ποιητή

Καταραμένε ποιητή
Τι ποιήματα να πεις 
τι ποιήματα να γράψεις
όταν βλέπεις χαλάσματα!

Γρηγορία Πελεκούδα

ΓΕΓΟΝΟΤΑ


Οι γυαλιστερές ευκαιρίες οδηγούν τους ανόητους
εκεί που ο όλεθρος ερωτοτροπεί με τον γκρεμό.
Τι θράσος αγαπημένοι μου Θεοί να ομολογεί η αυγή
πως πεθύμησε να συναντηθεί με το τέλος της διαδρομής
κι όμως, ακόμα σφαλιστά να κρατά τα μάτια
στης γνώσης το πιοτό.
Τέλμα σας λέω,
η άβυσσος χώνεψε του κόσμου τα χρυσάφια
και ούτε σταγόνα δεν στράφηκε να προσφέρει,
ομολογώντας το ευχαριστώ,
που πάντοτε ανήκει εκεί ακριβώς
που το δώρο της ζωής ξεκίνησε.
Η γαλήνη είναι μακρινό γεγονός και η απόδειξη, τρανή…
Η Αφροδίσια νοημοσύνη ξυπνά
μόνο όταν οι συντεταγμένες το επιτρέπουν.

Λουκία Πλυτά

ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ


Φοβόσουν να βλέπεις το σπίτι ν' αδειάζει.
΄Ακουγες τη φωνή του παλιατζή
κι έκρυβες τα κλειδιά της αποθήκης
με το μαγκάλι της γιαγιάς και την πινακωτή.
Σ' άρεσε να κλείνεσαι με τις ώρες στα δωμάτια,
μελετώντας τα πράγματα που μοιράστηκαν τη ζωή μας.
Έπαιρνες το πανί κι εγώ δεν ήξερα
αν ήταν για να τα ξεσκονίσεις
ή για να τα χαϊδέψεις,
προσπαθώντας μάταια κι εσύ να κρατηθείς,
αν και μπορούσες να το βλέπεις καθαρά : Πριν
από τα σπίτια είμαστε εμείς που αδειάζουμε.
ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

“ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ” / Ζώγας Χρήστος


Λουλούδι μας τριαντάφυλλο
γλυκό πανώριο δείλι
κίτρινο λευκό ή άλικο
υπέροχό μας θήλυ!!
Ό,τι ομορφότερο
στολίδι έχ’ η πλάση
το άρωμά σου βάλσαμο
στου έρωτα τα πάθη.
Όλα σου μα!και το χρώμα σου
πως μας σαγηνεύει
τα χείλη σου το στόμα σου
τον πόνο μας γλυκαίνει.
Ρόδο μας,τριγύρω μας
η ζωή μας πλάι
θάλασσα και ήλιε μας
Απρίλη μας και Μάη!

ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΠΕΤΡΑΔΙ / Γαβρίλης Ιστικόπουλος


Είπα, 
μακάρι κάθε λέξη μου φωτιά, κάθε υπόσχεση ηλιαχτίδα...
Κάθε μου βήμα χνάρι βαθύ μ' αγνάντεμα στην ελπίδα!
Είπες,
ως που θ' αντέξεις ποιητή, προτού σε πιει η καταιγίδα,
μεγάλα που άνοιξες πανιά στου νου σου την κλεψύδρα;
Είπα,
θα έρθω μαζί με την καρδιά να βγω να σεργιανίσω
και μ' ένα έρωτα βαθύ, ζωή να Σε κορφολογήσω!
Είπες,
δεν σου 'πανε με τους καημούς να μην κονταροχτυπιέσαι,
μα ούτε και με τον έρωτα σκληρά ν' αναμετριέσαι;
Είπα... κι έκλεισα.
Μου το 'πανε... και τι μ' αυτό, νομίζεις πως θα φοβηθώ;
Πουλί θα γίνω και στο φιλί του ήλιου θ' αναβαπτιστώ
μα τους καημούς για σένανε τους ρίχνω στο πηγάδι
κι ο έρωτας σου στην καρδιά μου, πολύτιμο πετράδι!


Γαβρίλης Ιστικόπουλος / Ανέκδοτο από τη συλλογή ''Συνομιλίες''.

ΑΝΑΖΗΤΉΣΕΙΣ


Έρωτα πολυπόθητε,
πηγή ανάσας.Φιλί
που καίει τις στιγμές,
απάνω στου κορμιού
τα κορφοβούνια
Που σ'αναζήτησαν
καιροί,σε φώναξαν στα
πάθη,εκεί που ξεδίπλωναν
οι πλοκές,και άχνιζαν
ο πόθοι.Έρωτα που
σ'αγνάντεψαν στου ήλιου
τις ανταύγειες,
σαν ξωτικό να τριγυρνάς,
στα κάστρα τια δικά σου.
Και μεις που σε αγγίξαμε,
που νιώσαμε τι είσαι,
σε νύχτες λάγνες άυλες,
που σ'είχαμε
προστάτη,να μας αφήνεις,
μοναχούς,στα τόσα σου
καπρίτσια.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΑΜΟΙΛΗΣ

ΑΝΑΣΤΕΝΑΖΟΥΝ ΤΑ ΡΙΖΑ ……………...... του ΠΕΤΡΟ Β. ΚΟΥΡΤΗ


Αναστενάζουν τα Ριζά
Δίβρη και Λεσινίτσα
Αγιαντριάς και Μάλτσιανη
Κι δόλια η Τσερκοβίτσα.
Βρυχιέται η Αραβουνά
Ο Σεντενίκος κλαίει
Το Διβροβούνι δε βαστά
Τα δάκρυα και λέει:
Ρημάξανε κι οι εκκλησιές
Χρόνια να δουν λιβάνι
Ενώ οι καμπάνες τους χτυπούν
Όταν κανείς πεθάνει.
Σαν σουρουπώνει η βραδιά
Και το σκοτάδι απλώνει
Μόνη φωνή στη ερημιά
Είν' η κραυγή του γκιώνη.
Μαζί θρηνούν την ερημιά
Μουργκάνα και Μαλίνα!
Κι ανατριχιάζει η νέα γένια
Στην Πάτρα, στην Αθήνα.
Ω, σεις παιδιά απ’ τα Ριζά
Του Βούρκου ξακουσμένα
Έως πότε θα τ’ αφήσετε
Τα σπίτια σας κλεισμένα;!
Πουν' οι δικές σου καλλονές
Ω, Δρόπολη ξακουσμένη
Μα πώς αντέχεις χωρίς αυτές
Γλυκιά μας ζηλεμένη...;
Γυρίστε ω, λεβέντες μας
Κι οι πέτρες σας ζητούνε
Κρίμα δεν είν' τον τόπο μας
Ξένοι να τον χαρούνε...;!

Τριανταφυλλένιο χάδι σιωπής


Είμαι ένα τριαντάφυλλο
που έχω ανθίσει μόνο για σένα.
Είμαι μια δροσιά
άρωμα βροχής νοσταλγικό…
Έντονη η φλόγα του έρωτα
κατοικεί μέσα μου,
Εσύ που είσαι αλήτισσα ψυχή μου;
Ματώνει η καρδιά μου,
στάζουν τα δάκρυά μου…
πίνω καφέ με την μοναξιά μου.
Κέντρισμα ζήλειας αναπάντεχο,
η καρδιά αναπηδά από λαχτάρα..
Μαύρο , γκρίζο, πορφυρό
μυριάδες χρώματα
αντανακλουν στον ουρανό
σαν όνειρο ενός ζωγράφου
ελπιδοφόρας έξαψης….
Σκέψου πως είμαι η ωραία αχτίδα
στο γραπτό των άδειων σου σελίδων
κι ο πολύτιμος σου πίνακας!
Είναι τόσα αυτά κι άλλα τόσα
που θέλω να σου πω…
Ανάσα της ζωής μου βαθιά
κάθε πρωί φωνάζω τ’ όνομα σου
σε βλέπω παντού, αλλά δεν είσαι.
Στου ονείρου μου τη ζάλη
μιλάω με τον άνεμο και τον ήλιο!
Πάντα αργεί η διάθεσή σου
η αναμονή μαρτύριο…
Μαίρη Σουρλή

Νοσταλγικός ο δρόμος...

"Νοσταλγικός ο δρόμος, της απουσίας σου, περισσότερο φιλικός από ποτέ, έρχεται/ τώρα που σκοτεινιάζει τον διαβαίνω, ξανά και ξανά, σαν άγνωστος, περαστικός/ γέμισε ο κόσμος άγνωστους, περαστικούς, ίσως με γνωρίσεις, ίσως χαθείς/ πάλι, μόνο οι σημειώσεις παραμένουν απείρακτες, σημάδι της απουσίας μας ή της ιστορίας μας." 


Γιάννης Βέλλης

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

ήταν αλήτης / Αντώνης Τσόκος



Στα μάτια του κόσμου ο Μπιλ ήταν αλήτης. 
Μη ρωτήσετε γιατί. Ήταν αλήτης.
Έτσι είχε γεννηθεί.
 
Δεν τίθεται θέμα συμπόνιας.
 
Κλωτσούσε απ' την κοιλιά της μάνας του.
 
Κλωτσούσε. Την κοιλιά της μάνας του.
 
Έβαζε δυο δυο τις γυναίκες στην μπανιέρα.
 
Γεμίζοντάς την πρώτα
με σαπούνι και γυαλιά σπασμένα.
Ευθύς αμέσως
 
καβαλούσε μηχανή κι εξαφανιζόταν.
 
Έπινε ηδύποτα σε μνημόσυνα αγνώστων
σπάζοντας πορσελάνινα σερβίτσια.
 
Φέρνοντας στο κέφι χαροκαμένους συγγενείς.
 
Έσφαζε καρπούζια μπρος στα μάτια
 
ανυποψίαστων παραθεριστών.
 
Αφαιρώντας τις καρδιές τους
με επιστημονική ακρίβεια.
 
Έκλεβε μαύρα κομπινεζόν
 
κι έντυνε μουτρωμένα σκιάχτρα στα χωράφια.
 

Σφαλιάριζε τους κληρικούς
 
της ενορίας του Αγίου Σάββα,
 
αναγκάζοντάς τους να τον κυνηγούν
με ράσα σηκωμένα ως τα γόνατα.
 
Στα μάτια του Μπιλ ο κόσμος ήταν αλήτης.
 
Μη ρωτήσετε γιατί.
 Ήταν αλήτης. 
Τον φυλάκιζε απ' την κοιλιά της μάνας του.
 
Τον φυλάκισε. Στην κοιλιά της μάνας του.
 
Στο κεφάλι του επικρατούσε χάος.
 

Ο μόνος τρόπος να αποδεχτείς τον Μπιλ
 

ήταν να αφεθείς στην αλητεία του.