«Θυρίδες τ' ουρανού
κρυμμένα τιμαλφή
όρκοι και όνειρα χαμένα
Καταρράκτες άγνωστοι του νου
λέξεις που κόπηκαν άγουρες στο παρελθόν
και ξεπηδούν σε τόπους που δεν ξέρουν»
(σελ. 14).
***
Βρες ένα ψέμα
απ' το μικρό του δάχτυλο να κρατηθείς
καθώς βυζαίνεις άδειο
κι ο πόνος σε βουβαίνει
Περνά ένα γαλάζιο πότε-πότε
μ' ένα χάδι στη στροφή
ας λιγοστεύει η ζωή
καταργώντας τα κτητικά
κι άλλες του νου νυχτωδίες
Σ' αυτό το λίγο βυθίζεται η ελπίδα
κι απ' αυτό αναδύεται να σε γελάσει πάλι
κρυμμένα τιμαλφή
όρκοι και όνειρα χαμένα
Καταρράκτες άγνωστοι του νου
λέξεις που κόπηκαν άγουρες στο παρελθόν
και ξεπηδούν σε τόπους που δεν ξέρουν»
(σελ. 14).
***
Βρες ένα ψέμα
απ' το μικρό του δάχτυλο να κρατηθείς
καθώς βυζαίνεις άδειο
κι ο πόνος σε βουβαίνει
Περνά ένα γαλάζιο πότε-πότε
μ' ένα χάδι στη στροφή
ας λιγοστεύει η ζωή
καταργώντας τα κτητικά
κι άλλες του νου νυχτωδίες
Σ' αυτό το λίγο βυθίζεται η ελπίδα
κι απ' αυτό αναδύεται να σε γελάσει πάλι
***
Δεν ήξερε ο Οιδίπους
τι δρόμους του άνοιγε η Σφίγγα
με τη λύση
Τι θ' αντίκρυζε, της τύχης γιος
στης δόξας το στεφάνι που του 'ταξε η μοίρα
Ποια ποτάμια μαύρα θα περνούσε
τι μαύρο τα μάτια του θα ζούσαν
Αν στον τρόμο του μπροστά της
λύση δεν είχε
ίσως η ζωή του ως εκεί
δίχως Κολωνούς και Θήβες να ευτυχούσε
Δε θα τον περίμενε ξανά η Σφίγγα
δίχως αίνιγμα πια τώρα
μες στο άδειο της βαθύ
να τον βυθίσει
***
...Φυσάει σιωπή
κι ένα μάταιο παίρνει τις ρίζες μου
βυθίζοντας τη μνήμη
σε προσφιλείς δικούς
σε ξένους που σβήνουν λασπωμένοι...
***
Παράθυρα κλειστά
βουνά στους ώμους των τοίχων
κυπαρίσσια μεσίστια
Λυγίζει η κλαίουσα της αυλής
φυλακίζοντας ημικύκλια φωτεινά
πουλιά τρομαγμένα
Κάθεται ένα ξανθό στα πλαϊνά
ένα «ίσως» μικρό κι επιμένει
Περνούν της θάλασσας άλογα πρωϊνά
σύννεφα κατοικίδια
Κατεβαίνει ο άγγελος ως τη σιωπή τους
(σελ. 74).
***
«ποίημα Δέλτα» από την αυλή των τιμαλφών. Διαβάζει ο ποιητής Πάνος Κυπαρίσσης
https://www.youtube.com/watch?v=tcLvyd73Xw8
τι δρόμους του άνοιγε η Σφίγγα
με τη λύση
Τι θ' αντίκρυζε, της τύχης γιος
στης δόξας το στεφάνι που του 'ταξε η μοίρα
Ποια ποτάμια μαύρα θα περνούσε
τι μαύρο τα μάτια του θα ζούσαν
Αν στον τρόμο του μπροστά της
λύση δεν είχε
ίσως η ζωή του ως εκεί
δίχως Κολωνούς και Θήβες να ευτυχούσε
Δε θα τον περίμενε ξανά η Σφίγγα
δίχως αίνιγμα πια τώρα
μες στο άδειο της βαθύ
να τον βυθίσει
***
...Φυσάει σιωπή
κι ένα μάταιο παίρνει τις ρίζες μου
βυθίζοντας τη μνήμη
σε προσφιλείς δικούς
σε ξένους που σβήνουν λασπωμένοι...
***
Παράθυρα κλειστά
βουνά στους ώμους των τοίχων
κυπαρίσσια μεσίστια
Λυγίζει η κλαίουσα της αυλής
φυλακίζοντας ημικύκλια φωτεινά
πουλιά τρομαγμένα
Κάθεται ένα ξανθό στα πλαϊνά
ένα «ίσως» μικρό κι επιμένει
Περνούν της θάλασσας άλογα πρωϊνά
σύννεφα κατοικίδια
Κατεβαίνει ο άγγελος ως τη σιωπή τους
(σελ. 74).
***
«ποίημα Δέλτα» από την αυλή των τιμαλφών. Διαβάζει ο ποιητής Πάνος Κυπαρίσσης
https://www.youtube.com/watch?v=tcLvyd73Xw8
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου