Κατά τη δύση έσβησαν τα χαμόγελα στους δρόμους τ’ ουρανού.
Στα αποσταμένα ακρογιάλια
Φλόγες ξεπηδούν αιωνιότητες κεντούν
Το φεγγάρι ματώνει τις ερωτικές καμπύλες των λόφων.
Στο κύμα λικνίζεται μια πίκρα
Και με τους πόθους των σπηλαίων αναβλύζει.
Κι’ ο λυγμός στα στήθη, η αρμύρα είναι που θά’ρθει
Με τη βουή της θάλασσας
Απ’ την καρδιά σκοτεινιασμένων βράχων.
Ήρθες με τα χαμόγελα της αλιφασκιάς
Κι’ η χαρά σου κάποια θαμμένη στην καρδιά μου άγγιξε θλίψη.
Στο έρημο ακρογιάλι πάνε μέρες που η θάλασσα μας διώχνει.
Μελανιασμένα σκοτεινά βουνά ντύθηκαν βαρύ σταχτί χιτώνα.
Καιρός να πλέξουμε τη μοναξιά μας
Με τα κυκλάμινα που πένθιμα σημαίνουν.
Όλες τις πόρτες ο κεραυνός στον ήλιο κλείνει
Διαχέοντας τον εαυτό του σε μικρές φωτιές μες σε ξωκλήσια.
Οι τροπικές προσπάθειες της ρεματιάς
Θαυμάστηκαν και άλλοτε.
Ακούς τη βουή της ανάμεσα απ’ τις πτυχές του χρόνου!
Η μέρα με αιμάσσοντα πορτοκάλια τις κορυφές αφήνει.
Κορίτσια με μάτια αμυγδαλωτά
Μαζεύουν ρίγη από ακροκέραμα
Και τις καμάρες των ριγηλών καλντεριμιών.
Κι ’εσύ με υπερπόντιες κραυγές, το δελφίνι καλείς του Αρίωνα.
Μες στους παφλάζοντες πίνακες του γαλάζιου
Αστράφτουν τα νερένια όνειρα των δελφινιών.
Κορίτσια με μάτια αμυγδαλωτά
Ανθίζουν στην ηχώ των σταφυλιών
Από σκάλες κατεβαίνουν φτιαγμένες με βιτρό
Κουβαλώντας μέσα σε σάκους ταξιδιωτικούς
Πανάρχαιες καμπάνες.
Ένας χιλιόχρονος ψαράς ένα με την αρμύρα με τη σκουριά,
Ατέλειωτα μια απολιθωμένη βάρκα μες στους αιώνες γδέρνει.
Στ’ ακρογιάλι άπλωσα την καρδιά μου να πλουτίσει με φως
Μα μέσα της είναι μια θάλασσα άλλη,
Που η βουή της θα μακραίνει στο χρόνο.
Γοερές κραυγές πεύκων άνεμος σέρνει ρεματιές ηχούν.
Σπίτια στο λιμάνι φαγωμένα σκελετωμένα απ’ τη μοναξιά
Τα οστά των λουλουδιών ασπρίζουν στα μπαλκόνια
Που πιο βαριά έτσι άδεια γίναν
Τώρα που πόδι ανάλαφρο πια δεν τα πατά.
Μήτε χέρια που τυλίγουνε λύπη, σταυρό και προσευχή
Ενάντια στο κύμα.
Η συστροφή του κέδρου μέσα από χιλιετηρίδες
Να διώχνει τον άνεμο πίσω στη νύχτα.
Στις ραγισμένες πλάκες οι ατέλειωτες λιτανείες των αχιβάδων
Και τα μελανά βράχια που λάξεψε η οδύνη.
Φωτοστέφανα σε κιονόκρανα αφημένα.
Μαρτυρία ανεπίστρεπτα χαμένη στην αγκαλιά της
Θάλασσας , αλάβαστρα έσβησαν, κάστρα ,
Κάτω από τη συμπίεση των βλεφάρων σου.
Οι γόοι της αρμύρας και των αυλών της λήθης
Μες στα μαλλιά σου ξεσπούν.
Μέσα απ’ τις σχισμές άρρωστων τοίχων άλλες μαντεύεις
Που ατέρμονα στεναγμούς ξερνούν σε λιγωμένους κρίνους.
Και τα ρόδια που εκρήγνυνται με όνειρα πορφυρά,
Ανάβουνε καταμεσήμερα μικρά φανάρια.
Χαμένα καΐκια η νύχτα ρίχνει στα παγωμένα δίχτυα του βοριά.
Κορίτσια με μάτια αμυγδαλωτά, πάνε, πάνε τ’ ονείρου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου