Οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς σου
-ἀπότομοι ἦχοι νεκρῶν βαγονιῶν-
μέταλλα παροπλισμένης ἀτμομηχανῆς
ποὺ συστέλλονται
ποὺ τρομάζουν
ἀπὸ ἐκτροχιασμοὺς ὀνείρων.
Τὰ χέρια σου βιδωμένα
στὰ ἔμβολα τῶν ἀκίνητων τροχῶν
μὲ τὸ ρολόι, στ’ ἀριστερό, σταματημένο.
Τὰ πόδια σου μισοφαίνονται·
χορταριασμένες ράγες
-ἄνεμοι παίζουν μὲ τὰ λυτὰ κορδόνια σου.
Ἡ σιωπή σου σκοτάδι,
σφιγμένο στομάχι,
κόμπος στὸ λαιμό.
-ἀπότομοι ἦχοι νεκρῶν βαγονιῶν-
μέταλλα παροπλισμένης ἀτμομηχανῆς
ποὺ συστέλλονται
ποὺ τρομάζουν
ἀπὸ ἐκτροχιασμοὺς ὀνείρων.
Τὰ χέρια σου βιδωμένα
στὰ ἔμβολα τῶν ἀκίνητων τροχῶν
μὲ τὸ ρολόι, στ’ ἀριστερό, σταματημένο.
Τὰ πόδια σου μισοφαίνονται·
χορταριασμένες ράγες
-ἄνεμοι παίζουν μὲ τὰ λυτὰ κορδόνια σου.
Ἡ σιωπή σου σκοτάδι,
σφιγμένο στομάχι,
κόμπος στὸ λαιμό.
Τὸ πρόσωπό σου ἀνέκφραστο
φεγγάρι,
μάτι δακρυσμένο.
Διάσπαρτη κόκκινη σκουριὰ
στὴ ζωγραφιὰ
στὴ ζωγραφιὰ
τὸ βλέμμα σου.
Ἔφυγες ἀπὸ τὴν πόλη
πρὶν νὰ πεθάνεις ἐγκλωβισμένος,
τώρα κι ἀπ’ τὸν ἔρημο σταθμὸ
ζητᾶς νὰ ξεκολλήσεις
ὅπως οἱ ποιητὲς
δὲ χώρεσες
ποτὲ
πουθενά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου